Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εθνικισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εθνικισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11.1.17

It ’s the EQ, stupid!

(Είναι η συναισθηματική νοημοσύνη, ηλίθιε*)


Εκατομμύρια πίξελ καταναλώθηκαν για να εξηγηθούν οι δύο μεγαλύτεροι πολιτικοί σεισμοί, που χαρακτήρισαν τη χρονιά της απώλειας, μεταξύ άλλων, των πιο δυνατών μουσικών συμβόλων της γενιάς της μεταπολίτευσης, όπως την ονομάζουμε εδώ στην Ελλάδα. Ο David Bowie ήταν η επική και ακομπλεξάριστη εφηβεία μας, ο Leonard Cohen η διανοούμενη ροκ ποίηση, ο Prince και ο George Michael η ξεδιάντροπη συνειδητοποίηση της σεξουαλικότητας, σε ένα εκρηκτικό κοκτέιλ ταλέντου στη σύνθεση, την παραγωγή, τη φωνή και την σκηνική παρουσία.

Το ουσιαστικό όμως, η υπέροχη μουσική κληρονομιά, δεν πεθαίνει. Η πραγματική θλίψη για τους περισσότερους δημοκράτες και νοήμονες πολίτες του δυτικού κόσμου, ανάμικτη με ανησυχία και φόβο, ήταν άλλη: Για πρώτη φορά μετά τις δεκαετίες που οδήγησαν στον μεγάλο πόλεμο, η ουσιαστική δημοκρατία έδειξε να υποχωρεί τόσο δραματικά.

Το δημοψήφισμα για το Brexit και ο θρίαμβος Τραμπ (από πλευράς εκλογικού συστήματος, καθώς η λαϊκή ψήφος έδωσε στη Χίλαρυ εκατομμύρια ψήφους παραπάνω) ερμηνεύθηκαν εν πολλοίς ως η συχνά αυτοκαταστροφική αντίδραση της μικρομεσαίας τάξης, στις αλλαγές του 21ου αιώνα, στην παγκοσμιοποίηση και στο οικονομικό στρίμωγμα που αυτές επέφεραν. Σε συνδυασμό με την επικράτηση της “μετα-αλήθειας” στον αιώνα του διαδικτύου, του ενδημικού ρατσισμού και της ξενοφοβίας που απλόχερα ενίσχυσε το παγκόσμιο προσφυγικό πρόβλημα, το αποτέλεσμα ήταν η εξάπλωση του λαϊκισμού και η επικράτηση των φαιδρών πολιτικών προσωπικοτήτων, που φαίνονται κιόλας από τη φάτσα τους πόσο προβληματικοί είναι.

Γι αυτό το τελευταίο, γιατί δηλαδή δεν υπάρχουν μεγάλοι ηγέτες και αξιόλογο πολιτικό προσωπικό παγκοσμίως, οι ερμηνείες είναι πολλές. Η επικρατέστερη μάλλον είναι οτι με την μεταπολεμική εμπέδωση της ασφάλειας, της ανάπτυξης και της κανονικότητας της ζωής, οι δυτικές δημοκρατίες μπήκαν σε μια φάση ολοένα και μεγαλύτερης αποξένωσης των εντίμων και σοβαρών ανθρώπων από τα κοινά. Όσο προχωράει το ρολόι της ιστορίας, η συμμετοχή μοιάζει πια όχι ως υποχρέωση του σκεπτόμενου πολίτη, αλλά ως εμπλοκή σε ένα σύστημα, που σαν βούρκος καταπίνει κάθε υγιή προσπάθεια. Η μη αντιστροφή της κατάστασης, που απαιτεί όμως μια κρίσιμη μάζα νέων πολιτικών με άλλα χαρακτηριστικά, χειροτερεύει διαρκώς τα πράγματα.

Το τραγικό σε αυτή τη φάση της ιστορίας (και στη χώρα μας) είναι οτι μερίδα των ψηφοφόρων, που τελικά επιβάλλει την ατζέντα του, αντιδρά στη χειροτέρευση των συνθηκών της ζωής του με την ανάδειξη ενός αισθητά υποδεέστερου πολιτικού προσωπικού, κυρίως αυτού που υιοθετεί απροσχημάτιστα κάθε δημαγωγία, θεωρία συνωμοσίας, βολικό ψέμα και ανεφάρμοστη “ονείρωξη”. Ακόμα χειρότερα, αποδέχεται και ενδυναμώνει κάθε καταδικασμένη από την ιστορία ακραία αντίληψη φασισμού, ρατσισμού, καταπάτησης δικαιωμάτων και αρχών. Η ροπή προς τον ολοκληρωτισμό επανέρχεται δυναμική και αμφίπλευρη. Η απάντηση όμως στα προβλήματα δεν είναι παρά η αντίθετη κατεύθυνση: Περισσότερη υγιής, βαθειά, έντιμη, μετριοπαθής και ουσιαστική δημοκρατία.

