Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7.2.13

Τα πολιτικά Όσκαρ...

Με την εξαίρεση της (γαλλόφωνης) αριστουργηματικής “Αγάπης” του Michael Haneke, τα φετινά Όσκαρ δείχνουν να σώζονται από το πολιτικό ενδιαφέρον των ταινιών, περισσότερο από το ίδιο το κινηματογραφικό, που στην περίπτωση των “Αθλίων”, της “Ζωής του Πι” και του “Λίνκολν” περιορίζονται σημαντικά σε μακροσκελείς (τι μόδα κι αυτή, να υπερβαίνει τις διόμιση ώρες ένα έργο!) ασκήσεις ανεκπλήρωτης μαγείας.

Το πολιτικό-ιστορικό ενδιαφέρον πάντως της εποποιίας του Spielberg είναι τεράστιο: Μας αποκαλύπτει μια πτυχή της αμερικανικής ιστορίας, που εμείς στην Ευρώπη γνωρίζουμε ελάχιστα, πέρα από τις γενικές, αδρές γραμμές. Ο θαυμαστός (εκ του αποτελέσματος) αυτός ηγέτης από το Ιllinois (ένας ακόμη λόγος να αποτελεί ίνδαλμα του καταγόμενου από το Σικάγο Ομπάμα) δεν δίστασε να μετέλθει και διεφθαρμένων μεθόδων (δωροδοκία, πλην της πολιτικής ίντριγκας και των πιέσεων) ώστε να εξασφαλίσει τις πολυπόθητες ψήφους για την ψήφιση από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της περίφημης τροποποίησης 13 του Αμερικανικού Συντάγματος, που καταργούσε δια παντός το καθεστώς της δουλείας των μαύρων.

Ένα άλλο στοιχείο έκπληξης για τους μη γνωρίζοντες είναι οτι την εποχή εκείνη, στο τέλος του τετραετούς εμφυλίου πολέμου Βορείων και Νοτίων, οι Δημοκρατικοί ήταν πιο δυνατοί στο Νότο, άρα και πιο συντηρητικοί από τους Ρεπουμπλικανούς, στο θέμα της δουλείας. Ωστόσο διχάστηκαν - και με τα χρόνια έφτασαν στις “φιλελεύθερες” (liberal) θέσεις που τους κατέτασσαν με σαφήνεια αριστερά των Ρεπουμπλικανών.

Η ταινία παρακολουθεί με τη βοήθεια της εξαιρετικής ηθοποιίας (κυρίως του Daniel Day-Lewis και του Tommy Lee Jones) και της μεγαλειώδους παραγωγής, που όμως προδίδεται από την πλαδαρή αίσθηση του ρυθμού και την (περιέργως γι αυτόν, ίσως με την επιδίωξη της “ποιότητας” έναντι της εμπορικότητας) εσωστρεφή αφήγηση του Spielberg, τους χειρισμούς και τα διλήμματα του Αμερικανού Προέδρου, ώστε να μη χάσει την ιστορική στιγμή για την ψήφιση, πριν τελειώσει ο πόλεμος. Παραλλήλως, παρακολουθεί τις σχέσεις μέσα στην ίδια του την οικογένεια - και τα ηθικά διλήμματα για έναν ηγέτη, που επίσης και εκεί προκύπτουν. Η αδρεναλίνη ανεβαίνει μόνο στην κορύφωση της ψηφοφορίας και παρά το γεγονός οτι γνωρίζουμε το αποτέλεσμα, είναι αντάξια του “βάρους” της ταινίας.

Tο ίδιο το τεράστιο ζήτημα της δουλείας όμως καταγράφεται πολύ πιο παραστατικά και σοκαριστικά, στην ταινία του Quentin Tarantino, “Django Unchained”. Παρά το γεγονός οτι πρόκειται για ένα ακατάσχετο splatter, ο ταινία (και κατ’ επέκτασιν ο σκηνοθέτης) ξεπερνά τον χαρακτήρα του spaghetti-western και φέρνει στη γνώση του μεγάλου κοινού τις φρικτές συνθήκες διαβίωσης, τον απόλυτο εξευτελισμό και τα μεσαιωνικά βασανιστήρια που υφίσταντο οι μαύροι, ώσπου να καταργηθεί η δουλεία: Φίμωτρα με λόγχες που πληγώνουν, αλυσίδες και βασανιστήρια σε “κουτιά” απομόνωσης, θάνατος από άγρια σκυλιά που κατασπαράζουν το θύμα τους είναι μερικά μόνο από τα διεστραμμένα εγκλήματα των φεουδαρχών του Νότου, που φυσικά συντηρούσαν τις “μονοπωλιακές” φυτείες τους, με δωρεάν εργατικό δυναμικό.

Επενδεδυμένη με μια μια ψευδο-επιστημονική θεωρία οτι οι μαύροι έχουν διαφορετικές κοιλότητες στον εγκέφαλο, που “επισύρουν” μεταχείριση χειρότερη και από τα ζώα, η τόσο βάναυση αντίληψη της εποχής είναι εν πολλοίς άγνωστη σε μας - και πάντως ιδιαιτέρως χρήσιμη για όσους προσπερνούν τον ρατσισμό ως μια “άκακη” ή αδιάφορη αντίληψη για τα πράγματα.

Όπως φαίνεται, η προβολή της ταινίας προκάλεσε αμήχανες αντιδράσεις στο λευκό κοινό των Ηνωμένων Πολιτειών, που σε πολλές περιπτώσεις αρνείται να αποδεχθεί οτι μαζικά αρκετοί πρόγονοι του υπήρξαν “καθάρματα ολκής”, στο θέμα της μεταχείρισης των μαύρων, ένα θέμα-ταμπού άλλωστε. Με αυτή την έννοια, η ταινία του Tarantinο αποδεικνύεται ιδιαίτερα χρήσιμη για το αμερικανικό και παγκόσμιο κοινό, πέρα από το συναρπαστικό της αφήγησης της, τη σφιχτοδεμένη σκηνοθεσία, τις σινεφίλ αναφορές (ποιός θα περίμενε να ξαναδεί στην οθόνη τον Ιταλό πρωταγωνιστή τέτοιων ταινιών Franco Nero) και την απολαυστική υποκριτική των πρωταγωνιστών. Και τι περίεργο, εδώ οι διόμιση ώρες κυλούν σα νεράκι...

Βασισμένο πάνω στην πραγματική ιστορία της διάσωσης έξι διπλωματών που ξέφυγαν από την Αμερικανική Πρεσβεία της Τεχεράνης, με τη βοήθεια μιας "πλαστής" χολιγουντιανής παραγωγής που στήθηκε γι αυτό τον σκοπό, κατά την εξέγερση των Αγιατολάχ (και γλύτωσαν την επί ενάμιση χρόνο ομηρεία των υπολοίπων), το έργο του “δεν μας γεμίζει το μάτι” ολίγον άχαρου ηθοποιού, αποδεικνύει οτι τελικά πρόκειται για έναν πολύ πετυχημένο σκηνοθέτη, παραγωγό και πρωταγωνιστή, ταυτοχρόνως. H αφήγηση ρέει, η αγωνία κορυφώνεται (παρότι κι εδώ ξέρουμε την έκβαση) και το αποτέλεσμα είναι ένα καλογυρισμένο και ρεαλιστικό θρίλερ (κανονικής διάρκειας).

Η ταινία περιγράφεται ή κατηγορείται ως “υπερπατριωτική” και προπαγανδιστική, αλλά η αντίληψη μου είναι διαφορετική: Από τις πρώτες σκηνές ξακαθαρίζεται οτι για την ανατροπή του δημοκρατικά εκλεγμένου Μοσαντέκ και την πραξικοπηματική εγκαθίδρυση του Σάχη Παχλεβί η εγκληματική ευθύνη είναι των ΗΠΑ, ενώ και οι ευθύνες τους που τον περιέθαλψαν, προσφέροντας άσυλο στον βασανιστή δικτάτορα, μετά την εξέγερση, επαναλαμβάνεται διαρκώς, χωρίς καμία διάθεση αθώωσης της αμερικανικής παρέμβασης στη χώρα. Από την άλλη, η (πραγματική) ιστορία από μόνη της, αποτελεί έναν θρίαμβο της ελεύθερης δυτικής σκέψης απέναντι στον μικρονοϊκό φανατισμό των μουτζαχεντίν της επανάστασης, που επιθυμούσαν να τιμωρήσουν λυσσαλέα σε αντίποινα, οποιονδήποτε Αμερικανό πολίτη ή διπλωμάτη μπορούσε να πέσει στα χέρια τους. Σε συνδυασμό δε με την υποκρισία της θρησκοληψίας που διέπει όλα αυτά τα καθεστώτα, είναι προφανές οτι το πρόσωπο της ισλαμικής επανάστασης είναι αναπόφευκτα αποκρουστικό. Δεν ξέρω ποιός σκεπτόμενος θεατής, άλλωστε, θα ήθελε κάτι διαφορετικό...














Οι φωτό είναι από τα www.chicagoreader.com, www.guardian.co.uk, www.awardscircuit.com, ενώ το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Who Did That To You" του Αμερικανού John Legend, και πάλι από το soundtrack της ταινίας "Django Unchained".

buzz it!

15.1.12

Χαμένο ρεσιτάλ...

Πέρσι, τέτοια εποχή, είχα ενθουσιαστεί με μια άλλη ταινία-ρεσιτάλ ηθοποιίας, παρά το γεγονός οτι αγιογραφούσε, κατά κάποιο τρόπο, τον εκπρόσωπο ενός βρετανικού υπερ-συντηρητικού θεσμού, της βασιλείας. Η «Σιδηρά Κυρία» όμως, της Phyllida Lloyd, απέχει μακράν από το να μου δημιουργήσει τέτοια συναισθήματα.


