Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκλογές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκλογές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6.3.17

Grexit ή Alexit?

Αυτός ήταν ο πιο δύσκολος χειμώνας της κρίσης. Όχι μόνο μετεωρολογικά, καθώς το κρύο ήταν για σχετικά μεγάλα διαστήματα τσουχτερό και εξάντλησε τους πολίτες με τα παγωμένα σπίτια, αλλά συνολικά από πλευράς οικονομικών και ψυχολογικών αντοχών, όπως και από πλευράς εύρυθμης λειτουργίας της καθημερινής ζωής.

Η υπερφορολόγηση, που εφαρμόστηκε μαζί με τη στάση πληρωμών προς προμηθευτές του δημοσίου, ώστε να εμφανιστεί δημοσιονομικό πλεόνασμα, έφερε την απόλυτη κατήφεια στην πραγματική οικονομία. Χωρίς επιχειρήσεις και ελεύθερα επαγγέλματα, η όποια ανάπτυξη ασφυκτιά και είναι στην ουσία πλαστή. Και μαζί με τη γενικότερη διάλυση του κράτους, όπως αυτή εκφράζεται με την επαπειλούμενη χρεοκοπία δημοσίων οργανισμών, τις ελλείψεις στα νοσοκομεία, την πλήρη διάλυση στους στόλους οχημάτων έκτακτης ανάγκης και τα γιουρούσια στα μέσα μεταφοράς, ολοκλήρωσε την εικόνα της διολίσθησης προς ένα failed state.

Η συσσώρευση της κόπωσης από 7 χρόνια μνημονίων γεμάτα παλινωδίες, με άρνηση συνειδητοποίησης για το τι έφταιξε, χωρίς σχέδιο και ουσιαστική μεταρρυθμιστική προσπάθεια, οδηγεί μια κοινωνία στο μοιραίο, στην παραίτηση: “Τίποτα δεν αλλάζει, τίποτα δεν δουλεύει, οι άλλοι φταίνε, ας φύγουμε από την Ευρώπη”. Εννοούν από τα “κακά” της Ευρώπης. Γιατί από τα καλά, κατά βάθος δεν θέλει να φύγει κανείς…

Η βαθύτερη επίπτωση της διακυβέρνησης των δύο τελευταίων ετών είναι ο αντιευρωπαϊσμός και η μετριοκρατία, που έχουν απλωθεί παντού σαν επιδημία. Οι λιγότερο ικανοί, φτάνει να “είναι παιδιά του λαού” (λες και αν είσαι λαϊκής καταγωγής δεν μπορείς να έχεις προσόντα), ανταμείβονται ώστε να υπάρχει πλήρης ισοπέδωση της αξίας και της διάκρισης. Σε μια χώρα που το βιογραφικό δεν έγινε ποτέ πραγματικά αποδεκτό, η τελευταία συμπλεγματική προσπάθεια είναι να δαιμονοποιηθεί κιόλας.

Τα αποτελέσματα της “περήφανης διαπραγμάτευσης” του 2015, τώρα πληρώνονται. Τα capital controls, σχεδόν εδώ και ενάμιση χρόνο, δεν αφήνουν την Ελλάδα να θυμίζει δυτικό κράτος, με ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων. Και η κυβέρνηση μην έχοντας να επιδείξει καμμία σχεδόν επιτυχία, ούτε καν στο αυτονόητο για αριστερά επίπεδο των δικαιωμάτων (πλην ίσως του νομοσχεδίου για την ιθαγένεια) και του χωρισμού κράτους-εκκλησίας, παραπαίει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, μαζί με τη χώρα. Τα δύο χρόνια διακυβέρνησης Συριζανέλ με άνεση ξεπερνούν την μέχρι τώρα χειρότερη διακυβέρνηση της μεταπολίτευσης, την τελευταία διετία Καραμανλή, που άφησε τη χώρα να διολισθήσει στην υπερχρέωση και τελικά τη χρεοκοπία…

Ανεξαρτήτως του αν το Μαξίμου επιθυμεί ή όχι την εξαθλίωση της χώρας για να εφαρμόσει ένα σχέδιο Grexit και κατάλυσης της αστικής δημοκρατίας (ώστε να παραμείνει εσαεί στην εξουσία, αντί να ηττηθεί κατά κράτος στις επόμενες εκλογές) ή αδυνατεί λόγω ιδεοληψιών και ανικανότητας να κάνει κάτι διαφορετικό από το απίστευτο αυτό σύρσιμο, το αποτέλεσμα είναι απαράδεκτο. Η δεύτερη αξιολόγηση έπρεπε να κλείσει τον Φεβρουάριο του 2016 και ακόμα και η κυβέρνηση παραδέχεται τόσον καιρό τη σημασία του να μην ξεχειλώσει χρονικά η διαδικασί. Προς το παρόν, πήραμε μία ακόμα παράταση, που απέτρεψε την καταστροφή, αλλά δεν εγγυάται καθόλου το κλείσιμο της συμφωνίας.

Κάποιοι μετρούν το ποσοστό της ευθύνης των δανειστών σε αυτή την παθογόνα καθυστέρηση. Όπως και να έχει, το φλερτ με την ταμειακή ασφυξία και την αδυναμία δανεισμού είναι ένα εξαιρετικά επικίνδυνο παιχνίδι - και από γεωπολιτικής άποψης, δεδομένης της “φλεγόμενης” γειτονιάς μας και της αλλαγής των παγκόσμιων ισορροπιών. Το ευρώ δεν είναι απλώς ένα νόμισμα και η απομάκρυνση από την προστασία (οικονομική και εθνική) που προσφέρει, με πρόσχημα τους πιθανούς κλυδωνισμούς του τα επόμενα χρόνια, είναι εγκληματική.

Η κουτοπόνηρη τακτική των κυβερνώντων δε είναι η ακόλουθη: Τραβάμε το σκοινί όσο δεν πάει, πετυχαίνουμε τελικά το χειρότερο και μετά γυρνάμε στους αντιπάλους μας και λέμε “μα εσείς παρακαλούσατε να υπογράψουμε πάση θυσία”. Προφανώς παρακαλούσε η κοινωνία, γιατί κάθε καθυστέρηση ισοδυναμεί με χειροτέρευση - και η απουσία συμφωνίας με απόλυτη ασφυξία. Μόνο που οι ευθύνες μιας κυβέρνησης δεν είναι το πινγκ-πονγκ ανακοινώσεων, που παίζει με την αντιπολίτευση και το παρελθόν της, αλλά οι εξηγήσεις που οφείλει να δίνει στους πολίτες της χώρας.

Με δεδομένο οτι το Μαξίμου και οι κυβερνητικοί βουλευτές θα κάνουν το παν να μην χάσουν την εξουσία, το ερώτημα είναι πώς θα αποφευχθούν οι περαιτέρω συνέπειες της υποβάθμισης της κοινωνίας και της χώρας σε όλα τα επίπεδα. Εάν ο Αλέξης Τσίπρας για κάποιο λόγο δεν συμφωνήσει να υπογράψει όλα τα μέτρα των δανειστών, θα πρέπει να κάνει εκλογές, που είναι βέβαιο οτι θα χάσει με μεγάλη διαφορά, οπότε θα τις αποφύγει πάση θυσία. Εάν προτιμήσει τον τρίτο δρόμο της καθυστέρησης μέχρι το καλοκαίρι (οπότε και λήγουν κρίσιμα ομόλογα) ή το φθινόπωρο, περιμένοντας “να αλλάξουν οι συσχετισμοί στην Ευρώπη” και “να νικήσει ο Σούλτς τη Μέρκελ και τον Σόϊμπλε”, θα εφαρμόσει ένα σενάριο αργής αυτοκτονίας.

Το σενάριο του (από πάσης πλευράς επιβλαβούς) δημοψηφίσματος φαίνεται να απομακρύνεται, καθώς η πλειοψηφία υπέρ της δραχμής δείχνει δύσκολη και μεταξύ άλλων ο αιφνιδιασμός έχει “καεί”. Σε μια τέτοια απευκταία περίπτωση, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα πρέπει να αρνηθεί ή να παραιτηθεί, προκαλώντας εκλογές. Αλλά και οι πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης θα έπρεπε να ήταν ήδη έτοιμες να δώσουν τέλος στη τραμπάλα της αστάθειας. Εκεί βρίσκεται ένα από τα μυστικά της ανοχής, της οποίας χαίρει ακόμα ο πιο κυνικός πρωθυπουργός της μεταπολίτευσης.

Η Νέα Δημοκρατία δείχνει ακόμα ανίκανη να συνεγείρει πλειοψηφικές μάζες, καθώς τα εκσυγχρονιστικά ανοίγματα προς το κέντρο του Κυριάκου Μητσοτάκη έχουν να αντιμετωπίσουν τα ακροδεξιά και εθνικιστικά βαρίδια μιας παράταξης, που κατά το ήμισυ τουλάχιστον δεν είναι ευρωπαϊκή. Η θεωρία οτι η συντηρητική παράταξη θα διεισδύσει και θα αλιεύσει ψηφοφόρους της κεντροαριστεράς, όταν βουλευτές της συμπαρατάσσονται με Νικολόπουλο και Καμμένο για το “τάμα του έθνους” είναι εξαιρετικά αδύναμη. Ο ίδιος δε ο αρχηγός της πρέπει να βελτιώσει σημαντικά τη “σκηνική” του παρουσία, αν θέλει να γίνει ο υπεύθυνος πρωθυπουργός που θα ψηφιστεί και από μη δεξιούς.

Αυτό που θα μπορούσε να κάνει η ΝΔ είναι να κυβερνήσει μαζί με προσωπικότητες, κάνοντας ένα άνοιγμα στον πέρα του κέντρου χώρο. Ιδιαίτερη σημασία έχει όμως ποιός θα απορροφήσει τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ και σε τι ποσοστό. Από αυτό θα εξαρτηθεί η κατάταξη των κομμάτων και η αντιπολιτευτική δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ την επόμενη μέρα, αλλά και η ακύρωση της “δεξιάς παρένθεσης” που θα επιθυμούν, πιθανότατα μάταια και αυτοί (με τη σειρά τους).

Η Δημοκρατική Συμπαράταξη πήρε πόντους σε κάποιες δημοσκοπήσεις, μετά τις πρόσφατες διευρύνσεις. Ωστόσο, η “αντιμνημονιακή” στροφή και η μεθοδική όξυνση της δήθεν πατριωτικής ρητορικής το τελευταίο διάστημα, δείχνει οτι η Φώφη Γεννηματά όχι μόνον έχει διαλέξει λάθος δρόμο, αλλά έχει βαθιές ρίζες στον λαϊκισμό, όπως τις κατήγγειλε και ο Θανάσης Χειμωνάς αποχωρώντας. Προπαθώντας να αλιεύσει πίσω τους ψηφοφόρους του βαθέος ΠΑΣΟΚ που διόγκωσαν τον ΣΥΡΙΖΑ, δυναμιτίζει όλη τη φιλοευρωπαϊκή υπευθυνότητα που θα όφειλε να έχει ένας κεντροαριστερός συνασπισμός. Μια μετεκλογική συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ θα εξαφάνιζε τελείως αυτή τη φυσιογνωμία. Ο τόπος δεν χρειάζεται δύο ΠΑΣΟΚ των χειρότερων υλικών.

Και ναι μεν καλά κάνει και κρατάει τις αποστάσεις από τη ΝΔ, δεν θα πρέπει όμως να ξεχνάει οτι συγκυβέρνησε μαζί της. Θα ήταν ευχής έργο να έρθει τρίτο κόμμα η Συμπαράταξη, αφήνοντας πίσω το ναζιστικό μόρφωμα (αν οι δημοσκοπήσεις αυτές αποτυπώνουν την αλήθεια και όχι το ανειλικρινές κρύψιμο των χρυσαυγιτών ψηφοφόρων). Αλλά αυτό δεν φτάνει. Η χώρα χρειάζεται πάνω από όλα μια ισχυρή κεντροαριστερά (όπως και μια ισχυρή κεντροδεξιά), που θα μπορέσει να πρωταγωνιστήσει και να στείλει τα άκρα στο περιθώριο του πολιτικού φάσματος, που τους αναλογεί.









Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Το σκίτσο είναι του Αρκά και η φωτό είναι από τo www.pastemagazine.com/

Το post συνοδεύεται από το "Come Undone", από τη Σκωτσέζα Isobel Campbell & τον Αμερικανό Mark Lanegan.

buzz it!

27.1.17

Μια απάντηση για τον αντιλαϊκισμό


Επειδή εκτιμώ την Αγγελική Σπανού, συχνά τη διαβάζω στην εκπομπή μου 8-10πμ το πρωί στο Kosmos 93,6 και επίσης συχνά συμφωνώ, θα απαντήσω στο πρόσφατο άρθρο της. Γιατί εδώ διαφωνώ  στα περισσότερα. 

— Ας ορίσουμε, απλοϊκά ίσως, τον λαϊκισμό ως την πολιτική τάση να χαιδεύεις τα αυτιά των ψηφοφόρων, με αυτά που θέλουν να ακούσουν, υιοθετώντας πολλές φορές και θεωρίες συνωμοσίας. Να υπερθεματίζεις στις επιθυμίες τους, τάζοντας τους ανεδαφικές, με βάση την εθνική και κυρίως τη διεθνή πραγματικότητα, “ανταμοιβές”, ηθικές ή μη. Να σκίζεις μνημόνια, να χορεύουν οι αγορές για να σου δώσουν δανεικά, να υπόσχεσαι οτι θα αλλάξεις την Ευρώπη με αερολογίες. Πρόσφατο παράδειγμα, οι πομφόλυγες Τραμπ οτι θα αναγκάσει την Apple και άλλες εταιρείες να μην κατασκευάζουν τα προϊόντα τους στην Ασία με τα φτηνά μεροκάματα, αλλά οτι θα ανοίξει τις αντίστοιχες θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ. 

— Αυτό που ζούμε τα τελευταία χρόνια της κρίσης στην Ελλάδα, αλλά και σε όλον τον κόσμο στα χρόνια των post-truth politics, είναι η προσπάθεια αντιστροφής των εννοιών, ο εξοβελισμός του ορθολογισμού, η άρνηση της σύνθεσης προκειμένου να έχει καθείς το δικό του “μαγαζάκι” αντίδρασης. Ρητά και κατηγορηματικά όχι: Όποιος είναι πραγματικός αντιλαϊκιστής είναι αδύνατο να λαϊκίζει. Με τον ίδιο τρόπο που δεν υπάρχουν ακραίο κέντρο και μετριοπαθή άκρα, ούτε στεγνός βρεγμένος. Είναι contradiction in terms, βολικό για να δικαιολογηθούν οι ακραίοι. Όποιος παριστάνει τον αντιλαϊκιστή, ναι μπορεί να λαϊκίζει. 

