Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1.9.13

Ο εθνικισμός και η άνοδος της ακροδεξιάς

Οι τρόποι αντιμετώπισης της (ντροπιαστικής και μοναδικής για τα μεταπολεμικά ευρωπαϊκά δεδομένα) ανόδου της ναζιστικής ακροδεξιάς στη χώρα μας είναι αντικείμενο του δημόσιου διαλόγου, εδώ και καιρό. Πολλοί σηκώνουν τα χέρια ψηλά, λέγοντας οτι είναι “αργά πια για δάκρυα”, άλλοι υποστηρίζουν οτι υπάρχει ακόμα καιρός για την εφαρμογή μια πολιτική μηδενικής ανοχής.


Η Άννα Φραγκουδάκη, ομότιμη καθηγήτρια της Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης, στο βιβλίο της “Ο εθνικισμός και η άνοδος της ακροδεξιάς” δεν εστιάζει στις λύσεις, ούτε μόνο στη ναζιστική ακροδεξιά. Επιχειρεί να αναλύσει τις αιτίες που οδήγησαν σε αυτό το πολιτικό τοπίο - και ανατρέπει αρκετές από τις “ερμηνευτικές βεβαιότητες” που επικρατούν: Για την επιστημονικά τεκμηριωμένη της ματιά, η άνοδος, πρώτα του ΛΑΟΣ και στη συνέχεια της Χρυσής Αυγής, δεν οφείλεται πρωτίστως στο μεταναστευτικό. Ούτε η οικονομική κρίση είναι η γενεσιουργός αιτία, αλλά το επιστέγασμα, που επέτρεψε να εκδηλωθούν ελεύθερα οι φασιστικές αντικοινοβουλευτικές δυνάμεις, με ευθύνη που διασπείρεται σε όλο σχεδόν το πολιτικό φάσμα.

Το πρώτο μέρος αυτού του πολύ ενδιαφέροντος και βαθιά πολιτικού βιβλίου είναι μάλλον κουραστικό - και εν πολλοίς “απωθητικό”: Καταγράφει με σχολαστική λεπτομέρεια και δημοσιογραφική επιμέλεια τις δημόσιες παλινωδίες και αντιφάσεις της επιτυχίας των δύο πρόσφατων ακροδεξιών σχημάτων. Το μέγεθος της υποκρισίας είναι διάφανο και για τον πιο δύσπιστο, όταν ξεδιπλώνεται από τη μιά η προσπάθεια απόκρυψης και από την άλλη το “κλείσιμο του ματιού” ή η ξεδιάντροπη ομολογία των πιο ρατσιστικών, ξενοφοβικών και μισαλλόδοξων αντιλήψεων.

Το δεύτερο μέρος όμως είναι πραγματικά αποκαλυπτικό, στην ανάλυση του: Η συγγραφέας παραθέτει μία προς μία, τις στρεβλώσεις και τις ιδεοληψίες, που οδήγησαν στην εξάπλωση του φασιστικού υποστρώματος, σε μεγάλες κατηγορίες πληθυσμού. Η κρίση νομιμότητας των κομμάτων και η έντονη προσπάθεια αποδόμησης του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, η αδυναμία να αντιμετωπιστεί η παγκοσμιοποίηση και οι σύγχρονες συνθήκες με την έξαρση του λαϊκισμού, η αδυναμία ακόμα και (υποτίθεται) έμπειρων δημοσιογράφων να αντιμετωπίσουν φασίστες συνομιλητές και η “ηρωποίηση” τους από τα ΜΜΕ, η αποτυχία εξεύρεσης λύσεων για την έξοδο από την κρίση του πολιτικού συστήματος είναι μερικές από τις αιτίες.

Ακόμα περισσότερο όμως, το χαλί για την άνοδο της ακροδεξιάς έστρωσαν οι ακραιφνώς ιδολογικές αγκυλώσεις, που έχουν σχέση με την επικράτηση της εθνικιστικής ρητορείας και την ίδια την παιδεία που διαμορφώνει κοινωνικές συνειδήσεις: Η Άννα Φραγκουδάκη καταγράφει την επιρροή που είχαν οι “χριστοδουλικοί αγώνες” κατά της έννοιας των δικαιωμάτων στην υπόθεση των ταυτοτήτων, αλλά και τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό. Επισημαίνει πόσο βλαπτική για το πολιτικοκοινωνικό σκηνικό ήταν η ανοχή στην “αντιποίηση αρχής”, όπως αυτή εκφράστηκε με την “κατά βούληση άσκηση εξωτερικής πολιτικής”, στην υπόθεση Οτσαλάν. Λαμβάνει υπ’ όψιν της την βαθιά κρίση των ιδεών και αφιερώνει ιδιαίτερα κεφάλαια για το “Κίνημα των Νεορθόδοξων” (που αγκάλιασε εκπροσώπους από τα δεξιά ως τα αριστερά του πολιτικού φάσματος) και τον εμπρηστικό, μισαλλόδοξο, αντισημητικό και εντέλει ακροδεξιό, όπως τον αποκαλεί, λόγο του Χρήστου Γιανναρά.

Την ανάλυση της συγγραφέως διαπερνά η επιμονή στην αποκωδικοποίηση του ανορθολογισμού, του απομονωτικού εθνοκεντρισμού και των φοβικών ιδεολογημάτων για την “παγκόσμια συνωμοσία για τον αφελληνισμό της ιστορίας” και τις “κινήσεις για τη σωτηρία της γλώσσας”, που “δήθεν φτωχαίνει”. Ιδιαίτερη σημασία δε δίνει στον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες διδάσκονται επισήμως ρατσιστικές και εθνικιστικές αντιλήψεις, μέσω ξεπερασμένων εργαλείων ιστορικής ανάγνωσης όπως αυτή του “κράτους-έθνους”, της ιστορικής συνέχειας μόνο από την κλασσική Ελλάδα (με παράλληλη άρνηση των πολιτισμικών επιρροών και προσμίξεων) και της αποδοχής μιάς συμπλεγματικής εθνικής ταυτότητας, που εκφράστηκε και στο ζήτημα της ονομασίας της FYROM, ως επίσημη πολιτική.

Εδώ η Άννα Φραγκουδάκη κάνει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ανάλυση: Η επίσημη ελληνική παιδεία αποδέχεται έμμεσα την ανωτερότητα των άλλων ευρωπαϊκών πολιτισμών, με αποτέλεσμα τη δημιουργία εθνικιστικών ανακλαστικών, τα οποία, αρνούμενα τους γειτονικούς πολιτισμούς, προσπαθούν να αποκρούσουν τη δήθεν “κατωτερότητα” με εθνικά μυθεύματα και ιδεολογήματα, αντί να αποδεχθούν την κοινωνική ποικιλομορφία, τη συνεργασία και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ως το μοναδικό δρόμο συνεργασίας και ευημερίας των λαών. Η δημαγωγία και ο βαθύτατος αντιευρωπαϊσμός άλλωστε των αντιλήψεων που επικρίνει η συγγραφέας, αποτελούν και το κλειδί για την ερμηνεία της εξάπλωσης τους.

Στο τρίτο μέρος του βιβλίου, η συγγραφέας παρακολουθεί την καταιγίδα της κρίσης και τη διαχείριση της. Δεν διστάζει να θίξει ακόμα και μια παράμετρο-ταμπού για την ερμηνεία της ανόδου της ακροδεξιάς: Η πλήρης ανομία και η εμπρηστική διάλυση του κέντρου της Αθήνας μετά τη δολοφονία Γρηγορόπουλου δεν είναι άμοιρες ευθυνών για το κοινωνικοπολιτικό τοπίο που ακολούθησε, με τη διαμόρφωση του κύματος των αγανακτισμένων και το ευρύ μέτωπο μιάς “αντικοινοβουλευτικής και αντιμνημονιακής πολιτικής”.

Όπως επισημαίνει, ο χειρισμός από το σύνολο σχεδόν της πολιτικής εξουσίας, αλλά και τα ΜΜΕ, ήταν τραγικός: Κυβέρνηση και αντιπολίτευση δεν αναγνώρισαν τις πολιτικές τους ευθύνες για το συμβάν και ότι επακολούθησε, δεν αναγνωρίστηκε η απόλυτη έλλειψη επαγγελματισμού της αστυνομίας, επιτράπηκε να μετατοπιστεί η συζήτηση σε “καλή και κακή βία” - και η τακτική του να δίνεται σημασία μόνο στα μικροπολιτικά οφέλη, με αντιδημοκρατικούς εκτροχιασμούς, συνεχίστηκε και από τους διαδόχους στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, όπως με την περίπτωση της δημοσίευσης των φωτογραφιών των οροθετικών ιερόδουλων.

Στα τελευταία κεφάλαια, η Άννα Φραγκουδάκη ασκεί δριμεία κριτική στην ανεπάρκεια του πολιτικού συστήματος (επιφυλάσσοντας ιδιαίτερες αναφορές και στους Ανεξάρτητους Έλληνες που δεν συμπεριλαμβάνονται στο πρώτο μέρος του βιβλίου), που ευνόησε την εθνικιστική ρητορεία, την αλλοίωση των εννοιών, τον αντιμνημονιακό παροξυσμό περί “προδοτών” και όλα όσα ενίσχυσαν την ατζέντα της ακροδεξιάς. Δεν χαρίζεται στην αξιωματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ίσως δεν αφιερώνει αρκετό χώρο, για το πώς και η μεγαλύτερη κομματική έκφραση της δεξιάς παράταξης και η ηγετική της ομάδα ”κλείνει το μάτι” στη Χρυσή Αυγή, με απρόβλεπτες επιπτώσεις. Επισημαίνει ωστόσο πόσο λιγότερο εξοπλισμένη απέναντι σε εταίρους και δανειστές είναι η εκάστοτε πολιτική ηγεσία, με την εξάπλωση της αντικοινοβουλευτικής και αντιευρωπαϊκής δημαγωγίας.

Στο επίμετρο της, η συγγραφέας κάνει τρία καταληκτικά σχόλια, που προτείνουν λύσεις από το αδιέξοδο και συνοψίζουν το βάθος του προβλήματος. Αξίζει να κρατήσουμε μια φράση: “Είναι αποκαλυπτικό οτι η ιστορία είναι το μόνο σχολικό μάθημα που έχει τόσο μεγάλη απόκλιση από την αντίστοιχη επιστήμη, με αποτέλεσμα να διδάσκει όχι μια προσαρμοσμένη ή έστω αλλοιωμένη, αλλά την αντίθετη με βάση τα επιστημονικά κεκτημένα προσέγγιση του παρελθόντος”.

Δεν είμαι σε θέση να καταλογίσω αδυναμίες, σε επιστημονικό επίπεδο, σε αυτό το βιβλίο. Ωστόσο, θα έλεγα οτι αν η συλλογιστική του έμπαινε με αξιώσεις στο δημόσιο διάλογο, οι ελπίδες για μια καλύτερη Ελλάδα μετά την κρίση, θα ήταν αυξημένες...














Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Το εξώφυλλο του βιβλίου είναι από το www.biblionet.gr και του άλμπουμ από το www.sodwee.com

To post συνοδεύεται από το εντυπωσιακό βίντεο του "I Love You", του Γάλλου Woodkid.

buzz it!

13.8.13

Η κρίση δεν είναι συνταγματική...

Σπάνια ένα τόσο μικρό βιβλίο, σχεδόν σε μέγεθος διηγήματος, αναλύει εύληπτα, αλλά με επιστημονικό τρόπο (και με δεκάδες παραπομπές για όποιον θέλει να εμβαθύνει), τις απόψεις, αλλά και τις προτάσεις του συγγραφέα του, για την κρίση δημοκρατίας που ζούμε. Βεβαίως, όλοι οι παράγοντες που οδήγησαν την Ελλάδα στην κατάσταση που βρίσκεται δεν θα ήταν δυνατό να αναλυθούν σε τόσο μικρό χώρο, αλλά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η οπτική του νομικού - και δη του συνταγματολόγου - για τα θέματα που άπτονται ιδίως της δικής του αρμοδιότητας. Για τα υπόλοιπα, όπως τα οικονομικά, είναι ιδιαίτερα διακριτικός.


Το πρώτο που ξεκαθαρίζει ο Νίκος Αλιβιζάτος, σε αυτό το πόνημα με τον μάλλον δύχρηστο τίτλο (“Ποιά δημοκρατία για την Ελλάδα μετά την κρίση; - Για την αποκατάσταση των λέξεων και του νοήματος τους”) είναι οτι οι θεσμοί (και ειδικώς το Σύνταγμα με τα υποτιθέμενα “κενά” του) δεν ευθύνονται για τον εκτροχιασμό της χώρας. Κανένα σύνταγμα δεν μπορεί να προβλέπει άρθρα κατά της δημαγωγίας και του πελατειακού λαϊκισμού και δεν μπορεί να αποτρέψει τον πολιτικό από τις πρακτικές αυτές, αν δεν παραβιάζεται ανοιχτά ο νόμος, όπως χαρακτηριστικά λέει.

Ο συγγραφέας βεβαίως επικρίνει ανοιχτά τον υπέρτατο νόμο της χώρας ως φλύαρο, “επίμονο” σε σημεία ξεπερασμένα ή ύποπτα για προάσπιση συντεχνιακών συμφερόντων και δεν χαρίζεται καθόλου στους κατά καιρούς νομοθέτες, που (εκ του πονηρού πιθανότατα) δεν μπόρεσαν να συμβάλουν προς την κατεύθυνση ενός λιτού και συνεκτικού κειμένου, που θα είχε ως μόνη κατεύθυνση την πρόοδο της χώρας. Ανοίγει (ή συνεχίζει) τον διάλογο για μια “εντοπισμένη”, όπως την ονομάζει, συνταγματική αναθεώρηση και καταγράφει τα σημεία, που κατά την άποψη του χρειάζονται άμεση “διόρθωση” (όπως ο νόμος περί ευθύνης υπουργών και η βουλευτική ασυλία), αλλά και πολλά ακόμα που προσφέρονται για μια πιο μακροπρόθεσμη συζήτηση, όπως για παράδειγμα περί ενίσχυσης του ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας, περί θητείας και μεγέθους της Βουλής, περί του ρόλου των Ανώτατων Δικαστηρίων, περί της “αποσυνταγματοποίησης” των σχέσεων κράτους-εκκλησίας και βεβαίως περί της απαλοιφής διατάξεων που καθιστούν το Σύνταγμα ένα περιττά και επιζήμια μεγάλο και δυσνόητο κείμενο.