Οι ερμηνείες του σημερινού κόσμου είναι περισσότερο περίπλοκες, παρά απλές και μονοδιάστατες. Κανείς δεν μπορεί να αποδώσει αυτό τον μαζικό αυτοχειριασμό των δυτικών κοινωνιών σε κάποια μυστήρια μαζική πτώση του IQ (αν και στις περιπτώσεις των ακολούθων τύπου Σώρρα, η έλλειψη είναι εμφανής) και την εξαφάνιση της ικανότητας για εκλογίκευση.

Σίγουρα μπορεί κανείς να καταλογίσει στον μέσο δυτικό πολίτη, ότι αδρανεί εγκληματικά: Καθηλωμένος στον καναπέ του και χαμένος στην καθημερινότητα του, αρνείται να κοπιάσει για να αυτοβελτιωθεί, να αποκτήσει περισσότερες γνώσεις και ουσιαστική ενημέρωση, να ερμηνεύσει καλύτερα τον κόσμο γύρω του. Αποζητά τις εύκολες λύσεις, τόσο στη σκέψη όσο και στην αισθητική - και τελικά καταλήγει να ψηφίζει την Μαρίν Λεπέν για να αντιμετωπίσει ένα νέο κόσμο, όπου τα μεροκάματα είναι φτηνά στην Ανατολή και οι μεγαλύτερες εταιρείες που αλλάζουν τον ρού της ιστορίας είναι στη Silicon Valley. Ατυχές και ατελέσφορο, όσο και η αντίληψη οτι το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα θα βελτιωθεί από “αντισυστημικούς”, τύπου Trump και Farage.

Το ΙQ δεν είναι αυτό που λείπει, σε αυτούς που υιοθετούν τις τάσεις της εποχής. Ειδικά όσοι εμπορεύονται με συνείδηση και σύστημα τις ελπίδες ενός λαού, απλώς για να διατηρούν ζωντανό το δικό τους ακραίο “μαγαζάκι”, είναι απλώς οι μεγαλύτεροι πολιτικοί απατεώνες και όχι βλάκες. Όσοι πίστεψαν αρχικά οτι το μνημόνιο θα σβηστεί “με ένα νόμο και ένα άρθρο” (και θα ζούμε χωρίς να δανειζόμαστε, αλλά και χωρίς να περιορίσουμε τις δαπάνες) δεν έχασαν ξαφνικά το νοητικό τους επίπεδο (όσοι επιμένουν να το πιστεύουν, ναι). Αρκετοί από αυτούς που επένδυσαν στους Podemos στην Ισπανία δεν είναι χαμηλής νοημοσύνης, αν και φαίνεται οτι διδάχθηκαν από το ελληνικό παράδειγμα και περιόρισαν τις φρούδες ελπίδες τους. Στην Ιταλία, όσοι πιστεύουν οτι ο καραγκιόζης Bepe Grillo και η έξοδος από το ευρώ θα λύσουν τα προβλήματα της χώρας, μοιάζουν με τους Έλληνες υπαλλήλους των ΔΕΚΟ που θέλουν να γυρίσουμε στο 2009, όταν αμείβονταν, ως απόφοιτοι Δημοτικού, πολύ πάνω από τον γιατρό του ΕΣΥ και τον καθηγητή πανεπιστημίου. Χωρίς να παράγεις και να εξάγεις αρκετά, χωρίς να έχεις κοπιάσει να μορφωθείς, πώς ζητάς μισθούς Νορβηγίας;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από το θυμικό. Η αντιμετώπιση της κοινής μας ζωής με ελαφρότητα, η άγνοια κινδύνου και η επιφανειακή προσέγγιση των πραγμάτων δεν είναι μόνο έλλειψη παιδείας. Είναι πρωτίστως έλλειψη ισορροπίας, σφαιρικής προσωπικότητας και τελικά σοβαρότητας. Η επικράτηση των συμπλεγμάτων, το αυτοπαραμύθιασμα, τα χαμηλά ένστικτα και οι φανατισμοί, η απουσία του μέτρου και οι ψωνισμένες φιλοδοξίες (χωρίς κόπο), ο άκρατος ατομικισμός, η κουτοπονηριά και ο νεοπλουτισμός, ο ναρκισισμός και η “ψωνάρα”, οι τραχιές και ανεπεξέργαστες πλευρές της ανθρώπινης φύσης είναι αυτές που τελικά οδηγούν σε μια συμπεριφορά μικρού παιδιού, που καταπίνει με ευκολία όλα τα ψέματα, φτάνει να εξυπηρετούν τις ψυχολογικές του επιδιώξεις. Τα χαρακτηριστικά αυτά υπάρχουν σε όλο το πολιτικό φάσμα, στον σύγχρονο λαϊκισμό όμως επικρατούν καθολικά. Θα μπορούσε να το συνοψίσει κανείς στην ολοένα μεγαλύτερη απουσία συναισθηματικής νοημοσύνης, σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο πολύπλοκος, χωρίς να διαφαίνονται οι κανόνες και οι ελπίδες της νέας εποχής.