Δεν είναι ότι η ταινία δεν καταγράφει το «αμφιλεγόμενο» (για να το πούμε κομψά - ή το μισητό για πολλούς) της μακρόχρονης θητείας της Margaret Thatcher στην πρωθυπουργία της Βρετανίας. Είναι ότι η σκηνοθέτις του "Mamma Mia" (ποτέ μου δεν κατάφερα να το δω ολόκληρο, παρά το καλό καστ και το ιδιαίτερο «ελληνικό» ενδιαφέρον) ρίχνει μια αφελή ματιά σε ένα βαθύτατα πολιτικό θέμα. Όπως επισημαίνουν σχεδόν οι περισσότερες κριτικές, με την επιλογή των διαρκών φλας-μπακ, επικεντρώνει (και χαλάει πολύτιμο χρόνο) στην ηλικιωμένη Thatcher και τα «φαντάσματα» της σχέσης της με τον άντρα της, Denis, που τη στήριξε, αλλά υπέστη και τις συνέπειες του αυταρχικού χαρακτήρα της και των ισχυρογνωμόνων επιλογών μιας ζωής στο πολιτικό προσκήνιο - πράγματι «τολμηρής» (και από αυτή την πλευρά θαυμαστής) ζωής, δεδομένου ότι η Thatcher αναδείχθηκε πολιτικά και ηγήθηκε ενός απόλυτα ανδροκρατούμενου και φαλλοκρατικού περιβάλλοντος, κάτι που μπορεί να εξηγεί εν μέρει και τη σκληρότητα της, στην προσπάθεια να επιβληθεί.

Η καταγραφή όμως αυτής της ζωής και των επιλογών της είναι ελλιπής. Ακολουθώντας χολιγουντιανά/συντηρητικά κλισέ και υιοθετώντας μια «επιπόλαια» ουδετερότητα, αναδεικνύει το ηγετικό του χαρακτήρα, το εθνικοπατριωτικό των επιλογών και τη σταθερότητα των αποφάσεων, ως αποκλειστικά και μόνο προτερήματα. Φυσικά, για τους θαυμαστές της Thatcher, έτσι είναι. Η ταινία δεν αποκρύπτει το εύρος των κοινωνικών αντιδράσεων στις επιλογές της, αλλά δεν στέκεται κριτικά απέναντι της. Ούτε προσπαθεί να απαλείψει τα χαρακτηριστικά που θα οδηγούσαν κάποιον να τη χαρακτηρίσει ως μια εμμονική, κατίνα, άκαμπτη και υπερσυντηρητική νοικοκυρά, που επιχείρησε (άτσαλα και «ταλιμπανικά») να βάλει «σε τάξη τα του οίκου», αλλά στην ουσία ακύρωσε και εγκατέστησε δομές, που για τους υποστηρικτές «έσωσαν τη Βρετανία από την κατηφόρα», πλην όμως, για σχεδόν όλο τον υπόλοιπο κόσμο, εγκαθίδρυσαν την έναρξη μιας εποχής, που χαρακτηρίστηκε «νεοφιλελεύθερη» και αποτελεί την αιτία για την κρίση που ζούμε παγκοσμίως σήμερα (το timing του έργου το καθιστά ακόμα πιο δύσκολο να γίνει αποδεκτό).

Όμως, δεν αναδεικνύει επαρκώς άλλα χαρακτηριστικά, σύμφυτα με τέτοιες ακραίες επιλογές, όπως για παράδειγμα η σκληρότητα της με τις απώλειες ζωών, η αδυναμία της να εκτονώσει τις συγκρούσεις με την τρομοκρατία ή η δημαγωγία και ο πολιτικός υπολογισμός ενός πολέμου, όπως αυτός των Falklands, που εκτόξευσε τη δημοτικότητα της και της εξασφάλισε τη δεύτερη από τις τρεις εκλογικές της νίκες - αλλιώς θα είχε μείνει πιθανότατα στην πρώτη και μοναδική. (Η μόνη πτυχή αυτού του πολέμου που θα μπορούσε να τη δικαιολογήσει στην ιστορία, είναι οτι, παρά το αποικιοκρατικό παρελθόν της υπόθεσης, η κατάληψη των νησιών ήταν μια απρόκλητη επιθετική πράξη της στρατιωτικής χούντας της Αργεντινής, που όπως κάθε επιθετικός εθνικισμός - ειδικά από ολοκληρωτικό καθεστώς - δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτός).

Η Thatcher παρέλαβε μια Βρετανία απισχνασμένη, με τη βαριά βιομηχανία να καταρρέει, αλλά τον εργατικό συνδικαλισμό ακμαίο (θυμηθείτε την αποδυνάμωση της άλλοτε κραταιάς βιομηχανίας των βρετανικών αυτοκινήτων, στη δεκαετία του '70) - και τσάκισε τον δεύτερο, χωρίς να υπολογίσει το κοινωνικό κόστος. Δεν είναι βέβαιο όμως ότι προσέφερε σε αντάλλαγμα καλές υπηρεσίες για την ανόρθωση της πρώτης, που μάλλον έχασε οριστικά το παιχνίδι, από τον γερμανικό (και άλλον) ανταγωνισμό. Βέβαια, ακόμα και σύγχρονοι αντίπαλοι της, από το Εργατικό κόμμα, παραδέχονται ότι κάποιες από τις τομές της ήταν σωτήριες, για μια χώρα που υπέφερε από την «κατάχρηση» του κοινωνικού κράτους, χωρίς να αιμοδοτείται επαρκώς από την ιδιωτική πρωτοβουλία. Το (αναπόφευκτα) περίπλοκο όμως της πολιτικής ιδιαιτερότητας της Thatcher δεν αποτυπώνεται στην ταινία. Η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων και της απορρύθμισης των χρηματαγορών, οι σκληροπυρηνικές αντιλήψεις της για τον ψυχρό πόλεμο, ο αντιευρωπαϊσμός της και η πολιτεία της ως αυταρχικής ηγέτιδος περιγράφονται μόνο επιφανειακά, με όχημα την καρικατούρα της προσβλητικής και της (ωσάν να ήταν «απολιτίκ») επίμονης νοικοκυράς.

Το επιδερμικό του σεναρίου έρχεται βεβαίως να αντισταθμίσει η εξαιρετική (καλλι)τεχνική επάρκεια. Όχι η σκηνοθετική, αλλά αυτή του μακιγιάζ (είναι εντυπωσιακή η μεταμόρφωση της Meryl Streep, στις δύο ηλικίες που ενσαρκώνει, ιδιαίτερα στη μεγαλύτερη), αλλά κυρίως της ίδιας της Αμερικανίδας ηθοποιού, που πείθει απόλυτα, θυμίζει τον εαυτό της μόνο από αναπόφευκτα χαρακτηριστικά και καθιστά "συμπαθή" την ηρωίδα της - είναι θαυμαστό πως μεταμορφώνει το βλέμμα της, για να αποδώσει τον χαρακτήρα που υποδύεται. Η στάση και οι κινήσεις του σώματος, το βάδισμα, η ομιλία, οι μορφασμοί είναι υπεράνω πάσης κριτικής - και η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου θα πρέπει (χωρίς να ξέρω τον ανταγωνισμό), να απονείμει σίγουρα ένα τρίτο όσκαρ (και δεύτερο πρώτου ρόλου) στην κορυφαία, εδώ και χρόνια, εκπρόσωπο της παγκόσμιας βιομηχανίας της 7ης τέχνης. Το δροσερό κορίτσι που γνωρίσαμε, πριν από 33 χρόνια, στον "Ελαφοκυνηγό" φτάνει εδώ στον κολοφώνα της δόξας της και δίνει ρεσιτάλ - δυστυχώς - σε λάθος ταινία, με την έννοια ότι πάει χαμένο σε μια μέτρια προσπάθεια, που δεν άρεσε ούτε στους Συντηρητικούς, ίσως γιατί δεν "θριαμβολογεί" επαρκώς για την προσωπικότητα της γυναίκας-συμβόλου γι αυτούς.

Η Thatcher (που ζει ακόμα, αλλά μάλλον δεν θα απολαύσει την αγιογραφία της, καθώς πάσχει από άνοια), ενσαρκώνεται πολύ πετυχημένα και σε νεαρή ηλικία, από άλλη ηθοποιό, ενώ τα γεγονότα της εποχής καταγράφονται μέσα από πλάνα αρχείου, σημαντικά από μόνα τους για την ιστορική μνήμη. Όποιος έχει ζήσει τη δεκαετία του '80 πάντως, έχει - έστω και από απόσταση - άλλη αφήγηση από αυτή της ταινίας. Όταν η ιστορία ασχοληθεί, μετά από δεκαετίες, θα καταδείξει ποια είναι η πιο πιστή.


Η σύγκριση με την πραγματική...









Η φωτό είναι από το www.anglotopia.net και το εξώφυλλο από το www.lyricsdog.eu

Το post συνοδεύεται από ένα εμβληματικό "αντιθατσερικό" τραγούδι, το "Shout to the Top", από τους Βρετανούς Style Council, του Paul Weller, που ηγήθηκε της καμπάνιας καλλιτεχνών κατά του "θατσερισμού".

buzz it!

11.12.11

Η διαρκής παρουσία του έρωτα

Στην παρουσίαση της “Απουσίας του Έρωτα”, τόλμησα να αναφερθώ στη συζήτηση με έναν υπεραντλατικό φίλο, που ασχολείται με τις ανατολικές φιλοσοφίες.


“΄Ενα από τα λάθη που κάνει ο πολιτισμός μας, ο δυτικός πολιτισμός, είναι οτι εξιδανικεύει και μυθοποιεί τον έρωτα, σε συνδυασμό με την ούτως ή άλλως έντονη τάση του ανθρώπινου είδους προς τη μυθοποίηση, το “αυτοπαραμύθιασμα”. Έτσι, δεν έχουμε μελετήσει επαρκώς και δεν κάνουμε διάκριση, όπως οι ανατολίτες, στους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους σχετιζόμαστε ερωτικά ή αλλιώς “ως ζευγάρια”.

Άλλο λοιπόν η συνεννόηση και η συντροφικότητα, η δυνατότητα δηλαδή του ζευγαριού να αλληλοκατανοείται, να συμπορεύεται και τελικά να είναι “συνέταιρος” και “φίλος”. Άλλο το “romance” και το φλερτ, το να είσαι δηλαδή ερωτευμένος και να χτυπάει η καρδιά σου μόλις βλέπεις τον άλλο να στρίβει από τη γωνία - “to be in love”, όπως λένε οι Αγγλοσάξωνες, κάτι που σπάνια κρατάει πολύ καιρό. Και άλλο (και τελείως διαφορετικό) το να έχεις καλή και βαθιά σεξουαλική επαφή, να μπορείς να κάνεις την υπέρβαση του “να γίνεσαι ένα με τον άλλον”, να βιώνεις την πιο μεταφυσική εκδήλωση που διαθέτει ο μέσος άνθρωπος, μαζί με την τέχνη βεβαίως. Άμα πετύχεις δύο στα τρία, είσαι πολύ τυχερός.”