Ο Νίκος Αλιβιζάτος όμως υπερασπίζεται πολλά από όσα έχουν δεχθεί τα βέλη επικριτών, στο πλαίσιο μιας γενικής (και πολλές φορές επιπόλαιας) αμφισβήτησης των πάντων. Υπερασπίζεται πρώτα-πρώτα το ίδιο το πολίτευμα της Προεδρευομένης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, τις κατακτήσεις της μεταπολίτευσης, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και τους βασικούς θεσμούς της χώρας (συμπεριλαμβανομένων και των Ανεξάρτητων Αρχών), απορρίπτοντας τις φωνές για μια “ολοκληρωτική” αναθεώρηση του Συντάγματος, την εισαγωγή “αμεσοδημοκρατικών” ρυθμίσεων, την καθιέρωση της απλής αναλογικής (κάνοντας διάκριση στην κρισιμότητα κάθε εποχής) ή τις προτάσεις για Συνταγματικό Δικαστήριο - παρά το γεγονός οτι αναγνωρίζει ελλείψεις και προβλήματα.

Η λειτουργία των θεσμών και η εφαρμογή των νόμων είναι που ευθύνεται τις περισσότερες φορές - και όχι ο συνταγματικός σχεδιασμός τους. Ο συγγραφέας είναι ένας “επαναστάτης με αιτία”, όταν η ατολμία ή τα συμφέροντα μετατοπίζουν την ουσιαστική ανάγκη για πολιτικές και νομικές μεταρρυθμίσεις, στο “ανακάτεμα της σούπας” σε θεσμικό και συνταγματικό επίπεδο.

Πριν από όλα αυτά όμως, ο Νίκος Αλιβιζάτος φροντίζει να εκπλήξει, θίγοντας ζητήματα με την ευκολία του επιστήμονα, αλλά και την άνεση ενός blogger. Και μάλιστα, όχι μόνο τις σκέψεις του και τις απόψεις του για τα νομικά θέματα, αλλά για την ίδια την κρίση πολιτισμού και ιδεών, που μας έφερε ως εδώ. Δεν διστάζει να αρχίσει το βιβλίο του με ένα “ξακαθάρισμα” των εννοιών και των λέξεων. Το σύνταγμα, η πλειοψηφία και η συναίνεση, το έθνος και η εθνική κυριαρχία, η ενωμένη Ευρώπη και προ πάντων η βία (που αντικαθιστά με τόση ευκολία την κάθε είδους αναλγησία και αδικία και για την οποία δίνει έναν ενδελεχή ορισμό, διά της εις άτοπον απαγωγής) μπαίνουν στο μικροσκόπιο. Ο συγγραφέας τολμάει να πει και μερικές αλήθειες, που ξεφεύγουν από τις επιστημονικές παρατηρήσεις, μιλώντας για όσους προπαγανδίζουν τη βία, ως μέθοδο πολιτικής επίλυσης προβλημάτων:

“Αν και η στάση τους οφείλεται σχεδόν πάντοτε στις πολιτικές αντιλήψεις τους, σε αρκετές περιπτώσεις έχω παρατηρήσει οτι δεν είναι άσχετη με την ψυχική συγκρότηση τους."

Ακριβώς όμως αυτή ικανότητα του συγγραφέα να συζητάει (και όχι να παραδίδει μαθήματα από την επιστημονική του έδρα), είναι η χάρη και η αξία αυτού του βιβλίου. Μέσα από μια συνεπή επιμονή στη μετριοπάθεια, ο Νίκος Αλιβιζάτος υπηρετεί ένα λόγο που σε πείθει, ακόμα κι αν δεν συμφωνείς με την εκτίμηση του για “ένα μεταναστευτικό ρεύμα χωρίς προηγούμενο”, τα τελευταία χρόνια. Είναι χαρακτηριστικό οτι καταγράφει και τους προσωπικούς του λόγους για την έκθεση αυτών των απόψεων, καθώς “έχει χάσει βεβαιότητες μιας ζωής” και κατάλαβε οτι “δεν αρκεί, όπως παλιά, να καταγγέλει κανείς τα κακώς κείμενα, για να έχει τη συνείδηση του ήσυχη”.

Στα περισσότερα ερωτήματα και τους προβληματισμούς που θέτει ο Νίκος Αλιβιζάτος δεν μπορείς παρά να συμφωνήσεις, οτι έχει συλλάβει το προφανές και το αυτονόητο - αυτό που λείπει τόσο πολύ από τη σύγχρονη κεντρική πολιτική μας σκηνή, αλλά και από τον λόγο των πάσης φύσεως φανατικών, “αγανακτισμένων” ή καφενειακά εξεγερμένων, που δίνουν τροφή στις ακρότητες και τους φόβους για ένα εμφυλιακό, φασιστικό ή τριτοκοσμικό μέλλον της χώρας μας. Αν μπορούσαν να το διαβάσουν όλοι αυτοί οι συμπολίτες μας, θα ήταν ευχής έργο. Αλλά ίσως θα ήταν και χαμένος χρόνος, αν όχι απολύτως αδύνατο...


Υ.Γ. Ο Νίκος Αλιβιζάτος έχει αποκυρήξει τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί η κυβέρνηση το πόρισμα της επιτροπής του για την ανεξαρτησία της ΕΡΤ, ακριβώς γιατί εγκαταλείφθηκε, ως “ασύμφορη χρονικά”, η βασική πρόβλεψη περί συγκρότησης του Εννεαμελούς Εποπτικού Συμβουλίου, μέσω μια πολύμηνης διαδικασίας συγκέντρωσης βιογραφικών προσωπικοτήτων, από όλον τον κόσμο. Την αποδοκιμασία του αυτή, την εξέφρασε δημοσίως σε ημερίδα της ΔΗΜΑΡ για την ΕΡΤ. Σε εκείνη τη συζήτηση είχαμε αντιπαρατεθεί, γιατί αντέδρασα όταν παρατήρησε οτι “ο Σαμαράς δεν θα μπορούσε να σταθεί ως πρωθυπουργός, εάν έπαιρνε πίσω το κλείσιμο της ΕΡΤ”. Εξακολουθώ να διαφωνώ μαζί του, γιατί θεωρώ οτι αυτό που ενδιαφέρει τον πολίτη είναι το δέον για τη χώρα, όχι η “πρωθυπουργική σταθερότητα”. Ωστόσο, αφού διάβασα και το βιβλίο του, αναγνωρίζω την “πολιτειακή νηφαλιότητα” της οπτικής του συνταγματολόγου, που τον οδήγησε σε αυτή τη διατύπωση - και του οφείλω συγνώμη, όπως και στους παρισταμένους ακροατές, αν η φόρτιση μου για την ΕΡΤ οδήγησε σε έναν τόνο παραπάνω πιο οξύ, τον δικό μου λόγο.



Update: Δύο ακόμα κριτικές, από την "Εφημερίδα των Συντακτών" και την "Καθημερινή".
















Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Το εξώφυλλο του βιβλίου είναι από το www.sigxroniekfrasi. blogspot.com και η φωτό από το www.violafair.com

To post συνοδεύεται από το κλασικό "Try Me", με τη φωνή της Αμερικανίδας Esther Philips.

buzz it!

25.2.13

Οι εχθροί της δημοκρατίας...

Το χιλιανό “Νο” πραγματεύεται πώς το “όχι” είναι πιο αποτελεσματικό, όταν συμπεριλαμβάνει τη ματιά αυτών που λένε “ίσως”, πιθανώς και “ναι”. Ακόμα κι όταν έχουμε να κάνουμε με ένα αιμοσταγές δικτατορικό καθεστώς, όπως αυτό του Πινοσέτ, που υποχρεώθηκε από τον διεθνή παράγοντα να κάνει δημοψήφισμα το 1988 για να “νομιμοποιήσει” την αμερικανοκίνητη ύπαρξη του. Ακόμα κι όταν η ανυποχώρητη και άκαμπτη κραυγή του “όχι” είναι απολύτως δικαιολογημένη, μετά τις χιλιάδες εκτελέσεις, τους βασανισμούς και τους desaparecidos, που πολλές φορές το φρικτό αυτό καθεστώς “έχτιζε” μέσα σε θεμέλια και τοίχους, ώστε να μην τους βρει ποτέ κανείς.

Ακόμα και τότε, η φανατισμένη και φορτισμένη από τη φρίκη φωνή είναι λιγότερο αποτελεσματική, από την επίμονη και αποφασιστική μετριοπάθεια. Αυτή που δεν την κινεί το μίσος, αλλά οι αταλάντευτες αρχές. Αυτή που δεν είναι εμφυλιοπολεμική, αλλά μπορεί να είναι ακόμα και “διαφημιστικά χαζοχαρούμενη”, όπως σαρκαστικά επιμένει η ταινία, σε όλη τη διάρκεια, αλλά και κυρίως στο φινάλε της. Έτσι, ο “καλοζωισμένος” διαφημιστής που θέλει να επιβάλει τη διαφημιστική γλώσσα, τα εμπορικά πρότυπα και το θετικό, αισιόδοξο μήνυμα στην καμπάνια του “Όχι” απέναντι στον Πινοσέτ, τελικά κερδίζει τη μάχη. Και επιβάλλει το χιούμορ και τη θετική προοπτική, σε μια εκστρατεία που συμβάλλει αποφασιστικά στην εκδίωξη των χουντικών καθαρμάτων, έστω και με “βελούδινο” τρόπο. Η Χιλή δεν θα ξαναέχει ποτέ πια φασιστικό καθεστώς.

(Κι εμείς εδώ, 25 χρόνια μετά, βυθισμένοι στη βαλκανική μας εμπάθεια και υστέρηση, κάνουμε δημόσιο διάλογο για το αν η χωλαίνουσα δημοκρατία μας πρέπει να λέγεται “χούντα”, δυσπιστούμε γιατί πρέπει να αποφύγουμε πάση θυσία το εμφυλιοπολεμικο κλίμα που μόνο τους ακραίους και τους εχθρούς της δημοκρατίας ευνοεί ή σαρκάζουμε τους Atenistas, γιατί δεν ταιριάζουν με το “επαναστατικό” μας πρότυπο...)

Η ταινία είναι μια κοροϊδευτική ματιά, που σε ζαλίζει, γυρισμένη σε Umatic χαμηλής ανάλυσης, για να ταιριάζει με τα πλάνα και το άφθονο υλικό από τις καμπάνιες της εποχής. Υποψήφια για Όσκαρ ξενόγλωσης ταινίας, δεν ξεπέρασε βέβαια το αριστούργημα του Χάνεκε, με σοβαρό μειονέκτημα την ποιότητα της εικόνας που ταιριάζει απόλυτα με την ξεπερασμένη πλευρά της αισθητικής της δεκαετίας του ’80. Ωστόσο, συνέβαλε ιδιαίτερα θετικά στον φετινό “πολιτικό” χαρακτήρα των Όσκαρ. Η υπέροχη αίθουσα του Gazarte είναι γεμάτη, από κοινό που φαίνεται οτι έχει απαιτήσεις.

Ακριβώς πίσω από τη διπλανή πόρτα, στον πιο αισθητικό συναυλιακό χώρο που έχουμε, ένας από τους κορυφαίους τρομπετίστες της λάτιν τζαζ, ο Arturo Sandoval παίζει με την “καλύτερη μπάντα της ζωής του”. Εντυπωσιακός στο πιάνο, πάντα λατρευτικός για τον μέντορα του Dizzie Gillespie, o συνιδρυτής των Irakere αναγκάστηκε να ζητήσει πολιτικό άσυλο από τις ΗΠΑ, σε μια από τις ευρωπαϊκές περιοδείες του - και μάλιστα στην αμερικανική πρεσβεία της Αθήνας, σύμφωνα με την ταινία που καταγράφει την περιπετειώδη ζωή του και στην οποία τον ενσαρκώνει ο πατριώτης του Andy Garcia.

Βλέποντας προφανώς οτι το κουβανικό καθεστώς δεν κατέρρευσε μαζί με το σοβιετικό, το 1990, ο Sandoval απελπισμένος αναγκάστηκε να αποχωριστεί (προσωρινά ευτυχώς) την οικογένεια του, καθώς η καλλιτεχνική καταπίεση από το ολοκληρωτικό καθεστώς της Αβάνας ήταν ασφυκτική: Δεν του επιτρεπόταν να παίζει παρά μόνο την παραδοσιακή κουβανέζικη μουσική κι όχι τη jazz υψηλού επιπέδου που αυτός ήθελε (και μπορούσε), γιατί ήταν “αντεπαναστατική” - ήταν η “μουσική του εχθρού”. Δεν θα έπρεπε να μας κάνει εντύπωση, στο πλαίσιο του ψυχροπολεμικού κλίματος που ακόμα καλά κρατούσε. Εδώ υπήρξε στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’80 περιορισμός του Γιάννη Πετρίδη, γιατί έπαιζε πολλά “αμερικάνικα”. Προφανώς έτσι είχε αποφανθεί το στενό μυαλό καποιου πρασινοφρουρού της εποχής.