Η αντίδραση του παιδιού-ψηφοφόρου είναι η κόντρα, η αυτοκαταστροφή, το “μπουρλότο”. Γιατί στην πιο ανεπτυγμένη πλευρά του πλανήτη γινόμαστε ολοένα και πιο παιδιά; Γιατί πρέπει η ανθρωπότητα να κάνει κύκλους , ώστε να ζήσουμε κι εμείς τον κίνδυνο μιας νέας “δεκαετίας του ’30”, με παγκόσμια άνοδο του φασισμού; Γιατί πρέπει να ζούμε εγκλωβισμένοι ανάμεσα στα άκρα, που το ένα τροφοδοτεί το άλλο, όπως μας έχει διδάξει με τραγικό τρόπο η ιστορία;

Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο σεβασμός στη δημοκρατία δεν συνεπάγεται την ανοχή προς τον “εκτσογλανισμό” της κοινωνίας. Δημοκρατία σημαίνει αρχές, θεσμοί, δικλίδες και σεβασμός στους εκάστοτε κανόνες. Το σύστημα δεν αλλάζει παρά μόνο με απίστευτα πολλή δουλειά, προς την προοδευτική εξέλιξη. Η αντισυστημική λαίλαπα είναι η μεγαλύτερη φενάκη και τις επιπτώσεις της τις βιώνουν πρώτα από όλους οι “οργισμένοι” και οι αδύναμοι οικονομικά. Η επιστροφή στον απομονωτισμό, στον ρατσισμό και στον ολοκληρωτισμό είναι ανεπίτρεπτη οπισθοχώρηση και καμμία λαϊκή ετυμηγορία δεν τη δικαιολογεί. Ο λαϊκισμός του “να ακούσουμε τον παλμό του ψηφοφόρου στην κατηφόρα του” είναι άκρως επικίνδυνος, για όποιον πιστεύει στη δημοκρατία.

Αν ο νέος Αμερικανός Πρόεδρος βάζει ακροδεξιούς του “Alt-Right” και του “White Supremacy” στην κυβέρνηση του, η απάντηση όλων δημοκρατικών πολιτών στον κόσμο πρέπει να είναι η καλλιέργεια περισσότερης συναισθηματικής νοημοσύνης και η προσπάθεια ανάδειξης ηγετών, που πέρα από πολιτικές ή ιδεολογικές διαφορές αντιμετωπίζουν την αποστολή τους, με την υπευθυνότητα, τη σοβαρότητα και το ανοιχτό πνεύμα που αυτή επιτάσσει. Ο Barack Obama, ανεξαρτήτως της επιτυχίας της θητείας του, έλαμψε στην επίσκεψη του στην Ελλάδα, ακριβώς με αυτές τις ποιότητες. Και ο εκλιπών Κωστής Στεφανόπουλος, στα καθ’ ημάς, έγινε από υπερσυντηρητικός επαρχιώτης πολιτικός, ο καθολικός (συμβολικός έστω) ηγέτης, που αντιστάθηκε στον λαϊκισμό και εκτιμήθηκε από όλους, γιατί έκανε το άλμα της αυτοβελτίωσης και της ισορροπίας.

Το 2016 ήταν χρονιά της οδυνηρής κατάρρευσης πολλών μύθων στη χώρα μας, μιας και εμείς ήμασταν από τους πρώτους που ανεβήκαμε στο τρένο του λαϊκισμού. Ας ελπίσουμε οτι το 2017 θα σημάνει την αντίστοιχη κατάρρευση, για ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη, όπως έγινε και με τους πρωτεργάτες του Brexit, που παραιτήθηκαν την επόμενη μέρα. Ευτυχώς ο Stallone δεν δέχτηκε τη θέση του Υπουργού Πολιτισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες. Θα έτριζαν τα κόκκαλα των τροβαδούρων της γενιάς μας…

*παράφραση της γνωστής φράσης του Bill Clinton “It’s the economy, stupid”, ο χαρακτηρισμός δεν απευθύνεται επ’ ουδενί στον αναγνώστη!









Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Οι φωτό είναι από το www.mononews.gr & www.youtube.com

Το post συνοδεύεται από το "Spinning the Wheel", από το καλύτερο άλμπουμ του George Michael.

buzz it!

26.9.13

Τα πολιτικά εξτρέμ και η "θεωρία των δύο άκρων"

Ναι, στο ακραίο κομμάτι της αριστεράς βρίσκει στέγη ένας ολόκληρος κόσμος, φανατικός, που έχει χάσει το μπούσουλα. Που έχει μάθει να θεωρεί οτιδήποτε πέραν του ΣΥΡΙΖΑ, δεξιό. Που προτάσσει μια νεφελώδη, μίζερη και συμπλεγματική “αξιοπρέπεια”, προκειμένουν να εξασφαλίσει την ακινησία - και μέσω αυτής την κατάρρευση των “μνημονιακών δυνάμεων”. Που βαφτίζει όποιον του πάει κόντρα σιχαμένο, προδότη, συνεργάτη των Γερμανών. Που κάνει ανιστόρητους παραλληλισμούς με τη χούντα και την κατοχή. Που μιλάει με την ύβρι της αταλάντευτης βεβαιότητας. Που ονομάζει το Protagon “Πρώκταγκον”, τον Γεωργελέ “Γεωργαλά” και αδιακρίτως όλους τους “συστημικούς” δημοσιογράφους “Μπάμπηδες”. Που ονομάζει κάθε αδικία “βία” και κάθε συναισθηματική θεώρηση “ανάλυση”. Που θέλει να προπηλακίσει, να λιντσάρει και να εκτονώσει την τυφλή οργή, χωρίς ίχνος αυτοκριτικής. Που λατρεύει την υπερβολή, τη δημαγωγία και τον λαϊκισμό. Που μιλάει για “πόλεμο” και στρατόπεδα και που έστρωσε το δρόμο, για να γίνουν αποδεκτές φασιστικές πρακτικές. Που αγνοεί οτι στη μέση των εμφυλιοπολεμικών “στρατοπέδων” υπάρχει ένας ολόκληρος (πολύ περισσότερος) κόσμος που εμφορείται από μετριοπάθεια και πιο δημιουργικές και ουσιαστικά προοδευτικές ιδέες.

Και ναι, πολλές φορές οι επίσημες ηγεσίες των κομμάτων που προσφέρουν καταφύγιο σε αυτό το συνονθύλευμα, κάνουν το παν για του χαϊδέψουν τα αυτιά. Με ανιστόρητες υπερβολές, διχαστικά συνθήματα, αγένεια και θράσος στη δημόσια τοποθέτηση τους. Καλλιεργώντας την εχθρότητα, τη μη αναγνώριση των κανόνων της δημοκρατίας, την άκριτη υπεράσπιση κάθε είδους “λαϊκής” απαίτησης. Έτοιμες να συνομιλήσουν, προς χάριν του “αντιμνημονιακού μετώπου”, ακόμα και με αυτούς που θα έπρεπε να είναι οι βασικότεροι της αντίπαλοι.

Αλλά όλα αυτά δεν δικαιολογούν επ’ ουδενί την ανιστόρητη “θεωρία των δύο άκρων”. Τουλάχιστον όχι αυτή που εξισώνει την εγκληματική συμμορία των ναζιστών, με όποιον έχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Γιατί δεν μπορείς να συγκρίνεις την κοινοβουλευτική αριστερά με μια ρατσιστική συμμορία ή μια οργάνωση που εμπίπτει στο κοινό ποινικό δίκαιο.

Τα δύο πολιτικά εξτρέμ υπάρχουν, αλλά εντός του λεγόμενου “συνταγματικού τόξου”. Και δυστυχώς, αυτοί που αποτελούν τον έναν πόλο, αναλώνονται στο να καταγγέλουν τον άλλο. Αλλά δεν πείθουν, γιατί τα έργα και οι ημέρες τους δείχνουν ανάγλυφα πόσο το αλλοιθώρισμα προς την φασιστική ακροδεξιά, ευνόησε την ανάπτυξη της.

Αν η δολοφονία του Παύλου Φύσσα είχε μια άμεση επίπτωση στο πολιτικό σκηνικό, αυτή ήταν η παταγώδης αποτυχία του φλερτ της ακροδεξιάς πτέρυγας της Νέας Δημοκρατίας με τη Χρυσή Αυγή. Κι αν αποδοκιμάστηκε η τακτική αυτή, αυτό δεν σημαίνει οτι το ακραίο κομμάτι των εθνικιστών και πατριδοκάπηλων, που έβλεπαν τη Χρυσή Αυγή ως “αδελφό κόμμα”, δεν φέρει ακέραια την ευθύνη για τη γιγάντωση της άθλιας οργάνωσης, που σκοπό έχει να μαχαιρώνει για να επιβεβαιωθεί.