— Αντιλαϊκιστές δεν είναι αυτοί που είναι “επαγγελματίες” και υιοθετούν τον αντιπολιτευτικό λόγο, απλώς και μόνον για να πλήξουν τον κομματικό αντίπαλο. Αντιλαϊκιστές είναι αυτοί που, χωρίς κομματικό συμφέρον, ζητούν μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονισμό - ενδεχομένως δυσάρεστα δηλαδή για τον ψηφοφόρο που έχει εθιστεί στον λαϊκίστικο λόγο (εδώ και δεκαετίες, δεν εμφανίστηκε τώρα ο λαϊκισμός, καλά να είναι το βαθύ ΠΑΣΟΚ και η λαϊκή δεξιά, απλώς τώρα εξαπλώθηκε σχεδόν καθολικά). 

— Ο πραγματικός αντιλαϊκιστής λοιπόν δεν θεωρεί μεταρρύθμιση την διάλυση της δημοτικής αστυνομίας, απαραίτητης σε κάε σύγχρονη πόλη. Ούτε είναι αντιλαϊκός - και αντιλαμβάνεται απόλυτα οτι κανείς δεν θέλει (ούτε πρέπει) να φτωχύνει κι άλλο, ειδικά αν είναι στα κατώτερα οικονομικά στρώματα. Αυτό που δεν αντιλαμβάνεται είναι ο νεοπλουτισμός και η απαίτηση πολλών στο ευρύτερο δημόσιο να παίρνουν υπέρογκους μισθούς με απολυτήριο δημοτικού, ώστε να έχουν εξοχικό και τζιπ, σε μια χώρα που δεν παράγει και δεν εξάγει αρκετά. 

— Ο αντιλαϊκιστής θεωρεί εύλογα οτι ο τρόπος να ανακουφιστούν όσοι υποφέρουν είναι η ανάπτυξη, μέσω εκσυγχρονισμού και πραγματικών μεταρρυθμίσεων και όχι με το “σύρσιμο” που προκαλεί η ατέρμονη αποφυγή της προόδου, με “αντιμνημονιακό” κρυφτούλι από τους δανειστές και προεκλογικές προσλήψεις. Ο τρόπος να αποφευχθούν τα (απαραίτητα μέχρι τότε) δανεικά των μνημονίων είναι ένας: Η χώρα πρέπει να μπορέσει να πείσει για τη βιωσιμότητα της οικονομίας της και να δανειστεί πάλι από τις αγορές.

— Αυτό που επίσης δεν αντιλαμβάνεται καθόλου ο πραγματικός αντιλαϊκιστής είναι γιατί όταν ο ψηφοφόρος αντιδρά στη χειροτέρευση του βιοτικού του επιπέδου, επιθυμεί να τιμωρήσει το πολιτικό σύστημα αναδεικνύοντας απείρως χειρότερους εκπροσώπους, που στελεχώνουν όλα τα αμιγώς λαϊκίστικα κόμματα - και που εγγυώνται ακόμα χειρότερες συνθήκες ζωής, ως και την καταστροφή. Μια ματιά στην Ελληνική Βουλή πείθει. Αντιστοίχως, δεν είναι κατανοητό γιατί ο μέσος Αμερικανός, Βρετανός ή Γάλλος, θέλοντας υποτίθεται να τιμωρήσει το “σύστημα”, μπορεί να αυτοχειριάζεται ψηφίζοντας Τραμπ, Brexit ή Λεπέν. 

— Όχι λοιπόν “τι θα πάθεις αν δεν σταματήσεις να φωνάζεις”, αλλά “τι θα πάθεις αν δεν σταματήσεις να αυτοκαταστρέφεσαι και να υιοθετείς απελπισμένα τον λόγο κάθε καραγκιόζη και φαιδρού, που σου υπόσχεται οτιδήποτε για να αποκτήσει ισχύ και εξουσία”. Τι πρέπει να κάνεις; Να φωνάζεις αναδεικνύοντας αυτούς που θα μετασχηματίσουν και θα βελτιώσουν το πολιτικό σύστημα. Πού θα τους βρεις; Υπάρχουν, αλλά δεν τους θέλεις συνήθως. Θέλεις τους εντυπωσιακούς, τους εύκολους, τους άκοπους. Η ευπιστία της καχυποψίας και της συνωμοσιολογίας. 

— Ο πραγματικός αντιλαϊκιστής λοιπόν, δεν θεωρεί οτι ο λαϊκισμός είναι ελληνικό δημιούργημα, αλλά παγκόσμιο φαινόμενο. Απλώς η χώρα μας μπήκε από τις πρώτες σε αυτή τη νέα εποχή του άκρατου λαϊκισμού και μετράει ήδη αρκετά χρόνια εμπειρίας. Άλλωστε έχει αρετά τριτοκοσμικά χαρακτηριστικά, για χώρα του δυτικού κόσμου. Κατά την ταπεινή μου άποψη, υπάρχει μια μαζική άρνηση αποδοχής των νέων συνθηκών και ωρίμασης στο δυτικό κόσμο, με αποτέλεσμα μια επικράτηση του φόβου και άλλων χαμηλών ενστίκτων. It ’s the EQ, stupid! 

— Κανένας πραγματικός αντιλαϊκιστής δεν μπορεί να υποστηρίζει τις “διεφθαρμένες ελίτ”, αντιθέτως υποστηρίζει την αξιοκρατία. Καμία αυθαιρεσία καμίας “ελίτ” όμως δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τα όπλα του λαϊκισμού, γιατί η αφλογιστία τους (και η αναπόφευκτη χειροτέρευση του προβλήματος) είναι φυσικό επακόλουθο των μύθων, στους οποίους στηρίζονται. Παράδειγμα ο τρόπος με τον οποίον σηκώθηκε η σημαία “κατά της διαπλοκής”, στην υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών. Το αποτέλεσμα ήταν μια τρύπα στο νερό.

— Ο πραγματικός αντιλαϊκιστής δεν υποστηρίζει δογματικά κανένα “There Is No Aleternative”, αλλά είναι στοιχειωδώς ρεαλιστής και κρίνει τι είναι εφικτό και τι όχι. Ζει στον πραγματικό κόσμο και όχι στον φαντασιακό - και ξέρει οτι για να βελτιωθεί το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα χρειάζονται (με πολλή δουλειά) συντονισμένες προοδευτικές πολιτικές και όχι φληναφήματα. 

— Ναι, ο λαϊκισμός είναι ο εχθρός του πολίτη, με την έννοια της πλήρους καταστρατήγησης της πολιτικής. Και δεν μπορούμε να κρατάμε ίσες αποστάσεις ανάμεσα στη μπουρδολογία και τον έστω, ελλιπή, πολιτικό λόγο.  Όταν η δήθεν “πολιτική θέση” περιλαμβάνει παραμύθια της Χαλιμάς, που δεν μπορούν να εφαρμοστούν παρά μόνο στα όνειρα του Γιάνη Βαρουφάκη ή του Μπόρις Τζόνσον, τότε η ουσιαστική πολιτική πλήττεται. Και τότε ολόκληρος ο πλανήτης ψάχνει τη λύση: Σίγουρα το πρόβλημα δεν είναι οι Έλληνες αντιλαϊκιστές ή “αντιλαϊκιστές”. 










Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Οι φωτό είναι από τα www.salon.com & www.musixmatch.com

Το post συνοδεύεται από το "Here Comes The Rain Again", από τους Βρετανούς Shaun Escoffery και Andrea Triana.

buzz it!

11.1.17

It ’s the EQ, stupid!

(Είναι η συναισθηματική νοημοσύνη, ηλίθιε*)


Εκατομμύρια πίξελ καταναλώθηκαν για να εξηγηθούν οι δύο μεγαλύτεροι πολιτικοί σεισμοί, που χαρακτήρισαν τη χρονιά της απώλειας, μεταξύ άλλων, των πιο δυνατών μουσικών συμβόλων της γενιάς της μεταπολίτευσης, όπως την ονομάζουμε εδώ στην Ελλάδα. Ο David Bowie ήταν η επική και ακομπλεξάριστη εφηβεία μας, ο Leonard Cohen η διανοούμενη ροκ ποίηση, ο Prince και ο George Michael η ξεδιάντροπη συνειδητοποίηση της σεξουαλικότητας, σε ένα εκρηκτικό κοκτέιλ ταλέντου στη σύνθεση, την παραγωγή, τη φωνή και την σκηνική παρουσία.

Το ουσιαστικό όμως, η υπέροχη μουσική κληρονομιά, δεν πεθαίνει. Η πραγματική θλίψη για τους περισσότερους δημοκράτες και νοήμονες πολίτες του δυτικού κόσμου, ανάμικτη με ανησυχία και φόβο, ήταν άλλη: Για πρώτη φορά μετά τις δεκαετίες που οδήγησαν στον μεγάλο πόλεμο, η ουσιαστική δημοκρατία έδειξε να υποχωρεί τόσο δραματικά.

Το δημοψήφισμα για το Brexit και ο θρίαμβος Τραμπ (από πλευράς εκλογικού συστήματος, καθώς η λαϊκή ψήφος έδωσε στη Χίλαρυ εκατομμύρια ψήφους παραπάνω) ερμηνεύθηκαν εν πολλοίς ως η συχνά αυτοκαταστροφική αντίδραση της μικρομεσαίας τάξης, στις αλλαγές του 21ου αιώνα, στην παγκοσμιοποίηση και στο οικονομικό στρίμωγμα που αυτές επέφεραν. Σε συνδυασμό με την επικράτηση της “μετα-αλήθειας” στον αιώνα του διαδικτύου, του ενδημικού ρατσισμού και της ξενοφοβίας που απλόχερα ενίσχυσε το παγκόσμιο προσφυγικό πρόβλημα, το αποτέλεσμα ήταν η εξάπλωση του λαϊκισμού και η επικράτηση των φαιδρών πολιτικών προσωπικοτήτων, που φαίνονται κιόλας από τη φάτσα τους πόσο προβληματικοί είναι.

Γι αυτό το τελευταίο, γιατί δηλαδή δεν υπάρχουν μεγάλοι ηγέτες και αξιόλογο πολιτικό προσωπικό παγκοσμίως, οι ερμηνείες είναι πολλές. Η επικρατέστερη μάλλον είναι οτι με την μεταπολεμική εμπέδωση της ασφάλειας, της ανάπτυξης και της κανονικότητας της ζωής, οι δυτικές δημοκρατίες μπήκαν σε μια φάση ολοένα και μεγαλύτερης αποξένωσης των εντίμων και σοβαρών ανθρώπων από τα κοινά. Όσο προχωράει το ρολόι της ιστορίας, η συμμετοχή μοιάζει πια όχι ως υποχρέωση του σκεπτόμενου πολίτη, αλλά ως εμπλοκή σε ένα σύστημα, που σαν βούρκος καταπίνει κάθε υγιή προσπάθεια. Η μη αντιστροφή της κατάστασης, που απαιτεί όμως μια κρίσιμη μάζα νέων πολιτικών με άλλα χαρακτηριστικά, χειροτερεύει διαρκώς τα πράγματα.

Το τραγικό σε αυτή τη φάση της ιστορίας (και στη χώρα μας) είναι οτι μερίδα των ψηφοφόρων, που τελικά επιβάλλει την ατζέντα του, αντιδρά στη χειροτέρευση των συνθηκών της ζωής του με την ανάδειξη ενός αισθητά υποδεέστερου πολιτικού προσωπικού, κυρίως αυτού που υιοθετεί απροσχημάτιστα κάθε δημαγωγία, θεωρία συνωμοσίας, βολικό ψέμα και ανεφάρμοστη “ονείρωξη”. Ακόμα χειρότερα, αποδέχεται και ενδυναμώνει κάθε καταδικασμένη από την ιστορία ακραία αντίληψη φασισμού, ρατσισμού, καταπάτησης δικαιωμάτων και αρχών. Η ροπή προς τον ολοκληρωτισμό επανέρχεται δυναμική και αμφίπλευρη. Η απάντηση όμως στα προβλήματα δεν είναι παρά η αντίθετη κατεύθυνση: Περισσότερη υγιής, βαθειά, έντιμη, μετριοπαθής και ουσιαστική δημοκρατία.

Οι ερμηνείες του σημερινού κόσμου είναι περισσότερο περίπλοκες, παρά απλές και μονοδιάστατες. Κανείς δεν μπορεί να αποδώσει αυτό τον μαζικό αυτοχειριασμό των δυτικών κοινωνιών σε κάποια μυστήρια μαζική πτώση του IQ (αν και στις περιπτώσεις των ακολούθων τύπου Σώρρα, η έλλειψη είναι εμφανής) και την εξαφάνιση της ικανότητας για εκλογίκευση.

Σίγουρα μπορεί κανείς να καταλογίσει στον μέσο δυτικό πολίτη, ότι αδρανεί εγκληματικά: Καθηλωμένος στον καναπέ του και χαμένος στην καθημερινότητα του, αρνείται να κοπιάσει για να αυτοβελτιωθεί, να αποκτήσει περισσότερες γνώσεις και ουσιαστική ενημέρωση, να ερμηνεύσει καλύτερα τον κόσμο γύρω του. Αποζητά τις εύκολες λύσεις, τόσο στη σκέψη όσο και στην αισθητική - και τελικά καταλήγει να ψηφίζει την Μαρίν Λεπέν για να αντιμετωπίσει ένα νέο κόσμο, όπου τα μεροκάματα είναι φτηνά στην Ανατολή και οι μεγαλύτερες εταιρείες που αλλάζουν τον ρού της ιστορίας είναι στη Silicon Valley. Ατυχές και ατελέσφορο, όσο και η αντίληψη οτι το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα θα βελτιωθεί από “αντισυστημικούς”, τύπου Trump και Farage.

Το ΙQ δεν είναι αυτό που λείπει, σε αυτούς που υιοθετούν τις τάσεις της εποχής. Ειδικά όσοι εμπορεύονται με συνείδηση και σύστημα τις ελπίδες ενός λαού, απλώς για να διατηρούν ζωντανό το δικό τους ακραίο “μαγαζάκι”, είναι απλώς οι μεγαλύτεροι πολιτικοί απατεώνες και όχι βλάκες. Όσοι πίστεψαν αρχικά οτι το μνημόνιο θα σβηστεί “με ένα νόμο και ένα άρθρο” (και θα ζούμε χωρίς να δανειζόμαστε, αλλά και χωρίς να περιορίσουμε τις δαπάνες) δεν έχασαν ξαφνικά το νοητικό τους επίπεδο (όσοι επιμένουν να το πιστεύουν, ναι). Αρκετοί από αυτούς που επένδυσαν στους Podemos στην Ισπανία δεν είναι χαμηλής νοημοσύνης, αν και φαίνεται οτι διδάχθηκαν από το ελληνικό παράδειγμα και περιόρισαν τις φρούδες ελπίδες τους. Στην Ιταλία, όσοι πιστεύουν οτι ο καραγκιόζης Bepe Grillo και η έξοδος από το ευρώ θα λύσουν τα προβλήματα της χώρας, μοιάζουν με τους Έλληνες υπαλλήλους των ΔΕΚΟ που θέλουν να γυρίσουμε στο 2009, όταν αμείβονταν, ως απόφοιτοι Δημοτικού, πολύ πάνω από τον γιατρό του ΕΣΥ και τον καθηγητή πανεπιστημίου. Χωρίς να παράγεις και να εξάγεις αρκετά, χωρίς να έχεις κοπιάσει να μορφωθείς, πώς ζητάς μισθούς Νορβηγίας;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από το θυμικό. Η αντιμετώπιση της κοινής μας ζωής με ελαφρότητα, η άγνοια κινδύνου και η επιφανειακή προσέγγιση των πραγμάτων δεν είναι μόνο έλλειψη παιδείας. Είναι πρωτίστως έλλειψη ισορροπίας, σφαιρικής προσωπικότητας και τελικά σοβαρότητας. Η επικράτηση των συμπλεγμάτων, το αυτοπαραμύθιασμα, τα χαμηλά ένστικτα και οι φανατισμοί, η απουσία του μέτρου και οι ψωνισμένες φιλοδοξίες (χωρίς κόπο), ο άκρατος ατομικισμός, η κουτοπονηριά και ο νεοπλουτισμός, ο ναρκισισμός και η “ψωνάρα”, οι τραχιές και ανεπεξέργαστες πλευρές της ανθρώπινης φύσης είναι αυτές που τελικά οδηγούν σε μια συμπεριφορά μικρού παιδιού, που καταπίνει με ευκολία όλα τα ψέματα, φτάνει να εξυπηρετούν τις ψυχολογικές του επιδιώξεις. Τα χαρακτηριστικά αυτά υπάρχουν σε όλο το πολιτικό φάσμα, στον σύγχρονο λαϊκισμό όμως επικρατούν καθολικά. Θα μπορούσε να το συνοψίσει κανείς στην ολοένα μεγαλύτερη απουσία συναισθηματικής νοημοσύνης, σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο πολύπλοκος, χωρίς να διαφαίνονται οι κανόνες και οι ελπίδες της νέας εποχής.