Πϊσω στο σπίτι, ένα βιβλίο του Δημήτρη Φύσσα σαρκάζει με τη ματιά του, όχι μόνο τη σύγχρονη νεοελληνική ιστορία, αλλά κυρίως τη διαστροφή της σταλινικής σκέψης και σκοπιμότητας, αυτής που είναι διατεθειμένη να πουλήσει ακόμα και τη στοιχειώδη αλήθεια στο διάβολο, φτάνει να προσαρμόζεται στο κομματικό συμφέρον. Το “Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος”, με ευθείες αναφορές στην Άνοιξη της Πράγας (που κλόνισε σοβαρά τη συνείδηση πολλών κομμουνιστών και προκάλεσε τη διάσπαση του ΚΚΕ), κάνει την ιστορική υπόθεση οτι η Ελλάδα δεν βρέθηκε στη αμερικανική επιρροή μετά το τέλος του εμφυλίου, αλλά στη σοβιετική. Και αντιστρέφει την ιστορία, με κορύφωση την εξέγερση του Πολυτεχνείου, που καταπνίγεται από τα σοβιετικά τανκς.

Με εμφανή την αγάπη του συγγραφέα για τα ρεμπέτικα και το κέντρο της Αθήνας (που μας γνωρίζει βήμα-βήμα), αλλά και βασισμένο πάνω στη μελέτη πραγματικών απολογιών για “κομματική προδοσία”, το μυθιστόρημα γίνεται ολοένα και πιο συναρπαστικό, καθώς περιγράφει με μελανά χρώματα την “άλλη πλευρά” στο ψυχροπολεμικό δίπολο και συζητά το ιστορικό αυτονόητο: Κανένα σύστημα, όσο καλές κι είναι οι προθέσεις κάποιων, δεν μπορεί να υπηρετήσει το κοινό συμφέρον, αν δεν υπάρχει ελευθερία της άποψης και γνήσια πολυκομματική εκπροσώπηση, δηλαδή στοιχειώδεις δημοκρατικές λειτουργίες. Και δεν παραλείπει να επισημάνει την σύνδεση αξιοπρέπειας και μετριοπάθειας, μακριά από τον φανατισμό και την εμφυλιοπολεμική δίνη, χτυπώντας το καμπανάκι σε όσους ξεχνούν πόσο μοναδικά πολύτιμη είναι η δημοκρατία, ακόμα κι αν δεν λειτουργεί καλά.

Στο Νova, παρακολουθώ μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ταινία για την προεκλογική εκστρατεία του ΜακΚέιν, απέναντι στον Ομπάμα - και την επιλογή της Σάρας Πέιλιν ως υποψήφιας αντιπροέδρου, γιατί έχει τον αέρα της “επιτυχημένης” κυβερνήτη της Αλάσκας και της φρέσκιας “σταρ”, που ελπίζεται οτι θα ελκύσει τις γυναίκες ψηφοφόρους και θα έχει τη γενική αποδοχή του κόμματος. Η νεοφερμένη στην κεντρική πολιτική σκηνή “σκανάρεται” για τις απόψεις σε κρίσιμα ηθικο-θρησκευτικά θέματα, όπως τα βλαστοκύτταρα και η άμβλωση (γύρω από τα οποία αρέσκεται να “ταμπουρώνεται” η αμαθής, φανατική αμερικανική ακροδεξιά) - και οι διαφορές με τον μετριοπαθέστερο ΜακΚέιν καταγράφονται ως “αποδεκτές”.

Λόγω της βιασύνης όμως, αμελείται ο στοιχειώδης έλεγχος για τις γνώσεις της και τις θέσεις στα μεγάλα πολιτικά, εγχώρια και διεθνή ζητήματα. Στην πορεία λοιπόν, μια απολαυστικά “όμοια” στην ενσάρκωση Τζουλιάν Μουρ (δίπλα στους εξαιρετικούς Έντ Χάρις και Γούντυ Χάρελσον) ξεδιπλώνει την προσωπικότητα μιας ξεροκέφαλης και στενόμυαλης επαρχιώτισας, που μπορεί μεν να ξεσηκώνει με τη δημαγωγία της τα πλήθη που συγκινούνται από το γεγονός οτι έχει ένα καθυστερημένο παιδί (σύμβολο στην αντίληψη κατά των αμβλώσεων), αλλά δεν ξέρει οτι η βασίλισα της Αγγλίας δεν κυβερνά όπως ο Αμερικανός πρόεδρος και νομίζει οτι “Fed” είναι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση κι όχι η κεντρική ομοσπονδιακή τράπεζα - και που απαντά σε ερωτήσεις για τις αμερικανο-ρωσικές σχέσεις, λέγοντας οτι η Αλάσκα γειτονεύει με τη Ρωσία και οτι “μπορεί να τη δεί από το σπίτι της”...

Ενσαρκώνοντας ότι πιο εφιαλτικό από το στρατόπεδο “Babies-Guns-Jesus”, η Πέιλιν αποδεικνύεται η χειρότερη έκφραση μιας σύγχρονης απολίτικης και εσωστρεφούς μισαλλοδοξίας, που αγνοεί τις βασικές πληροφορίες για τον κόσμο και τη διεθνή πολιτική, υιοθετεί φιλοπόλεμες θέσεις με θεολογική “νομιμοποίηση” και ερμηνεύει τη ζωή, με βάση τις πιο χοντροκομμένες και αφελείς ιδεοληψίες. Η ταινία αρχίζει και τελειώνει με τον βασικό σύμβουλο της εκστρατείας (Χάρελσον) να παραδέχεται έμμεσα, σε αντίθεση με τον ΜακΚέιν, οτι η Πέιλιν μπορεί να τους βοηθούσε να νικήσουν, αλλά η πιθανή ανάδειξη της στο αξίωμα της αντιπροέδρου θα ήταν καταστροφική για τη χώρα, πιθανότατα και για τον πλανήτη.

Στις ειδήσεις, μια χώρα με πλούσια πολιτική παράδοση μοιάζει πιο διχασμένη από ποτέ: Ένας πολιτικός καραγκιόζης, άρρηκτα συνδεδεμένος με την υποστήριξη της ακροδεξιάς και της μαφίας, ο άνθρωπος που έδωσε το όνομα του στον μπερλουσκονισμό κατηγορεί τη δικαστική εξουσία της χώρας του, ως “μαφιόζικη”. Κι ένας σκέτος καραγκιόζης του λαϊκισμού, ο Μπέπε Γκρίλο, ξεσηκώνει τον καφενόβιο Ιταλό και απειλεί να στερήσει τη δεύτερη θέση από τον Μπερλουσκόνι, σπρώχνοντας στην τέταρτη τον Μάριο Μόντι, τον άνθρωπο που αποκατέστησε την αξιοπιστία της Ιταλίας, στα μάτια του κόσμου.

Αν δεν μπορούμε να διακρίνουμε τους απροκάλυπτους εχθρούς της δημοκρατίας, ας μην ασχολούμαστε με αυτούς για τους οποίους έχουμε υποψίες οτι είναι υποκριτές ή ανεπαρκείς. Είναι σίγουρα μια άλλη κατηγορία, ότι κι αν έκαναν.

Γιατί αν από την ισοπέδωση δεν μπορούμε να διακρίνουμε, τότε καθιστούμε τους πάντες εχθρούς της δημοκρατίας. Και εμάς τους ίδιους, τελικά...













Οι φωτό είναι από τα www.dohafilminstitute.com, www.lamajabarata. blogspot.com, www.aworldtowin.net, www.blog. northjersey.com, www.bbc.co.uk

To post συνοδεύεται από δύο τραγούδια: To "They Dance Alone" του Βρετανού Sting, αφιερωμένο στους "desaparecidos" και το "'Round Midnight", στη διασκευή του Κουβανού Arturo Sandoval.

buzz it!

24.6.12

Δυο βιβλία και μια συζήτηση...

Μια συγγραφέας που δημοσιογραφεί (συχνά προκαλώντας θυελλώδεις αντιδράσεις στην ελληνική αριστερά), ενώ έχει σπουδάσει τα πιο ετερόκλητα και ενδιαφέροντα πράγματα. Ένας πολιτικός αναλυτής, η διαδρομή του οποίου συνοψίζει την πολιτική ιστορία της μεταπολίτευσης, που γράφει ποιήματα για τη “χαμένη αριστερά”. Μια συζήτηση, με αφορμή δύο βιβλία, που εκδίδει η Athens Voice. Τρεις πολιτικοί κι ένας αρθρογράφος με ιδιαίτερη παρέμβαση μιλούν για το σύγχρονο πολιτικό τοπίο και τον παραλογισμό του.


Μόνο και μόνο η σύνθεση του πάνελ αποτελεί πρόκληση. Τη Δευτέρα, στο κεντρικό κτήριο του Μουσείου Μπενάκη, στις 8μμ...










H πρόσκληση είναι από την Athens Voice και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "The Basis" των Βρετανών Lack of Afro

buzz it!

5.3.12

Το ημερολόγιο της κρίσης

Νομίζω οτι είναι σχεδόν αδύνατο να έχει κανείς μια πλήρη εικόνα της παγκόσμιας κρίσης, που άρχισε με την κατάρρευση της Lehman και συνεχίστηκε με την ευρωπαϊκή κρίση χρέους, με θρυαλλίδα την ελληνική χρεοκοπία - εκτός ίσως αν είναι ή αν έχει “ζήσει από μέσα” τους πρωταγωνιστές της παγκόσμιας πολιτικής και οικονομικής ζωής. Πόσο μάλλον, να περιλάβει όλες τις πτυχές μιας τριετούς καταστροφικής πορείας και ενός πολυπαραγοντικού προβλήματος, σε 300 σελίδες.

Ο Παύλος Τσίμας δεν επιχειρεί να το κάνει. Αρχίζοντας από μια τυχαία επίσκεψη του στη Νέα Υόρκη, το Σεπτέμβριο του 2008, όταν ξέσπαγε η καταιγίδα, καταγράφει στο “Ημερολόγιο της Κρίσης”, αυτά που έζησε, κάνοντας “Έρευνα”, για την τηλεοπτική του εκπομπή. Δεν επιχειρεί μια στεγνή οικονομική ανάλυση, πολλές φορές επαναλαμβάνεται (κάτι που βοηθάει την κατανόηση ενός δυσνόητου προβλήματος), αποπειράται να περιγράψει την ατμόσφαιρα - και ξεδιπλώνει το ταλέντο του στην έκφραση, χωρίς να προσπαθεί να “λογοτεχνίσει”.

Ακολουθώντας βήμα-βήμα την κρίση, επισκέπτεται την Ιρλανδία, την Ισλανδία, την Πορτογαλία. Καταγράφει τι έγινε στην Ουγγαρία, στην Ελλάδα - ακόμα και στην “εξωτική φούσκα” του Ντουμπάι. Και επιστρέφει πίσω στο χρόνο, για να μας θυμίσει τι έγινε στην Αργεντινή και στην Τουρκία του ΔΝΤ, στις αρχές της δεκαετίας. Μιλάει με κορυφαίους οικονομολόγους, όπως οι νομπελίστες Joseph Stiglitz και Paul Krugman, αλλά και με πρωταγωνιστές μιας άλλης εποχής, όπως ο πρώην πρωθυπουργός της Πορτογαλίας Mario Soares. Και συνοψίζει, ψάχνοντας τον κοινό τόπο αυτής της κρίσης, που έχει πολλά κοινά με την κρίση του μεσοπολέμου (αλλά ελπίζουμε και πολλές διαφορές, αν μιλάμε για τον κίνδυνο του φασισμού και του Ολοκαυτώματος).

Βρίσκοντας το κοινό νήμα, ο Τσίμας συμπεραίνει: Η κρίση είναι συστημική, οι ανισότητες βορρά-νότου μέσα στην ευρωζώνη δημιουργούν ή/και εντείνουν το πρόβλημα, ο φτηνός δανεισμός προκάλεσε παντού τις ίδιες στρεβλώσεις, από τις ΗΠΑ ως την Ισλανδία. Ειδικά στις μικρές, “ανυπεράσπιστες” χώρες, η ευμάρεια ήταν απότομη και πλαστή (με τραπεζικό “αέρα κοπανιστό”), ο νεοπλουτισμός εισέβαλε σαν σίφουνας και έκανε τους ανθρώπους να φτιάχνουν μια τεράστια φούσκα με πολυτελή σπίτια και SUV - μέχρι και ελικόπτερα και ιδιωτικά αεροσκάφη.

Και σα να μην έφτανε αυτό, το ίδιο το προβληματικό και ληστρικό παγκόσμιο οικονομικό σύστημα επέβαλε σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, πλην ίσως της Τουρκίας, μια λάθος συνταγή, ένα λάθος φάρμακο, που βύθισε τις χώρες ακόμα περισσότερο στην ύφεση.

Όχι, ο συγγραφέας δεν υιοθετεί τις απλουστευτικές και ακραίες φωνές οτι η Ελλάδα είναι ίδια περίπτωση με την Αργεντινή, ούτε επιχειρεί να αποκρύψει τις ιδιαίτερες συνθήκες και παθογένειες, που οδήγησαν την Ελλάδα στο "στόμα του λύκου". Αντιθέτως, τις καταγράφει - ίσως πολύ νωρίς στην εξέλιξη της αφήγησης του.