Εδώ πολλές από τις παριστάμενες κυρίες είχαν αντιρρήσεις. Και αν και η γυναικεία ψυχολογία είναι για μένα γενικώς θαυμαστή, καθώς θεωρώ τη γυναίκα (στατιστικά και σχηματικά μιλώντας) πιο ανεπτυγμένη από πλευράς ψυχικής ολοκλήρωσης και συναισθηματικής νοημοσύνης, ομολογώ οτι πάντα δυσκολευόμουν να ταυτιστώ με αυτή τη συγκεκριμένη “ένσταση”: Πώς μπορούμε (ή τολμάμε) να διαχωρίζουμε το “ερωτευμένος” από την καλή σεξουαλική επαφή, είναι η μόνιμη απορία (κάτι που οι άντρες κάνουν με περισσότερη ευκολία). Και η απάντηση μάλλον έρχεται, αν σκεφτεί κανείς πόσες φορές στη ζωή του έκανε καλό σεξ χωρίς να είναι ερωτευμένος ή και πόσες - παρότι ερωτευμένος - δεν είχε και το καλύτερο σεξουαλικό ταίριασμα...

Η αλήθεια είναι η η σύγχρονη ζωή δεν είναι εύκολη στο ερωτικό πεδίο. Ένα ολόκληρο “μοντέλο σχετισμού”, που βασιζόταν πάνω στις συμβάσεις και τις παραδοχές της απροσχημάτιστα φαλοκρατικής κοινωνίας, έχει καταρρεύσει - καινούργιο ακόμα δεν έχουμε βρει, και θα το ψάχνουμε μάλλον για πολύ καιρό. Μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες (και στον μη αναπτυγμένο κόσμο ακόμα), ο γάμος υπαγορευόταν αποκλειστικά από κοινωνικές και οικονομικές επιθυμίες και επιταγές, η σεξουαλική ζωή πριν από αυτόν ήταν ανύπαρκτη για τους περισσότερους, η γυναίκα αντάλασσε την προστασία της με αιώνια πίστη και υποταγή.

Με τη σεξουαλική απελευθέρωση, από τη δεκαετία του ’60 και μετά, η γυναίκα χειραφετήθηκε, οι σεξουαλικές σχέσεις απενοχοποιήθηκαν - και τα πράγματα έγιναν (ραγδαία) πιο περίπλοκα, ειδικά για τη γυναίκα, που καλείται να υπηρετήσει πολλαπλούς ρόλους. Η κοινωνία παρέμεινε φαλλοκρατική, η γυναίκα καλείται να είναι αυτόνομη στη ζωή (όπως πρέπει), αλλά και να παραμένει αντικείμενο του πόθου - μόνο η διαφορά ανάμεσα στην κοκεταρία ενός άντρα και μιας γυναίκας στο σεξουαλικό παιχνίδι δείχνει πόσο ακόμα τα πράγματα είναι (και ίσως θα παραμείνουν) “άνισα”. Σήμερα πάντως, ολοένα και περισσότερο διαπιστώνουμε πόσο ταυτόχρονα η ανθρώπινη φύση έχει ανάγκη και από ελευθερία και από την ασφάλεια της δέσμευσης - και από την τόνωση του καινούργιου φλερτ και από την τρυφεράδα της “αγκαλίτσας”.

Αν λοιπόν το “παραμύθι με τον πρίγκηπα (ή την πριγκήπισσα)” είχε κάποτε ένα συγκεκριμένο σενάριο ζωής, σήμερα που οι σχέσεις είναι (ευτυχώς) πιο ελεύθερες, η αίσθηση του ανικανοποίητου μπορεί να διατρέχει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας. Κι όπως καταγράφει η “Απουσία του Έρωτα”, η μοναξιά, η αδυναμία επικοινωνίας, οι μεγάλες προσδοκίες, η εσαεί αναμονή του ιδανικού συντρόφου έρχονται να “τυραννήσουν” τους περισσότερους - ή τέλος πάντων αυτούς που δεν έχουν την τύχη να βρουν ένα ταίριασμα πολύ αρμονικό και να ευτηχήσουν μαζί του, στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους.

Πολλές φορές, ο σύγχρονος άνθρωπος (με μια τάση αυτό να είναι πιο συχνό στις γυναίκες), δεν μπορεί ακόμα να δει την ερωτική επαφή ως αυτοσκοπό, να την απολαύσει στο μέτρο του δυνατού (ταιριάσματος) κάθε σχέσης και να μην προσδοκά “τον καβαλάρη με το άσπρο άλογο”, ώστε να απολαύσει το ερωτικό πάθος (άλλωστε, να μην ξεχνάμε και την αρχική έννοια της λέξης, που σημαίνει “πάθημα”). Και κυρίως, είναι δύσκολο και απογοητευτικό, να φοράμε κάθε τόσο (λες και μπορούμε να ερωτευτούμε δεκάδες φορές στη ζωή μας), το “κοστουμάκι” των δικών μας προσδοκιών και προδιαγραφών στον άλλο, παραμυθιάζοντας στην ουσία τον εαυτό μας και απαιτώντας αυτό που εμείς “προδιαγράψαμε”, αντί να εκτιμάμε κάθε μοναδική σχέση ξεχωριστά.

Αν λοιπόν, με τη βοήθεια της λογοτεχνίας και της τέχνης γενικότερα, νοερά καταφεύγουμε μονίμως στο εξιδανικευμένο, η “απουσία του έρωτα” από τη σύγχρονη ζωή καλεί σε μια διαφορετική ίσως και πιο ισορροπημένη αντιμετώπιση - αυτή της αποστασιοποίησης (που ίσως δεν αρέσει σε πολλούς ως έννοια). Ή καλύτερα, αυτή της “διαρκούς παρουσίας του έρωτα” στη ζωή μας.

Γιατί ο έρωτας δεν είναι μόνο μια δυαδική υπόθεση, είναι υπό μια έννοια μια κατάσταση προσωπική, μια κατάσταση υψηλής ενέργειας και αγάπης για τη ζωή. Αν φυσικά έχει και “αντικείμενο του πόθου”, ακόμα καλύτερα. Ακόμα όμως και το πιο ανεπαίσθητο φλερτ ή το μικρότερο κοπλιμέντο, που δεν έχει σκοπό, παρά μόνο να τονώσει την αυτοπεποίθηση κάποιου που μας αρέσει ή να αποτελέσει μια προσφορά καλού συναισθήματος προς τον άλλον, είναι σημαντικό. Κι ακόμα πιο σημαντικό είναι να μπορούμε να εκτιμήσουμε και να προάγουμε τον ερωτισμό μας, να βιώσουμε κάθε προσφερόμενη σχέση ως αυτόνομη και ταυτόχρονα έντιμη πρόταση επιλογής πλευρών ταιριάσματος, χωρίς να ζούμε με τη μαξιμαλιστική προσδοκία ενός ρομαντικού και ισόβιου “coup de foudre” - που ίσως δεν έρθει ποτέ, ακόμα περισσότερο αν δεν είμαστε εμείς στην υψηλή ετοιμότητα να το βιώσουμε.

Κι αυτή η “υψηλή ετοιμότητα” υπάρχει μόνο αν είμαστε ερωτευμένοι με τη ζωή. Επιζητώντας πάντα την αυτοβελτίωση και αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους με τρυφερότητα και διάθεση προσφοράς, που άλλωστε είναι η λέξη-κλειδί για την ερωτική επαφή. Τότε η ζωή μπορεί να μας κάνει τη χάρη, να μας το ανταποδώσει...









Η φωτό είναι από το www.board. ogame.org και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

Το post συνοδεύεται από την εξαιρετική διασκευή ενός από τα πιο ερωτικά τραγούδια των Cure, του Lovesong, από τη Βρετανίδα Adele. Προσέξτε την παραγωγή, με τα keyoboards σε ήχο οργάνου, την unplugged κιθάρα, τα βιολιά και τα drums να παίζονται στο rim, που φτιάχνουν την "τέλεια" ακουστική ποπ...

buzz it!

9.12.11

Ο “ρατσισμός” της πολυπολιτισμικότητας

"Νοιώθετε ηθικά ανώτεροι από τους Ταλιμπάν"; Αυτή είναι η πρώτη ατάκα, που απευθύνεται προς τους θεατές, οι οποίοι καλούνται να απαντήσουν με το χέρι ψηλά.

Ομολογώ οτι δεν έχω δει ποτέ τέτοια “παράσταση χορού” - μια τόσο πολιτική παράσταση, μια τέχνη τόσο μπλεγμένη με την έννοια του debate, του δημόσιου διαλόγου για ένα καυτό θέμα της εποχής μας. Αλλά και το συγκρότημα των Βρετανών DV8, με επικεφαλής τον Αυστραλό χορογράφο Lloyd Newson, δεν δηλώνει ένα συνηθισμένο συγκρότημα χορού, αλλά αυτοπροσδιορίζεται ως “physical theatre”.


Κάθε λέξη του κειμένου του "Can We Talk About This?" προέρχεται από συνεντεύξεις που πήραν οι ίδιοι ή βρήκαν καταγραμμένες. Καταιγιστικά εκφωνείται από τους χορευτές, που κάθε φορά υποδύονται ένα από τα πρόσωπα μια μακρόχρονης διαμάχης: Κατά πόσον η πολιτική της πολυπολισμικότητας που εφαρμόζουν οι ευρωπαϊκές χώρες (και κυρίως η Βρετανία), οδηγεί σε έναν αντίστροφο “ρατσισμό”, μια αντίστροφη καταπίεση, την καταστρατήγηση των αρχών της ελευθερίας του λόγου και της ισότητας. Το κατά πόσο η Ευρώπη οδηγείται σιγά-σιγά στο να υποκύπτει και να εκφοβίζεται, να αυτολογοκρίνεται, να φοβάται να μιλήσει για το Ισλάμ. Να αποφεύγει την κριτική, γιατί φοβάται μια κακώς ενοούμενη “πολιτική ορθότητα”, γιατί θέλει να αποφύγει τους μπελάδες με τους εξτρεμιστές της θρησκείας, τους φανατικούς που εκμεταλλεύονται ακριβώς τις ευρωπαϊκές αρχές και απαιτούν να εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση της δικής τους “ελευθερίας του λόγου”, αλλά όχι όταν αισθάνονται οτι προσβάλλονται τα δικά τους “ιερά και όσια”. Και που αρνούνται να κάνουν τη διάκριση μεταξύ ελευθερίας του λόγου και “προτροπής προς εγκλήματα μίσους”.