Η αντίδραση του παιδιού-ψηφοφόρου είναι η κόντρα, η αυτοκαταστροφή, το “μπουρλότο”. Γιατί στην πιο ανεπτυγμένη πλευρά του πλανήτη γινόμαστε ολοένα και πιο παιδιά; Γιατί πρέπει η ανθρωπότητα να κάνει κύκλους , ώστε να ζήσουμε κι εμείς τον κίνδυνο μιας νέας “δεκαετίας του ’30”, με παγκόσμια άνοδο του φασισμού; Γιατί πρέπει να ζούμε εγκλωβισμένοι ανάμεσα στα άκρα, που το ένα τροφοδοτεί το άλλο, όπως μας έχει διδάξει με τραγικό τρόπο η ιστορία;

Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο σεβασμός στη δημοκρατία δεν συνεπάγεται την ανοχή προς τον “εκτσογλανισμό” της κοινωνίας. Δημοκρατία σημαίνει αρχές, θεσμοί, δικλίδες και σεβασμός στους εκάστοτε κανόνες. Το σύστημα δεν αλλάζει παρά μόνο με απίστευτα πολλή δουλειά, προς την προοδευτική εξέλιξη. Η αντισυστημική λαίλαπα είναι η μεγαλύτερη φενάκη και τις επιπτώσεις της τις βιώνουν πρώτα από όλους οι “οργισμένοι” και οι αδύναμοι οικονομικά. Η επιστροφή στον απομονωτισμό, στον ρατσισμό και στον ολοκληρωτισμό είναι ανεπίτρεπτη οπισθοχώρηση και καμμία λαϊκή ετυμηγορία δεν τη δικαιολογεί. Ο λαϊκισμός του “να ακούσουμε τον παλμό του ψηφοφόρου στην κατηφόρα του” είναι άκρως επικίνδυνος, για όποιον πιστεύει στη δημοκρατία.

Αν ο νέος Αμερικανός Πρόεδρος βάζει ακροδεξιούς του “Alt-Right” και του “White Supremacy” στην κυβέρνηση του, η απάντηση όλων δημοκρατικών πολιτών στον κόσμο πρέπει να είναι η καλλιέργεια περισσότερης συναισθηματικής νοημοσύνης και η προσπάθεια ανάδειξης ηγετών, που πέρα από πολιτικές ή ιδεολογικές διαφορές αντιμετωπίζουν την αποστολή τους, με την υπευθυνότητα, τη σοβαρότητα και το ανοιχτό πνεύμα που αυτή επιτάσσει. Ο Barack Obama, ανεξαρτήτως της επιτυχίας της θητείας του, έλαμψε στην επίσκεψη του στην Ελλάδα, ακριβώς με αυτές τις ποιότητες. Και ο εκλιπών Κωστής Στεφανόπουλος, στα καθ’ ημάς, έγινε από υπερσυντηρητικός επαρχιώτης πολιτικός, ο καθολικός (συμβολικός έστω) ηγέτης, που αντιστάθηκε στον λαϊκισμό και εκτιμήθηκε από όλους, γιατί έκανε το άλμα της αυτοβελτίωσης και της ισορροπίας.

Το 2016 ήταν χρονιά της οδυνηρής κατάρρευσης πολλών μύθων στη χώρα μας, μιας και εμείς ήμασταν από τους πρώτους που ανεβήκαμε στο τρένο του λαϊκισμού. Ας ελπίσουμε οτι το 2017 θα σημάνει την αντίστοιχη κατάρρευση, για ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη, όπως έγινε και με τους πρωτεργάτες του Brexit, που παραιτήθηκαν την επόμενη μέρα. Ευτυχώς ο Stallone δεν δέχτηκε τη θέση του Υπουργού Πολιτισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες. Θα έτριζαν τα κόκκαλα των τροβαδούρων της γενιάς μας…

*παράφραση της γνωστής φράσης του Bill Clinton “It’s the economy, stupid”, ο χαρακτηρισμός δεν απευθύνεται επ’ ουδενί στον αναγνώστη!









Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Οι φωτό είναι από το www.mononews.gr & www.youtube.com

Το post συνοδεύεται από το "Spinning the Wheel", από το καλύτερο άλμπουμ του George Michael.

buzz it!

21.9.16

Όχι στις ίσες αποστάσεις...


Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη συζήτηση έχει ανοίξει μεταξύ άλλων ο νομπελίστας Paul Krugman, με αφορμή την υποψηφιότητα του λαϊκιστή, ρατσιστή και ξενόφοβου Donald Trump. Ο κατά τεκμήριο προοδευτικός οικονομολόγος επισημαίνει οτι είναι ανεύθυνη η δημοσιογραφία που κρατάει “ίσες αποστάσεις” (αυτό που αποκαλεί “bothsidesism”) από τις δύο πλευρές που αντιμάχονται σε ένα πεδίο, ανεξαρτήτως της ποιότητας, της αλήθειας ή της εντιμότητας των απόψεων τους. Και εξηγείται: Προκειμένου να μεταχειριστεί “ισότιμα” τα δύο στρατόπεδα των αμερικανικών εκλογών, ο Τύπος πολλές φορές αφιερώνει ίσο χρόνο ή χώρο στην παρουσίαση αρνητικών χαρακτηριστικών. Μόνο που έτσι, πολλές φορές, ειδικά το τελευταίο διάστημα, τα πταίσματα εξισώνονται με τα κακουργήματα.

Είτε πρόκειται για την Αμερική του Trump, τη Βρετανία του Brexit ή την Ελλάδα των μνημονίων, αυτό που παρατηρεί κανείς τα τελευταία χρόνια είναι η εξάπλωση του λαϊκίστικου λόγου, αυτού που χαϊδεύει αυτιά, αραδιάζει ασύστολα ψεύδη και υπόσχεται αφειδώς “αυταπάτες”, με πύρινους λόγους ενάντια στο “σύστημα”. Και το πρώτο πράγμα που επιχειρεί αυτός ο λαϊκίστικος λόγος είναι να επιβληθεί ως ισότιμος με όποια προηγούμενη ανάλυση, αποδομώντας την ως “συστημική”. Το μαύρο γίνεται με ευκολία άσπρο, ώστε να δημιουργηθεί πολλές φορές ένα δήθεν επιχείρημα, απέναντι στην “κατεστημένη σκέψη”. Γι αυτό και η προσπάθεια να λογίζονται ως mainstream και αποδεκτά, τα πλέον ανυπόληπτα μέσα και οι πιο ασήμαντες υπογραφές.

Προφανώς και το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα τις τελευταίες δεκαετίες δεν αφήνει κανέναν ευχαριστημένο, εκτός από τους πολύ πλούσιους. Προφανώς και η ευρωπαϊκή πορεία δεν είναι αυτοί που θα ήθελαν οι περισσότεροι πολίτες της (πρωτίστως γιατί βιάστηκε να ακολουθήσει τη διεύρυνση χωρίς την ομοσπονδιακή εμβάθυνση) - οι “κοιλιές” όμως της ιστορίας είναι κι αυτές μέσα στη ζωή και δεν θα πρέπει να μας αποκαρδιώνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Και βεβαίως, στη μεταπολιτευτική πορεία της, η Ελλάδα κλώτσησε την “καρδάρα με το γάλα” της ευρωπαϊκής βοήθειας και αντί να φτιάξει τις υποδομές για ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, σπατάλησε χρόνο και πόρους, παραμένοντας και στην τροχιά της βαλκανικής υπανάπτυξης. Αλλά η διόρθωση δεν είναι αυτή που προτείνει ο λαϊκισμός.

Έτσι και στη χώρα μας, η μη επαγγελματική μας δημοσιογραφία και ειδικά το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, με τα χιλιάδες ελαττώματα τους, έδωσαν την ευκαιρία σε κάθε λογής “εναλλακτική” και “αντικαθεστωτική” δημοσιογραφία να ανθίσει, διεκδικώντας μια ισότιμη θέση στο δημόσιο χώρο. Μόνο που ως συνήθως συμβαίνει με τον λαϊκισμό ή την “επανάσταση εξ επαγγέλματος”, το επίπεδο, η συνέπεια και η εντιμότητα ήταν πολλές φορές χειρότερα. Μαζί με τους ανεγκέφαλους φανατικούς στα social media και τα διάφορα (πληρωμένα ή μη) troll, δημιούργησαν ένα νέο εφιαλτικό τοπίο, που τροφοδότησε την αντιμνημονιακή φούσκα. Όλες οι αποχρώσεις του πολιτικού φάσματος πακεταρίστηκαν στον απαξιωτικό όρο “φιλελέ” και θεωρήθηκαν εχθρικές, στο νέο αυτό διχασμό που καλλιεργήθηκε.

Ακόμα κι όταν η λαϊκίστικη ρητορεία συγκρούστηκε ευθέως με τον ορθό λόγο ή την πραγματικότητα και συνετρίβη, συνέχισε να επιμένει, διεκδικώντας την ισότιμη αντιμετώπιση από τους νοήμονες πολίτες. Για ιστορικούς λόγους που δεν είναι του παρόντος, στην Ελλάδα, όσο πιο αιθεροβάμων είναι μια αντίληψη, τόσο πιο “έντιμη” θεωρείται. Μόνο που οι αμετανόητοι απατεώνες της πολιτικής μας ζωής είναι πρωτίστως όσοι, για να διατηρήσουν το “μαγαζάκι” τους, υπόσχονται ανεφάρμοστους παραδείσους. Στη χώρα της ανέξοδης μαγκιάς, υπάρχουν πολλοί που επιμένουν να διαβεβαιώνουν για τη διατήρηση του βιοτικού μας επιπέδου στο υπάρχον παγκόσμιο οικονομικό σύστημα “χωρίς μνημόνια και ευρώ” ή υπόσχονται δισεκατομμύρια από Κινέζους, Ρώσους και αποζημιώσεις, που δήθεν θα απαιτήσουμε, ακόμα και για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο…

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της διεκδίκησης ισότιμης θέσης στο δημόσιο διάλογο, όσο παράλογη κι αν ήταν η άποψη, είναι η περίπτωση του “Όχι” στο περσινό δημοψήφισμα. Μετά από την παρελκυστική καθυστέρηση μηνών, με το υπάρχον τότε πρόγραμμα βοήθειας να τελειώνει, η κατάληξη ήταν το (γνωστό και προβλεπόμενο) κλείσιμο της στρόφιγγας και η ανήκεστος βλάβη στην ελληνική οικονομία. Το δημοψήφισμα, όπως αποδείχτηκε περίτρανα, ήταν το κερασάκι σε μια απόπειρα πολιτικής χειραγώγησης, που δεν είχε τίποτα το δημοκρατικό και ξέφευγε πέρα από κάθε οικονομική και πολιτική λογική, για όποιον γνώριζε στοιχειωδώς πώς λειτουργεί ο πλανήτης.

Προφανώς και τα ελληνικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα ήταν υποχρεωμένα να παρουσιάσουν και τις δύο απόψεις. Και προφανώς και έπρεπε να ελεγχθούν αρμοδίως (από το ΕΣΡ - κι όχι οι δημοσιογράφοι από την ΕΣΗΕΑ, που παρατηρούσε μέχρι τότε αδιάφορη δεκαετίες κιτρινισμού) για όποιους παραπλανητικούς ισχυρισμούς ή αλλοιώσεις της αλήθειας επιχείρησαν. Αλλά δυστυχώς, η υπόθεση πήγε στο άλλο άκρο. Δημοσιογράφοι κατηγορήθηκαν για “μονομέρεια”, σε μια προδήλως μονομερή παραπομπή, αφού δεν επιχειρήθηκε ούτε κατά διάνοια να ελεγχθούν όσοι προπαγάνδιζαν ανερυθρίαστα, από την άλλη πλευρά, την απάτη και τη χειραγώγηση.

Διότι η πλευρά του “Όχι” υποστήριζε ένα δημοψήφισμα που δεν έπρεπε να γίνει ποτέ, καθώς ήταν οι ολιγωρίες και οι μικροπολιτικοί υπολογισμοί της κυβέρνησης που το προκάλεσαν. Επιπλέον, επρόκειτο περί ενός παραπλανητικού ερωτήματος, για ένα κείμενο που είχε ήδη αποσυρθεί από το τραπέζι. Και κυρίως, υποστηριζόταν με θέρμη οτι με το “Όχι” η διαπραγματευτική μας ισχύς θα δυνάμωνε, ότι οι τράπεζες δεν θα έκλειναν, ενώ θα ήταν και δυνατό να διατηρήσουμε το ευρώ και το ευρωπαϊκό μας κεκτημένο, χωρίς δυνατότητα δανεισμού και χωρίς πρόγραμμα βοήθειας από την τρόϊκα. Ήταν ακριβώς στην ίδια γραμμή, με τα παλαιότερα “θα παίζουμε νταούλια για να χορέψουν οι αγορές”, “θα σκίσουμε τα μνημόνια με ένα άρθρο”, “δεν υπάρχει πιθανότητα ούτε μία στο εκατομμύριο να μην αποδεχθούν την πρόταση μας”. Ο νέος εχθρός μάλιστα ονομάστηκε ”μενουμευρωπαίοι".

Όλα αυτά κατέρευσαν με την απροσχημάτιστη τούμπα της κυβέρνησης, όταν σε δύο μόλις μέρες το “Όχι” έγινε ένα μεγαλοπρεπές “Ναι”, με τη σύναψη ενός νέου μνημονίου, μπροστά στο ενδεχόμενο της αβύσσου (κάτι ανάλογο έγινε με την παραίτηση των ηγετών του Brexit ένα χρόνο μετά). Ακόμα και τότε όμως, η αντιμνημονιακή ρητορική επέμενε οτι η δημοσιογραφία έπρεπε να αντιμετωπίζει ισότιμα τις δύο απόψεις. Να τις παρουσιάσει, ναι. Να τις εξισώσει ως σοβαρές, έντιμες και ειλικρινείς και τις δύο, όχι.