Συγκρατώ δύο, κατά τη γνώμη μου τις σημαντικότερες: Τον μακάριο “ύπνο” του πολιτικο-μιντιακού μας συστήματος, όταν τον Σεπτέμβριο του 2008 ξέσπαγε η παγκόσμια κρίση, με την κατάρρευση τραπεζών στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού - και λίγο αργότερα, μόλις 700 μίλια μακριά από την Αθήνα, η Βουδαπέστη έμπαινε στη δίνη της χρεοκοπίας. Ο Τσίμας δεν το γράφει, αλλά το πόσο “αμέριμνη” ήταν (και είναι) η χώρα μας, αντανακλάται ακόμα στα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων (στα οποία και οι δύο συμμετέχουμε, αλλά δυστυχώς δεν “ελέγχουμε”), που κινούνται (ακόμα και στις σοβαρότερες περιπτώσεις) στη λογική “80% εγχώριες και 20% διεθνείς ειδήσεις” - αντί να είναι ακριβώς το αντίστροφο. Αν θέλουμε να μιλάμε για ενημερωμένους πολίτες του κόσμου και όχι για παθητικούς καταναλωτές της εσωστρέφειας, όπως πολύ συχνά υποδεικνύουν και οι τηλεθεάσεις οτι προτιμούμε να είμαστε...

Η δεύτερη επισήμανση, για το πώς οδηγηθήκαμε στην άκρη του γκρεμού, με δεδομένη βεβαίως τη σαθρή μας λειτουργία ως οργανωμένη κοινωνία σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, είναι από τις πιο πυκνά καλογραμμένες του βιβλίου:

“Ήταν ο εύκολος δρόμος. Η ιδιωτική κατανάλωση στην Ελλάδα αντιπροσώπευε περίπου το 75% του ΑΕΠ. Η ελληνική οικονομία ήταν μια οικονομία εγχωρίου εμπορίου και υπηρεσιών. Πουλούσαμε ο ένας στον άλλον προϊόντα και υπηρεσίες που εισάγονταν με δανεικά. Η συντήρηση της καταναλωτικής δαπάνης ήταν, λοιπόν, ο πιο γρήγορος, άμεσης απόδοσης δρόμος για να διατηρηθούν οι θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης. Αλλά είχε ένα βαρύ, τριπλό τίμημα.

-- Την αύξηση του δανεισμού (60 δις προστέθηκαν στο χρεός τη διετία 2008-09, σχεδόν όσο ήταν ολόκληρο το χρέος από ιδρύσεως ελληνικού κράτους μέχρι το 1990).

-- Τη διεύρυνση του ελλείμματος (μέσα σε δύο χρόνια, το 2008 και το 2009, το ελληνικό κράτος ξόδεψε 35 δις ευρώ, περισσότερα χρήματα από όσο ήταν το σύνολο των εσόδων του. Και αυτό χωρίς να υπολογίζονται οι τόκοι των παλιών δανείων - μόνο οι πρωτογενείς δαπάνες!).

--Και φυσικά, την απότομη επιδείνωση του εξωτερικού ισοζυγίου. (Το 2008 το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών, η διαφορά δηλαδή εισαγωγών-εξαγωγών, έφθασε το μυθικό ποσό των 35 δις ευρώ, από 8 δις που ήταν το 2002!)

Αποτέλεσμα: Την ώρα που ο υπόλοιπος κόσμος πάσχιζε να αποφύγει την πτώση στην άβυσσο, η Ελλάδα έκανε τη θέση της όλο και πιο αδύναμη. Έγινε η χώρα με το μεγαλύτερο έλλειμμα και το δεύτερο μεγαλύτερο χρέος στην ευρωζώνη. Και ταυτόχρονα, η χώρα με το χειρότερο ισοζύγιο πληρωμών σε όλον τον κόσμο, μακράν της δεύτερης. Ο μεγάλος ασθενής της διεθνούς οικονομίας.”


Για να μην ξεχνάμε οτι το στοιχειώδες και πρωταρχικό λάθος - σε προσωπικό, επιχειρηματικό ή κρατικό επίπεδο - είναι ο αλόγιστος δανεισμός...



Θα έχουμε την ευκαιρία να συζητήσουμε για την κρίση και "Το Ημερολόγιο της Κρίσης", με τον Παύλο Τσίμα και τον Πρόεδρο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (και πρώην ευρωβουλευτή του ΠΑΣΟΚ) Κώστα Μποτόπουλο, την Πέμπτη 8/3/2012, στις 11 πμ (και σε επανάληψη στις 2πμ), στην εκπομπή "Η Άλλη Σελίδα", που μεταδίδεται από την ERT World, τη Nova και το web TV της ΕΡΤ.









To εξώφυλλο του βιβλίου είναι από το www.greekbooks.gr και του άλμπουμ από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Ο Engraxador" Της Πορτογαλίδας Luisa Sobral.

buzz it!

17.1.12

"Κάτω"

Με φόντο το δράμα της μετανάστευσης και την οικονομική κρίση, η Δώρα Κασκάλη ανατέμνει (είναι το μόνο ρήμα που σκέφτομαι, από τις πρώτες σελίδες, οτι μπορεί να περιγράψει τη συγγραφική της ματιά), όπως έκανε και στο πρώτο της βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων “Στο τρένο”, τη διαχρονική ελληνική πραγματικότητα και τα ήθη της.


Μια πραγματικότητα που περιλαμβάνει τα πιο σταθερά κλισέ της ανθρώπινης σκέψης, τις πιο μικροαστικές και συντηρητικές αντιλήψεις, τις πιο μίζερες και συμπλεγματικές συμπεριφορές. Κι ακόμα παραπέρα, τις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης φύσης - ακόμα και την αιμομιξία και την παιδεραστία. Ταυτόχρονα όμως, επειδή η συγγραφέας (είναι σαφές οτι) πιστεύει στη δύναμη της κάθαρσης και του καλού, οι μικρές τραγωδίες τελειώνουν πάντα στο φως, στην ελπίδα.

Η συγγραφέας προσεγγίζει την πλοκή του μυθιστορήματος της, σχεδόν αποκλειστικά από την πλευρά της γυναικείας ψυχής, δίνοντας σε κάθε κεφάλαιο το όνομα μιας γυναίκας. Κι αν αφηγείται ιστορίες περίπου δύο αιώνων, αυτό δεν ξενίζει τον αναγνώστη, καθώς η γλώσσα της (όπως και οι αναφορές της) κινούνται σε έναν χωροχρόνο απροσδιόριστης ηλικίας - από τις προλήψεις της ελληνικής επαρχίας του 19ου αιώνα, μέχρι τα social media. Παλιομοδίτικο, "καλωσυνάτο", αλλά και απρόσμενα σύγχρονο, κάποιες φορές.

Το τελευταίο κεφάλαιο σχεδόν εκτρέπεται σε μια αφήγηση πολιτικής φαντασίας - ο έλεγχος όμως δεν χάνεται. Ο πολιτικός σχολιασμός είναι διάχυτος σε όλο το έργο, δίνοντας την εντύπωση οτι ασφυκτιά να βρει μια διέξοδο, μια θέση στον ήλιο. Στην ουσία, το “Κάτω” είναι ένα παράπονο, αλλά και μια υπόδειξη για το πώς η αληθινή ζωή δεν πρέπει να χαθεί.



Τρίτη 17.01.12, στις 8:30 μμ, οι Εκδόσεις Γαβριηλίδης σας προσκαλούν στο art bar "Ποιήματα και Εγκλήματα", Αγίας Ειρήνης 17 (μεταξύ Αθηνάς και Αιόλου), Μοναστηράκι, στην παρουσίαση του μυθιστορήματος της Δώρας Κασκάλη "Κάτω" από τον δημοσιογράφο Προκόπη Δούκα και την φιλόλογο Έλενα Τσαγκαράκη. Αποσπάσματα θα διαβάσει η ηθοποιός Μαργαρίτα Βαρλάμου.









Τα εξώφυλλα είναι από τα www.logotexnika-epikaira.blogspot.com και www.amazon.com.

Το post συνοδεύεται από το "Videogames" της Αμερικανίδας Lana Del Ray.

buzz it!

11.12.11

Η διαρκής παρουσία του έρωτα

Στην παρουσίαση της “Απουσίας του Έρωτα”, τόλμησα να αναφερθώ στη συζήτηση με έναν υπεραντλατικό φίλο, που ασχολείται με τις ανατολικές φιλοσοφίες.


“΄Ενα από τα λάθη που κάνει ο πολιτισμός μας, ο δυτικός πολιτισμός, είναι οτι εξιδανικεύει και μυθοποιεί τον έρωτα, σε συνδυασμό με την ούτως ή άλλως έντονη τάση του ανθρώπινου είδους προς τη μυθοποίηση, το “αυτοπαραμύθιασμα”. Έτσι, δεν έχουμε μελετήσει επαρκώς και δεν κάνουμε διάκριση, όπως οι ανατολίτες, στους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους σχετιζόμαστε ερωτικά ή αλλιώς “ως ζευγάρια”.

Άλλο λοιπόν η συνεννόηση και η συντροφικότητα, η δυνατότητα δηλαδή του ζευγαριού να αλληλοκατανοείται, να συμπορεύεται και τελικά να είναι “συνέταιρος” και “φίλος”. Άλλο το “romance” και το φλερτ, το να είσαι δηλαδή ερωτευμένος και να χτυπάει η καρδιά σου μόλις βλέπεις τον άλλο να στρίβει από τη γωνία - “to be in love”, όπως λένε οι Αγγλοσάξωνες, κάτι που σπάνια κρατάει πολύ καιρό. Και άλλο (και τελείως διαφορετικό) το να έχεις καλή και βαθιά σεξουαλική επαφή, να μπορείς να κάνεις την υπέρβαση του “να γίνεσαι ένα με τον άλλον”, να βιώνεις την πιο μεταφυσική εκδήλωση που διαθέτει ο μέσος άνθρωπος, μαζί με την τέχνη βεβαίως. Άμα πετύχεις δύο στα τρία, είσαι πολύ τυχερός.”

Εδώ πολλές από τις παριστάμενες κυρίες είχαν αντιρρήσεις. Και αν και η γυναικεία ψυχολογία είναι για μένα γενικώς θαυμαστή, καθώς θεωρώ τη γυναίκα (στατιστικά και σχηματικά μιλώντας) πιο ανεπτυγμένη από πλευράς ψυχικής ολοκλήρωσης και συναισθηματικής νοημοσύνης, ομολογώ οτι πάντα δυσκολευόμουν να ταυτιστώ με αυτή τη συγκεκριμένη “ένσταση”: Πώς μπορούμε (ή τολμάμε) να διαχωρίζουμε το “ερωτευμένος” από την καλή σεξουαλική επαφή, είναι η μόνιμη απορία (κάτι που οι άντρες κάνουν με περισσότερη ευκολία). Και η απάντηση μάλλον έρχεται, αν σκεφτεί κανείς πόσες φορές στη ζωή του έκανε καλό σεξ χωρίς να είναι ερωτευμένος ή και πόσες - παρότι ερωτευμένος - δεν είχε και το καλύτερο σεξουαλικό ταίριασμα...

Η αλήθεια είναι η η σύγχρονη ζωή δεν είναι εύκολη στο ερωτικό πεδίο. Ένα ολόκληρο “μοντέλο σχετισμού”, που βασιζόταν πάνω στις συμβάσεις και τις παραδοχές της απροσχημάτιστα φαλοκρατικής κοινωνίας, έχει καταρρεύσει - καινούργιο ακόμα δεν έχουμε βρει, και θα το ψάχνουμε μάλλον για πολύ καιρό. Μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες (και στον μη αναπτυγμένο κόσμο ακόμα), ο γάμος υπαγορευόταν αποκλειστικά από κοινωνικές και οικονομικές επιθυμίες και επιταγές, η σεξουαλική ζωή πριν από αυτόν ήταν ανύπαρκτη για τους περισσότερους, η γυναίκα αντάλασσε την προστασία της με αιώνια πίστη και υποταγή.

Με τη σεξουαλική απελευθέρωση, από τη δεκαετία του ’60 και μετά, η γυναίκα χειραφετήθηκε, οι σεξουαλικές σχέσεις απενοχοποιήθηκαν - και τα πράγματα έγιναν (ραγδαία) πιο περίπλοκα, ειδικά για τη γυναίκα, που καλείται να υπηρετήσει πολλαπλούς ρόλους. Η κοινωνία παρέμεινε φαλλοκρατική, η γυναίκα καλείται να είναι αυτόνομη στη ζωή (όπως πρέπει), αλλά και να παραμένει αντικείμενο του πόθου - μόνο η διαφορά ανάμεσα στην κοκεταρία ενός άντρα και μιας γυναίκας στο σεξουαλικό παιχνίδι δείχνει πόσο ακόμα τα πράγματα είναι (και ίσως θα παραμείνουν) “άνισα”. Σήμερα πάντως, ολοένα και περισσότερο διαπιστώνουμε πόσο ταυτόχρονα η ανθρώπινη φύση έχει ανάγκη και από ελευθερία και από την ασφάλεια της δέσμευσης - και από την τόνωση του καινούργιου φλερτ και από την τρυφεράδα της “αγκαλίτσας”.

Αν λοιπόν το “παραμύθι με τον πρίγκηπα (ή την πριγκήπισσα)” είχε κάποτε ένα συγκεκριμένο σενάριο ζωής, σήμερα που οι σχέσεις είναι (ευτυχώς) πιο ελεύθερες, η αίσθηση του ανικανοποίητου μπορεί να διατρέχει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας. Κι όπως καταγράφει η “Απουσία του Έρωτα”, η μοναξιά, η αδυναμία επικοινωνίας, οι μεγάλες προσδοκίες, η εσαεί αναμονή του ιδανικού συντρόφου έρχονται να “τυραννήσουν” τους περισσότερους - ή τέλος πάντων αυτούς που δεν έχουν την τύχη να βρουν ένα ταίριασμα πολύ αρμονικό και να ευτηχήσουν μαζί του, στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους.