Με κομβικά σημεία την καταδίωξη του Salman Rushdie για τους “σατανικούς στίχους”, τη δολοφονία του Ολλανδού σκηνοθέτη Theo Van Gogh και το σάλο με τα σκίτσα του Μωάμεθ σε δανέζικη εφημερίδα, η παράσταση ξεδιπλώνει πολλές πτυχές του προβλήματος, καταγράφοντας τις δεκάδες δολοφονίες (από μισαλλοδοξία και προσπάθεια τρομοκράτησης) και κάνοντας αναφορά σε επεισόδια της βρετανικής κοινωνικής ζωής, που η παγκόσμια κοινή γνώμη δεν γνωρίζει - για παράδειγμα τις περιπτώσεις εκπαιδευτικών που κατηγορήθηκαν για “ρατσισμό” (πολλές φορές ανάμεσα στα πυρά ισλαμιστών και πραγματικών ακροδεξιών ρατσιστών), όταν επέμεναν οτι στα σχολεία τους δεν έπρεπε οι (κατά κύριο λόγο) μουσουλμανικές κοινότητες να επωφελούνται των αντιρατσιστικών πολιτικών ενσωμάτωσης, ακριβώς για να αποτρέπουν την ενσωμάτωση και να διαιωνίζουν τα δικά τους καταπιεστικά ήθη. Αντί ο νόμος να προστατεύει την ισότητα όλων, η κατάχρηση του ευνοεί την καταπίεση των πιο "απροστάτευτων", συνήθως γυναικών και gay ανδρών.


Η παράσταση παρουσιάζει όλες τις θέσεις, αλλά σαφώς παίρνει θέση. Και με κύριο άξονα την καταπίεση των μουσουλμάνων (και μη) γυναικών, που υποχρεώνονται σε βάρβαρα έθιμα, από την κλειτοριδεκτομή, την σεξουαλική καταπίεση ως τους υποχρεωτικούς γάμους, αναρωτιέται “τι είναι τελικά βάρβαρο”. Και δίνει ταυτοχρόνως την απάντηση, οτι οτιδήποτε (όπως ο ισλαμικός νόμος, η σαρία) δεν σέβεται τις αρχές της ισότητας και της ελευθερίας του λόγου και της αυτοδιάθεσης, όπως συμβαίνει ακόμα και με τη μαντήλα (παρά την άρνηση ακόμα και των αριστερών αντιλήψεων ανθρώπων να καταδικάσουν την καταπίεση, όπως καταγράφει στο σημείωμα της παράστασης ο Newson, δηλώνοντας έκπληκτος) είναι τελικά αυτό που πρέπει να πολεμήσουμε.

Όχι γιατί η Ευρώπη πρέπει να επιβάλει τους δικούς της νόμους και κανόνες στον κόσμο. Αλλά αντίθετα, γιατί τα εκατομμύρια που οδηγούνται από τους φανατικούς μουσουλμάνους επιδιώκουν αυτοί να επιβάλουν τη δική τους “αλήθεια”, όχι μόνο στις χώρες όπου αποτελούν πλειονότητα, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο - ποδοπατώντας οτιδήποτε πέτυχε ο διαφωτισμός και ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός, στο επίπεδο της βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων...




Η παράσταση είναι γροθιά στο στομάχι, έχει πυκνό κείμενο και οι μαρτυρίες ακολουθουν η μία την άλλη, σα μαστίγιο. Επειδή υπάρχουν υπέρτιτλοι στα ελληνικά, προτιμήστε τις θέσεις του εξώστη, για να μην πιαστεί ο αυχένας σας. Και προλάβετε, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, μέχρι την Κυριακή.











Οι φωτό της παράστασης είναι από τα www.theaustralian.com. au και www.dancepress.gr, ενώ το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Trouble Woman" του Βρετανού Dr. Rubberfunk.


buzz it!

2.11.11

"Φωτογραφίες" της Κατερίνας Καλούδη

Μια έκθεση φωτογραφίας που αξίδει να δείτε: "Φωτογραφίες" της Κατερίνας Καλούδη, καταξιωμένης φωτογράφου και φίλης. Με αφετηρία το ελληνικό τοπίο, μια ματιά που προσωπικά με συγκινεί.


Από την Τρίτη 1 Νοεμβρίου ως την Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011, στην Γκαλερί της Έρσης: Κλεομένους 4, Κολωνάκι, Τ 210 722 0231 Δευτέρα-Παρασκευή 11.30-14.30 & 18.00-21.00 Σάββατο 11.30-14.30







H φωτό με τίτλο "The forest" είναι της Κατερίνας Καλούδη και η φωτό της Imany από το www.fun-buzz.com

To post συνοδεύεται από το "You Will Never Know", το ντεμπούτο της Γαλλίδας Imany.

buzz it!

23.10.11

Το μουσικό σύμπαν του Almodovar

Aυτό που προέκυψε από το “στρογγυλό τραπέζι”, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, τη Δευτέρα που μας πέρασε (ως πληροφόρηση και ως κοινή διαπίστωση), είναι οτι ο Pedro Almodovar έχει εξαιρετικά στενή σχέση με τη μουσική - είτε ως μέλος συγκροτήματος, είτε ως dj, είτε ως “μουσικός επιμελητής” των ίδιων του των ταινιών. Είναι ένας πολυσχιδής καλλιτέχνης - κι αυτό φαίνεται και μέσω της σκηνοθετικής του καρριέρας. Ενδιαφέρεται προσωπικά για το μουσικό του στίγμα, το οποίο επιμελείται ο ίδιος - και μέσω αυτού υπογραμμίζει τη “μελοδραματική” του αισθητική, καταφεύγοντας όμως σχεδόν πάντα σε ποιοτικές επιλογές.


Στις πρώτες του ταινίες, φλερτάρει πιο έντονα με το kitsch και την gay αισθητική, αποφεύγοντας όμως να επιλέξει δυτικότροπα gay στερεότυπα (όπως π.χ. η Maria Callas, οι Queen ή η disco αισθητική τύπου Jimmy Sommerville). Ως μέλος της “Movida Madrilena”, του καλλιτεχνικού κινήματος που άνθισε στη Μαδρίτη, με την ισπανική μεταπολίτευση, συμμετέχει στην καλλιτεχνική σκηνή, με το συγκρότημα “Almodovar y Macnamara” - και καταγράφει την “τρέλλα” του κινήματος αυτού, στις δύο πρώτες του ταινίες. Στη δεύτερη μάλιστα (“Ο Λαβύρινθος του Πάθους”) και στην έκτη (“Ο Νόμος του Πόθου”), συμμετέχει με το (ολίγον kitsch, ολίγον punk, ολίγον σατιρικό) συγκρότημα αυτό στο soundtrack της ταινίας.

Με το πέρασμα των χρόνων και την επαγγελματική του καθιέρωση, οι επιλογές του στρέφονται ολοένα και περισσότερο προς την τεράστια δεξαμενή της λατινόφωνης παράδοσης. Σε πολλές από τις πρώτες του ταινίες χρησιμοποιεί ως συνθέτη πρωτότυπης ορχηστρικής μουσικής τον Bernardo Bonezzi, ενώ τρία χρόνια μετά την πρώτη μεγάλη του εμπορική επιτυχία, “Γυναίκες στα Πρόθυρα Νευρικής Κρίσης” (1988), κάνει ένα μεγάλο βήμα.

Στα “Ψηλά Τακούνια” (1991) συνεργάζεται με τον εξαιρετικό Ιάπωνα συνθέτη Ryuichi Sakamoto - με ένα θέμα που μένει αξέχαστο. Και όχι μόνο αυτό, διασκευάζει ο ίδιος στα ισπανικά τους στίχους και παράγει, μαζί με την αγαπημένη του τότε Luz Casal, το “Un Ano de Amor” - μαζί με μια νέα εκτέλεση του μεξικάνικου classic “Piensa en Mi”. To σύνολο αποτελεί την καλύτερη, κατά τη γνώμη μου, μουσική του πρόταση, ως soundtrack ταινίας.

Έκτοτε, αρχίζει τη συνεργασία του με τον Alberto Iglesias, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, ενώ εξακολουθεί, ως “πρεσβευτής” της λατίνικης κουλτούρας, να μας παρουσιάζει κομμάτια από μεγάλους καλλιτέχνες της Ισπανίας, του Μεξικού, της Αργεντινής, της Βραζιλίας, της Κούβας, της Κόστα Ρίκα, της Χιλής ή και της Ιταλίας (όπως η Mina). Πολλά από τα ονόματα είναι ευρέως γνωστά και στον υπόλοιπο κόσμο, όπως ο Caetano Veloso ή ο Xavier Cugat, άλλα όμως είναι λιγότερο, γιατί κάνει “βουτιά” στο παρελθόν, με καλλιτέχνες που γεννήθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα - που τον βοηθούν να αποδώσει τη ρομαντική και μελαγχολική ατμόσφαιρα που επιθυμεί.

Μεταχειρίζεται με τρυφερότητα (και “ανασύρει” ή αποτίει φόρο τιμής σε) “ξεχασμένους” καλλιτέχνες, όπως η Sara Montiel και ειδικά σε gay καλλιτέχνες όπως ο Κουβανός Bola de Nieve ή η Μεξικανή Chavella Vargas, την οποία βοηθά να επανεκκινήσει την καριέρα της σε μεγάλη ηλικία, με συμμετοχή και σε ταινίες του. Δίνει την ευκαιρία επίσης και στο νέο αίμα του ισπανόφωνου τραγουδιού, όπως η Estrella Morente ή η Buika (στο “Δέρμα που Κατοικώ”), αλλά χρησιμοποιεί και κομμάτια-εκπλήξεις από ποπ καλλιτέχνες όπως οι Saint-Etienne και η Cat Power ή καλλιτέχνες της world music, όπως ο Σενεγαλέζος Ismael Lo.

