Ο Χρίστος Κρεμόπουλος, αντίθετα, ένας από τους γνωστότερους καθηγητές του, έχει κύρος, τραπεζικούς λογαριασμούς και βέβαια υψηλές διασυνδέσεις. Συναντιούνται ένα βράδυ τυχαία στον Λυκαβηττό, βγάζοντας βόλτα τα σκυλιά τους, και η... μάχη αρχίζει. Τι θέλει το πεινασμένο στόμα του νεαρού φοιτητή με τόσο πάθος από τον καθηγητή του; Τα λεφτά του; Τη γυναίκα του; Το γιο του; Τη δουλειά του; Τη ζωή του; Ό,τι κι αν θέλει, το σίγουρο είναι πως έχει αποφασίσει να το πάρει. Θα εισβάλει σαν άγγελος εξολοθρευτής στον κόσμο του ανυποψίαστου καθηγητή και θα τον αλώσει ως γητευτής με τη μέθοδο που εκπαίδευε τα σκυλιά. Το όπλο του, άλλωστε, είναι μια κυνική γνώση γραμμένη στο πετσί του: Δημοκρατία δεν υπάρχει, ούτε στην κοινωνία των σκύλων ούτε στην κοινωνία των ανθρώπων. Μόνο αφεντικά και δούλοι. Μια ιστορία ζήλιας, πόθου και πάθους, για έναν άνθρωπο που έφτασε μέχρι τα άκρα – και τα ξεπέρασε.
Αν δεν έχεις επαφή με τον κόσμο των σκύλων, οι τίτλοι των κεφαλαίων μπορεί και να σε απωθήσουν. Το μυθιστόρημα όμως της Λένας Διβάνη δεν εξαντλείται επ’ ουδενί στη μελέτη των σχέσεων και των μεθόδων επικυριαρχίας, που αφορούν στην εκπαίδευση των κατοικίδιων. Παίρνει αφορμή από αυτές - και χτίζει ένα εντελώς καθημερινό πλέγμα ψυχολογικών παρατηρήσεων πάνω στη σύγχρονη νεοελληνική κοινωνία.
Με σπαρταριστές περιγραφές και κυρίως απαστράπτουσες ατάκες, η Διβάνη προκαλεί από την πρώτη σελίδα, αυτό που επιθυμούν (ίσως) όλοι οι συγγραφείς: Να σε κάνει να ρουφάς με βουλιμία (και πολλές φορές γέλιο) την πλοκή, αυξάνοντας την αγωνία και την περιέργεια για το “πού πάει” αυτό το οικείο δράμα της διπλανής πόρτας. Το ψυχογράφημα των χαρακτήρων, οι παρατηρήσεις για τη γλώσσα του σώματος, τα κοινωνιολογικά σχόλια, οι φαρμακερές “μπηχτές” (που άλλες φορές εκφωνούνται και άλλες όχι) είναι όλα στοιχεία ενός μεταμοντέρνου “ταχτσικού” τοπίου. Το Κολωνάκι και ο τρόπος ζωής στην Ελλάδα της ευμάρειας, οι παθογένειες και η διαπλοκή στα πανεπιστήμια, η δίψα για κοινωνική ανέλιξη και οι ανυπόφοροι εγωισμοί των ηρώων συνθέτουν ένα τοπίο δυσοίωνο, αλλά και τόσο κοντινό και γνώριμο, που εξηγεί πάρα πολλά για την πορεία της μεταπολιτευτικής μας κοινωνίας, αλλά και για την ανθρώπινη φύση. Με τη διαφορά οτι, όπως κάθε τραγωδία που σέβεται τον εαυτό της, υπεισέρχεται και στον κόσμο των άκρων - αντιμετωπίζοντας όμως τη μετανάστευση, τα ναρκωτικά και το έγκλημα, χωρίς ίχνος ρατσισμού.
Με το εύρημα της ταυτόχρονης αφήγησης σε πρώτο πρόσωπο, από τους δύο ήρωες, το μυθιστόρημα οδηγεί στην κάθαρση, αφήνοντας τα σχόλια - και την έκπληξη, παρά τους σαφείς υπαινιγμούς - στον αναγνώστη. Το θράσος, η απάτη, η βουλιμία δεν μπορούν ποτέ να επιβραβευτούν, όσο κι αν πατάνε στις αδυναμίες και τα λάθη των άλλων. Η Διβάνη όμως δεν προσεγγίζει το ζήτημα από ηθικολογικής πλευράς, ούτε εξαντλείται στις κοινοτοπίες της ψυχολογικής μας εμπειρίας, περί συμπλεγμάτων. Όσο κι αν “προπαγανδίζει” την αυτοπεποίθηση και τη δύναμη, στη ουσία πραγματεύεται ένα από τα δυσκολότερα κεφάλαια του πολιτισμού μας: Ούτε η ευφυία, ούτε τα πρωτόγονα ένστικτα αρκούν, όταν το IQ δεν καλλιεργείται αρμονικά με το ΕQ. Αν ο καθηγητής Κρεμόπουλος είναι ασπόνδυλος (“δεν έχει σώμα”), ο πεινασμένος φοιτητής του δεν έχει έρμα, ούτε στο σώμα, ούτε στο μυαλό. Και υπαινικτικά, αλλά καθαρά “γιαλομικά”, η συγγραφέας θυμίζει οτι μόνο η ισορροπία και οι σχέσεις, οι πραγματικές σχέσεις, μπορούν να αντιμετωπίσουν “το κρύο εκεί έξω”...
Μπορείτε να διαβάσετε τις πρώτες σελίδες του βιβλίου εδώ.
Η φωτό είναι από το www.kastaniotis.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.comΤο post συνοδεύεται από το "Baby It' s Cold Outside" με τη φωνή της Norah Jones και του Willie Nelson, από το τελευταίο της άλμπουμ, με ντουέτα μιας δεκαετίας.