Πολλές φορές, ο σύγχρονος άνθρωπος (με μια τάση αυτό να είναι πιο συχνό στις γυναίκες), δεν μπορεί ακόμα να δει την ερωτική επαφή ως αυτοσκοπό, να την απολαύσει στο μέτρο του δυνατού (ταιριάσματος) κάθε σχέσης και να μην προσδοκά “τον καβαλάρη με το άσπρο άλογο”, ώστε να απολαύσει το ερωτικό πάθος (άλλωστε, να μην ξεχνάμε και την αρχική έννοια της λέξης, που σημαίνει “πάθημα”). Και κυρίως, είναι δύσκολο και απογοητευτικό, να φοράμε κάθε τόσο (λες και μπορούμε να ερωτευτούμε δεκάδες φορές στη ζωή μας), το “κοστουμάκι” των δικών μας προσδοκιών και προδιαγραφών στον άλλο, παραμυθιάζοντας στην ουσία τον εαυτό μας και απαιτώντας αυτό που εμείς “προδιαγράψαμε”, αντί να εκτιμάμε κάθε μοναδική σχέση ξεχωριστά.

Αν λοιπόν, με τη βοήθεια της λογοτεχνίας και της τέχνης γενικότερα, νοερά καταφεύγουμε μονίμως στο εξιδανικευμένο, η “απουσία του έρωτα” από τη σύγχρονη ζωή καλεί σε μια διαφορετική ίσως και πιο ισορροπημένη αντιμετώπιση - αυτή της αποστασιοποίησης (που ίσως δεν αρέσει σε πολλούς ως έννοια). Ή καλύτερα, αυτή της “διαρκούς παρουσίας του έρωτα” στη ζωή μας.

Γιατί ο έρωτας δεν είναι μόνο μια δυαδική υπόθεση, είναι υπό μια έννοια μια κατάσταση προσωπική, μια κατάσταση υψηλής ενέργειας και αγάπης για τη ζωή. Αν φυσικά έχει και “αντικείμενο του πόθου”, ακόμα καλύτερα. Ακόμα όμως και το πιο ανεπαίσθητο φλερτ ή το μικρότερο κοπλιμέντο, που δεν έχει σκοπό, παρά μόνο να τονώσει την αυτοπεποίθηση κάποιου που μας αρέσει ή να αποτελέσει μια προσφορά καλού συναισθήματος προς τον άλλον, είναι σημαντικό. Κι ακόμα πιο σημαντικό είναι να μπορούμε να εκτιμήσουμε και να προάγουμε τον ερωτισμό μας, να βιώσουμε κάθε προσφερόμενη σχέση ως αυτόνομη και ταυτόχρονα έντιμη πρόταση επιλογής πλευρών ταιριάσματος, χωρίς να ζούμε με τη μαξιμαλιστική προσδοκία ενός ρομαντικού και ισόβιου “coup de foudre” - που ίσως δεν έρθει ποτέ, ακόμα περισσότερο αν δεν είμαστε εμείς στην υψηλή ετοιμότητα να το βιώσουμε.

Κι αυτή η “υψηλή ετοιμότητα” υπάρχει μόνο αν είμαστε ερωτευμένοι με τη ζωή. Επιζητώντας πάντα την αυτοβελτίωση και αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους με τρυφερότητα και διάθεση προσφοράς, που άλλωστε είναι η λέξη-κλειδί για την ερωτική επαφή. Τότε η ζωή μπορεί να μας κάνει τη χάρη, να μας το ανταποδώσει...









Η φωτό είναι από το www.board. ogame.org και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

Το post συνοδεύεται από την εξαιρετική διασκευή ενός από τα πιο ερωτικά τραγούδια των Cure, του Lovesong, από τη Βρετανίδα Adele. Προσέξτε την παραγωγή, με τα keyoboards σε ήχο οργάνου, την unplugged κιθάρα, τα βιολιά και τα drums να παίζονται στο rim, που φτιάχνουν την "τέλεια" ακουστική ποπ...

buzz it!

23.11.11

H απουσία του έρωτα

Δώδεκα διηγήματα για τη σημερινή μορφή των σχέσεων. Δώδεκα αναγνωρισμένοι συγγραφείς, νεότεροι και παλαιότεροι, ακονίζουν τη γραφίδα τους για να περιγράψουν το τοπίο των σχέσεων στην εποχή μας. Συγκλίνουν μάλιστα σε μια ομόθυμη υπογράμμιση της ανάπαυλας, της προσωρινής ευχαρίστησης και όχι της διάρκειας του έρωτα.


Κοινός παρονομαστής είναι η μοναξιά, η διγλωσσία μερικές φορές, ο απομονωτισμός, το ανικανοποίητο, οι μεγάλες προσδοκίες, ο ναρκισσισμός, η υπολανθάνουσα οργή, η προδοσία, η απάτη, η ψευδαίσθηση του έρωτα, που πότε γίνεται ηλεκτρονικός και πότε παίρνει τη μορφή μπάλας, ο κατά φαντασίαν ερωτευμένος, η αδυναμία να επικοινωνήσει κάποιος με όρους καθημερινούς, γήινους, πραγματικούς, η εσαεί αναμονή του ιδανικού συντρόφου.

Οι συγγραφείς που συμμετέχουν στο βιβλίο είναι οι: Γιάννης Κακουλίδης, Μαρία Σούμπερτ, Γ. Νίκας, Δημήτρης Σωτάκης, Αργυρώ Μαντόγλου, Στρατής Χαβιαράς, Ελένη Γκίκα, Μανώλης Πιμπλής, Μαρία Μαρκούλη, Ηλίας Μαγκλίνης, Χρύσα Σπυροπούλου, Κώστας Θ. Καλφόπουλος.


Εφόσον δεν το "σαμποτάρουν" οι επαγγελματικές μου υποχρεώσεις, θα σας δω εκεί για την παρουσίαση του βιβλίου, που θα γίνει ούτως ή άλλως: Πέμπτη 24/11/11 στις 6μμ, στο βιβλιοπωλείο της Εστίας, Σόλωνος 60, Αθήνα.









To κείμενο είναι από το www.agelioforos.gr και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από τη live εκδοχή του "Sexual Healing" από τον Αμερικανό Ben Harper.

buzz it!

25.12.10

Το "δικό μου" Balthazar

Η σχέση μου με το Βalthazar ήταν πάντα μια σχέση "εκ των έσω". Φίλος και συμμαθητής της Λίλας από την 1η Δημοτικού, έχω την ανάμνηση αυτού του υπέροχου αρχοντικού χαμένη κάπου στις αρχές της εφηβείας μου - χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω πότε ακριβώς το πρωτοσυνάντησα. Για μένα ήταν πάντα εκεί, συνυφασμένο με το μεράκι και τα ιδιαίτερα ταλέντα των γονιών της Λίλας, της Καίης Τσιτσέλη και του Νίκου Παλαιολόγου.


Παραμένει πάντα εντυπωσιακό να σκέφτεται κανείς οτι αυτή η έπαυλη είχε - όταν οι Αμπελόκηποι, κάπου στα 1900, ήταν αυτό που λέει πραγματικά το όνομα τους - έναν κήπο που έφτανε μέχρι το σημερινό Πύργο των Αθηνών. Κατοικία ενός πλούσιου βιομηχάνου, που αργότερα ξέπεσε, το εντυπωσιακότερο στοιχείο του Balthazar ήταν για μένα πάντα οι δύο κυρτές σκάλες της εισόδου του. Το όλο σκηνικό με τους φοίνικες παραμένει εντελώς "αποικιοκρατικό", ακόμα και σήμερα - σαν κομμάτι μιας εποχής και μιας ρομαντικής, κοσμοπολίτικης ατμόσφαιρας, που μόνο σε όνειρα ή σε ταινίες συναντά κανείς.

Οι μετέπειτα περιπέτειες του κτηρίου - πέρασε στην ιδιοκτησία τράπεζας, ο πάνω όροφος κατατμήθηκε με χωρίσματα για να φιλοξενήσει πρόσφυγες, έγινε "κομμαντατούρ" - δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να προσθέσουν στη θλιμμένη αρχοντιά του, θυμίζοντας οτι η ιστορία του 20ού αιώνα ήταν πολύ σκληρή για την ανθρωπότητα...

Πάλι σε εποχές δύσκολες, στη διάρκεια της δικτατορίας, η Καίη και ο Νίκος - και οι δύο ιδιότυποι "έλληνες του εξωτερικού", που περιπλανήθηκαν από τη Ρουμανία, την Κεφαλοννιά, τη Μύκονο, τη Μασσαλία και τη Βρετανία ως την Ινδία και τη Νιγηρία - αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην Αθήνα και να κάνουν το κέφι τους (τη μαγειρική) επάγγελμα.

Κι έτσι, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του '70, έγινε το Balthazar... Ένα εστιατόριο κοσμοπολίτικο, φινετσάτο - αλλά και ταυτόχρονα "ερασιτεχνικό". Πολύ ακριβό, όχι για την ποιότητα του - αλλά για τα γούστα της νέας "πλουτοκρατίας", που γεννιόταν στη χουντική Ελλάδα και σαφώς προτιμούσε να πάει να ξοδέψει τα χιλιάρικα της στα μπουζούκια ή σε πιο συντηρητικά, "κατεστημένα" ρεστοράν. Παρά το υπέροχο εσωτερικό του, με τις συλλογές του Νίκου από πίνακες με καράβια, γυαλικά, πολυελαίους κι έργα του φίλου της οικογένεις Αλέξη Ακριθάκη, πολλές φορές, το χειμώνα το Balthazar ήταν στενάχωρα άδειο...

Το καλοκαίρι όμως, άνθιζε... Δικτυωμένο πολύ καλά στους ξένους οδηγούς, με εξαιρετικές κριτικές - και με επιπλέον "όπλο" έναν υπέροχο κήπο - γέμιζε από Αθηναίους και (κυρίως αμερικανούς) τουρίστες που μπορούσαν να εκτιμήσουν τα θέλγητρά του. Δε θα ξεχάσω ποτέ το λουκούλειο γεύμα που είχε παραγγείλει ένας Γερμανο -αμερικανο-εβραίος θείος μου, έχοντας "ανακρίνει" από πριν το Νίκο για το πόσο "καυτό" μπορεί να κάνει ένα κάρυ... Είχε "βρει τον άνθρωπό του" στην Ελλάδα.

Για πολλά χρόνια ζούσα το Balthazar στο υπόγειο... Εκεί όπου η Καίη, αλλά και η αδελφή του Νίκου, η εξαιρετική Ρούλα, έφτιαχναν τις νοστιμιές του "μπουφέ" - όπως λένε οι εστιάτορες οτιδήποτε δεν αφορά το κυρίως πιάτο. Είχα προνομιακή πρόσβαση σε όλες τις νοστιμιές - και κυρίως στη μοναδική "τάρτα τζαμάικα", το συγκλονιστικό αυτό γλυκό με ρούμι και τη μυστική συνταγή της επιτυχίας, που σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν σε ένα "ταπεινό" μπισκότο.

Πολλές φορές. μετά τη βραδινή μας έξοδο με τη Λίλα, μαθητές ακόμα, πηγαίναμε μια βόλτα από το Balthazar. Τους αγαπούσα και νομίζω με αγαπούσαν κι αυτοί - ήμουν ο φίλος της μονάκριβης κόρης τους.

Αυτό που άργησα να συνειδητοποιήσω ήταν οτι το Balthazar δεν ήταν μόνο μια δήλωση "ευζωίας", μια πρωτοποριακή άποψη γεύσης - αλλά οτι υπήρξε και το πεδίο συγκέντρωσης ανθρώπων της διανόησης και της τέχνης, έξω από κατεστημένα καλούπια. Η ιδιότυπη "διεθνής" κοσμικότητα του είχε να κάνει κυρίως με τη λογοτεχνική και "πολιτική" προσωπικότητα της Καίης - αλλά και τον μοναδικό "κοσμοπολιτισμό" του ζεύγους.

Κάποτε ήρθε η ώρα που η Καίη και ο Νίκος κουράστηκαν... Οι εποχές άλλαζαν, η δεκαετία του '80 είχε φέρει στο προσκήνιο τα music-bars. Οι Παλαιολόγοι "ενέδωσαν", είχαν μεγαλώσει πιά - και το Balthazar γνώρισε, γι' αρκετά χρόνια ακόμα, μια άλλη αίγλη. Η πρώτη μεταμόρφωση ήταν εντυπωσιακή και το πρώτο team εργαζομένων δυναμικό και λαμπερό.

Το μαγαζί άνοιξε τις πόρτες του σ' έναν καινούργιο κόσμο...
Η συνέχεια είναι γνωστή. Ακόμα λέγεται "Balthazar” - κι ό,τι κι αν γίνει στο μέλλον, αυτή η στριμωγμένη από πολυκατοικίες και δημόσια κτήρια έπαυλη, θα είναι για πολλά χρόνια ακόμη, το γνωστό μας "Balthazar”. Κι η αύρα της Καίης και του Νίκου θα είναι πάντα εκεί, μεσα στο χώρο αυτό - που ακόμα θυμίζει τη γεύση της "τάρτας Τζαμάικα"...






Η κουζίνα του Balthazar (1973-1983)

Συνταγές και ιστορίες από ένα εστιατόριο της Αθήνας
Κείμενα και Επιμέλεια: Λίλα Παλαιολόγου - Βαγγέλης Πελέκης
Εκδόσεις: Ιστός Διαστάσεις: 21,5 Χ 26,5 εκ., σκληρό εξώφυλλο Σελίδες: 326
Τιμή: 40 ευρώ

Κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 2010 το βιβλίο “Η κουζίνα του Balthazar 1973-1983” από τις εκδόσεις Ιστός. Στις 325 σελίδες του βιβλίου παρουσιάζονται με καλαίσθητο τρόπο 277 δοκιμασμένες συνταγές από όλη την Ελλάδα και τον κόσμο, με ειδικό κεφάλαιο για την ινδική κουζίνα. Οι πρωτότυπες αυτές συνταγές έκαναν το εστιατόριο Balthazar διάσημο όταν πρωτοάνοιξε τις πόρτες του τον Σεπτέμβριο του 1973. Οι Αθηναίοι ακόμα μιλούν για τις γευστικές αλλά και κοινωνικές εμπειρίες που έζησαν εκεί.