Γιατί χρειάστηκαν τόσα χρόνια για να αντιμετωπιστεί η Χρυσή Αυγή, με βάση το ποινικό δίκαιο; Γιατί κανείς δεν είχε συνδέσει μέχρι τώρα όλες αυτές τις υποθέσεις, ώστε να τεκμηριωθεί η δράση της εγκληματικής οργάνωσης; Έπρεπε να φτάσουμε σε μια δολοφονία, που δεν μπορούσε να αποκρυβεί; Γιατί όσοι φώναζαν οτι ο σημαντικότερος κίνδυνος για τη χώρα είναι ο εκφασισμός κατηγορήθηκαν (από δεξιά και από αριστερά), οτι εξέτρεπαν την προσοχή από το κυρίαρχο οικονομικό πρόβλημα;

Μια ματιά σε πιο εμβριθείς αναλύσεις δείχνει οτι ο δρόμος για το ναζισμό δεν στρώθηκε από την κρίση, που ήταν ο καταλύτης, αλλά από συγκεκριμένες εξάρσεις εθνικιστικού λαϊκισμού και “αντιμνημονιακής” ρητορείας, που έκανε την τεράστια αναδίπλωση. Και η χαρακτηριστική ανοχή, όχι μόνο της αστυνομίας, αλλά και συγκεκριμένων πολιτικών εκπροσώπων και μέσων οδήγησε στο “ξέπλυμα” του ακροδεξιού φασισμού.

Ακραίο λοιπόν είναι το γεγονός οτι “μετανοημένοι ακροδεξιοί” όπως οι Βορίδης και Γεωργιάδης είναι επίλεκτα μέλη της κυβερνώσας παράταξης. Ακραίο είναι το να υπάρχουν μέλη του “Δικτύου 21” τόσο κοντά στην κορυφή της εξουσίας. Ακραία είναι η κουτοπονηριά και η υπεράσπιση μιας αστυνομίας που ψηφίζει κατά το ήμισυ Χρυσή Αυγή, δεν εξιχνιάζει παρά ελάχιστες υποθέσεις ρατσιστικής βίας, κάνει τα στραβά μάτια στους “αγανακτισμένους” ακροδεξιούς, ασκεί ανεξέλεγκτη βία έχοντας πάρει διαζύγιο με τον επαγγελματισμό, βγάζει ανακοινώσεις-μνημεία όπως η ζαρντινιέρα και δημοσιεύει φωτογραφίες των ξυλοδαρμένων συλληφθέντων για τρομοκρατία, που δήθεν “έφαγαν κάτι μπουνιές στη συμπλοκή”.

Ακραία είναι η επιμονή για αξιωματικούς “ελληνικού γένους”. Ακραία είναι η με κάθε τρόπο αποφυγή της αντιρατσιστικής νομοθεσίας, παρά τις πιέσεις και της Ευρώπης. Ακραία είναι η ολιγωρία στην αντιμετώπιση του φασιστικού τραμπουκισμού (ενδεικτική η νοοτροπία “ε, όχι και μαχαίρι”), η δραματική καθυστέρηση σε κάθε είδους εκσυγχρονισμό, το “κλείσιμο του ματιού” στο οπισθοδρομικό κομμάτι της ιεραρχίας - ακόμα και η καινοφανής ιδέα οτι τα αρχαία ελληνικά δεν είναι νεκρή γλώσσα (παρότι η διδασκαλία τους είναι όντως χρήσιμη, στις σχετικές κατευθύνσεις).

Ακραίο είναι να μιλάς για το ενδεχόμενος συνεργασίας με μια “πιο σοβαρή Χρυσή Αυγή”, διατυπώνοντας την αντίφαση του αιώνα. Ακραίο είναι να επιτρέπεις τη λειτουργία της αστυνομίας, με την παραμικρή ανοχή στους τραμπουκισμούς των “αγανακτισμένων” χρυσαυγιτών δίπλα τους, ακόμα και μετά τη δολοφονία Φύσσα. Ακραίο είναι να υπομένεις τη διεξαγωγή δίκης χρυσαυγίτη, χωρίς την απαραίτητη προστασία και υπό συνθήκες (αν)ασφάλειας που διεκτραγωδούν κάθε έννοια δημοκρατικής ομαλότητας.