Δεν έπρεπε η δημοσιογραφία να αξιολογήσει; Δεν έπρεπε να υπηρετήσει πάνω από όλα (και από την “αντικειμενικότητα”) την αλήθεια; Δεν έπρεπε να προειδοποιήσει για το άλμα στο κενό, την κοροϊδία και κυρίως την καταστροφή; Δεν έπρεπε να πάρει θέση και να επικρίνει την πλευρά που θεωρούσε παρελκυστική; Και, ανεξαρτήτως των συμφερόντων που είχαν οι ιδιοκτήτες των καναλιών, ποιός έκανε περισσότερη προπαγάνδα, διαστρέφοντας την πραγματικότητα;

Και για όσους επιμένουν στην μετρημένη με ακρίβεια ισομέρεια σε κάθε πολιτική διαμάχη ή δημοψήφισμα, ας το εξετάσουμε και από την (πραγματικά) προοδευτική οπτική: Πώς αντιμετωπίζουμε δημοσιογραφικά το δράμα των Παλαιστινίων, σε σχέση με τις θέσεις των Ισραηλινών κυβερνήσεων; Ψυχρά και με “ίσες αποστάσεις”; Και γιατί στο τραπέζι του διαλόγου να είναι ισότιμες οι θέσεις όσων επικροτούν την εισβολή στην Κύπρο, έναντι όσων την καταδικάζουν;

Το ίδιο βάρος θα δώσουμε στις απόψεις του Donald Trump, του Nigel Farage, του Boris Johnson και της Marine Le Pen έναντι των αντιπάλων τους - όσο και ανυπόληπτες προσωπικότητες να είναι; Ή μήπως πρέπει η δημοσιογραφία να υποκύπτει στα θηριώδη ποσοστά δημοφιλίας καθεστώτων με ολοκληρωτικές τάσεις, όπως του Πούτιν ή του Ερντογάν; Πώς έπρεπε να αντιμετωπίζει ο γερμανικός και ο διεθνής τύπος την άνοδο του ναζισμού και πώς την επάνοδο του; Και τι θα γίνει αν μεθαύριο, σε ένα πιο καταστροφικό δημοψήφισμα, η μία απόψη εκφράζει το δημοκρατικό τόξο και η άλλη τους χρυσαυγίτες; Κι εκεί “ίση μεταχείριση”;

Η εμπειρία του περσινού καλοκαιριού εξηγεί εν πολλοίς και τις εξελίξεις στο ελληνικό ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, τις προσπάθειες χειραγώγησης και την ιδεοληπτική αντίληψη περί κατεστημένων απόψεων και μέσων. H κυβέρνηση ήθελε να σπάσει αυτό που βλέπει ως “εχθρικό καρτέλ της ενημέρωσης”, ανεξαρτήτως του αν εκείνο το βράδυ επιθυμούσε το “Ναι” ή όχι, όπως λένε κάποιες αναλύσεις. Η επιταγή του Συντάγματος χρησιμοποιείται υποκριτικά για να υποκρύψει πολιτικές σκοπιμότητες, αλλά και για το “ξέπλυμα” προσωπικοτήτων, αριστερά και δεξιά στο πολιτικό φάσμα, που θα έπρεπε να είναι στο περιθώριο της δημόσιας ζωής. Χρήσιμο όμως είναι να ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα, θυμίζοντας τα αυτονόητα:

Καθεστωτική είναι μια αντίληψη, όταν συντάσσεται με την (εκτελεστική κυρίως) εξουσία, όχι όταν είναι απέναντι της. Κύριος ρόλος των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων στην κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι να ελέγχουν και να επικρίνουν την εκτελεστική εξουσία, δηλαδή να είναι κατ’ αρχήν καχύποπτοι και αντιπολιτευόμενοι. Κάθε δημοσιογράφος έχει δικαίωμα στην άποψη του και μόνον στο πλαίσιο του ρεπορτάζ ή του δελτίου ειδήσεων είναι υποχρεωμένος να παρουσιάζει τις αντίθετες απόψεις, όχι απαραίτητα με το ίδιο βάρος. Σε κανένα ενημερωτικό προϊόν, είτε πρόκειται για ιδιωτικό έντυπο είτε για δημόσια συχνότητα, ο δημοσιογράφος δεν είναι υποχρεωμένος να είναι “ισοβαρής” απέναντι στις αντικρουόμενες απόψεις - υπάρχουν δεκάδες άρθρα και εκπομπές και κάθε μέσο μπορεί να φτιάχνει τις ισορροπίες του.

Τελευταίο και κυριότερο, “αντικειμενικότητα” στη δημοσιογραφία δεν υπάρχει, με απόλυτους όρους. Ακόμα και το τι είναι είδηση, εξαρτάται από το σύστημα αξιών του καθενός. Η δημοσιογραφία είναι μεταφορά του γεγονότος και της αλήθειας, αλλά και παραλλήλως είναι ερμηνεία της πληροφορίας, άρα άποψη. Το πόσο ψύχραιμο και αμερόληπτο είναι ένα μέσο, μια εκπομπή, ένα άρθρο ή ένας δημοσιογράφος το κρίνει πρωτίστως το κοινό - και δευτερευόντως, σε περίπτωση σοβαρής παραβίασης δεοντολογίας, το συνδικαλιστικό όργανο στο οποίο έχει επιλέξει να συμμετάσχει. Σε καμμία περίπτωση όμως η εκτελεστική εξουσία.










Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Η φωτό είναι εξώφυλλο του Economist & το εξώφυλλο του δίσκου από το www.redmp3.su

Το post συνοδεύεται από το "This Love Is Here To Stay", του Νορβηγού Thomas Dybdahl.

buzz it!

12.1.16

Επιτέλους ο θρίαμβος του βιογραφικού…

Η επιτυχία του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι μόνο μια υπόθεση εσωτερικών κομματικών διεργασιών και συμμαχιών με βάση το συμφέρον, που δυστυχώς αναπόφευκτα υπάρχουν πάντα στην πολιτική. Φαίνεται να είναι μια τομή στα ελληνικά πολιτικά πράγματα, κυρίως λόγω των συμβολισμών της.

Ο 47χρονος πολιτικός ξεκίνησε την πορεία του προς την αρχηγία ως outsider, δείχνοντας οτι δεν έχει τίποτε να χάσει. Στο πλεονέκτημα αυτό, που διευκολύνθηκε από το φιάσκο και την αναβολή της πρώτης εκλογικής διαδικασίας (εκεί δέχτηκε και το πρώτο πλήγμα ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης, γιατί εν μέρει το χρεώθηκε), προστέθηκε μια προσεγμένη και στοχευμένη σύγχρονη καμπάνια, που βρήκε το χρόνο να ξεδιπλωθεί: Δεν συμμετείχε σε “κατινιές", εξέφρασε σαφή και τολμηρό πολιτικό λόγο, έδειξε να μη φοβάται ούτε την ευθύνη - ούτε και κανέναν άλλον.

Έδειξε να μην φοβάται ούτε αυτά που του χρέωναν οι αντίπαλοι του ως μειονεκτήματα: Σαν ο ίδιος να ήταν “τεφάλ”, δεν κόλλησαν ποτέ επάνω του. Το σοβαρότερο, ο νεποτισμός και το βαρύ φορτίο της οικογένειας Μητσοτάκη, εκτοπίστηκαν από την εξαφάνιση του επιθέτου (μεγάλη επιτυχία το να αποκαλείται “Κυριάκος” σκέτο) και την αποστασιοποίηση (σχεδιασμένη ή όχι, δεν έχει σημασία) της αδελφής του Ντόρας Μπακογιάννη.

Ο μεγάλος θρίαμβος όμως του νέου αρχηγού της ΝΔ ήταν οτι βρήκε απέναντι του και υπερνίκησε ένα μέτωπο παλαιοκομματισμού, εθνολαϊκισμού, αναξιοκρατίας και κυρίως το αφανές αλλά απροσχημάτιστο “νταβατζηλίκι” της καραμανλικής εξουσίας στο κόμμα: Ευριπίδης Στυλιανίδης, Νικήτας Κακλαμάνης, Ευάγγελος Αντώναρος και μερικά ακόμα εξαπτέρυγα του Καραμανλισμού εκδήλωσαν την απέχθεια τους προς τον “νεοφιλεύθερο” υποψήφιο. Μαζί και η αριστερά του Αλέξη Τσίπρα, που προτιμούσε εμφανώς τον αντίπαλο του, με “κουμπάρο” τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον οποίον είχε τολμηρά αρνηθεί να ψηφίσει, μόνος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Όλο αυτό το τοπίο, ήταν και το μοιραίο λάθος. Όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν με υποψήφιους που θεωρήθηκε οτι στηρίζονται από τη διαπλοκή, μεγάλη μερίδα των ψηφοφόρων της ΝΔ αντέδρασε στην προσπάθεια για συνέχιση μιας μίζερης παλαιοκομματικής νομιμότητας. Ακόμα περισσότερο, με τον πυκνό πολιτικό χρόνο του τελευταίου έτους, πολλοί αντέδρασαν ακόμα και στην ιδέα της συναίνεσης με την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Αν και γενικά μετριοπαθής, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έπαιξε έξυπνα το παιχνίδι του ασυμβίβαστου. Σε μια χώρα που μερίδα της αριστεράς αλλά και της δεξιάς θεωρεί με άγνοια και αφέλεια οτιδήποτε προέρχεται από τη δύση, ως “νεοφιλελεύθερο” (ακόμα κι αν συνοδεύεται από καταιγισμό φόρων), ήταν τελικά εύκολη δουλειά για το νέο αρχηγό να αντιτάξει το νέο και σύγχρονο, απέναντι στο λαϊκίστικο.

Μία ακόμα κατηγορία, που θα μπορούσε να απωθήσει τους προοδευτικότερους από τους υποστηρικτές του, οτι δηλαδή συνεργάστηκε με τους προερχόμενους από την ακροδεξιά Γεωργιάδη και Βορίδη ή τον Τζιτζικώστα, έπεσε στο κενό. Είχε φροντίσει να την ακυρώσει η δις μετεκλογική συνεργασία του ΣΥΡΙΖΑ με ένα κόμμα, στην άλλη άκρη του πολιτικού φάσματος, που αφήνει παρασάγγας πίσω του τη ΝΔ στον ακροδεξιό λαϊκισμό. Άλλωστε, και ο Μειμαράκης να έβγαινε, με τους ψήφους των δύο άλλων υποψηφίων θα τα κατάφερνε. Ακόμα και ο Αντώνης Σαμαράς, που στήριξε στον β’ γύρο τον Μητσοτάκη, συγκαταλέγεται στους χαμένους της αναμέτρησης: Στην αρχή μοίρασε τις δυνάμεις του μεταξύ Τζιτζικώστα και Γεωργιάδη - και στη συνέχεια δεν πιστώθηκε τίποτα, αποτυγχάνοντας με μαεστρία, ακόμη μια φορά.

Η συντηρητική παράταξη, βρέθηκε σε μια καμπή της ιστορίας της, σε παρόμοια θέση με αυτήν του ΠΑΣΟΚ, όταν έπρεπε να διαλέξει μεταξύ του εκσυγχρονιστή και “αντάρτη” Σημίτη και του πανίσχυρου κομματικά και “νομιμόφρονα” Τσοχατζόπουλου (που εθεωρείτο από όλους, πλην ολίγων διορατικών, το ακλόνητο φαβορί). Και κατ’ αναλογία, λειτούργησε το ένστικτο της αυτοσυντήρησης της. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδειξε οτι μπορεί να διεισδύσει στον κεντροαριστερό χώρο και να κινητοποιήσει μερίδα του κόσμου του. Και αυτός ο φόβος, είναι που λειτουργεί στο απέναντι στρατόπεδο, ενθουσιάζοντας τους οπαδούς της ΝΔ: οτι στις επόμενες εκλογές, προκειμένου να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι πολύ πιθανό να ψηφίσουν για πρωθυπουργό τον Μητσοτάκη, ακόμα και ψηφοφόροι που δεν έχουν ποτέ στη ζωή τους διανοηθεί να μετακινηθούν προς τη συντηρητική παράταξη.

Το “crossover” αυτό οφείλεται σε βαθύτερες διεργασίες στην ελληνική κοινωνία - και στην ουσία στον διχασμό, που μας ταλανίζει τα τελευταία χρόνια: Μεταξύ ενός απομονωτικού και αντιευρωπαϊκού λαϊκισμού και της αγωνίας να παραμείνουμε μια χώρα με δυτικό τρόπο ζωής, εμβαθύνοντας το ευρωπαϊκό κεκτημένο, αντί να το αποδομήσουμε - όσο και αποπροσανατολισμένη να είναι η Ευρώπη, τον τελευταίο καιρό.

Η κουτοπόνηρη προσπάθεια να περιοριστεί το εκλογικό σώμα στους ακραιφνείς νεοδημοκράτες, με την υπογραφή ενός κειμένου περί ακλόνητων αρχών της Νέας Δημοκρατίας - ποιές είναι αυτές άραγε, ο “Καραμανλισμός” που εξέπεσε; - ήταν ένα ακόμα εμπόδιο, γι αυτόν που πρέσβευε ένα σύγχρονο, ανοιχτό, ουσιαστικά φιλοευρωπαϊκό κόμμα, το οποίο δεν περιχαρακώνεται στα μέλη του. Οι εποχές όμως προχωρούν και η κληρονομιά της ανοιχτής ψηφοφορίας για τον ΓΑΠ έκανε πολλούς που δεν ήταν οπαδοί, να σπεύσουν να συμμετάσχουν.

Το κομμάτι της κοινωνίας που δεν διαπραγματεύεται τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, όπως εκφράστηκε και με το “Ναι” στο δημοψήφισμα του Ιουλίου, δεν έχασε την ευκαιρία να στηρίξει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τον υποψήφιο που θεωρεί οτι μπορεί να διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο για τη χώρα. Τα τραύματα άλλωστε μιας περιπετειώδους χρονιάς που έπαιξε στα ζάρια την ευρωπαϊκή μας υπόσταση, ο φόβος για ένα γεωπολιτικό περιβάλλον όλο και πιο επικίνδυνο και η ανάγκη να μην επαναληφθούν ή επιδεινωθούν φαινόμενα όπως το κλείσιμο των τραπεζών και οι περιορισμοί κεφαλαίων, οδήγησαν χιλιάδες νέους ψηφοφόρους στην κάλπη, αλλά και πολλούς παλαιότερους να σκεφθούν πιο τολμηρά.