Στο χώρο κυριαρχούσαν οι προσωπικότητες των ιδιοκτητών: της Καίη Τσιτσέλη και του Νίκου Παλαιολόγου. Συγγραφέας η πρώτη, με διεθνή ακτινοβολία (κρατικό βραβείο διηγήματος 1999), κοσμοπολίτης, Μυκονιάτης στην καταγωγή ο δεύτερος, έκαναν μαζί ένα εκρηκτικό συνδυασμό. Το εγχείρημά τους να στήσουν το Balthazar, ένα εστιατόριο υψηλών προδιαγραφών και πρωτότυπων γεύσεων, βρήκε ανταπόκριση στην αστική τάξη της Αθήνα ενώ ταυτόχρονα έδωσε στέγη σε καλλιτέχνες και διανοούμενους της μεταπολίτευσης. Το πνεύμα αυτό μεταφέρεται και στο βιβλίο που εκτός από τις ενδιαφέρουσες συνταγές διανθίζεται και με φωτογραφίες από δεκάδες μοναδικά έργα τέχνης καλλιτεχνών-θαμώνων του εστιατορίου αλλά και με ιδιαίτερα αντικείμενα από τις συλλογές του συλλέκτη Νίκου Παλαιολόγου. Έργα του Αλέξη Ακριθάκη, του Μίνου Αργυράκη, του Περικλή Βυζάντιου, του Γιάννη Γαΐτη, του Τάκη, του Paolo Colombo, του Γιάννη Τσαρούχη, του Κοσμά Ξενάκη, του Θέμου Μάιπα και πολλών άλλων καλλιτεχνών κοσμούν τις σελίδες του βιβλίου.

Η κόρη τους Λίλα Παλαιολόγου και ο σύζυγός της Βαγγέλης Πελέκης ξεκίνησαν την προσπάθεια αυτής της έκδοσης ήδη από το 2003 όταν ακόμα ο Νίκος Παλαιολόγος ζούσε, μιας και βρέθηκε στα χέρια τους ένας ολόκληρος κόσμος από φωτογραφίες, κείμενα, άρθρα, επιστολές, συνταγές, όλα γύρω από το Balthazar. Μαγείρεψαν μαζί με το Νίκο, δοκίμασαν, διόρθωσαν και... ιδού το αποτέλεσμα, δέκα χρόνια μετά: “Η κουζίνα του Balthazar 1973-1983”.

Ο σχεδιασμός έγινε από την ίδια την Λίλα Παλαιολόγου ενώ τα κείμενα τα έγραψαν μαζί με το Βαγγέλη Πελέκη. Στην εισαγωγή παρατίθενται κείμενα των Καίη Τσιτσέλη, Λίλας Παλαιολόγου, Edmund Keeley, Παναγιώτη Παπαϊωάννου, Προκόπη Δούκα, Francoise Arvanitis, Κerin Hope, Μαρίνας Ηλιάδη και Jean Bernier, Νίκης Καναγκίνη, Έρσης Σωτηροπούλου, Βαγγέλη Πελέκη, Νίκου Παλαιολόγου και ένα ποίημα της Αγγλίδας ποιήτριας Ruth Padel, όλοι μάρτυρες αυτού του μύθου!

Ένα βιβλίο φαγητού και τέχνης ή της τέχνης του φαγητού!











Το κείμενο αυτό γράφτηκε για το παραπάνω βιβλίο.

Η φωτό του Balthazar, τo εξώφυλλο του βιβλίου είναι της Λίλας Παλαιολόγου και το εξώφυλλο του δίσκου από το http://bittalk.org.

Το post συνοδεύεται από το "As Time Goes By", στην εκτέλεση των Κουβανών Ibrahim Ferrer και Omara Portuondo
.

buzz it!

12.12.10

Ένα πεινασμένο στόμα

O Γιάννης Γεωργιάδης είναι ένας φιλόδοξος φοιτητής της Νομικής. Έχει τα νιάτα του, την ομορφιά του, μια επικίνδυνη εξυπνάδα, αλλά και τίποτ’ άλλο. Ορφανός από μικρός, σπούδασε δουλεύοντας ως εκπαιδευτής σκύλων.

Ο Χρίστος Κρεμόπουλος, αντίθετα, ένας από τους γνωστότερους καθηγητές του, έχει κύρος, τραπεζικούς λογαριασμούς και βέβαια υψηλές διασυνδέσεις. Συναντιούνται ένα βράδυ τυχαία στον Λυκαβηττό, βγάζοντας βόλτα τα σκυλιά τους, και η... μάχη αρχίζει. Τι θέλει το πεινασμένο στόμα του νεαρού φοιτητή με τόσο πάθος από τον καθηγητή του; Τα λεφτά του; Τη γυναίκα του; Το γιο του; Τη δουλειά του; Τη ζωή του; Ό,τι κι αν θέλει, το σίγουρο είναι πως έχει αποφασίσει να το πάρει. Θα εισβάλει σαν άγγελος εξολοθρευτής στον κόσμο του ανυποψίαστου καθηγητή και θα τον αλώσει ως γητευτής με τη μέθοδο που εκπαίδευε τα σκυλιά. Το όπλο του, άλλωστε, είναι μια κυνική γνώση γραμμένη στο πετσί του: Δημοκρατία δεν υπάρχει, ούτε στην κοινωνία των σκύλων ούτε στην κοινωνία των ανθρώπων. Μόνο αφεντικά και δούλοι.

Μια ιστορία ζήλιας, πόθου και πάθους, για έναν άνθρωπο που έφτασε μέχρι τα άκρα – και τα ξεπέρασε.





Αν δεν έχεις επαφή με τον κόσμο των σκύλων, οι τίτλοι των κεφαλαίων μπορεί και να σε απωθήσουν. Το μυθιστόρημα όμως της Λένας Διβάνη δεν εξαντλείται επ’ ουδενί στη μελέτη των σχέσεων και των μεθόδων επικυριαρχίας, που αφορούν στην εκπαίδευση των κατοικίδιων. Παίρνει αφορμή από αυτές - και χτίζει ένα εντελώς καθημερινό πλέγμα ψυχολογικών παρατηρήσεων πάνω στη σύγχρονη νεοελληνική κοινωνία.

Με σπαρταριστές περιγραφές και κυρίως απαστράπτουσες ατάκες, η Διβάνη προκαλεί από την πρώτη σελίδα, αυτό που επιθυμούν (ίσως) όλοι οι συγγραφείς: Να σε κάνει να ρουφάς με βουλιμία (και πολλές φορές γέλιο) την πλοκή, αυξάνοντας την αγωνία και την περιέργεια για το “πού πάει” αυτό το οικείο δράμα της διπλανής πόρτας. Το ψυχογράφημα των χαρακτήρων, οι παρατηρήσεις για τη γλώσσα του σώματος, τα κοινωνιολογικά σχόλια, οι φαρμακερές “μπηχτές” (που άλλες φορές εκφωνούνται και άλλες όχι) είναι όλα στοιχεία ενός μεταμοντέρνου “ταχτσικού” τοπίου. Το Κολωνάκι και ο τρόπος ζωής στην Ελλάδα της ευμάρειας, οι παθογένειες και η διαπλοκή στα πανεπιστήμια, η δίψα για κοινωνική ανέλιξη και οι ανυπόφοροι εγωισμοί των ηρώων συνθέτουν ένα τοπίο δυσοίωνο, αλλά και τόσο κοντινό και γνώριμο, που εξηγεί πάρα πολλά για την πορεία της μεταπολιτευτικής μας κοινωνίας, αλλά και για την ανθρώπινη φύση. Με τη διαφορά οτι, όπως κάθε τραγωδία που σέβεται τον εαυτό της, υπεισέρχεται και στον κόσμο των άκρων - αντιμετωπίζοντας όμως τη μετανάστευση, τα ναρκωτικά και το έγκλημα, χωρίς ίχνος ρατσισμού.

Με το εύρημα της ταυτόχρονης αφήγησης σε πρώτο πρόσωπο, από τους δύο ήρωες, το μυθιστόρημα οδηγεί στην κάθαρση, αφήνοντας τα σχόλια - και την έκπληξη, παρά τους σαφείς υπαινιγμούς - στον αναγνώστη. Το θράσος, η απάτη, η βουλιμία δεν μπορούν ποτέ να επιβραβευτούν, όσο κι αν πατάνε στις αδυναμίες και τα λάθη των άλλων. Η Διβάνη όμως δεν προσεγγίζει το ζήτημα από ηθικολογικής πλευράς, ούτε εξαντλείται στις κοινοτοπίες της ψυχολογικής μας εμπειρίας, περί συμπλεγμάτων. Όσο κι αν “προπαγανδίζει” την αυτοπεποίθηση και τη δύναμη, στη ουσία πραγματεύεται ένα από τα δυσκολότερα κεφάλαια του πολιτισμού μας: Ούτε η ευφυία, ούτε τα πρωτόγονα ένστικτα αρκούν, όταν το IQ δεν καλλιεργείται αρμονικά με το ΕQ. Αν ο καθηγητής Κρεμόπουλος είναι ασπόνδυλος (“δεν έχει σώμα”), ο πεινασμένος φοιτητής του δεν έχει έρμα, ούτε στο σώμα, ούτε στο μυαλό. Και υπαινικτικά, αλλά καθαρά “γιαλομικά”, η συγγραφέας θυμίζει οτι μόνο η ισορροπία και οι σχέσεις, οι πραγματικές σχέσεις, μπορούν να αντιμετωπίσουν “το κρύο εκεί έξω”...


Μπορείτε να διαβάσετε τις πρώτες σελίδες του βιβλίου εδώ.










Η φωτό είναι από το www.kastaniotis.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

Το post συνοδεύεται από το "Baby It' s Cold Outside" με τη φωνή της Norah Jones και του Willie Nelson, από το τελευταίο της άλμπουμ, με ντουέτα μιας δεκαετίας.

buzz it!

19.10.10

Athens Prize for Literature (2009)

Στο πλαίσιο της διεθνοποίησης της ελληνικής λογοτεχνίας, το περιοδικό (δε)κατα έχει θεσπίσει ένα νέο λογοτεχνικό βραβείο, το "The Athens Prize for Literature", που ετησίως θα προορίζεται για δύο μυθιστορήματα, το ένα έλληνα συγγραφέα και το άλλο ξένου, μεταφρασμένο στα ελληνικά.

Το βραβείο των εκδοτών και των συγγραφέων έχει στόχο να διεθνοποιήσει τον βραβευμένο έλληνα συγγραφέα, ο οποίος πάνω σε πιο γερά θεμέλια θα μπορέσει να παράγει έργο με μεγαλύτερες αξιώσεις. Τα λογοτεχνικά βραβεία συμβάλλουν στην αύξηση της εμβέλειας της λογοτεχνικής ποιότητας και το συγκεκριμένο βραβείο έχει ως στόχο την αύξηση της «ορατότητας» της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, σε πλαίσιο όχι μόνο εθνικό, αλλά και διεθνές.

Όλα τα μέλη των δύο επιτροπών είναι συγγραφείς (μερικοί εκ των οποίων είναι και κριτικοί), πρόσωπα ευρείας αποδοχής και εγνωσμένου λογοτεχνικού κύρους, που εκπροσωπούν τέσσερις διαφορετικές γενιές. Για τον έλληνα συγγραφέα: Κατερίνα Ζαρόκωστα, Αχιλλέας Κυριακίδης, Ντίνος Σιώτης, Χρύσα Σπυροπούλου και Πέτρος Τατσόπουλος.
Για τον ξένο συγγραφέα: Κώστας Ακρίβος, Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Λίλυ Εξαρχοπούλου, Σοφία Νικολαΐδου, Κοσμάς Χαρπαντίδης.

Η ανακοίνωση των δύο νικητών θα γίνει ταυτόχρονα με την τελετή βράβευσης, την Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010, στις 7:30 το βράδυ, στο Citylink στη Στοά Σπυρομήλιου, στο ανακαινισμένο μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, στο κέντρο της Αθήνας. Θα παρουσιάσει ο Προκόπης Δούκας.




Update: Το βραβείο ξένου μυθιστορήματος (2009) απονεμήθηκε στον Κινέζο αντικαθεστωτικό συγγραφέα Μα Γιαν, για το "Πεκίνο σε κώμα", μτφρ. Μαριάννα Μπεμπετίδη, εκδόσεις Πάπυρος.

Το βραβείο ελληνικού μυθιστορήματος (2009) απονεμήθηκε στον Δημήτρη Σωτάκη, για "Το θαύμα της αναπνοής", εκδόσεις Κέδρος.

Λεπτομέρειες και short list, εδώ.









Η φωτό και το λογότυπο είναι από το www.helleniccomserve.com και το εξώφυλλο του δίσκου από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το ανεπανάληπτο "Children' s World", σε live εκτέλεση, από τον Αμερικανό Maceo Parker, που εμφανίζεται απόψε στο λίγα βήματα πιο δίπλα, στο Παλλάς, μετά από 14 χρόνια! Για πλούσιο (φωτο)ρεπορτάζ, δείτε τον Τσαλαπετεινό, εδώ.

buzz it!