Ευθύνη για αυτό το λούμπεν κομμάτι του εκλογικού σώματος, που συγκεντρώθηκε υπό την σκέπη της Χρυσής Αυγής, είτε γιατί μπόρεσε να εκφράσει ελεύθερα τον φασισμό του, είτε γιατί θέλησε να εκδικηθεί το πολιτικό σύστημα (ακόμα και γιατί έχασε την Καγιέν του!), έχουν όλα τα κόμματα. Ακόμα και αυτά της αριστεράς, που πολλές φορές υπέθαλψαν την καφενειακή, αντιδραστική, λαϊκίστικη ψήφο, που δεν έβρισκε αλλού καταφύγιο. Και για τη μη σύμπηξη ενός δημοκρατικού αντιφασιστικού μετώπου, πάλι τα περισσότερα κόμματα φταίνε.

Αλλά την κύρια ευθύνη, τη φέρει η συντηρητική παράταξη, που αντί να ενισχύσει το σοβαρό κεντροδεξιό της πρόσωπο, διολίσθησε κουτοπόνηρα προς την ακροδεξιά της χειρότερης μορφής, δημιουργώντας δίπλα της καρκινώματα του πολιτικού συστήματος. Η πτώση της εκλογικής δύναμης της Χρυσής Αυγής κατά 30% και η μεταφορά του ίδιου ποσοστού των 2,5 μονάδων πίσω στη Νέα Δημοκρατία, το δείχνει ανάγλυφα.

Αν η σύγχρονη δεξιά δεν μπορεί να μιλήσει στο κοινό της, παρά μόνο με όρους “ασφάλειας από τους λαθρομετανάστες” (αντί για την πραγματική απειλή που είναι οι χρυσαυγίτες), ψευδοπατριωτικών εξάρσεων περί “της ορθόδοξης παράδοσης που απειλείται” και κινδύνων που “διατρέχει το έθνος από το ξαναγράψιμο της ιστορίας”, τότε η ρητορική της οδηγεί κατευθείαν στην (αυτο)καταστροφή της χώρας, για την οποία τόσο υποτίθεται οτι κόπτεται. Γιατί αυτή τρέφει (και τρέφεται από) το απέναντι άκρο, που δήθεν καταγγέλει....













Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Η "Κραυγή" του Munch είναι από το www.ethnos.gr και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Princess" του Αυστριακού Parov Stellar.

buzz it!

1.9.13

Ο εθνικισμός και η άνοδος της ακροδεξιάς

Οι τρόποι αντιμετώπισης της (ντροπιαστικής και μοναδικής για τα μεταπολεμικά ευρωπαϊκά δεδομένα) ανόδου της ναζιστικής ακροδεξιάς στη χώρα μας είναι αντικείμενο του δημόσιου διαλόγου, εδώ και καιρό. Πολλοί σηκώνουν τα χέρια ψηλά, λέγοντας οτι είναι “αργά πια για δάκρυα”, άλλοι υποστηρίζουν οτι υπάρχει ακόμα καιρός για την εφαρμογή μια πολιτική μηδενικής ανοχής.


Η Άννα Φραγκουδάκη, ομότιμη καθηγήτρια της Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης, στο βιβλίο της “Ο εθνικισμός και η άνοδος της ακροδεξιάς” δεν εστιάζει στις λύσεις, ούτε μόνο στη ναζιστική ακροδεξιά. Επιχειρεί να αναλύσει τις αιτίες που οδήγησαν σε αυτό το πολιτικό τοπίο - και ανατρέπει αρκετές από τις “ερμηνευτικές βεβαιότητες” που επικρατούν: Για την επιστημονικά τεκμηριωμένη της ματιά, η άνοδος, πρώτα του ΛΑΟΣ και στη συνέχεια της Χρυσής Αυγής, δεν οφείλεται πρωτίστως στο μεταναστευτικό. Ούτε η οικονομική κρίση είναι η γενεσιουργός αιτία, αλλά το επιστέγασμα, που επέτρεψε να εκδηλωθούν ελεύθερα οι φασιστικές αντικοινοβουλευτικές δυνάμεις, με ευθύνη που διασπείρεται σε όλο σχεδόν το πολιτικό φάσμα.