Σε κάθε περίπτωση, o Ισπανός σκηνοθέτης έχει τον δικό του, ιδιαίτερο τρόπο να φτιάχνει soundtrack - και μέσω αυτού να ολοκληρώνει το “αλμοδοβαρικό του σύμπαν”...









H φωτό είναι από το www.listal.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Werewolf" της Αμερικανίδας Cat Power, από το soundtrack της ταινίας "Ραγισμένες Αγκαλιές".

buzz it!

18.10.11

Τρεις ταινίες στο "παρά πέντε"...

Μια πολύ ωραία πόλη, μια πολύ ωραία καταγραφή εικόνων, μια πολύ ωραία ιδέα, μια ταινία που δεν μπορεί να την προχωρήσει

ικανοποιητικά. Γιατί πράγματι έχει πλάκα να βλέπεις τον Woody Allen (δηλαδή έναν ακόμα μέτριο ηθοποιό μέτριων κωμωδιών να τον παριστάνει, όπως πολύ συχνά συμβαίνει) να ανακαλύπτει “Μεσάνυχτα στο Παρίσι” έκπληκτος τα είδωλα του από τη χρυσή εποχή των twenties, αλλά μια ταινία δεν προχωράει μόνο με το εύρημα της “αναβίωσης” του F. Scott Fitzgerald και του Cole Porter. Πάντα γοητευτική η Marion Cotillard, ως ερωμένη του Pablo Picasso και του Ernest Hemingway - ατάκα της ταινίας (προς τον Picasso): “E, δεν είσαι και Miro!” Το “Match Point” και το “Vicky, Christina, Barcelona” παραμένουν μακράν τα καλύτερα και πιο σύγχρονα της τελευταίας περιόδου του...



Μια ακόμα ταινία, με τον βασικό του καμβά (όπως και πέρσυ το “Τι απέγινε η Έλλη;” του ιδίου σκηνοθέτη) να καταδεικνύει το πόσο καταπιεστική και υποκριτική είναι μια θρησκόληπτη ισλαμική κοινωνία, η κοινωνία της μαντήλας. Ως εκ τούτου, μια χρήσιμη για την αφύπνιση στο εξωτερικό του Ιράν και την πίεση που μπορεί να φέρει για την πτώση του ολοκληρωτικού αυτού καθεστώτος, της δήθεν “επανάστασης”. “Ένας χωρισμός” αγχωτικός, ψυχοβγάλτης - από τη μια τόσο σύγχρονος, αλλά και τόσο πολύ πνιγμένος στην εικαστική αισθητική της τριτοκοσμικής κοινωνίας. Σπάνια μια ιστορία (μοιάζει να) δίνει τόσο πολύ δίκιο (και άδικο ταυτοχρόνως) σε όλες τις πλευρές. Χρήσιμη (αλλά όχι ευχάριστη) και για έναν ακόμα (πολιτικό) λόγο αυτή η ταινία: Καταδεικνύει πόσο εύκολη είναι η απόπειρα εκμετάλλευσης του δυνατότερου από τον αδύναμο, με όχημα έναν (δήθεν προοδευτικό) λαϊκισμό, που υποστηρίζει οτι μόνον ο αδύναμος μπορεί να καταστεί θύμα...


Πιο εξωφρενικός από ποτέ, ο Pedro Almodovar διασκευάζει βιβλίο σε ένα ακόμα σενάριο γύρω από τις εμμονές του: Ναι όλοι είμαστε κατά βάθος γυναίκες, ναι όλοι μπορούμε να γίνουμε γυναίκες, ναι η ομοφυλοφιλία μοιάζει ο κανόνας των προτιμήσεων μας. Όμως πια φιλμάρει με απαράμιλλο στυλ, απίστευτα κάδρα και impeccable φωτογραφία, στυλιζαρισμένες πόζες και αισθητική, εντελώς μακριά από το αγαπημένο του κitch. Ο Antonio Banderas, ως αδίστακτος και πονεμένος πλαστικός χειρουργός, οδηγεί το πολύ καλό καστ, σε ένα “Δέρμα που κατοικώ” με εκπλήξεις και ανατροπές. To μελόδραμα και το τραγελαφικό, που γίνεται συμπαθητικό (και τρυφερό προς όλα τα ανθρώπινα πλάσματα) μόνο στα χέρια του Almodovar, φτάνει εδώ στα όρια της “επιστημονικής θυμηδίας”. Για να γελάσετε, να θαυμάσετε, να σοκαριστείτε, αλλά ίσως όχι για να συγκινηθείτε...


(Από πλευράς μου, η υποδοχή της νέας ταινίας του Almodovar θα ολοκληρωθεί με μια ραδιοφωνική εκπομπή με μουσικές από τα soundtrack του, στην οποία είμαι προσκεκλημένος, την Πέμπτη, στις 13.00, στον Pepper 96,6.)










Οι φωτό είναι από τα www.thevoguevibes.com, www.aiff.gr, www.filmlinc.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του Cole Porter, "I've Got Yοu Under My Skin", στην ιδιαίτερη εκτέλεση της Αμερικανίδας Julie London

buzz it!

15.10.11

Το "αλμοδοβαρικό σύμπαν"...

Την Τρίτη που μας έρχεται, διοργανώνεται στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, avant-premiere της νέας ταινίας του Pedro Almodovar “Le piel que habito” ("To δέρμα που κατοικώ”) - εκδήλωση στην οποία δεν έχω αρμοδιότητα να σας καλέσω.


Ωστόσο, την προηγούμενη, τη Δευτέρα 17 Οκτωβρίου, στις 18.30, στον ίδιο χώρο, διοργανώνεται ένα “στρογγυλό τραπέζι”, με συμμετοχή (ερωτήσεις) του κοινού, για τις διάφορες πλευρές του “αλμοδοβαρικού σύμπαντος” - την κινηματογραφική, τη μουσική, την “ψυχιατρική”, τη σεναριακή, την πλευρά των χαρακτήρων και των ηθοποιών.

Δεν είμαι ειδικός στον Ισπανό σκηνοθέτη, νομίζω όμως οτι μπορώ να πω δυό λόγια για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί τη μουσική, τον τρόπο με τον οποίο αυτή γίνεται όχημα της “κουλτούρας” του και στηρίζει το κινηματογραφικό του κατασκεύασμα.

Είστε όλοι ευπρόσδεκτοι, ελπίζω οτι θα γίνει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.




* (Από πλευράς μου, η υποδοχή της νέας ταινίας του Almodovar θα ολοκληρωθεί με μια ραδιοφωνική εκπομπή με μουσικές από τα soundtrack του, στην οποία είμαι προσκεκλημένος, την Πέμπτη, στις 13.00, στον Pepper 96,6.)









H αφίσα είναι από τους διοργανωτές της avant-premiere και το εξώφυλλο από το www.thesoundtrack toyourlife.co.uk

To post συνοδεύεται από το βασικό θέμα της ταινίας "High Heels" (Tacones Lojanos), του Ιάπωνα Ryuichi Sakamoto.

buzz it!

13.10.11

The Far Side of the Moon

“H βασική μου θεωρία είναι οτι ο ανταγωνισμός Αμερικανών και Σοβιετικών στο διάστημα δεν ήταν από τη δίψα για γνώση ή από περιέργεια, ήταν καθαρός ναρκισσισμός...” (ελεύθερη απόδοση)


Η αθέατη πλευρά του φεγγαριού, οι εικόνες και οι ήχοι από την προσελήνωση που στοιχειώνουν την παιδική μας ηλικία (ίσως πολύ περισσότερο από άλλα πολύ σημαντικά γεγονότα της δεκαετίας του ’60, όπως ο Μάης του ’68, ο πόλεμος του Βιετνάμ και οι αιματηρές ταραχές στα αμερικανικά πανεπιστήμια, το Woodstock ή η δολοφονία του JFK - που αφορούσαν τους μεγαλύτερους), ο ψυχροπολεμικός ανταγωνισμός των δύο υπερδυνάμεων, το πρόγραμμα SETI (Search for Extraterrestrial Intelligence), οι υπαρξιακές αναζητήσεις ενός συνεσταλμένου καθηγητή φιλοσοφίας, η ανθρώπινη μοναξιά και οι ανθρώπινες σχέσεις, η συμφιλίωση των λαών και των αδελφών - όλα αυτά μπερδεύονται γλυκά, στην εντυπωσιακά ευρηματική παράσταση του “The Far Side of the Moon”, του Καναδού Robert Lepage.

Με έναν μόνο ηθοποιό επί σκηνής, με πολλαπλούς ρόλους (κι ένα σκηνικό που μεταλάσσεται και φωτίζεται ευφυώς - μόνο και μόνο η χρήση της οθόνης/πόρτας πλυντηρίου/φινιστρινιού διαστημοπλοίου αξίζει τον κόπο), o Lepage επιβεβαιώνει (εδώ και δέκα χρόνια) τη ικανότητα του να συγκινεί ελλειπτικά, γράφοντας και σκηνοθετώντας με άφθονο (μελαγχολικό) χιούμορ και μπόλικη καναδέζικη προφορά στα γαλλικά. Μέχρι την Κυριακή, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών - αν μπορείτε, μη το χάσετε!









Η φωτό από την παράσταση είναι από το www.teakdoor.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

H μουσική της παράστασης είναι της Laurie Anderson, που όμως υπολείπεται των τριών "guest" κομματιών από τον John Coltrane, τον L.V. Beethoven ("Moonlight Sonata") και τους Led Zeppelin ("Dazed and Confused"). Οι τελευταίοι, για τις δικές μου μνήμες, "κλέβουν την παράσταση", γιατί επενδύουν μια σκηνή στο παιδικό δωμάτιο του πρωταγωνιστή - και γιατί ήθελα εδώ και πολύ καιρό να το βάλω στο blog. Το πρώτο LP του βρετανικού συγκροτήματος (1969) ήταν από τα πρώτα που απέκτησα, σε πολύ μικρή ηλικία, δώρο Γάλλων φίλων.

buzz it!