1.10.10

Η Κοσμοχαλασιά

Αν η ιστορία μιας χώρας γυρνούσε πίσω στην εποχή της γέννησής της, αν μια πόλη ολοένα μίκραινε και γινόταν ένα μικροσκοπικό χωριό και μετά ένα βοσκοτόπι, πώς θα μπορούσε κανείς να επιβιώσει;
Η Μαρία Βαλντές Νέιλαν, η ηρωίδα αυτού του βιβλίου, γυρεύει το δρόμο της μέσα στο χάος μιας βιβλικής καταστροφής. Από τη μια μέρα στην άλλη, το ηλεκτρικό κόβεται, οι υπολογιστές αντικαθιστώνται από γραφομηχανές, οι εκπομπές στην τηλεόραση προβάλλονται με διακοπές. Η Κοσμοχαλασιά ερημώνει όλες τις πόλεις, διαλύει κάθε ίχνος πολιτισμού. Οι άνθρωποι κλείνονται στο σπίτι τους κι όσα κτίρια έχουν μείνει ακόμα όρθια γίνονται φρούρια, ενώ η τροφή διανέμεται σαν το συσσίτιο. Έξω οι διαδηλωτές κολλάνε προκηρύξεις κατά της Κοσμοχαλασιάς. Βιτρίνες σπάνε, οι δρόμοι γεμίζουν θύματα. Και η Μαρία εισέρχεται σταδιακά στη βαρβαρότητα: χάνει τη δουλειά της ως γραμματέας, περιπλανιέται αβοήθητη στους δρόμους, γίνεται νοσοκόμα μα και πόρνη, διαπράττει ένα φόνο, τρέπεται σε φυγή και καταλήγει στις φυλές της προκολομβιανής περιόδου. Αναζητεί τον Αλεχάντρο και νοσταλγεί τις βόλτες τους με τη μηχανή σε όλο το Μπουένος Άιρες. Ο ωραίος Αλεχάντρο όμως παραμένει άφαντος, ο παράδεισος του Μπουένος Άιρες μοιάζει να 'χει οριστικά χαθεί. Το μυθιστόρημα αυτό είναι μια πολιτική αλληγορία για την τρομακτική κρίση της Αργεντινής, που τελικά ξεσπά και σαρώνει στο διάβα της τα πάντα. Μια ιστορία για την έρημο, αλλά και για τη φωνή της ερήμου, που αφηγείται με παράδοξο χιούμορ και πηγαία ανθρωπιά την κατάντια της ίδιας της ανθρωπότητας.



Με αυτό το δυσοίωνο μυθιστόρημα, ο Pedro Mairal γίνεται ο μεγαλύτερος υπερασπιστής της σύγχρονης δημοκρατίας. Περιγράφει τις ανυπολόγιστες συνέπειες της κατάρρευσης του πολιτεύματος και του δυτικού τρόπου ζωής, καταρρίπτοντας κάθε "αναρχική" ονείρωξη για καλύτερη ζωή "άμα καταργήσουμε το κράτος, τα κινητά και την τηλεόραση". Βεβαίως, ο Mairal σαρκάζει με περισσή μαεστρία την εξάρτηση μας από τα υλικά (ή και αποβλακωτικά) αγαθά, αλλά ταυτόχρονα περιγράφει με τα πιο μελανά χρώματα την οπισθοχώρηση της ζωής σε μια "λίθινη εποχή" (και όχι φυσικά σε κάποια "παραδεισένια επιστροφή στη φύση"), αν αφήσουμε να χαθεί η έννοια της οργανωμένης κοινωνίας.

Η Κοσμοχαλασιά είναι μια απροσδιόριστη απειλή, αλλά τελικά δεν έχει και τόσο σημασία, αν δεν μορφοποιείται ακριβώς. Ορμώμενος προφανώς από τις πραγματικές εικόνες της κρίσης της Αργεντινής και προεκτείνοντας τις με οργιώδη φαντασία, ο συγγραφέας περιγράφει εφιαλτικές σκηνές "περιχαράκωσης" των κατοίκων στα κτήρια-τετράγωνα (ακόμα κι όταν δεν υπάρχει κίνδυνος), εμφύλιες διαμάχες των νέων "συντεχνιών", αλλά και επεισόδια πρωτόγονης βίας στην άγρια φύση της ενδοχώρας.

Αφιερωμένο σε όσους ονειρεύονται την "εξέγερση" και την "επανάσταση"...









To εξώφυλλο του βιβλίου είναι από το www.books.gr και του cd από το http://pivotaltango.com

Το post συνοδεύεται από το "Postales", από το πρώτο άλμπουμ του Αργεντινού Federico Aubele.

buzz it!

15.9.10

Για ποιό μνημόνιο μιλάμε...

"Ξέρουμε ότι όπου έχει περάσει το ΔΝΤ έχει αφήσει πίσω του στάχτη, έχει αφήσει πίσω του αποκαΐδια" - μόνο που στην Ελλάδα δεν ήρθε το ΔΝΤ, αλλά μια τρόικα, σκληρότερα μέλη της οποίας είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Κεντρική της Τράπεζα.
Επειδή λοιπόν ακόμα και πολιτικοί αρχηγοί μιλούν παραπλανητικά, καλό είναι να ξέρουμε πρώτα απ' όλα "για ποιό μνημόνιο μιλάμε". Και για να ξέρουμε για τι μιλάμε, χρήσιμο εργαλείο είναι το βιβλίο "Τα θεσμικά της κρίσης", του συνταγματολόγου Κώστα Μποτόπουλου (που υποστηρίζει οτι το μνημόνιο δεν είναι επ' ουδενί ένα "θέσφατο", ούτε βεβαίως υπεράνω του συντάγματος). Περιέχει σειρά άρθρων του συγγραφέα, αλλά και παράρτημα με το ίδιο το μνημόνιο, καθώς και άλλα χρήσιμα επίσημα κείμενα, για την πλήρη κατανόηση του πλαισίου, μέσα στο οποίο κινείται η λεγόμενη "ελληνική κρίση". Και για το πολιτικό στίγμα του συγγραφέα, αναδημοσιεύω και το χθεσινό του άρθρο στην εφημερίδα "Τα Νέα".






Αµνήµων «Καλλικράτης»

Στις εκλογές δεν χρειάζεται να του φορτώσουµε τα βάρη του Μνηµονίου



του Κώστα Μποτόπουλου, συνταγματολόγου και πρώην ευρωβουλευτή του ΠΑΣΟΚ


Κάθε εκλογική αναµέτρηση δίνει αφορµή για µια αντίδραση στη συγκυρία – στη γενική συγκυρία, ακόµα και αν είναι τοπικό ή ειδικό το αντικείµενο. Υπ’ αυτήν την έννοια, στις επερχόµενες εκλογές της αυτοδιοίκησης θα κριθεί ασφαλώς και η κυβερνητική πολιτική, δηλαδή το Μνηµόνιο. Θα κριθούν όµως και όσοι επέλεξαν να µετατρέψουν τις εκλογές του Νοεµβρίου σε «ψήφο κατά του Μνηµονίου», καθώς και τα αντανακλαστικά ωριµότητας των πολιτών. Με κίνδυνο να χαρακτηριστώ µονότονος (αλλά µήπως δεν κατέστη εκ των πραγµάτων µονοθεµατική η δηµόσια ζωή;) θα ήθελα να συνοψίσω τα διάφορα «όχι» κατά του Μνηµονίου. Υπάρχει πρώτα το «όχι σε όλα» – ό,τι εκπορεύεται από την κυβέρνηση, αλλά και από την Ευρώπη, τον καπιταλισµό, την ίδια τη ζωή – που εκπροσωπείται από το ΚΚΕ και τον ΣΥΝ και του οποίου τις τάξεις φουσκώνουν κατηγορίες µονίµως δυσαρεστηµένων ή σπρωγµένων στην ανέχεια πολιτών. Είναι ένα «όχι» οργής – και η οργή, ιδίως όταν είναι δικαιολογηµένη, µπορεί να συσπειρώσει αλλά δεν µπορεί να δηµιουργήσει.

Υπάρχει µετά ένα «όχι» υποκριτικό και καιροσκοπικό, αφού στην πραγµατικότητα πρόκειται για ένα «ναι» που δεν θέλει να πει το όνοµά του: είναι η στάση της Νέας Δηµοκρατίας και, όσο µπορεί κανείς να καταλάβει, του ΛΑΟΣ και την ενστερνίζονται κυρίως όσοι θα ήθελαν να «δώσουν ένα µάθηµα στην κυβέρνηση». Σχεδόν περιττεύει να θυµίσει κανείς ότι η Νέα Δηµοκρατία όχι µόνο µας οδήγησε στο Μνηµόνιο και είχε «υποσχεθεί» προεκλογικά µέτρα ακριβώς τύπου Μνηµονίου αλλά και έχει ουσιαστικά παραδεχτεί, δυο µάλιστα φορές και σε δυο διαφορετικά πολιτικά βήµατα, ότι η εκ µέρους της καταψήφιση του Μνηµονίου ήταν στην πραγµατικότητα υπερψήφιση: σύµβουλος του αρχηγού της αξιωµατικής αντιπολίτευσης (άρα αυθεντικός εκφραστής της σκέψης του και µάλιστα απαλλαγµένος από το βάρος του «πολιτικού κόστους») δήλωσε ρητά ότι εάν ετίθετο ζήτηµα µη υπερψήφισης του Μνηµονίου στη Βουλή, το κόµµα του θα έδινε τη συναίνεσή του, ενώ η – κατά άλλα σοβαρή – επικεφαλής των ευρωβουλευτών της Νέας Δηµοκρατίας προσπάθησε απλώς να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα λέγοντας ότι το κόµµα της «δεν αρνήθηκε ποτέ τον µηχανισµό στήριξης» (παρότι τον καταψήφισε...) αλλά διαφώνησε απλώς στο «µείγµα των οικονοµικών µέτρων» και στην έλλειψη «πρόβλεψης για αναπτυξιακές διαδικασίες». Το «µείγµα» δεν λέει τίποτα αν είναι ασαφές και ανέφικτο. Η δε «αναπτυξιακή διαδικασία» όχι µόνο δεν αντιστρατεύεται το Μνηµόνιο αλλά αποτελεί επίσηµο στόχο της κυβέρνησης και µόνιµο αίτηµα όσων ζητάµε τη δηµιουργική υπέρβαση της σηµερινής κατάστασης.

Υπάρχει, τέλος, ένα «όχι» που συνιστά άρνηση της όποιας προσπάθειας και τελικά άρνηση της ίδιας της πολιτικής. Είναι το «όχι» όσων µιλούν για το Μνηµόνιο χωρίς να γνωρίζουν πώς προήλθε, τι λέει και τι σηµαίνει, όσων τάζουν ένα καλύτερο αύριο µε συνταγή καταστροφής του σήµερα (τι είδους «ανάπτυξη», «αναδιανοµή» και «κοινωνική δικαιοσύνη» θα µπορούσε να υπάρξει υπό καθεστώς πτώχευσης ή γενικευµένης ανέχειας;), όσων «ξεχνούν» ότι ο «Καλλικράτης» – και οι εκλογές γι’ αυτούς που θα κληθούν να τον εφαρµόσουν – θα µπορούσε να είναι, υπό προϋποθέσεις (αντικειµενικές, δηλαδή βούλησης της εξουσίας, και υποκειµενικές, δηλαδή ικανότητας προσώπων), µια πραγµατική ευκαιρία.

Ο «Καλλικράτης» έχει τα δικά του διόλου κερδισµένα εκ των προτέρων στοιχήµατα – την αποτελεσµατικότερη λειτουργία υπέρ του πολίτη, την απόδοση και αξιοποίηση πόρων, την εκρίζωση της διαφθοράς, την αναπτυξιακή ώθηση – και δεν χρειάζεται να του φορτώνουµε και τα βάρη του Μνηµονίου. Πεποίθησή µου είναι ότι στις εκλογές της αυτοδιοίκησης κερδισµένος θα βγει εκείνος – κόµµα και πρόσωπο – που δεν θα εναντιωθεί τυφλά σε αντικειµενικά γεγονότα, όσο δυσάρεστα και αν είναι, αλλά θα δώσει πρακτικές διεξόδους σε δηµιουργικές δυνάµεις, όσο κουρασµένες και να είναι. Ο Νοέµβριος θα αποτελέσει ούτως ή άλλως καµπή: θα φανεί αν στο αµέσως επόµενο διάστηµα θα υπερισχύσει η άρνηση ή θα µείνει χώρος για τη συλλογική προσπάθεια που διαρκώς αναβάλλεται.









Το εξώφυλλο του βιβλίου είναι από το www.botopoulos.gr και το εξώφυλλο του δίσκου από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "If You Can't Say No" του Αμερικανού Lenny Kravitz

buzz it!

5.4.10

Ο "άγιος" αναπτήρας...

H πόλη μου φαίνεται βαριά, όταν είναι άδεια. Ίσως γιατί πάνε πολλά καλοκαίρια από τότε που δούλευα Αύγουστο, ίσως γιατί έχω χρόνια να κάτσω στην κοίτη της το Πάσχα - ίσως γιατί τη χαίρομαι πιο πολύ από άλλους, που τους παιδεύει;

Ίσως γιατί επιβάλλεται ο λόγος για τον οποίο είναι άδεια. Η άνοιξη είναι πολύ πιο ωραία εκεί που η φύση είναι πιο ισχυρή, το παπαδαριό είναι πολύ πιο καταθλιπτικό εκεί που αφήνεται ελεύθερο να καταλάβει όλο το χώρο. Είτε πρόκειται για μια ισλαμική χώρα, είτε πρόκειται για τον "μουτζαχεντίν" παπά της πλατείας Κουμουνδούρου, που ενισχύει με μεγάφωνα την τόσο κακόφωνα εκτελεσμένη ψαλμωδία (επιμένω οτι η άσκηση εξουσίας θα ήταν πολύ πιο ανθρώπινη, αν άκουγε καλύτερες μουσικές), για να προσελκύσει, λέει, κανένα μετανάστη (!)...