Κι εδώ είναι ο ακόμα πιο σημαντικός συμβολισμός: Απέναντι σε έναν πρωθυπουργό που με δυσκολία κινείται σε διεθνές περιβάλλον, τόσο από πολιτική κουλτούρα όσο και από εργαλεία κατανόησης του πώς λειτουργεί ο πλανήτης, οι ψηφοφόροι του Κυριάκου Μητσοτάκη έδειξαν να κατανοούν την ανάγκη να υπερβούν τις αδυναμίες των πατεράδων τους (ή και των ίδιων τους των εαυτών) και να επιλέξουν όχι έναν πολιτικό που είναι (κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν) μέτριος ή “χαρισματικός”, αλλά την αξιοκρατία ενός λαμπερού βιογραφικού. Ακόμα κι αν αυτό δεν αρκεί από μόνο του για να κυβερνήσεις σωστά, έχει γίνει πια αντιληπτό οτι μια χώρα σε βαθειά κρίση δύσκολα θα βγει από το τέλμα, όταν είναι είδηση για τα διεθνή μέσα οτι ο νέος αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ξέρει καλά πολλές ξένες γλώσσες κι έχει πλούσιες διεθνείς σπουδές και επαγγελματική εμπειρία, αντί κομματικών και “αγωνιστικών” περγαμηνών.

Υπό μία έννοια, αυτοί που πρέπει κυρίως να φοβούνται, μετά την επικράτηση Μητσοτάκη, είναι τα όμορα κόμματα, όπως το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ, που κινδυνεύουν να απωλέσουν μέρος των ψηφοφόρων τους, στον επερχόμενο διπολισμό. Πρώτη αντέδρασε, με μια αμυντική δήλωση περί “νεοφιλελευθερισμού”, η Φώφη Γεννηματά - κάνοντας το χειρότερο που θα μπορούσε.

Γιατί όταν έχεις απουσιάσει από την ιστορικά καθυστερημένη ψηφοφορία στη Βουλή και ο νέος αρχηγός της συντηρητικής παράταξης έχει δηλώσει εξ αρχής τολμηρά οτι θα ψηφίσει υπέρ του Συμφώνου Συμβίωσης των ομοφύλων ζευγαριών, δύσκολα μπορείς να πείσεις οτι είσαι προοδευτικότερη του αντιπάλου σου. Αντιθέτως, αν διατυπώσεις με σαφήνεια μεταρρυθμιστικό λόγο και δημιουργήσεις την απαραίτητη ανανέωση και δυναμική, όπως έκανε στο χώρο του ο Κυριάκος Μητσοτάκης, δεν έχεις να φοβηθείς, ούτε την ώσμωση των ιδεών, ούτε την απορρόφηση των ψηφοφόρων σου.

Άν όμως δεν έχεις σαφές πολιτικό στίγμα ή φλερτάρεις με τον βαθύ λαϊκισμό μιας βαλκανικής κοινωνίας που δεν θέλει να απωλέσει τα ευρωπαϊκά της προνόμια, τότε δύσκολα θα αποφύγεις τη συρρίκνωση ή την εξαφάνιση. Κάτι που πρέπει να σκεφτούν πολύ καλά και στο Μέγαρο Μαξίμου, μελετώντας το πώς διογκώθηκαν από το 4% στο 36%. Και επιπλέον, αν η κληρονομιά της ρητορικής τους (που ακόμα συνεχίζεται) επιτρέπει την επί μακρόν την κατάληψη του χώρου, που η σύγχρονη κεντροδεξιά του Κυριάκου Μητσοτάκη μας ξαναθύμισε οτι υπάρχει (ακόμα και με ελάχιστη κομματική έκφραση), αριστερότερα του κέντρου.










Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

O πίνακας είναι από τη wikipedia, το σκίτσο από την www.kathimerini.gr και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

Το post συνοδεύεται από το κορυφαίο πολιτικό κομμάτι του μεγάλου απόντα, Thin White Duke: "Young Americans"

buzz it!

2.4.15

Ζούμε στη γυάλα μας...

Θα ήταν ευχής έργο, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να βρει ένα καινούργιο και ουσιαστικό τρόπο να έλθει σε συμφωνία με τους δανειστές μας. Άλλωστε, οι προηγούμενες κυβερνήσεις, ως επί το πλείστον, απέφυγαν με κάθε τρόπο να υλοποιήσουν τα περισσότερα από όσα υπέγραφαν, να κάνουν πραγματικές μεταρρυθμίσεις και να ξεφύγουν από το κατενάτσιο της προστασίας των πελατειακών τους σχέσεων. Αποτέλεσμα το αδιέξοδο, που οδηγούσε (πάντοτε την τελευταία στιγμή) σε οριζόντιες μειώσεις, φορολογικές επιβαρύνσεις και υφεσιακές πολιτικές.

Οποιοδήποτε κέρδος λοιπόν, θα ήταν καλοδεχούμενο. Με την προϋπόθεση να πατάει (και να προστίθεται) σε όσα είχαν επιτευχθεί μέχρι τώρα, όπως ο (περίπου) ισοσκελισμένος προϋπολογισμός και η απομάκρυνση κάθε υπόνοιας αποχώρησης της Ελλάδας από την ευρωζώνη και την ευρωπαϊκή διαδικασία γενικότερα. Ή ακόμα αυτό το ισχνό “χαλάρωμα” του τελευταίου χρόνου στην ψυχολογία και στην πραγματική οικονομία, που σε συνδυασμό με παραμέτρους όπως η άνοδος του τουρισμού έβαλαν λίγο λάδι στο γρανάζι της αγοράς - δίνοντας την εντύπωση οτι “πιάσαμε πάτο” και οτι πια αρχίζει μια μικρή, αργή αλλά ανηφορική πορεία.

Για να μην υφίσταται όμως η Ελλάδα το “μαρτύριο του Σισσύφου”, θα έπρεπε να συντρέχουν πολλοί λόγοι, πέρα από όσα αποδίδονται, δικαίως ή αδίκως, στην “γερμανική ιδεοληψία”. Διότι οι ευθύνες δεν αρχίζουν μόνο μετά την περίοδο χάριτος μιας κυβέρνησης (που στις παρούσες συνθήκες έχει ήδη εξανεμιστεί).

Όταν λοιπόν πιέζεις για εκλογές, ώστε να φύγει μια επιζήμια για τον τόπο κυβέρνηση, οφείλεις να είσαι απόλυτα προετοιμασμένος με τη λίστα των δικών σου (πραγματικών) μεταρρυθμίσεων, για το ενδεχόμενο διακυβέρνησης, όποια “καυτή πατάτα” και να σου σου πετάξει ο αντίπαλος - ειδικά όταν μετά από 5 χρόνια, ο υποχρεωτικός δανεισμός δεν είναι κάτι που η χώρα αντιμετωπίζει για πρώτη φορά. Αλλιώς καλύτερα να ψήφιζες Σταύρο Δήμα, δεδομένου και οτι οι εναλλακτικές σου περιλάμβαναν στην πρώτη θέση τον Δημήτρη Αβραμόπουλο.

Όταν καλείσαι επιτέλους να κυβερνήσεις μια χώρα σε κρίση, δεν επιλέγεις τους πιο ασταθείς συγκυβερνήτες, έτσι ώστε να έχεις “εύκολη δημαγωγική δουλειά” και να απευθύνεσαι στα πιο χαμηλά ένστικτα του “αγανακτισμένου” ακροατηρίου σου. Ούτε ξεχνάς αμέσως τις όποιες αριστερές σου κατευθύνσεις, προς χάριν ενός πνιγηρού εθνολαϊκισμού, με φιέστες στο Σύνταγμα. Τα καλά παραδείγματα που προσπαθείς να δώσεις με οδηγίες ταπεινότητας για βουλευτικά ΙΧ, άρνηση επιδομάτων εξωτερικού και σοβαροφάνειας και άλλες λεπτομέρειες είναι απελπιστικά λίγα και ανεπαρκή. Άλλωστε, κάτι τέτοια ευχολόγια περί “σεμνότητας και ταπεινότητας” τα είπαν και άλλοι, μετριοπαθέστεροι βεβαίως του Σαμαρά, αλλά καταστροφείς της χώρας. (Δυστυχώς, τους καλύπτεις και αυτούς, μέσα στην αντιεκσυγχρονιστική σου αφήγηση, φτάνοντας μέχρι το απίστευτο σημείο να ζητήσεις εξεταστική για τα μνημόνια, χωρίς την περίοδο Καραμανλή, κατά την οποία χρεοκόπησε η χώρα!)

Όταν πια φτάνεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων (και της πραγματικότητας), δεν έχεις ως πρώτο μέλημα σου την επικοινωνία και τον αντιπερισπασμό. Όσοι προηγήθηκαν από σένα, πλήρωσαν ακριβώς την αντίληψη οτι η πολιτική εξαντλείται στα τηλεοπτικά πάνελ και στο μπαλκόνι. Το να προσπαθείς με νύχια και με δόντια να κοροιδέψεις τον καθρέφτη σου (και τους ιθαγενείς) οτι η τρόικα θα λέγεται πια “θεσμοί” (ή Brussels Group) και το νέο μνημόνιο “συμφωνία”, δεν είναι μόνο μια βάναυση διαστροφή της γλώσσας από ένα οργουελιανό newspeak, αλλά δείχνει και την χρεοκοπία της μέχρι τώρα ρητορικής σου. Γιατί, όταν επιτέλους συναντάς τα δύσκολα, αναγκάζεσαι εμμέσως πλην σαφώς να παραδεχτείς ότι εκείνα με τα οποία τάιζες τον φανατισμό των οπαδών σου, δεν ήταν παρά φρούδες ελπίδες και εργαλεία παραπλάνησης.

Κυρίως όμως, δεν κωλυσιεργείς. Γιατί αν έχεις στοιχειώδη αίσθηση των προτεραιοτήτων, γνωρίζεις οτι η οικονομία είναι μια δυναμική διαδικασία και οτι τα χειρότερα υφεσιακά μέτρα είναι η αβεβαιότητα, το στέγνωμα των καταθέσεων και της αγοράς, η απώλεια εμπιστοσύνης και επενδυτών. Τα δισεκατομύρια που χάνονται όλους αυτούς τους μήνες από το ΑΕΠ, θα αναγκαστείς να τα δανειστείς επιπλέον από αυτά που έχεις ήδη ανάγκη. Κι όταν φλερτάρεις με την ασφυξία, σημαίνει οτι δεν έχεις αντιληφθεί την ευθύνη που κουβαλάς. Γιατί το παραμικρό επεισόδιο, μικρού ή μεγάλου “θανάτου”, αλλά και το ίδιο το “σύρσιμο” δεν θα κάνει τίποτε άλλο παρά να επιδεινώσει τη θέση αυτών που υποτίθεται οτι προστατεύεις, αρνούμενος άλλα “σκληρά και επώδυνα μέτρα”. Ο έχων ευρώ στο εξωτερικό ή στο στρώμα θα είναι πλουσιότερος μέ ένα άλλο νόμισμα ή μετά από ένα τραπεζικό σοκ. Αυτός που ΔΕΝ έχει κομπόδεμα, χρειάζεται απεγνωσμένα την προστασία του ευρώ. Γιατί, αλλιώς μπορεί να ξυπνήσει ένα πρωί με τη σύνταξη του να μη φτάνει ούτε για το 1/3 των φαρμάκων που προμηθεύεται σήμερα.

Και πάνω από όλα, δεν διακυβεύεις την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Όχι μόνο για γεωπολιτικούς λόγους (που ισχυρίζεσαι οτι είναι το μεγάλο σου χαρτί), που αντιστοιχούν σε ευημερία, πολιτισμό, ειρήνη και ανάπτυξη. Αλλά και γιατί δεν έχεις τέτοια εντολή - και συνεχώς διαβεβαιώνεις για το αντίθετο μιας τέτοιας προοπτικής. Και γι αυτό δεν παίζεις με τη φωτιά, ερεθίζοντας τα αντευρωπαϊκά και εθνικιστικά ένστικτα μιας μεγάλης μερίδας του εκλογικού σώματος που σε στηρίζει, βαυκαλιζόμενο οτι η ελπίδα, η περηφάνια και η “αξιοπρέπεια” επιτυγχάνουν την σωτηρία ενός λαού, που θέλει να απολαμβάνει ευρωπαϊκά, ακολουθώντας τριτοκοσμικούς κανόνες. Το παραμύθιασμα έχει κοντά ποδάρια. Αν εσύ τόσα χρόνια ζούσες στη γυάλα σου, αυτό δεν σημαίνει οτι πρέπει να το ενισχύσεις ως κατεστημένη νοοτροπία στον ελληνικό λαό.

Όχι λοιπόν, το μνημόνιο δεν έφερε την κρίση, το ανάποδο έγινε, με κύριο μοχλό την υπερχρέωση της χώρας στην αμέσως προηγούμενη περίοδο. Ούτε μπορούμε να ζήσουμε χωρίς δανεικά, ακόμα τουλάχιστον. Το Grexit δεν είναι προτιμότερο από κανένα μνημόνιο, ασχέτως αν πρέπει να αναζητήσουμε καλύτερο - κι ας θυμήθηκες τώρα την “ψυχολογία της αγοράς”, που τάχαμου δεν θα επιτρέψει την ανάπτυξη, αν “ταπεινωθούμε”. Εξακολουθούμε να έχουμε να κάνουμε με την τρόικα, γιατί είναι η μόνη που μπορεί (και θέλει) να μας δανείσει φτηνά, αφού οι αγορές είναι κλειστές για μας. Η τρόικα, όπως και κάθε δανειστής που δεν είναι τοκογλύφος, δεν πρόκειται να μας δώσει κεφάλαια, αν δεν συμφωνήσουμε σε ένα μίνιμουμ κοστολογημένων και επίπονων μέτρων, αλλιώς θα επιβάλει τα (άδικα ίσως) δικά του. Η αύξηση των εσόδων του κράτους, η αύξηση των εισοδημάτων των πολιτών, η ελάφρυνση των φόρων, η ανάπτυξη και οι νέες θέσεις εργασίας, η πάταξη της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής και η ρήξη με τη διαπλοκή δεν γίνονται με “σκισίματα μνημονίων”, πρωθυπουργικές εντολές και ψήφιση “ενός νόμου”, αλλά με σχέδιο, πολλή και σκληρή δουλειά, αξιοκρατία και εκσυγχρονισμό - όλα αυτά που πολεμάς και σιχαίνεσαι, γιατί σου χαλάνε την αφήγηση και το πελατειακό σου κράτος.

Και όχι, η βελτίωση του δημόσιου βίου δεν γίνεται με στελέχη που το μόνο τους “προσόν” είναι η κομματική δουλειά ή η γραφικότητα. Ούτε ανασύροντας από το “χρονοντούλαπο της ιστορίας” όλους τους χρεοκοπημένους. Με αερολογίες και συστηματική αποδόμηση των λίγων επιτευγμάτων των τελευταίων χρόνων στην αξιολόγηση, στη στελέχωση του δημόσιου τομέα, στις ανεξάρτητες αρχές, στην παιδεία, στον περιορισμό της σπατάλης στην υγεία, στις διεθνείς σχέσεις και σε άλλους τομείς, δεν κάνεις τίποτε άλλο παρά να οδηγείς το σκέφος ξανά στα βράχια, με παλαιοκομμουνιστική επιμονή και αμεριμνησία. Και μέτρο της “υπεροχής” σου δεν μπορεί να είναι οι κραυγές και η αποτυχία ακροδεξιών προκατόχων - ειδικά αφού δεν έδιωξες (επ’ ουδενί) την ακροδεξιά από την κυβέρνηση.