26.5.11

To "θλιμμένο σώμα"

Ίσως δεν όσο συγκλονιστικό είναι μια ζωντανή παράσταση μπροστά στα μάτια σου, ο Wim Wenders όμως, κατάφερε, με περισσή λατρεία (και με τη βοήθεια της τεχνολογίας 3D), να αποδώσει τη συγκίνηση και τη θλίψη στην τέχνη της μεγάλης Γερμανίδας χορογράφου.


Ο κόσμος της Pina Bausch είναι αυτός του υπαρξιακού πόνου, της αναζήτησης, της μοναξιάς - του “θλιμμένου σώματος” όπως πολύ σωστά ειπώθηκε γι αυτήν - αλλά και της σιγουριάς και της σταθερότητας, που πηγάζει από τη δύναμη. Πρώτα από όλα, από την αφιέρωση και την αδιάκοπη δουλειά. Δουλειά, που αποτυπώνεται στην εξαιρετική αυτή ταινία-ντοκυμαντέρ, που γυρίστηκε πριν και μετά τον θάνατο της, με τους δεκάδες χορευτές της να μιλούν για τη σχέση τους μαζί της, για τον ιδιίτερο τρόπο με τον οποίο τους έκανε να δουλεύουν και να δημιουργούν, που τους “έγδυνε” με το βλέμμα και τους έβγαζε τα πιο βαθειά κρυμμένα συναισθήματα.


Ακόμα κι αν δεν έχει κανείς ιδιαίτερη σχέση με τον χορό, αξίζει να δει αυτή την άκρως γοητευτική δουλειά, τα κομμάτια από τις παραστάσεις της Pina, τα “φουτουριστικά κάδρα” που στήνει ο Wenders στο Wuppertal, έδρα του Χοροθεάτρου της (εντυπωσιακό το εναέριο τραμ), αλλά τις (voice over) εξομολογήσεις των συνεργατών της.


Κι αν προς τη μέση της ταινίας, εθισμένος κανείς στη συνήθη πορεία μιας μυθοπλαστικής ταινίας, κουράζεται περιμένοντας μια “εξέλιξη”, μόλις συνειδητοποιεί οτι σε λίγο “η παράσταση τελειώνει”, αναζητάει αμέσως περισσότερη ακόμα δόση αυτής της κομψής αισθητικής, που χαρακτήριζε όλη την παρουσία αυτού του πρόωρα χαμένου “ιερού τέρατος”...

Θα μου μείνουν η βουτιά στην αγκαλιά, η κίνηση που εξέφραζε την “αλεγκρία της ζωής” - και βεβαίως η καταπληκτική παρέλαση των χορευτών. Η απόλυτη αισιοδοξία, μέσα από την ομορφιά της εμπνευσμένης και ομαδικής δουλειάς.


“Χορέψτε, χορέψτε, αλλιώς είμαστε χαμένοι” - αυτή ήταν το μότο της, η απελπισμένη της έκκληση. Η τέχνη είναι αυτό που πρέπει να γεμίζει τη ζωή μας, ώσπου οι ιδέες μας να γίνουν πράξη. Γιατί αυτό είναι που οδηγεί στον “επόμενο” πολιτισμό.



Μια γεύση, από το trailer της ταινίας, που προβάλλεται μέχρι το τέλος του μήνα.

Σύντομες κριτικές από την Telegraphκαι την Guardian











Οι φωτό είναι από τα www.thelittleshadow. wordpress.com, www.screendaily.com, www.artificial-eye.com, www.telegraph.co.uk

Το post συνοδεύεται από το "O Leaozinho" του Βραζιλιάνου Caetano Veloso, που ακούγεται στην ταινία.

buzz it!

25.3.11

Η fusion και η ψυχή...

Ο Billy Cobham είναι αναμφισβήτητα ο κορυφαίος drummer του χώρου του. Παραμένει εκρηκτικός και με με άψογη τεχνική, παρά τα 61 του χρόνια. Το χτύπημα του στο snare έχει μια απαράμιλλη χροιά - μαζί με μια παραπλανητική “καθυστέρηση” μερικών millisecond, που κάνει (όπως κάθε τι μη κανονικό) τον ήχο του πιο “νόστιμο” στο αυτί....


Τον είχα ξαναδεί βέβαια, αν θυμάμαι καλά η πρώτη φορά ήταν στο Σπόρτινγκ, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όταν το ελληνικό κοινό "αποκτούσε" και πάλι συναυλίες rock, blues και jazz καλλιτεχνών, μετά από μια (σχεδόν) δεκαπενταετία αφόρητης λειψυδρίας. Τότε έπαιζε με πολύ μεγαλύτερη μπαταρία, πάντοτε βέβαια με διπλή μπότα και πάρα πολλά τύμπανα. Και το show του γινόταν πάντα δεκτό με ενθουσιασμό, από τους φανατικούς (και στερημένους) θαυμαστές της jazz και της rock.

Γιατί λοιπόν δεν ενθουσιάστηκα στο Μέγαρο Μουσικής; Ίσως γιατί ο Cobham έχει ειδικευθεί σε αυτό το είδος, που τότε ονομάζαμε jazz-rock (χωρίς να είμαστε λάθος), αλλά παγκοσμίως ονομάστηκε fusion (αρκετά χρόνια αργότερα, μια "ψηλομύτικη" κουζίνα με το ιδιο όνομα, είχε παρόμοιες αδυναμίες). Με (πολύ ενδιαφέρουσες στην αρχή) εγκεφαλικές αναζητήσεις, συνήθως από σχήματα session μουσικών - και με μια (προχωρημένη ίσως για τη δεκαετία του ’70) αισθητική, αλλά ξεπερασμένη σήμερα.

Χωρίς το συναίσθημα των blues, η πρώιμη τεχνολογία των synthesizers* και οι ήχοι που αυτοί παρήγαγαν (έστω κι αν ακούγονται από σύγχρονα keyboards), το βιολί, τα steel drums και η κλασική ροκ κιθάρα, μαζί με τις συνθετικές τεχνοτροπίες του είδους (όπως το tutti διαφόρων οργάνων), μπορούν να συχνά να σε κάνουν να νομίσεις οτι ακούς ένα μεσαιωνικό/διαστημικό χαβαλέ. Κάτι σαν τους (καταπληκτικούς κατά τα άλλα, αλλά ξεπερασμένους) Genesis, σε διακοπές στην Καραϊβική. Ειδικά αν η ηχοληψία δεν είναι προσεγμένη. Κουραστικό, παρά τις εξαιρετικές στιγμές του...

Λίγη ώρα μετά, μπήκα στο Gazarte. Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν ένας τρελλός drummer, να χτυπιέται με τελείως rock τεχνοτροπία - με αφοπλιστικό χαμόγελο και το μαλλί του να πηγαίνει πέρα-δώθε, σαν τον “Animal” στο Muppet Show. Λευκός, όπως ο κιθαρίστας και ο σαξοφωνίστας. Ο Trombone Shorty (από 7 χρονών στο κουρμπέτι) και ο μπασίστας συμπλήρωναν την εικόνα του καλύτερου “μαθητικού γκρουπ”, που έχω δει ποτέ. Όλοι πιτσιρικάδες - και πλην του αρχηγού, αρκετά κάτω από 25...

Δεν έχω δει καλύτερο “fusion” στη ζωή μου. Ο κιθαρίστας, με look Jim Morrison, περνούσε άνετα από τα funk ηχοχρώματα σε jazz και rock τεχνοτροπίες. Ο Trombone Shorty, ως άλλος μικρός Satchmo και James Brown μαζί, τραγούδησε από standards (“Saint James Infirmary”, “When The Saints Go Marching In”, “Take The “A” Train”) έως κομμάτια που δεν θύμιζαν καθόλου Νέα Ορλεάνη. Το συγκρότημα θα μπορούσε να ακούει (ή να παίξει) οτιδήποτε από grunge, ως Living Colour και Lenny Kravitz. Όλα τα είδη ήταν εκεί. Στο τέλος, αντάλλαξαν όργανα - και ο Trombone Shorty έπαιξε drums, ο drummer κιθάρα, ο κιθαρίστας σαξόφωνο, ο μπασίστας τρομπέτα και ο σαξοφωνίστας μπάσο...

Σίγουρα όχι με την τεχνική αρτιότητα ενός Cobham, στα breaks. Αλλά με τον ενθουσιασμό και τη φρεσκάδα ενός καινούργιου πράγματος, που πατάει μεν στην παράδοση, αλλά βρίσκεται στον 21ο αιώνα. Και κυρίως, με ψυχή! Γι αυτό και το κοινό ήταν, επί σχεδόν δύο ώρες, ενθουσιασμένο...



*(H τεχνολογία των συνθετητών είχε μια πολύ καλύτερη εξέλιξη, αργότερα στη δεκαετία του ’70, όταν εξελίχθηκε και πατενταρίστηκε, από το CCRMA στο Stanford, η τεχνική της FM synthesis, που έδωσε τον ήχο της σειράς DX της Yamaha - που έδωσε, μεταξύ άλλων, εξαιρετικά καλαίσθητες “πλάτες” στη soul μουσική)











H παλιά διαφήμιση είναι courtesy of pelpal productions και το εξώφυλλο από το www. amazon.com

Το post συνοδεύεται από το "Hurricane Season" του Αμερικανού Trombone Shorty.

buzz it!

25.1.11

We Will Survive*

H μουσική μνήμη προσπαθεί να ξαναθέσει κάθε κύταρο, σε μια παλιότερη διάταξη - ευτυχίας ή μη. Το καινούργιο, απλώς εκκρίνει νέες ενδορφίνες εγκεφαλικού ενθουσιασμού και ξυπνάει όλες τις συνάψεις, ακόμα και τις πιο τεμπέλικες.