Το πρώτο μέρος αυτού του πολύ ενδιαφέροντος και βαθιά πολιτικού βιβλίου είναι μάλλον κουραστικό - και εν πολλοίς “απωθητικό”: Καταγράφει με σχολαστική λεπτομέρεια και δημοσιογραφική επιμέλεια τις δημόσιες παλινωδίες και αντιφάσεις της επιτυχίας των δύο πρόσφατων ακροδεξιών σχημάτων. Το μέγεθος της υποκρισίας είναι διάφανο και για τον πιο δύσπιστο, όταν ξεδιπλώνεται από τη μιά η προσπάθεια απόκρυψης και από την άλλη το “κλείσιμο του ματιού” ή η ξεδιάντροπη ομολογία των πιο ρατσιστικών, ξενοφοβικών και μισαλλόδοξων αντιλήψεων.

Το δεύτερο μέρος όμως είναι πραγματικά αποκαλυπτικό, στην ανάλυση του: Η συγγραφέας παραθέτει μία προς μία, τις στρεβλώσεις και τις ιδεοληψίες, που οδήγησαν στην εξάπλωση του φασιστικού υποστρώματος, σε μεγάλες κατηγορίες πληθυσμού. Η κρίση νομιμότητας των κομμάτων και η έντονη προσπάθεια αποδόμησης του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, η αδυναμία να αντιμετωπιστεί η παγκοσμιοποίηση και οι σύγχρονες συνθήκες με την έξαρση του λαϊκισμού, η αδυναμία ακόμα και (υποτίθεται) έμπειρων δημοσιογράφων να αντιμετωπίσουν φασίστες συνομιλητές και η “ηρωποίηση” τους από τα ΜΜΕ, η αποτυχία εξεύρεσης λύσεων για την έξοδο από την κρίση του πολιτικού συστήματος είναι μερικές από τις αιτίες.

Ακόμα περισσότερο όμως, το χαλί για την άνοδο της ακροδεξιάς έστρωσαν οι ακραιφνώς ιδολογικές αγκυλώσεις, που έχουν σχέση με την επικράτηση της εθνικιστικής ρητορείας και την ίδια την παιδεία που διαμορφώνει κοινωνικές συνειδήσεις: Η Άννα Φραγκουδάκη καταγράφει την επιρροή που είχαν οι “χριστοδουλικοί αγώνες” κατά της έννοιας των δικαιωμάτων στην υπόθεση των ταυτοτήτων, αλλά και τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό. Επισημαίνει πόσο βλαπτική για το πολιτικοκοινωνικό σκηνικό ήταν η ανοχή στην “αντιποίηση αρχής”, όπως αυτή εκφράστηκε με την “κατά βούληση άσκηση εξωτερικής πολιτικής”, στην υπόθεση Οτσαλάν. Λαμβάνει υπ’ όψιν της την βαθιά κρίση των ιδεών και αφιερώνει ιδιαίτερα κεφάλαια για το “Κίνημα των Νεορθόδοξων” (που αγκάλιασε εκπροσώπους από τα δεξιά ως τα αριστερά του πολιτικού φάσματος) και τον εμπρηστικό, μισαλλόδοξο, αντισημητικό και εντέλει ακροδεξιό, όπως τον αποκαλεί, λόγο του Χρήστου Γιανναρά.

Την ανάλυση της συγγραφέως διαπερνά η επιμονή στην αποκωδικοποίηση του ανορθολογισμού, του απομονωτικού εθνοκεντρισμού και των φοβικών ιδεολογημάτων για την “παγκόσμια συνωμοσία για τον αφελληνισμό της ιστορίας” και τις “κινήσεις για τη σωτηρία της γλώσσας”, που “δήθεν φτωχαίνει”. Ιδιαίτερη σημασία δε δίνει στον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες διδάσκονται επισήμως ρατσιστικές και εθνικιστικές αντιλήψεις, μέσω ξεπερασμένων εργαλείων ιστορικής ανάγνωσης όπως αυτή του “κράτους-έθνους”, της ιστορικής συνέχειας μόνο από την κλασσική Ελλάδα (με παράλληλη άρνηση των πολιτισμικών επιρροών και προσμίξεων) και της αποδοχής μιάς συμπλεγματικής εθνικής ταυτότητας, που εκφράστηκε και στο ζήτημα της ονομασίας της FYROM, ως επίσημη πολιτική.

Εδώ η Άννα Φραγκουδάκη κάνει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ανάλυση: Η επίσημη ελληνική παιδεία αποδέχεται έμμεσα την ανωτερότητα των άλλων ευρωπαϊκών πολιτισμών, με αποτέλεσμα τη δημιουργία εθνικιστικών ανακλαστικών, τα οποία, αρνούμενα τους γειτονικούς πολιτισμούς, προσπαθούν να αποκρούσουν τη δήθεν “κατωτερότητα” με εθνικά μυθεύματα και ιδεολογήματα, αντί να αποδεχθούν την κοινωνική ποικιλομορφία, τη συνεργασία και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ως το μοναδικό δρόμο συνεργασίας και ευημερίας των λαών. Η δημαγωγία και ο βαθύτατος αντιευρωπαϊσμός άλλωστε των αντιλήψεων που επικρίνει η συγγραφέας, αποτελούν και το κλειδί για την ερμηνεία της εξάπλωσης τους.