Και ναι, κυρίως υπεύθυνο είναι το εκλογικό σώμα, που αναδεικνύει όλους αυτούς που του αρέσει να του χαιδεύουν τα αυτιά, έτοιμο να ενθουσιαστεί και να απογοητευθεί αφελώς - το απέδειξε ρουφώντας σαν σφουγγάρι την “εθνική υπερηφάνεια” και την “αξιοπρέπεια” που του πούλησες, για να αποφύγει πάση θυσία την αυτογνωσία και τη δουλειά που πρέπει να κάνει. Μόνο που εθνικό είναι το αληθινό, το σύγχρονο και το ισχυρό οικονομικά. Και η ευθύνη είναι και σε αυτούς που αναλαμβάνουν να πρωταγωνιστήσουν στο σενάριο που οδηγεί στην οπισθοδρόμηση. Γιατί ακόμα κι αν δεν πέσει ολόκληρη η σκηνή, το κακοπαιγμένο έργο μπορεί να κατέβει απελπιστικά σύντομα.












Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Το γράφημα είναι από το Βήμα και το εξώφυλλο από το www.pacorabanne.com

To post συνοδεύεται από το "House of the Rising Sun", στην εξαιρετική διασκευή του 19χρονου Βρετανού Guy Ivory.

buzz it!

28.1.15

Όλα λάθος...

Φυσικά, πάντα υπάρχουν και χειρότερα. Αλλά το εκλογικό σώμα, πιστό σε μια γραμμική καθοδική πορεία, από τότε που ξέσπασε η κρίση, φροντίζει για την παραμονή στο τέλμα, παρά την κρισιμότητα του ελληνικού προβλήματος. Έτσι, ψηφίσαμε και πάλι εγκλωβισμένοι, χωρίς να έχουμε φροντίσει να αντιτάξουμε τις απαραίτητες νέες προτάσεις, στην εκληματική ολιγωρία του πολιτικού προσωπικού και το παραμύθιασμα μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Ας δούμε λοιπόν πόσο “λάθος” ήταν αυτό παρήγαγε η κάλπη (θυμίζω οτι ούτε η ετυμηγορία ενός λαού είναι υπεράνω κριτικής στη δημοκρατία):

Αντί να δώσει μια λελογισμένη πλειοψηφία στην άλλη πλευρά του συστήματος καθυστέρησης, στον ΣΥΡΙΖΑ και να τον υποχρεώσει έτσι σε συμμαχίες με μετριοπαθέστερα κόμματα, επέλεξε να του δώσει (ακόμα και με την ψήφο πολλών που δεν ενέκριναν τίποτα στο ύφος και την ιδεολογία του) έναν θρίαμβο “πάνω στο κύμα”, που φορτώνει την ευθύνη σε μια ηγετική ομάδα ενός κόμματος προβληματικά ανομοιογενούς και υποκριτικής σύνθεσης, με την εσωτερική σκληροπυρηνική αντιπολίτευση, να εγγυάται με την αφόρητη δογματική μετριότητα της, τις δύσκολες μέρες μικροπολιτικών συγκρούσεων, που θα έρθουν.

Εμπιστεύεται έτσι τις τύχες της χώρας σε έναν 40χρονο πρωθυπουργό, που δεν έχει να επιδείξει τίποτε ιδιαίτερο στην καριέρα του και βεβαιωμένα δεν έχει κανενός είδους διοικητική εμπειρία, παρά σε ένα κόμμα που μέχρι πρότινος ήταν περιθωριακό. Επιπλέον, τα προβεβλημένα στελέχη, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν διακρίθηκαν μέχρι τώρα, παρά για την ακατάσχετη υποσχεσιολογία και μπαρουφολογία.

Αντί να εξασφαλίσει τουλάχιστον μια συντριπτική ήττα για τον Αντώνη Σαμαρά, που έπρεπε να τιμωρηθεί για την δραματικά πλημμελή του πορεία, κατάφερε να του δίνει το δικαίωμα να υπερασπίζεται ακόμα την καρέκλα του, με ασχημίες σαν την άρνηση παράδοσης-παραλαβής του Μαξίμου και να δηλώνει ταυτόχρονα οτι “ε, δεν χάσαμε και πολλές ψήφους”. Κάπως ανάλογα είναι τα πράγματα και για το ΠΑΣΟΚ (αν και εδώ η ήττα είναι συντριπτική), ενώ άγνωστο παραμένει αν θα δει την έξοδο από την ηγεσία του κόμματος ο Ευάγγελος Βενιζέλος, που το μόνο που βρήκε, αντί αυτοκριτικής, για να εξηγήσει τη συρρίκνωση του κόμματος του στο 1/3 της δύναμης του 2012, ήταν το ΚΙΔΗΣΟ του 2,5%.

Αντί να φέρει καθαρά το Ποτάμι στην τρίτη θέση, που πέρα από όποια κριτική για τα λάθη του αποτελεί μια ρηξικέλευθη δύναμη στην υγιή πλευρά του πολιτικού φάσματος, επέτρεψε να καταλάβει τη θέση αυτή η Χρυσή Αυγή, παρά την ελαφρά μείωση των δυνάμεων της - εντελώς δυσανάλογη όμως με τις αποκαλύψεις για τη δράση της ως εγκληματικής οργάνωσης. Η ντροπή για τη ναζιστική παρουσία δεν φαίνεται να αγγίζει όσους πεισματικά την ανέχονται ή εξακολουθούν να κλείνουν το μάτι στο ακροατήριο της.

Αντί να επιτρέψει στο κόμμα του Γιώργου Παπανδρέου, που αν μη τι άλλο αποτελούσε μια σοσιαλδημοκρατική πρόταση, να συμμετάσχει στη νέα Βουλή, προτίμησε να δώσει άνετη είσοδο στους Ανεξάρτητους Έλληνες, το κόμμα που κινείται στις παρυφές της ακροδεξιάς και επικρίνεται από το διεθνή τύπο για τις “ρατσιστικές, εθνικιστικές και συνωμοσιολογικές” του αντιλήψεις. Αντί να αποδοκιμάσει κι άλλο τη σταλινική μονολιθικότητα του ΚΚΕ, επέλεξε να το δυναμώσει λίγο, σε σχέση με το 2012. Και τέλος, επιφύλαξε τον απόλυτο διασυρμό στη ΔΗΜΑΡ, που όσο και άν είχε πράγματι μια (αυτο)καταστροφική πορεία, δεν άξιζε να βρίσκεται τόσο κάτω από τα κόμματα που προτίμησαν οι χαβαλέδες, όπως αυτό του Λεβέντη ή του Γκλέτσου.

Θα μπορούσε κανείς να αναθαρρήσει τουλάχιστον από το γεγονός οτι ένας αριστερός πρωθυπουργός θα θέσει την ατζέντα των πραγματικά προοδευτικών αντιλήψεων και θεμάτων. Αλλά πώς να χαρεί κανείς για τον πολιτικό όρκο του Τσίπρα, όταν σπεύδει από τις πρώτες ώρες της νίκης του, χωρίς καν διαπραγματεύσεις με άλλα κόμματα, να αποδείξει τον χειρότερο εαυτό του και να κλείσει συμφωνία με τους “ψεκασμένους”;

Τι θα πει ο θρήσκος και υπερπατριώτης κυβερνητικός εταίρος για την όποια πρωτοβουλία στις σχέσεις με την εκκλησία, την καύση των νεκρών, τον γάμο των ομοφύλων, την πολιτική για τα ναρκωτικά, τα δικαιώματα των μειονοτήτων και των μεταναστών στα κρατητήρια-κολαστήρια; Θα απαντήσει με το “Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια” που αρέσει στο ακροατήριο του; Και πώς θα είναι μια αριστερή κυβέρνηση με υπουργούς τους Καμμένο και Κουίκ;

Πόσο υποκριτικό είναι να καταθέτεις τριαντάφυλλα για τα θύματα του ναζισμού στην Καισαριανή και να συνεργάζεσαι με ανθρώπους που έχουν κοινά ιδεολογικά χαρακτηριστικά με τους Μπαλτάκους και μιλούν για τα “που@@ριά της Ευρώπης”; Και τι απαντάς στην ιερή οργή των υποστηρικτών σου, που επέκριναν (και δικαίως) τα φληναφήματα περί “σοβαρής Χρυσής Αυγής”, όταν εξαρτάσαι από μια ιλουστρασιόν εκδοχή που διατείνεται οτι “οι Εβραίοι στην Ελλάδα πληρώνουν λιγότερους φόρους”;

(Ας μην πει κανείς οτι και η ΔΗΜΑΡ είχε συμμετάσχει σε κυβέρνηση με μέλη ακροδεξιούς. Είναι τελείως διαφορετικό να καλείσαι να συμπληρώσεις όλο το πολιτικό φάσμα από τις παρυφές της ακροδεξιάς ως την ανανεωτική αριστερά, σε μια κυβέρνηση ευρείας συνεργασίας και άλλο να σπεύδεις να επιλέξεις τον πιο καφενειακό εταίρο στην άκρα δεξιά, ακριβώς γιατί θέλεις να αποφύγεις πάση θυσία οποιονδήποτε άλλον ενδιάμεσο, με το πρόσχημα του δημαγωγικού διαχωρισμού “μνημονιακός/αντιμνημονιακός”.)

Αν δε επιβεβαιωθούν και οι πληροφορίες οτι θα προταθεί ο Δημήτρης Αβραμόπουλος (ή ακόμα χειρότερα ο Κώστας Καραμανλής) για την Προεδρία της Δημοκρατίας, τότε το φουλ του λαϊκισμού συμπληρώνεται. Το απόλυτο “τίποτα” της αδράνειας, της καταστροφής και της χρεοκοπίας θα θριαμβεύσει. Αλλά βέβαια, το αντι-εκσυγχρονιστικό μένος είναι ισχυρότερο από οτιδήποτε άλλο και τα ετερόκλητα συναντώνται σε μια οριζόντια ταύτιση, που κοιτάει μόνο προς τα πίσω.

Θα το αντέξουμε και αυτό, πιθανότατα με ισχυρούς κραδασμούς τον Μάρτιο, οπότε και τελειώνει η δίμηνη παράταση του προγράμματος δανειοδότησης. Η ευχή όλων είναι να τη σκαπουλάρουμε και πάλι, πιθανότατα “σύριζα” και με τις μικρότερες δυνατές απώλειες. Ας μην αναρωτηθεί κανείς όμως, τα επόμενα πέντε χρόνια, γιατί η Ελλάδα είναι ακόμα σε κρίση…



Update: Το κείμενο αυτό γράφτηκε πριν τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης. Βεβαίως και υπάρχουν θετικά, όπως κάποια πρόσωπα και κάποιες από τις πρώτες δηλώσεις και κινήσεις για πολιτικό όρκο, ιθαγένεια, ΕΡΤ, πολιτισμό. Όπως φυσικά υπάρχει και πλεόνασμα λαϊκισμού και οπισθοδρόμησης. Το χειρότερο όμως παραμένει η συνεργασία με τουες ΑΝΕΛ, από ένα κόμμα που είχε ως κύρια επιδίωξη "να απομακρύνει την ακροδεξιά".











Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Η φωτό Σαμαρά-Καμμένου από συγκέντρωση του Ευάγγελου Αβέρωφ στην Καλαμάτα είναι από το gkdata.gr και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το πολύγλωσσο "Tongue Tied" του Βρετανού Charlie Winston

buzz it!

22.1.15

Έρχεται η ...λεπίδα

“Πέρνα τη Δευτέρα από τη ΔΕΚΟ που θα διοικώ, για να κλείσουμε συμφωνίες”. Αυτά είναι τα λόγια κομματικού στελέχους, πρώην Πασοκτζή, προς επαγγελματία του χώρου του. Φυσικά, τα “ντιλ” δεν θα υπογραφούν τη Δευτέρα, αλλά η φράση είναι ενδεικτική της νοοτροπίας για την κατάληψη της εξουσίας.

Μπροστά στην κάλπη, η αντιμετώπιση της κατάστασης έχει τον ενθουσιασμό του φανατικού ή στην καλύτερη περίπτωση του νεοφώτιστου. Πολλοί Έλληνες είναι έτοιμοι να ξαναψηφίσουν τους χειρότερους, σε όλο το κομματικό φάσμα. Κανενός δεν ιδρώνει το αυτί που οι τράπεζες στραγγίζουν, ενώ τα δις φεύγουν στο εξωτερικό, με ρυθμούς πολυβόλου, από την επιπολαιότητα και των δύο πρωταγωνιστών της πολιτικής μας ζωής. Κανείς δεν ανησυχεί που τα πάντα έχουν ανασταλεί στην οικονομία και ο δανεισμός των ελληνικών επιχειρήσεων από το εξωτερικό έχει κοπεί μαχαίρι.

Αμεριμνησία για όλους; Όχι, ένα κομμάτι του εκλογικού σώματος δείχνει και πάλι να ασφυκτιά. Είναι αυτό που εκφράζεται από το ερώτημα: “Αυτοί πρέπει να φύγουν και οι επόμενοι δεν πρέπει να έρθουν. Τι στο καλό κάνουμε;” Ωστόσο, το αδιέξοδο του πολωτικού, δικομματικού ανταγωνισμού έχει κάποιες λύσεις, μη βεβαρημένες από την πρόσφατη διακυβέρνηση.

Όλα δείχνουν οτι η Νέα Δημοκρατία δεν έχει καμία ελπίδα πια να κατακτήσει την πρώτη θέση. Ο Αντώνης Σαμαράς, που διαχειρίστηκε τις τύχες μας όσο πιο παλαιοκομματικά και μικροπολιτικά μπορούσε, επιδιώκει μια διαχειρίσιμη ήττα, με σχετικά ανεκτή διαφορά, ώστε να μπορέσει να κρατηθεί στην καρέκλα του Προέδρου της ΝΔ - και ίσως και να επανακάμψει, όπως ελπίζει, μετά από μια κατάρρευση του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ. Μόνο που αυτή η κατάρρευση, αν συντελεστεί, δεν θα αφορά μόνο το νικητή των εκλογών.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι το ποσοστό που θα φέρει ο ΣΥΡΙΖΑ, σε συνάρτηση με τη διαφορά των δύο πρώτων, αλλά και τον πήχυ της αυτοδυναμίας, όπως θα διαμορφωθεί και από τις ψήφους που δεν θα βρούν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Εάν η αυτοδυναμία επιτευχθεί, τα πράγματα θα είναι πολύ σκούρα και για το ίδιο το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που δεν θα έχει δικαιολογίες για να μην εφαρμόσει τις μαξιμαλιστικές του εξαγγελίες.