Μέχρι τώρα, η μόνη διασκευή που μου άρεσε ήταν η rock των Cake. Ξαφνικά, κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι. Σε τόσο καθημερινή τριβή με τη μουσική, σπάνια κολλάς. Κι όμως: Τα vibes της τέχνης (δηλαδή τα βαθύτερα μαθηματικά της φύσης) έχουν τους δικούς τους κανόνες - και με το hardware και με το software μας. Μπορεί ένα κομμάτι να είναι ένα bug, που μπλέκει ανάμεσα στις κάρτες προγραμματισμού της ανθρώπινης ζωής; Τον τελευταίο χρόνο, άλλη μια φορά μου έχει συμβεί κάτι παρόμοιο..

Ακούστε την υπνωτική, downtempo φωνή. Προσέξτε την funky κιθαρίτσα και το στιβαρό, ευρηματικό μπάσο. Και μετά κάντε την αναγωγή στα προβλήματα σας...


* Σύμφωνα με τις αναλύσεις.








H παρτιτούρα είναι από το www.freehandmusic.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Ι Will Survive", στη διασκευή του Σουηδού τρομπονίστα Nils Landgren.

buzz it!

30.11.10

Σώνει, πάτερ*...

Αυτό ίσως θα έλεγε κανείς (συνδυαστικά), αν επρόκειτο να ακούσει έναν ογδοντάρη κι έναν ογδονταεξάρη, με καθόλου ευκαταφρόνητο εισιτήριο. Είναι ακόμα ζωντανοί, στη σκηνή, σαν ροκ συγκρότημα; Ή τους βλέπουμε καταχρηστικά, γιατί ήταν κάποτε "ιερά τέρατα";

Ένας μικρός δισταγμός στο φύσημα του Sonny Rollins, ένα μικρό τρέκλισμα στο podium για τον George Pretre - και σκέφτεσαι οτι η υπεραξία του ονόματος καλύπτει τα πάντα. Οτι παρασύρεσαι από την αίγλη. Ο Νεοϋορκέζος σαξοφωνίστας που έπαιξε με όλα τα μεγάλα ονόματα της μεταπολεμικής bebop άνθησης και ο αγαπημένος μαέστρος της Μαρίας Κάλλας δεν αξίζουν να τους δεις, μόνο και μόνο για την ιστορία τους;

(Αλήθεια, γιατί οι μεγάλοι καλλιτέχνες της των δεκαετιών του ’40, του ’50 και του ’60 παραμένουν αξεπέραστοι; Σε ποιά μαρμίτα είχε πέσει αυτή η γενιά του ’30; Ή μήπως για όλα φταίει ο πόλεμος - και η δίψα για ζωή και δημιουργία που προκάλεσε;)

Και για κάτι παραπάνω όμως. Γιατί η επιμονή αυτών των λαμπερών ανθρώπων να εμφανίζονται στη σκηνή, ακόμα κι όταν θα μπορούσαν ίσως να έχουν αποσυρθεί εν τιμή, είναι αυτό που δικαιολογεί όχι μόνον όλους τους late bloomers, αλλά και όσους πιστεύουν στη ζωή, στη “μη παραίτηση”, στη δύναμη της διαρκούς ελπίδας και αισιοδοξίας για το αύριο.

Η τέχνη, υπό προϋποθέσεις φυσικής κατάστασης, έχει αυτό το προνόμιο - όπως κι η πολιτική. Μπορεί να σε πάει μέχρι τα 80, αν ξεχωρίζεις πραγματικά. Κι άλλα επαγγέλματα μπορούν να σε κάνουν να περιφρονήσεις τη σύνταξη. Αλλά η τέχνη μπορεί να κάνει ένα θέατρο να σείεται από τα χειροκροτήματα.

Αν ο Pretre επέλεξε να μας περιποιηθεί με τον αγαπημένο του Poulenc στο εξαιρετικά ευαίσθητο “Les Animaux Modeles”, ο Rollins μας “φιλοδώρησε”, στη δίωρη και πλέον συναυλία του στο Παλάς, με δύο αγαπημένα jazz standards, το “In A Sentimental Mood” και το “My One And Only Love”. Κι αν ο Γάλλος μαέστρος μετά το κύριο πιάτο του καλοπαιγμένου Brahms θεώρησε πρέπον να μπιζάρει με μια (ομολογουμένως πολύ καλά εκτελεσμένη από τους Αυστριακούς) αργή εκδοχή του “Γαλάζιου Δούναβη”, ο Αμερικανός φίλος δεν μας δυσκόλεψε (επίσης) καθόλου: Έπαιξε σχεδόν αποκλειστικά με τους ήχους της Καραϊβικής, με χαρακτηριστικά κομμάτια του ήχου του των τελευταίων ετών, (όπως το "Nice Lady"), με τη βοήθεια και ενός εξαιρετικού ρυθμικού διδύμου, στα ντραμς και στις κόνγκας (μορφή ο λατίνος Sammy Figueroa).

Η υπερβολή (και η άκομψη εμφάνιση) των αδελφών Labeque είναι από τα μείον. Όπως και το φινάλε μιας παράστασης σοβαρής μουσικής, με τους θεατές να χτυπάνε ρυθμικά παλαμάκια, στο “χαρούμενο σκοπό”. Αντιθέτως, το blues (σχεδόν boogie) μπιζάρισμα του Rollins ήταν ταιριαστά χορταστικό.

Δεν άντλησα ούτε τη συγκίνηση ενός ρεσιτάλ της 111 από τον Pogorelic, ούτε αυτή που μας έδωσε ο (συνομήλικος και φίλος του Rollins) Ornette Coleman, πέρσυ το καλοκαίρι, στον ίδιο χώρο. Ίσως ήταν η στιγμή, η εποχή, το έργο ή χιλιάδες άλλες παράμετροι. Ωστόσο, για μια ακόμα φορά, στάθηκα σιωπηλός απέναντι στο απίστευτο χάρισμα να προσφέρεις στο υψηλότερο δυνατόν επίπεδο, αυτό το μεταφυσικό δώρο που λέγεται τέχνη. Και μέσω αυτής, την επιμονή και το θαύμα της ανθρώπινης ψυχής...

Υ.Γ. Προχθές συζητούσαμε με τη Γιώτα Κοτσέτα, παρακολουθώντας την εξαιρετική Dianne Reeves, πόσο υπέροχα νοιώθουμε στον Kosmos 93.6, που είμαστε ένα πολύ μικρό “γρανάζι” στην προβολή αυτών των ανθρώπων - που δουλειά μας είναι να τους “παρουσιάζουμε”. Η δικαίωση είναι όταν πέντε γυναικείες φωνές μου τηλεφώνησαν την Παρασκευή, για να μάθουν “τι είναι αυτό το κομμάτι”, του Sonny Rollins. Ιδού λοιπόν...


* (Pretre=ιερέας, παπάς)









Οι φωτό είναι από το www.torrentsland.com και το http://operachic.typepad.com, ενώ το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Poor Butterfly" του Sonny Rollins, από έναν από τους πιο ιστορικούς δίσκους της jazz, με ένα από τα πιο ιστορικά εξώφυλλα της Blue Note.

buzz it!

16.10.10

Η τέχνη της Sylvie Guillem

Δεν την είχα ξαναδεί, την κυρία “6 o’ clock”. Είχα και μια μικρή επιφύλαξη, μήπως αποδειχθούν αληθινοί οι φόβοι επαϊόντων φίλων, οτι με μια τόσο “εμπορική” σταρ, μπορεί να πέσω και σε καμιά “αρπαχτή”. Σε αυτό συνηγορούσε και το πρόγραμμα των 62’ (καθαρός χρόνος), καθώς και η αίσθηση ενός “προσωπικού ρεσιτάλ”, που θα μπορούσε να είναι μια επίδειξη δεξιοτεχνίας, κενή άλλου περιεχομένου.

Είχα υπολογίσει χωρίς τον ξενοδόχο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, στον χαρισματικό χορογράφο Russel Maliphant (και παρτενέρ της Sylvie Guillem) - και τους έξοχου επιπέδου συνεργάτες του: Τον φωτιστή Michael Hulls και τον συνθέτη Andy Cowton.

Η παράσταση, αποτελούμενη από 4 κομμάτια, άρχισε με μια εντυπωσιακή, αλλά όχι συναρπαστική κίνηση της Guillem, χορογραφημένη σε ένα κομμάτι φλαμένκο. Μετά το “Solo”, ακολούθησε το “Shift”, με τον ίδιο τον Maliphant, ευρηματικό ως προς τη χρήση του φωτός και των σκιών (τα πρώτα σημάδια μεγαλοφυίας στην παράσταση), αλλά όχι πρωτόγνωρη χορογραφικά και μάλλον βαρετή μουσικά. Δεν είχαμε ακούσει ακόμα Cowton.

Κι εκεί που άρχισα να γκρινιάζω μέσα μου οτι κάτι πρέπει να γίνει με τις μουσικές που προτιμούν χορογράφοι και χορευτές (“γιατί δεν ρωτάνε κανέναν που ξέρει από πραγματικά καλή μουσική - ή μήπως διαλέγουν αυτό που τους βολεύει χορευτικά και αδιαφορούν για το τι ακούει το κοινό;”), ήρθε το “Two”. Όχι αυτό του Δημήτρη Παπαϊωάννου, βεβαίως, αλλά ένα εκπληκτικό κομμάτι, με την Guillem να κερδίζει σόλο τον ενθουσιασμό του κοινού, σ’ ένα απίστευτο παιχνίδι με το φως - και μια απολύτως σύγχρονη σύνθεση εξαιρετικής αισθητικής, με ηχογραφημένα φυσικά, δυνατά drums. Αριστούργημα...

(Μια “ιδέα” του, χωρίς να μπορείτε να απολαύσετε όλο το μεγαλείο του φωτισμού, μπορείτε να πάρετε εδώ. Αξίζει.)

Μετά το διάλλειμμα, το μοναδικό τους ντουέτο, το βραβευμένο “Push”, ήταν ένα ημίωρο βάλσαμο κίνησης δύο υπέροχων κορμιών, που ερωτοτροπούν χωρίς να είναι σέξυ - μόνο γλύκα ανάβλυζε από αυτό “διαρκές μπλέξιμο”. Δεν καταλάβαινες πότε πέρασαν τα λεπτά.