Στο τρίτο μέρος του βιβλίου, η συγγραφέας παρακολουθεί την καταιγίδα της κρίσης και τη διαχείριση της. Δεν διστάζει να θίξει ακόμα και μια παράμετρο-ταμπού για την ερμηνεία της ανόδου της ακροδεξιάς: Η πλήρης ανομία και η εμπρηστική διάλυση του κέντρου της Αθήνας μετά τη δολοφονία Γρηγορόπουλου δεν είναι άμοιρες ευθυνών για το κοινωνικοπολιτικό τοπίο που ακολούθησε, με τη διαμόρφωση του κύματος των αγανακτισμένων και το ευρύ μέτωπο μιάς “αντικοινοβουλευτικής και αντιμνημονιακής πολιτικής”.

Όπως επισημαίνει, ο χειρισμός από το σύνολο σχεδόν της πολιτικής εξουσίας, αλλά και τα ΜΜΕ, ήταν τραγικός: Κυβέρνηση και αντιπολίτευση δεν αναγνώρισαν τις πολιτικές τους ευθύνες για το συμβάν και ότι επακολούθησε, δεν αναγνωρίστηκε η απόλυτη έλλειψη επαγγελματισμού της αστυνομίας, επιτράπηκε να μετατοπιστεί η συζήτηση σε “καλή και κακή βία” - και η τακτική του να δίνεται σημασία μόνο στα μικροπολιτικά οφέλη, με αντιδημοκρατικούς εκτροχιασμούς, συνεχίστηκε και από τους διαδόχους στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, όπως με την περίπτωση της δημοσίευσης των φωτογραφιών των οροθετικών ιερόδουλων.

Στα τελευταία κεφάλαια, η Άννα Φραγκουδάκη ασκεί δριμεία κριτική στην ανεπάρκεια του πολιτικού συστήματος (επιφυλάσσοντας ιδιαίτερες αναφορές και στους Ανεξάρτητους Έλληνες που δεν συμπεριλαμβάνονται στο πρώτο μέρος του βιβλίου), που ευνόησε την εθνικιστική ρητορεία, την αλλοίωση των εννοιών, τον αντιμνημονιακό παροξυσμό περί “προδοτών” και όλα όσα ενίσχυσαν την ατζέντα της ακροδεξιάς. Δεν χαρίζεται στην αξιωματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ίσως δεν αφιερώνει αρκετό χώρο, για το πώς και η μεγαλύτερη κομματική έκφραση της δεξιάς παράταξης και η ηγετική της ομάδα ”κλείνει το μάτι” στη Χρυσή Αυγή, με απρόβλεπτες επιπτώσεις. Επισημαίνει ωστόσο πόσο λιγότερο εξοπλισμένη απέναντι σε εταίρους και δανειστές είναι η εκάστοτε πολιτική ηγεσία, με την εξάπλωση της αντικοινοβουλευτικής και αντιευρωπαϊκής δημαγωγίας.

Στο επίμετρο της, η συγγραφέας κάνει τρία καταληκτικά σχόλια, που προτείνουν λύσεις από το αδιέξοδο και συνοψίζουν το βάθος του προβλήματος. Αξίζει να κρατήσουμε μια φράση: “Είναι αποκαλυπτικό οτι η ιστορία είναι το μόνο σχολικό μάθημα που έχει τόσο μεγάλη απόκλιση από την αντίστοιχη επιστήμη, με αποτέλεσμα να διδάσκει όχι μια προσαρμοσμένη ή έστω αλλοιωμένη, αλλά την αντίθετη με βάση τα επιστημονικά κεκτημένα προσέγγιση του παρελθόντος”.

Δεν είμαι σε θέση να καταλογίσω αδυναμίες, σε επιστημονικό επίπεδο, σε αυτό το βιβλίο. Ωστόσο, θα έλεγα οτι αν η συλλογιστική του έμπαινε με αξιώσεις στο δημόσιο διάλογο, οι ελπίδες για μια καλύτερη Ελλάδα μετά την κρίση, θα ήταν αυξημένες...














Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Το εξώφυλλο του βιβλίου είναι από το www.biblionet.gr και του άλμπουμ από το www.sodwee.com

To post συνοδεύεται από το εντυπωσιακό βίντεο του "I Love You", του Γάλλου Woodkid.

buzz it!

ShareThis