Η πολιτική υποκρισία όμως θα λάμψει και στην περίπτωση της απλής πρωτιάς. Εντός του ΣΥΡΙΖΑ, η φυσιολογική, για οποιαδήποτε δυτική κοινωνία και πολιτική ζωή, εκδοχή να συνεργαστούν με τα γειτονικά τους κόμματα αντιμετωπίζεται περίπου ως λέπρα, με τη δικαιολογία των ”διαφορετικών κατευθύνσεων”. Το ένα τρίτο του εκλογικού σώματος θέλει να επιβάλει τη δική του οπτική - κι αν αυτή δεν ταιριάζει με τους άλλους, προτιμά το περιθώριο και στις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος.

Μερικοί μάλιστα το πηγαίνουν ακόμα πιο πέρα, ελπίζοντας οτι το ΚΚΕ θα συμπιεστεί και θα παράσχει - με βαριά καρδιά - ψήφο ανοχής. Λες και δεν είναι πάγιο αίτημα των αριστερών κομμάτων η απλή αναλογική, άρα και οι μετεκλογικές συνεργασίες. Αλλά στην παθογένεια της αντιμνημονιακής ρητορικής, η αριστερά πάει περίπατο, αναζητείται αρραβώνας στις παρυφές της ακροδεξιάς και η συνεργασία με τα κόμματα του κεντροαριστερού χώρου ισοδυναμεί με προδοσία…

Αν λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μερικές έδρες μακριά από την αυτοδυναμία, η πίεση των αρτηριοσκληρωτικών από το εσωτερικό, αλλά και ο πειρασμός των αλαζόνων, θα είναι να πάει σε δεύτερες εκλογές, ώστε να κατακτήσει την αυτοδυναμία, με όπλο την πόλωση. Πιθανότατα θα το καταφέρει, έχοντας αδειάσει την κλεψύδρα για τη χώρα, σε βαθμό άκρως επικίνδυνο, μέχρι τη λήξη της δίμηνης παράτασης του μνημονίου. Το “ατύχημα” μπορεί να συμβεί χωρίς να το θέλει κανείς - και δεν είναι ανάγκη να είναι δραματική έξοδος από το ευρώ. Μπορεί ανέτως να είναι κάτι ανάλογο αυτού που έγινε στην Κύπρο - κάτι που να πάει ακόμα πιο πίσω την εύθραυστη προσπάθεια ανάκαμψης.

Εδώ παρουσιάζεται ένα ακόμα ακραίο σενάριο: Εάν το σκοινί φτάσει μέχρι τα άκρα, όσοι δεν ψηφίζουν αριστερά κόμματα, θα συνασπιστούν για να ανακόψουν την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ, επιλέγοντας Νέα Δημοκρατία, παρά τις έντονες πολιτικές και αισθητικές αντιρρήσεις τους. Η ζημιά, σε τέτοια περίπτωση, θα είναι διπλή: Και η πόλωση θα θριαμβεύσει και ο Σαμαράς θα διασωθεί ανέλπιστα για τα επόμενα χρόνια, αντί να πάει σπίτι του, δίνοντας την ελπίδα μιας αλλαγής φρουράς χωρίς ακροδεξιά στοιχεία και την εξέλιξη του συντηρητικού κόμματος σε μια (πιο) σοβαρή κεντροδεξιά παράταξη.

Σε κάθε περίπτωση, ο εγκλωβισμός σε δηλώσεις μεταξύ εικόνων και εμφυλιοπολεμικού τσαμπουκά από τη μία και στην απίστευτη αδυναμία να αρθρωθούν οι στοιχειώδεις εξηγήσεις για την οικονομία από την άλλη, οδηγεί τη χώρα σε συμπληγάδες, με τον έναν λαϊκισμό να τρέφει τον άλλον. Η διαρκής υποχώρηση δε στα πραγματικά προοδευτικά αιτήματα προκαλεί μόνο θλίψη.

Η μόνη λύση που διαφαίνεται, για να μην έρθει η …λεπίδα (για να παραφράσουμε το σύνθημα μιας πράγματι πετυχημένης καμπάνιας), είναι να μην υπάρχει μεγάλη ισχύς σε καμμία άκρη του νέου δικομματικού διπόλου. Η πολιτική μας ζωή πρέπει επιτέλους να αποκτήσει κουλτούρα συνεργασιών και να μην κυνηγάει δημαγωγικές και πολωτικές αυτοδυναμίες. Έτσι ώστε να υπάρχει το χαλινάρι, που θα κάνει να επικρατήσει η μετριοπάθεια, η ανανέωση και η απλή λογική, που τόσοι εύχονται, αλλά μικροπολιτικά ή με επιπολαιότητα ξεχνούν…











Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

H αφίσα είναι ...αγνώστου πατρός και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To spot συνοδεύεται από το "Je Suis Une Go-Go Girl" των Γάλλων The Limiñanas.

buzz it!

29.12.14

Τη μπουκιά από το στόμα...

Όπως όλα δείχνουν, η τρίτη ψηφοφορία για εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας θα αποβεί και αυτή άκαρπη (παρά το ότι ο Σταύρος Δήμας ήταν ό,τι αξιοπρεπέστερο έχει να επιδείξει η σημερινή δεξιά) - και οδεύουμε προς τις πρόωρες κάλπες, πιθανώς την Κυριακή 1η Φεβρουαρίου (την 25η Ιανουαρίου προανήγγειλε τελικά ο πρωθυπουργός). Το παράδειγμα της Σουηδίας ουδόλως μας πτόησε - κι ας κινδυνεύουμε, εκτός από την οικονομική “ανακοπή”, να αποκτήσουμε στη Βουλή και τρίτο κόμμα τη Χρυσή Αυγή, αφού δεν έχει γίνει ακόμα η δίκη για την εγκληματική οργάνωση. Και το πιθανότερο είναι οτι μαζί με την προκήρυξη εκλογών, θα έχουμε και την ανακοίνωση ενός νέου κόμματος, υπό τον Γιώργο Παπανδρέου, 10 και πλέον χρόνια μετά την ανάληψη της προεδρίας του ΠΑΣΟΚ, από τον ίδιο.

Το πολιτικό σκηνικό είναι, ούτως ή άλλως, σουρεαλιστικό. Ένας πρωθυπουργός που εγκαταλείπει ανεύθυνα (όπως ο προκάτοχος του στην προεδρία της ΝΔ Καραμανλής) στα δύσκολα, αφού δεν έκανε παρά ελάχιστες και ελλιπείς μεταρρυθμίσεις, πνιγμένος μέσα στον λαϊκισμό, που πάντοτε υπηρετούσε με ακροδεξιό και εθνικιστικό πρόσημο - και μονίμως αποδίδει στον ΣΥΡΙΖΑ. Το πιθανότερο είναι οτι, εγκλωβισμένος στις ανεπαρκείς επιδόσεις του, δεν επιθυμούσε πραγματικά την εκλογή ΠτΔ, αφού ελπίζει σε μια αξιοπρεπή ήττα και στο περίφημο σενάριο της “αριστερής παρένθεσης”. Στην ουσία, προσπαθεί με κάθε τρόπο και απεγνωσμένα να μην εγκαταλείψει τον θώκο, για να μη σημάνει το αιφνίδιο και τελεσίδικο πολιτικό του τέλος.

Από την άλλη πλευρά, τα πράγματα είναι ακόμα πιο παράλογα: Παρά τις μεγαλοστομίες για την αδήριτη ανάγκη πολιτικής αλλαγής μέσω εκλογών, ένα απολύτως ανέτοιμο και αιθεροβάμον επιτελείο παραμένει τρομοκρατημένο για την “καυτή πατάτα” που τους πέταξε ο Σαμαράς. Αμέσως μετά την εκλογή της, η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να υπογράψει ένα νέο μνημόνιο, για να εξασφαλίσει χρηματοδότηση - και θα πρέπει να το ονομάσει κάτι άλλο, πιθανώς το εντελώς ανάποδο από αυτό είναι. Έτσι, η χώρα αντιμετωπίζει και επισήμως το πλήρες φάσμα της πολιτικής υποκρισίας, με την αξιωματική αντιπολίτευση να ζητάει επιτακτικά εκλογές, που μάλλον δεν επιθυμεί. Τουλάχιστον, όχι με αυτούς τους όρους.

Τώρα, μέσα σε όλα αυτά, προστίθεται κι ένας νέος “πονοκέφαλος”, αφού η πολιτική (όπως και η ίδια η ζωή) απεχθάνεται το κενό: Όπως η “τρύπα” της μεταρρυθμιστικής κεντροαριστεράς που άφησαν το βενιζελικό ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ πιθανότατα θα γεμίσει από την πρωτοβουλία του Σταύρου Θεοδωράκη (με ολίγον από Λυκούδη), έτσι και το κενό του παραδοσιακού (ή μη εκσυγχρονιστικού) ΠΑΣΟΚ, που δεν μπόρεσε να καλύψει πραγματικά ο ΣΥΡΙΖΑ, απειλείται να καλυφθεί από την πρωτοβουλία Παπανδρέου - αν τελικά αποτολμήσει το εγχείρημα.

Παρά τη διαπίστωση οτι μεγάλη μερίδα του εκλογικού σώματος θα χαρακτηρίσει την επάνοδο Παπανδρέου εκδικητική, θρασεία ή και “διαπλεκόμενη” (αν και η διαπλοκή τον πολέμησε λυσσαλέα), η λατρεία που του επιφύλασσαν πολλοί στον πολιτικό του χώρο, δεν ήταν διόλου αμελητέα. Με απήχηση και σε ένα κομμάτι των ανένταχτων μεταρρυθμιστικών δυνάμεων, η παρουσία Παπανδρέου μπορεί να βλάψει όλα τα όμορα κόμματα: Αρκετά το Ποτάμι, ενδεχομένως ακόμα περισσότερο το ΠΑΣΟΚ, αλλά και τον ΣΥΡΙΖΑ, που οφείλει ένα τεράστιο μέρος της εκλογικής του δύναμης, στο ανέστιο “παπανδρεϊκό” και “βαθύ” ΠΑΣΟΚ, που στράφηκε στην Κουμουνδούρου, μπας και έρθουν “καλύτερες μέρες” επιστροφής στα εισοδήματα και προνόμια του 2008. Εκεί είναι κυρίως το προσωπικό εκλογικό του ακροατήριο.

Είναι ζήτημα αν ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αναγνωρίσει ως πραγματικά “αριστερή ψήφο”, το ένα τρίτο των δυνάμεων του, γι αυτό και η εκλογική του βάση είναι ασταθής. Βέβαια, η προοπτική της ανόδου στην εξουσία είναι εξαιρετικά ισχυρός συγκολλητικός παράγων. Μένει να δούμε αν το νέο κόμμα Παπανδρέου, δεδομένης και της πόλωσης, θα μπορέσει να τoν κλονίσει. Mπορεί να κάνει πίσω κατόπιν συμφωνίας ή και να αποτύχει πλήρως, τo τοπίο όμως της κεντροαριστεράς, είναι πια ανεπιστρεπτί κατακερματισμένο, μέχρι την προσεχή εκλογική αναμέτρηση.

Καθώς η μάχη γίνεται πολυμέτωπη, ο Ευάγγελος Βενιζέλος θα μπορούσε να έχει δύο όπλα: Από τη μιά να συνάψει συμφωνία με τον ΣΥΡΙΖΑ, με την ελπίδα να συγκυβερνήσει μαζί του (αν και θα υπήρχε μεγάλο πρόβλημα στην αποδοχή του “αντιπροέδρου”) ή από την άλλη να ρίξει στο τραπέζι το τελευταίο του χαρτί, την απλή αναλογική, που θα έκοβε απολύτως τα φτερά του ΣΥΡΙΖΑ για μια δεύτερη εκλογική αναμέτρηση, που με όπλο την πόλωση, θα τον έβγαζε αυτοδύναμο. Τα σενάρια όμως αυτά τώρα μοιάζουν λιγότερο πιθανά, καθώς το μεν ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει ακόμα και να μείνει εκτός Βουλής, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να συνηθίσει την ιδέα οτι θα συγκυβερνήσει ψαλιδισμένος, με τουλάχιστον δύο από τους τρεις παραπάνω εταίρους (και με οποιονδήποτε μεταξύ τους συνδυασμό), προκειμένου να εξασφαλίσει τη “δεδηλωμένη”.

Και για μεν το σημερινό ΠΑΣΟΚ δεν υπάρχει καμία κοινωνική συμπάθεια, καθώς του χρέωνεται (αδίκως) όχι μόνο το σύνολο της ευθύνης για το ξέσπασμα της κρίσης, αλλά και η συμπεριφορά του νυν αρχηγού προς τον προκάτοχο του, κάτι που χιλιάδες οπαδοί και φίλοι δεν του συγχώρεσαν ποτέ. Άλλωστε, το να γίνεις ο πιο αντιπαθής αρχηγός κόμματος, μαζί με τον χρυσαυγίτη Μιχαλολιάκο, θέλει προσπάθεια. Και τα χαρακτηριστικά της πολιτείας του Ευάγγελου Βενιζέλου συνέβαλαν τα μέγιστα σε αυτό.

Αλλά για τον ΣΥΡΙΖΑ, που αποτελεί “ελπίδα” για υπολογίσμο κομμάτι της κοινωνίας, ο απολογισμός των τελευταίων δύο χρόνων είναι αναπόφευκτα πικρός: Όταν παραμένεις εγκλωβισμένος στις αντιφάσεις σου, με τη ρητορική της παραδοσιακής αριστεράς να μην μπορεί να αποκηρύξει την απλή αναλογική, ενώ ταυτοχρόνως αρνείσαι την (εύλογη) συνεργασία με τους γειτονικούς σχηματισμούς (που η ίδια η απλή αναλογική επιτάσσει) και την αναζητάς στους “ψεκασμένους” στις παρυφές της ακροδεξιάς, με μόνο γνώμονα την αντιμνημονιακή υστερία, αδυνατείς να υπερβείς τα όρια σου και να πείσεις.

Όταν επιδιώκεις τον ρόλο ενός μετριοπαθούς (αναπόφευκτα κεντροαριστερού) κόμματος εξουσίας, χωρίς να το εννοείς και χωρίς να εγκατελείπεις την αφελή και εμπρηστική ρητορική που προσπαθεί να ικανοποιήσει ένα συνονθύλευμα πρώην οπαδών του ΚΚΕ και του χειρότερου “βαθέος” ΠΑΣΟΚ, με άρωμα αριστερισμού, τότε οι “τραβεστί” εκλογικές επιδόσεις σου δεν είναι άξιες εμπιστοσύνης.

Όταν εξακολουθείς να μιλάς για “νταούλια που θα χορέψουν τις αγορές”, ενώ ο βασικός σου αντίπαλος επιδεικνύει την εξωφρενική ανευθυνότητα να “σκίζει τα μνημόνια” και να επιζητά τον δανεισμό χωρίς καμία προετοιμασία και δουλειά σε βάθος, τότε έχεις τη σοβαρή πιθανότητα να τον αφήσεις αλώβητο εκλογικά να σε πλησιάζει (έχοντας “καθαρίσει” το χώρο γύρω του), αντί να τον στείλεις σπίτι του - επιβεβαιώνοντας οτι αποτελείς απλώς την άλλη πλευρά ενός νομίσματος άκρατου βαλκανικού λαϊκισμού, με υπερφίαλη ελαφρότητα.