Η Guillem είναι μια μεγάλη καλλιτέχνις - και μια ζηλευτή γυναίκα στα 45 της. Αυτό που παρουσίασε με τον Malliphant ήταν πραγματική τέχνη. Μπορεί να μην πρόσφερε τη συνολική συγκίνηση μιας ολοκληρωμένης παράστασης με μύθο, όπως αυτή που είχα παρακολουθήσει πρόπερσυ στην Επίδαυρο, παρούσης (ακόμα) της Pina Bausch. Αλλά ήταν πολύ κοντά. Η ζωή έχει άλλο νόημα, όταν μπορείς να προσφέρεις τέτοιο πράγμα στο κοινό. Respect...


* H Sylvie Guillem έδωσε τρεις παραστάσεις (οι δύο της Πέμπτης και της Παρασκευής έγιναν sold out αμέσως και προστέθηκε και μια ακόμα "μπροστά", την Τετάρτη) στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών - και άλλες δύο το Σαββατοκύριακο στη Θεσσαλονίκη.





Η φωτό από το "Push" είναι από το www.exploredance.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από "A Flower Is Not A Flower" του Ιάπωνα Ryuichi Sakamoto, από το τελευταίο του άλμπουμ "Playing The Piano".

buzz it!

27.5.10

Μια έκθεση με φεγγάρι...

Η Κατερίνα Καλούδη είναι συμμαθήτρια και φίλη - και μια εκπληκτικά όμορφη καλλιτέχνις. Η προηγούμενη έκθεση φωτογραφίας της, με γυναικείες μορφές σε νησιώτικους βράχους ήταν για μένα αποκάλυψη. Τώρα εκθέτει, ανήμερα της πανσελήνου του Μαίου (απόψε το βράδυ στη 1π.μ.) τη νέα της δουλειά, εμπνευσμένη από τη θάλασσα.





Μυστικά της Θάλασσας

Γκαλερί Σκουφά
Σκουφά 4, 106 73 Κολωνάκι
τηλ. 210 3643025, Fax 210 3603541
info@skoufagallery.gr
www.skoufagallery.gr


Εγκαίνια:
Πέμπτη 27 Μαίου 2010 στις 7:30 μμ
στον Άνω Χώρο

Διάρκεια Έκθεσης:
27 Μαίου - 25 Ιουνίου 2010
Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα-Σάββατο 10:00-15:30, Τρ-Πεμ-Παρ 17:30-21:00








H φωτό με τίτλο "Νηρηίδες" είναι έργο της Κατερίνας Καλούδη και η φωτό της Madeleine Peyroux είναι από το http://irom.files.wordpress.com

Το post συνοδεύεται από το "You're Gonna Make Me Lonesome When You Go" του Bob Dylan, τραγουδισμένο από την Αμερικανίδα Madeleine Peyroux, από το άλμπουμ της "Careless Love".

buzz it!

2.2.10

Η γενιά που γεννήθηκε στα sixties...

Δεν ξέρω τι θέλω να γράψω για τη γενιά μου. Την παρατηρούσα προχθές, στο πάρτυ. Αν είμαστε αυτοί που γεννήθηκαν τη δεκαετία του ΄60 - κάποιοι είναι σήμερα στο κατώφλι των 50. Και κάποιοι ίσως μόλις σαραντάρισαν και ζουν αυτό το τρελλό σοκ του παλιμπαιδισμού, που σε πιάνει μόλις κλείσεις αυτήν την τόσο σημαδιακή και “βαριά” (για τα μέχρι τώρα δεδομένα) ηλικία...


Νομίζω οτι τα πράγματα είναι πιο “χρυσά” στη δεκαετία των 30 - τουλάχιστον για μένα ήταν. Είσαι ακόμα πολύ νέος, αλλά αρχίσεις και διαμορφώνεσαι ως αυτόνομος επαγγελματίας - κι αυτό έχει μεγάλη βαρύτητα στην αυτονομία της προσωπικότητας. Καλώς ή κακώς, η οικονομική εξάρτηση (εφόσον σπουδάζεις, πας φαντάρος κλπ) στη δεκαετία των 20 χαλάει την κατά τα άλλα ειδυλιακή εικόνα. Και τα πράγματα, με τη γενιά των 700 ευρώ, όλο και χειροτερεύουν, αντί να καλυτερεύουν. Για να μη μιήσω για την Ιταλία...

(Στις Ηνωμένες Πολιτείες είχα την ευκαιρία να δω πόσο φτηνό και εύκολο (με τη βοήθεια και λίγων garage sales) να φτιάξεις ένα σπιτικό στα γρήγορα. Οικοσκευή, στοιχειώδη έπιπλα και αυτοκίνητο - όλα ήταν προσιτά, με την προϋπόθεση φυσικά ενός καλού μισθού, που για ένα νέο επιστήμονα δεν ήταν δύσκολο να κινείται γύρω στα 3 χιλιάδες δολάρια, για αρχή. Not bad... Εδώ πάλι, όταν ήμουν φοιτητής στην Πάτρα, είχα αφεντικά στο μπαρ που δούλευα, τριαντάρηδες που έμεναν ακόμα με τη μαμά: Βόλευε το σιδέρωμα και το σπιτικό φαγητό...)

Στα 40 λοιπόν, τα πράγματα σοβαρεύουν: Πέρα από τον παράγοντα οικογένεια και παιδιά, γίνεται όλο και πιεστικότερο να εκφραστείς. Να “πετύχεις” θα το έλεγε κάποιος άλλος - εγώ όμως θα πω να εκφραστείς, να κάνεις αυτό το δημιουργικό που επιθυμείς, ακόμα κι αν αφορά μόνο τον τρόπο ζωής σου. Κι όχι μόνο σε επίπεδο δουλειάς - αλλά σε επίπεδο “επιτεύγματος ζωής”.

Κοιτούσα λοιπόν τους θαμώνες του πάρτυ: Το ροκ το είχαν στα χείλη, ειδικά τα γνωστά κομμάτια. Σα να το έλεγαν όμως με μια πίκρα - της χαμένης νιότης; Του επιτεύγματος που δεν ήρθε; Της αισθητικής παραίτησης;

Οι άνθρωποι που γεννήθηκαν στη δεκαετία του ’60, λέει ένας μύθος επηρεάστηκαν από το επαναστατικό της κλίμα, τη δολοφονία του Κένεντι το ’63, τη χρονιά των “πύρινων αλόγων” το ’66, τις φοιτητικές συγκρούσεις και τις εξεγέρσεις του ’68 στο Σικάγο, στο Παρίσι ή στην Πράγα. Πώς όμως είμαστε τόσο ήσυχοι; Σα να θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο, με τάξη...

Ίσως γιατί μεγαλώσαμε στα eighties - τη δεκαετία της ψυχρής επιστροφής του στυλ, μαζί με αυτό που ονομάστηκε “γιαπισμός”. Με τη Sade να σκάει μύτη, σαν θηλυκό ηφαίστειο σιωπής, με τον Paul Weller να διαμαρτύρεται στυλίστικα για τις πολιτικές της Thatcher, με τον Bryan Ferry να αποθεώνει τον απόλυτο δανδή...

Μεγαλώσαμε με το Hotel California (ως κλύσμα σχεδόν) και τους (αληθινούς ή μη) ροκάδες, αλλά δεν είναι αυτοί που πραγματικά μας εκφράζουν. Η μουσική της δεκαετίας του ΄70, είτε rock, είτε disco, είτε ακόμα και punk μας έπασε οριακά, ενεγράφη στο DNA μας, αλλά δεν είμαστε εμείς. Όπως δεν είμαστε κι η γενιά των Stones ή του Πολυτεχνείου, που εκφράστηκαν (και τα μπουρδούκλωσαν) επαρκώς...

Καταγράφω μερικά θετικά του μεγαλώματος μας, παρά το οτι ζήσαμε τη χούντα: Μεγαλώσαμε με λίγο ή καθόλου (ασπρόμαυρη) τηλεόραση. Είχαμε καλύτερη αίσθηση της σημασίας της παιδείας. Η μουσική μας παιδεία απείχε παρασάγγας από τη σημερινή. Ακούσαμε πολύ καλό ραδιόφωνο, είτε στα κρατικά, είτε αργότερα με την έκρηξη της ελεύθερης ραδιοφωνίας και των μουσικών σταθμών. Διαβάσαμε πιο πολύ - και προλάβαμε τα ελληνικά νησιά, όπως θα έπρεπε να είναι...

Τον κόσμο όμως δεν τον έχουμε αλλάξει ακόμα. Αργούμε να ξεπεταχτούμε μπροστά, ίσως γιατί παραείμαστε “late bloomers”. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η γενιά που γεννήθηκε τα sixties βγήκε μπροστά με τον Ομπάμα.

Στην Ελλάδα, μόλις την τελευταία δεκαετία μας κυβερνούν οι νεώτεροι της γενιάς του Πολυτεχνείου - τώρα εμφανίστηκε ένας αριθμός σαραντάρηδων υπουργών, όπως ο Παπακωνσταντίνου, ο Ραγκούσης ή ο Γερουλάνος. Στα γράμματα, στη τέχνη και στη διαφήμιση, που είναι στα δυνατά σημεία της γενιάς, κάτι έχει γίνει - αλλά όχι πραγματικά ξεσηκωτικό, ας με φωτίσουν οι αρμοδιότεροι. Στα media, η γενιά μου έχει βγει μπροστά εδώ και καιρό, αλλά με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα - με απογοητεύει πώς ένας άνθρωπος 45 χρονών μπορεί να εκπέμπει τόσο μεγαλύτερη από την ηλικία του “αύρα”...

O απολογισμός δεν με ικανοποιεί. Μήπως αυτή η δύσκολη καμπή για την Ελλάδα είναι η ευκαιρία για να βγεί αυτή η επόμενη “ώριμη” γενιά μπροστά; Ή μήπως απλώς θα περάσουμε απαρατήρητοι, σα μια σιωπηλή χαμένη περίπτωση της ιστορίας;






Η φωτό από το Blow Up του Antonioni είναι από το www.lacasapark.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

Το post συνοδεύεται από το αριστoυργηματικό κομμάτι του Γάλλου Dj Cam, που παραπέμπει στον τίτλο-τοτέμ για τη jazz των sixties, "Birth Of The Cool...

buzz it!

ShareThis