Δεν με πειράζει το πένθος. Όταν δούλευα στο ραδιόφωνο, με ενοχλούσε, τώρα πια όχι, το αγνοώ παντελώς. Ίσα-ισα, που ο επιτάφιος (και η μουσική του επένδυση) είναι ότι πιο αισθητικό έχει να επιδείξει, νομίζω, η κατά τα άλλα αφόρητα κιτς ορθοδοξία μας. Πρόσφατα ήμουν σε μια κηδεία και ακριβώς αυτή τη κουβέντα είχα. Σε ένα, από φυσικής πλευρά, πολύ ωραίο τοπίο, στη Καισαριανή, το θέαμα των ορθόδοξων τάφων, με τις καθόλου απέριττες μορφές και σχήματα, τα καντηλάκια, τα πλαστικά λουλουδάκια, και όλη την Άρτα και τα Γιάννενα, ήταν ανυπέρβλητα προσβλητικό στο μάτι. Οποιουδήποτε άλλου (γνωστού) δόγματος τα νεκροταφεία έχω δει, είτε είναι ιουδαϊκά, είτε είναι μουσουλμανικά, είτε είναι δυτικών χριστιανικών δογμάτων, είναι πιο αισθητικά. Κάπως αισθάνεσαι οτι σέβονται περισσότερο το νεκρό - εδώ από το εμπόριο του άθλιου καφενείου με τον μαζικό καφέ και το δήθεν κονιάκ που δεν πίνονται, μέχρι τις παραστάσεις που δίνονται από τους αλαλάζοντες συγγενείς (πού να δεις τι έγινε στον Κουν, μου είπε ένας φίλος ηθοποιός, μέσα στο τάφο μπήκαν, σκίζοντας τα ρούχα τους) και τον δημοσιουπαλληλικό κυνισμό των παπάδων, ο σεβασμός και το μέτρο απουσιάζουν. Δεν ξέρω, ίσως σε άλλες χώρες, του τρίτου κόσμου, τα πράγματα είναι χειρότερα...

Θέλω να ξεκαθαρίσω εξ αρχής οτι σέβομαι απολύτως την διάθεση του καθενός να λατρέψει το Θεό της αρεσκείας του - φτάνει να μη μου το πουλάει ως υποχρεωτικό, καταναγκαστικό έργο. Μάλιστα, σε θεολογικό επίπεδο, κάποιος που θα συζητούσε μαζί μου, θα διαπίστωνε ίσως οτι δεν είμαι καθόλου όσο άθεος θα νόμιζε - στέκομαι με δέος απέναντι στον άγνωστο μηχανισμό του σύμπαντος, που συνοψίζει οτιδήποτε αναφέρεται ως “θεϊκό” στο μυαλό μου. Πιθανώς θα ανακάλυπτε οτι είμαι άθρησκος, με την έννοια της άρνησης της μαζικοποιημένης θρησκευτικής “discipline” και την αποδοχή ενός προσωπικού φιλοσοφικού δρόμου, που μπορεί να έχει πολλούς δασκάλους, αλλά μόνο ένα προσωπικό μονοπάτι. Μονοπάτι, που εκτός από προσωπικό δεδομένο που φυλάσσεται μυστικό, μπορεί και να το μοιραστεί κανείς, αλλά όχι να το χρησιμοποιήσει για τη δημιουργία υπηκόων ή ακολούθων. Είμαι ανοιχτός μάλιστα στο να ακούσω οποιαδήποτε θεώρηση δεν εκφέρεται με το φανατισμό του “μοναδικού ορθού δρόμου” - κάτι που οποιοσδήποτε πλησιάζει λίγο τη σοφία, ακόμα κι υπηρετεί μια θρησκεία, παραδέχεται οτι αυτός ακυρώνεται από την πολλαπλότητα της προσωπικής αναζήτησης του καθενός.

Θεωρώ μάλιστα οτι η διδασκαλία του Ιησού θα πρέπει να ήταν (γιατί δεν είμαι καθόλου σίγουρος για την σωστή απόδοση της από τους πολύ χαμηλότερου επιπέδου μαθητές του, όσο κι αν αγιοποιήθηκαν μετά) ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα - και πάντως σίγουρα πρωτοποριακή για την εποχή του. Αν υιοθετήσει κανείς το κριτήριο της αντοχής στο χρόνο, ο τύπος χαρακτήρισε τα επόμενα δύο χιλιάδες χρόνια της ανθρωπότητας - ουδείς το έχει καταφέρει αυτό (ούτε καν οι Beatles), άρα το αστέρι του το είχε και μάλιστα ιδιαίτερα λαμπερό.

Δεν αμφισβητώ καθόλου την ιστορική ύπαρξη του Ιησού - τη θεϊκή του υπόσταση, με την έννοια που της δίνει (η κάθε) θρησκεία, μου είναι πολύ εύκολο να αμφισβητήσω. Η μόνη εξήγηση που ταιριάζει σε αυτό που πάντα σκεφτόμουν, είναι αυτή που δίνει ο Γάλλος δημοσιογράφος και συγγραφέας Gerald Messadier, στο εξαιρετικό του βιβλίο “Ο Άνθρωπος που Έγινε Θεός” - το προτείνω ανεπιφύλακτα.

Ο Ιησούς, για τη δική μου αντίληψη, ήταν ένας ιδιαίτερα ευαίσθητος και εξελιγμένος άνθρωπος, αυτό που οι ανατολικές θρησκείες ονομάζουν “realised”- πιο ολοκληρωμένος “μεταφυσικά”, με την έννοια οτι έχει μια μεγαλύτερη αντίληψη των άγνωστων μηχανισμών της φύσης. Μπορεί να είχε όλα όσα περιγράφει ο Μessadier (ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η “κρυφή” από την ιστορία θητεία του με τους Εσσαίους), ενοράσεις, υπερβατικές εμπειρίες και λοιπά - σε κάθε περίπτωση όμως ήταν ένας εξαιρετικά ξεχωριστός άνθρωπος - είτε εξαφανίστηκε μετά τη σταύρωση του, όπως λέει ο Messadier, είτε επρόκειτο περί διδύμων, όπως ισχυρίζεται μια νέα “θεωρία”...

Όχι δεν πιστεύω σε καμία ανάσταση - όλα είναι συμβολικά. Κι ας λέω από συνήθεια (και αμηχανία) την ευχή. Αυτή ακριβώς η ενσωμάτωση μιας πίστης (που δεν πιστεύουμε) μέσα στην καθημερινότητα, είναι που με ενοχλεί. Ο γάμος που γίνεται θρησκευτικός, ασυνείδητα. Η ευχή και η αναίτια επίσκεψη στην εκκλησία (άλλο η επίσκεψη από την πλευρά θαυμασμού ενός καλλιτεχνικού μνημείου). Η δήθεν αθώα άγνοια της έννοιας του δικαιώματος (και των διακρίσεων που μπορεί να επιφέρει η δημοσιοποίηση ενός προσωπικού φιλοσοφικού δεδομένου που εφάπτεται της καταγωγής και των φυλετικών χαρακτηριστικών), όταν ζητείται η αναγραφή του θρησκεύματος στην αστυνομική ταυτότητα. Οι ευχές και οι γιορτές μιας “επικρατούσας θρησκείας”. Δεν ξέρω αν είναι πλάκα η άρνηση του υπαλλήλου να λάβει το δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα, αλλά αν με ρωτάτε, αυτή είναι η έντιμη στάση: Να απαιτείς το διαχωρισμό - το δώρο απλώς συμπίπτει με αργίες και δίνεται τότε (όπως το επίδομα αδείας) ή είναι λόγω θρησκευτικής εορτής;

Δεν θα σταματήσω να ενοχλούμαι από μια θρησκεία που έχει γίνει νταβατζήδικα “καπέλο”, σε όσους δεν την ακολουθούν πραγματικά. Δεν θα σταματήσω να ενοχλούμαι από την μισθοδοσία χιλιάδων ιερέων (που κανείς μάλλον δεν ξέρει ακριβώς πόσοι είναι σε ένα ήδη προβληματικό και διογκωμένο δημόσιο), από το κράτος - και μάλιστα από την αυθαίρετη μονιμοποίηση τους, με την χειροτόνηση από έναν μητροπολίτη. Είμαι της άποψης οτι η εκκλησία (συμπεριλαμβανομένων και των μονών, πατριαρχείων, εξαρχείων κλπ. που έχουν και το μεγαλύτερο μερίδιο) ή θα παραδώσει όλη της την περιουσία στο κράτος και θα μισθοδοτείται από αυτό (εφόσον προβλεφθεί η υπηρεσία και για τους πιστούς των άλλων δογμάτων, αφού συμφωνήσουμε πλειοψηφικά όλοι οι πολίτες) ή θα πρέπει να είναι παντελώς αυτόνομη - και να μισθοδοτεί τους υπαλλήλους της, από την αξιοποίηση της περιουσίας της.

Δεν θα σταματήσω να ενοχλούμαι από την απίστευτη φοροδιαφυγή του παγκαριού, που δίνει ευκαιρία σε μητροπολίτες όπως ο πρώην Αττικής, να πλουτίζουν. Και καλά το παγκάρι, είναι αυτόβουλη προσφορά, ας πούμε σαν το pourboire. Αυτό που είναι απολύτως απαράδεκτο είναι η ταρίφα για τα “μυστήρια” και η πλήρης απουσία και άρνηση απόδειξης, χειρότερα και από τους νταβατζήδες νονούς της νύχτας, που στήνουν τα κυκλώματα των παρκαδόρων - και σου ζητάνε και συγκεκριμένο ποσό! Γι αυτό και - όσο και να συμπαθώ το χαμηλό προφίλ του Ιερώνυμου - δεν μπορώ να δεχτώ καμία φωνή που αντιτίθεται στη φορολόγηση στης εκκλησίας, ακόμα κι αν αυτή φαίνεται - σε κάποιες περιπτώσεις - “άδικη”, ενώ μάλλον δεν είναι καθόλου... Όσο δε για τις υποκριτικές φωνές “περί περιορισμού του φιλανθρωπικού έργου της εκκλησίας”, τις κατατάσσω στην απανταχού φυόμενη κουτοπονηριά μας - εδώ σε επίπεδο διδακτορικού...

Γι αυτό και δεν μπορώ να δεχτώ την παρουσία της εκκλησίας, σε κάθε κρατική εορτή ή τελετή (πολλές από τις οποίες πρέπει να εκλείψουν, όχι μόνο για οικονομικούς λόγους, αλλά και για αισθητικούς, καθώς συμπυκνώνουν το τρίπτυχο παπάδες/στρατός-αστυνομία/πολιτικοί που βαριούνται θανάσιμα) ή ακόμα χειρότερα στη λειτουργία της νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας - με τα διάφορα εικονίσματα, τον θρησκευτικό όρκο και τους αγιασμούς. Πρόσφατα, πήρα το θάρρος, για πρώτη φορά και ζήτησα σε δικαστήριο να ορκιστώ στην τιμή και την υπόληψη. Σκεφτείτε: Εγώ άργησα τόσο πολύ, που έχω αυτές τις απόψεις - και ήμουν και μάρτυρας σε μια εκδίκαση μισθωμάτων. Ο φοβισμένος παράγοντας μιας ποινικής δίκης θα το κάνει πιστεύετε ελεύθερα ή θα λουφάξει στο ευαγγέλιο, μπροστά στο φόβο να εκνευρίσει έναν θεούσο/α, που ενδεχομένως θα κάθεται στην έδρα;

Δεν θα σταματήσω λοιπόν να σκέφτομαι, οτι είναι ρεζίλι για μια χώρα που παριστάνει την ευρωπαϊκή, να ναυλώνει αεροσκάφος για να φέρει το φως του “αγίου αναπτήρα”, από μια σπηλιά όπου έχουν “σφαχτεί” κυριολεκτικά στο ξύλο κάτι γραφικοί και φανατικοί παπάδες - με την υπερηφάνεια μάλιστα να ξεχειλίζει στους ελληνορθόδοξους, οτι έχουν καταφέρει να διατηρήσουν την πρωτοκαθεδρία. Και που βγαίνουν αμέσως μετά, με το διονυσιασμό του τριτοκοσμικού φανατικού να επιδείξουν το “θαύμα” τους, χωρίς καμία ευλάβεια ή εσωτερικότητα - η γλώσσα του σώματος λέει πολλά.

Κι αυτό που θα περίμενα (θα απαιτούσα είναι η σωστή λέξη), από μια προοδευτική κυβέρνηση, είναι να κάνει τη ρήξη και να στείλει το λογαριασμό στην εκκλησία - να την διευκολύνει μάλιστα κιόλας, παρέχοντας μέσα, για να υπηρετήσει το δόγμα της. Αλλά χωρίς κόστος (σε εποχές λιτότητας), υφυπουργό Εξωτερικών και “τιμές αρχηγού κράτους”.

Κάποτε, όπως και η διάχυτη κουτοπονηριά, κι αυτό πρέπει να τελειώσει. Αλλά τι λέω, έχουμε τώρα την πολυτέλεια να τα βάζουμε με την κοινωνική υποκρισία και την καθυστέρηση του (αναρωτιέμαι αν θα μπορούσε να μετρηθεί) 40, 50, 60 ή 70%; Μόνο που με τούτα και με κείνα, ποτέ δεν θα την έχουμε - την “πολυτέλεια”...






Η γελοιογραφία του Ανδρέα Πετρουλάκη είναι δανεική (ως συνήθως) από το blog του John Black και τα εξώφυλλα είναι από τα www.livanis.gr και www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Jesus To A Child" του Βρετανού, ελληνοκυπριακής καταγωγής, George Michael, στο ωριμότερο - κατά την άποψη μου - άλμπουμ της καριέρας του.

buzz it!

ShareThis