Όταν σε ένα τόσο ρευστό πολιτικό σκηνικό, ενθαρρύνεις ή ανέχεσαι να αλωνίζει η ακραία και φανατική ρητορική κι ένας ιντερνετικός όχλος που δεν επιδιώκει τίποτε άλλο παρά να λιντσάρει την αντίθετη άποψη, δεν θα καταλάβεις ποτέ γιατί το μεγαλύτερο τμήμα του εκλογικού σώματος σε φοβάται: Όχι μόνο γιατί θέλει να διατηρήσει τις καταθέσεις του αλώβητες, αλλά γιατί αρνείται να του υποβιβάσεις το (όποιο) επίπεδο του δημοσίου διαλόγου και του πολιτισμού, που έχει καταφέρει να επιτύχει.

Κι όταν καταφεύγεις μονίμως στον μανιχαϊσμό των εμφυλιοπολεμικών απλουστεύσεων “ή εμείς ή αυτοί”, αποκαλώντας όσους έχουν διαφορετικές αντιλήψεις από εσένα “συστημικούς” και “μνημονιακούς” εχθρούς, κινδυνεύεις να μην αντιληφθείς τι ήταν αυτό που σε εκτόξευσε ξαφνικά από το περιθωριακό 4% στο 30%. Και τελικά, να σου πάρουν τη μπουκιά από το στόμα…


ΥΓ. Κάποιοι θα εκτιμήσουν οτι η κατάσταση που διαμορφώνεται, ευνοεί τον ΣΥΡΙΖΑ με την έννοια της ευκολότερης “κολοτούμπας”, που διακαώς επιθυμεί, προκειμένου να αντιμετωπίσει το οξύ πρόβλημα του δανεισμού της χώρας και να δικαιολογηθεί ταυτοχρόνως στους οπαδούς του. Τόσο η Σκύλλα όμως, όσο και η Χάρυβδη του πολιτικού μας σκηνικού, θα αντιμετωπίσουν αναπόφευκτα τις συνέπεις της ρητορικής τους. Μαντέψτε ποιός σχηματισμός θα απογοητεύσει πιο γρήγορα, όταν διαψευστούν οι προσδοκίες…












Το κείμενο γράφτηκε την Κυριακή το βράδυ, για την Athens Voice

Η φωτό είναι από το beta.thesun.co.uk και το εξώφυλλο από το www.amazon.fr

To post συνοδεύεται από το "Tall Ground" των πολυεθνικών Deluxe

buzz it!

30.5.14

Οι 3 παρεξηγήσεις των εκλογών

Σε πρόσφατη συνέντευξη του, ο Παύλος Τσίμας επέμεινε στις διαχωριστικές γραμμές αριστεράς-δεξιάς, ορίζοντας πολύ απλά τη διαφορά: “Αν θεωρείς ότι όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ίσοι, και δεν πρέπει κιόλας να είναι ίσοι, είσαι δεξιός. Αν θεωρείς ότι όλοι οι ανθρωποι έχουν τα ίδια δικαιώματα, είναι γεννημένοι με τις ίδιες δυνατότητες και θα πρέπει η κοινωνία να τους δίνει όσο το δυνατόν ίσες ευκαιρίες, είσαι αριστερός. Αυτή είναι η διαχωριστική γραμμή.”

Η πρώτη από τις παρεξηγήσεις που ταλάνισαν και αυτή την κορυφαία έκφραση της δημοκρατίας, που λέγεται εκλογές, έχει να κάνει με την ιδιότυπη ματιά του Έλληνα, πάνω στο δημόσιο συμφέρον και την κοινωνική δικαιοσύνη. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ προοόδου και συντήρησης φυσικά υπάρχει - και δεν είναι η παραπλανητική “μνημονιακός-αντιμνημονιακός”, καθώς στο κακό φάρμακο δεν μπορεί αποδίδεται η ίδια η ασθένεια. Στην Ελλάδα της γιγάντωσης μιας περιθωριακής αριστεράς (σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη), η διάκριση είναι συνήθως από τη μια μεταξύ αυτών που πιστεύουν οτι πρέπει να υπάρχει αξιοκρατία μαζί με τις ίσες ευκαιρίες και την κοινωνική πρόνοια και από την άλλη αυτών που απαιτούν “ίσα δικαιώματα”, ανεξαρτήτως του πόσο δούλεψες, κουράστηκες, διακρίθηκες ή λούφαρες, εκμεταλλεύτηκες και εξαπάτησες.

Η επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ, που οφείλεται κυρίως την πλειοψηφία των “εξαπατημένων” Πασόκων που έχασαν τον παράδεισο των ΔΕΚΟ με τις αμοιβές του διχίλιαρου και άνω για αποφοίτους δημοτικού, έδειξε οτι πέρα από την εύλογη καταδίκη των κυβερνητικών πολιτικών, που θυμίζουν επαρχιώτικη δεξιά του ’50, υπάρχει και ένα “ταβάνι” στην ψήφο της υποτιθέμενης ανατροπής. Κι αυτό γιατί το συνονθύλευμα γκροπούσκουλων του 4%, που ψάχνει μανιωδώς και με κάθε συμβολισμό να γίνει το σύγχρονο ανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80, δεν μπορεί να κάνει τη διείσδυση στον απέναντι πολιτικό χώρο, ούτε καν καλά-καλά στο κέντρο του πολιτικού φάσματος: Με τις παλινωδίες περί οικονομικής πολιτικής και την άκριτη υιοθέτηση κάθε αιτήματος που παραπέμπει στο παρελθόν, ο ΣΥΡΙΖΑ “φοβίζει” και αδυνατεί να συγκινήσει τον πραγματικά προοδευτικό, μετριοπαθή και μεταρρυθμιστή ψηφοφόρο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ βεβαίως “μπετονάρησε” τη νίκη του στις ευρωεκλογές, με την κατάκτηση της περιφέρειας Αττικής, μια σκληρή μάχη που εκτός από τον πολιτικό της χαρακτήρα είχε και έντονο το προσωπικό στοιχείο, τόσο για τη νέα διεκδικήτρια, όσο και για τον απερχόμενο Περιφερειάρχη. Αλλά έδειξε οτι με την ένδεια στελεχών που έχει, δύσκολα θα διεκδικήσει με αξιώσεις την μετάλλαξη του σε ένα κυρίαρχο κόμμα που θα ηγεμονεύσει στον χώρο μεταξύ κέντρου και αριστεράς και θα καθορίζει τη διακυβέρνηση της χώρας. Ευτυχώς υπάρχει και η επανεκλογή Καμίνη και Μπουτάρη, για να θυμίζει πώς πρέπει να αιμοδοτηθεί το πολιτικό προσωπικό της χώρας από υγιείς δυνάμεις, έξω από κομματικούς σωλήνες.

Στην ίδια περίπου παρεξήγηση οφείλεται και η πανωλεθρία της Δημοκρατικής Αριστεράς, του μεγάλου χαμένου αυτών των εκλογών. Η “βαθειά ΔΗΜΑΡ” δεν αποδέχτηκε ποτέ οτι για να είναι δύναμη της πραγματικής προόδου, δεν μπορεί π.χ. να ακολουθεί την τυφλή πολεμική των πανεπιστημιακών εναντίον του νόμου Διαμαντοπούλου. Όσοι συγκινούνται από το φλερτ με το ΣΥΡΙΖΑ ψηφίζουν το πρωτότυπο, οι υπόλοιποι πήγαν στο Ποτάμι ή υπέκυψαν στο εκβιαστικό δίλημμα να ενισχύσουν την Ελιά, για να μην κινδυνεύσει η σταθερότητα της κυβέρνησης. Οι μεν πρώτοι άνοιξαν έναν πολλά υποσχόμενο νέο δρόμο, οι δε δεύτεροι διέσωσαν τον Ευάγγελο Βενιζέλο, με κίνδυνο να καταστραφεί και πάλι κάθε υγιής πρωτοβουλία για την ενοποίηση της κεντροαριστεράς.

Το ερώτημα είναι ποιός θα είναι σε θέση να συνεργαστεί με τον ΣΥΡΙΖΑ, αν αυτός πρωτεύσει στις επόμενες εθνικές εκλογές. Με το ξεφούσκωμα των ΑΝΕΛ και της ΔΗΜΑΡ, η δυνατότητα μιας “αντιμνημονιακής” κυβέρνησης υποχωρεί δραματικά - και απομένει μόνο το Ποτάμι, από τις δυνάμεις που έχουν δηλώσει θετικές σε μια τέτοια συνεργασία. Εαν δεν γίνει κάποιου άλλου είδους “μεγάλος συνασπισμός”, η Ελλάδα έχει ίσως την ελπίδα να μην έχει πρωθυπουργό “ούτε τον Σαμαρά, ούτε τον Τσίπρα” , κατά τη ρήση Θεοδωράκη.

Η δεύτερη παρεξήγηση έχει να κάνει με την “χαλαρότητα” και την ανευθυνότητα, τόσο του εκλογικού σώματος, όσο και του πολιτικού συστήματος. Η υποτιθέμενη μεγάλη συντηρητική παράταξη, που τιμωρήθηκε με την απώλεια περίπου 7 μονάδων από την εκλογική δύναμη του Ιουνίου του 2012, δεν κάνει καμία προσπάθεια να γίνει ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κεντροδεξιό κόμμα, “πνιγμένη” μέσα στους περιορισμούς της λαϊκής, κουτοπόνηρης (ακρο)δεξιάς. Ο επικείμενος ανασχηματισμός φέρνει στην επιφάνεια ένα απογοητευτικό φάσμα προσώπων, ο κυβερνητικός εταίρος ετοιμάζεται να συνεισφέρει με “περσινά, ξινά σταφύλια” και στο ευρωψηφοδέλτιο πρώτευσαν η Ελίζα Βόζεμπεργκ και ο Θόδωρος Ζαγοράκης.

Αλλά και στην αντίπερα όχθη, οι ψηφοφόροι επέλεξαν να τιμήσουν προσωπικότητες όπως ο Μανόλης Γλέζος και η Κωνσταντίνα Κούνεβα, δικαίως μεν αλλά χωρίς να εξετάσουν αν το ζητούμενο είναι η τιμή ή το προφίλ του ευρωβουλευτή που χρειάζεται διακαώς για να εκπροσωπηθεί μια χώρα σε κρίση. Ο διαγκωνισμός μεταξύ του γραμματέα του ΠΑΣΟΚ Νίκου Ανδρουλάκη και της Εύας Καϊλή, για την πρωτιά στο ψηφοδέλτιο της Ελιάς (που κόντεψε να πέσει στον γκρεμό και τώρα πανηγυρίζει την απώλεια μερικών μονάδων), είναι ενδεικτική - και για το ποιά τύχη θα είχαν οι 58 ή άλλοι στη διεύρυνση της κεντροαριστεράς. Ήταν που η (μικροπολιτική) θέσπιση του σταυρού θα αναδείκνυε τους καλύτερους, ως πιο “δημοκρατική” έκφραση μιας τεράστιας πανελλαδικής “μιντιακής” εκλογικής περιφέρειας...

Η τρίτη (και χειρότερη) παρεξήγηση έχει να κάνει με την ίδια την πρόσληψη της δημοκρατίας, από τους πολίτες που θεωρούν οτι η ψήφος υπάρχει για να αντιδράς σε αυτό που συμβαίνει στην τσέπη σου ή τη ζωή σου, αντί να είναι ο οδηγός για θετικές λύσεις. Κι αν αυτό στην περίπτωση της αριστεράς εκφράζεται συνήθως με τον “ρομαντισμό” μιας αντιδραστικής ψηφου, στην περίπτωση της (πανευρωπαϊκής) ανόδου του φασισμού, είναι τόσο αυτοκαταστροφικό και επικίνδυνο, όσο δεν έχουμε φανταστεί.

Αν οι εκλογείς νομίζουν οτι με αυτόν τον τρόπο θα πετύχουν μια Ευρώπη πιο “ανθρώπινη” και οτι οι “ηγεσίες θα ακούσουν το μήνυμα τους”, πλανώνται πλάνην οικτρά. Οι λαοί που καταφεύγουν μαζικά στον ακροδεξιό υπόκοσμο (καλυμμένο ή όχι), νομίζοντας οτι υπάρχουν, στον σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κόσμο, “καθαρές λύσεις” τύπου Λεπέν που πρότεινε τον ιό Έμπολα, ως “τελική λύση” για το πρόβλημα της μετανάστευσης, φτιάχνουν πολύ απλά ένα ζοφερό μέλλον για όλους μας, πολύ χειρότερο από αυτό που τώρα βιώνουν. Δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να καθυστερούν την ισχυροποίηση της Ευρώπης, πιέζοντας για μια πιο συντηρητική στροφή και τις δημοκρατικές δυνάμεις, με τον βρετανό πρωθυπουργό Κάμερον, να δηλώνει οτι πρέπει “να αναλάβουν ισχυρότερο ρόλο τα κράτη” .

Όσοι θεωρούν οτι είναι στο πλαίσιο της δημοκρατίας να ψηφίζεις σχηματισμούς που αρνούνται τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και περιφρονούν το διεθνές και εθνικό δίκαιο, απλώς δεν καταλαβαίνουν οτι ακυρώνουν τον εαυτό τους και την όποια διαμαρτυρία τους. Στην Ελλάδα, η ολιγωρία και η κουτοπονηρία των κομμάτων που φλερτάρουν με τη χρυσαυγίτικη ψήφο μπορεί να αποδειχτεί άκρως καταστροφική, αν η τρίτη θέση επιβεβαιωθεί και στις εθνικές εκλογές - μετά θα είναι πολύ δύσκολο, παρά τις προσπάθειες της δικαιοσύνης, να περιοριστεί το ναζιστικό θράσος. Τα δημοκρατικά κόμματα όφειλαν εδώ και καιρό να συμπήξουν από κοινού μέτωπο σαφούς καταδίκης και άρνησης της χρυσαυγίτικης ψήφου και να την πλήξουν καίρια, σε συνδυασμό με τις ποινικές της ευθύνες.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, οι εδώ ψηφοφόροι τώρα ανακαλύπτουν οτι στη σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία δεν αρκεί η παθητική αποδοχή των προτάσεων κάποιων κομμάτων, αλλά η ενεργός πίεση και συμμετοχή για την ανάδειξη νέων δυνάμεων και προσώπων, που θα δώσουν διέξοδο στο πολιτικό σύστημα και στη χώρα. Ανεξαρτήτως αν προτάσεις όπως το Ποτάμι αξίζουν ή όχι, το μάθημα που πρέπει να δοθεί είναι οτι το εκλογικό σώμα διψά για ουσιαστική ανανέωση ύφους, ήθους και πολιτικής. Η λυσσαλέα, παλαιοκομματική αντίδραση, με θεωρίες συνομωσίας, για να “μη μας πάρει μέρος από το μαγαζάκι μας” είναι το λιγότερο έξυπνο που μπορούμε να κάνουμε...












Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Το σκίτσο είναι του Ανδρέα Πετρουλάκη από το www.kathimerini.gr και το εξώφυλλο από το www.trentoblog.it

To post συνοδεύεται από το "Mare In Luce" του Ιταλού Raphael Gualazzi.

buzz it!

ShareThis