Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δικαιοσύνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δικαιοσύνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14.11.16

Μια τρύπα στο νερό...


Επί πέντε μήνες, το success story της κυβέρνησης ήταν η τακτοποίηση της ραδιοτηλεοπτικής αγοράς και η πάταξη της διαπλοκής. Ήταν διάφανο εξ αρχής οτι η στόχευση ήταν η δημιουργία ενός φιλικού τηλεοπτικού τοπίου, με ελάχιστους αντιπολιτευόμενους για “ξεκάρφωμα”.

Η “δημοπρασία του ράντζου”, το φιάσκο Καλογρίτσα, ο “λαγός” Σαββίδης, η απουσία κάθε πρόβλεψης για χρήμα από τον υπόκοσμο, το Ινστιτούτο της Φλωρεντίας που επέτρεπε μόνο 4 άδειες (που μετά τις “επέτρεπε” η διαφημιστική πίτα), η δημαγωγική σύνδεση μιας μνημονιακής υποχρέωσης με τη δήθεν κοινωνική πολιτική ήταν μερικά μόνον από τα αλλεπάλληλα λάθη.

Η κυβέρνηση, με χαρακτηριστική οίηση, εμπιστεύθηκε όσους την έπεισαν οτι θα περνούσε μια ρύθμιση, που “έμπαζε” από παντού - λίγο να ήξερες από τηλεοπτικά και νομικά (πόσο μάλλον να είχες πολιτικό κριτήριο), το καταλάβαινες. Προσπάθησε απροσχημάτιστα να προσεταιριστεί την ηγεσία των δικαστικών. Κατάφερε να κάνει όλους τους ενδιαφερόμενους εχθρούς, φέρνοντας απέναντι της και τα πιο φιλικά της κανάλια και φυσικά όλους τους εργαζόμενους τους.

Η κυβερνητική προπαγάνδα στηρίχθηκε κυρίως στην αντίληψη οτι το σημαντικό είναι να εισπραχθούν εκατομμύρια, από τους καναλάρχες που δεν πλήρωναν τίποτα για 27 χρόνια. Μόνο που αυτό ήταν το τελευταίο ζητούμενο, σε ένα τοπίο που πραγματικά έχρηζε προδιαγραφών λειτουργίας και ποιότητας. Η κυβέρνηση απευθύνθηκε στο θυμικό των ψηφοφόρων, με το επιχείρημα “τους κλείσαμε μέσα τρία μερόνυχτα και τα έσκασαν”. Μόνο που και αυτό το αφήγημα έδειξε να μην αντέχει πολύ.

Όταν άρχισαν τα αμίμητα “το δικαστήριο πρέπει να ακούει τον παλμό της κοινωνίας” και διεκόπη η πρώτη συνεδρίαση του ΣτΕ, λόγω του “κλίματος που είχε διαμορφωθεί”, ο έλεγχος είχε ήδη χαθεί. Η αήθης επίθεση κατά δικαστικού για τα προσωπικά του ήταν το κομβικό παρακρατικό σφάλμα, που συσπείρωσε την οργή των δικαστών εναντίον της προσπάθειας παρέμβασης. Έτσι ήρθε μια αυτονόητα σκληρή απόφαση του ΣτΕ, που απέρριψε πρωτίστως την μεταφορά των αρμοδιοτήτων από το ΕΣΡ στον υπουργό.

Κι εκεί ήρθαν τα ανήκουστα για ευρωπαϊκή δημοκρατία, μεταξύ άλλων και με μια δημαγωγική επίθεση της κυβερνητικής εκπροσώπου, στα όρια της χυδαιότητας. “Οι αποφάσεις των δικαστηρίων είναι δεσμευτικές, αλλά όχι σεβαστές”, λες και “σεβαστές” στην ελληνική γλώσσα σημαίνει να τις εκτιμάς προσωπικά. “Η απόφαση του ΣτΕ μας γυρνάει πίσω στην ανομία”, λες και το δικαστήριο έχει ως αποστολή να αποδεχτεί ένα νομοθέτημα, επειδή πιθανώς η προηγούμενη κατάσταση ήταν χειρότερη. Αφήστε που το ενδιαφέρον για την “ανομία” (που σε άλλες περιπτώσεις είναι φιλική ή αδιάφορη) φαντάζει άκρως υποκριτικό.

Κανείς νοήμων και δημοκράτης πολίτης δεν είπε να μην ρυθμιστεί με νόμο το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο. Αλλά όχι με αυτόν τον παιδαριώδη, αυταρχικό, υστερόβουλο και αντισυνταγματικό τρόπο. Όσο για την προσπάθεια να ταυτιστεί κάθε αντίρρηση προς τους χειρισμούς της κυβέρνησης με τη ΝΔ και τη “διαπλοκή των καναλαρχών”, είναι ενδεικτική της περιφρόνησης προς τον δημόσιο διάλογο και του παλαιοκομματικού τρόπου με τον οποίον πολιτεύεται και αυτή η κυβέρνηση. Οι απαντήσεις της εξουσίας πρέπει να δίνονται πρωτίστως προς τους αδέσμευτους και σκεπτόμενους πολίτες - κι όχι να κρύβεται η αντιπαράθεση πίσω από την αντιπαλότητα των κομμάτων.

Κι έτσι η κυβέρνηση που ήταν “κάθε λέξη του συντάγματος” βρέθηκε βαρύτατα εκτεθειμένη και ανεπαρκής. Ο Πρωθυπουργός, που είχε αποφανθεί στη ΔΕΘ οτι “δεν γίνονται αυτά τα πράγματα”, βγήκε τραυματισμένος άλλη μια φορά στο πεδίο της συνέπειας και της σοβαρότητας. Και η άγνοια για τη διάκριση των εξουσιών και τη λειτουργία της δημοκρατίας εκφράστηκε πανηγυρικά και με περισσό θράσος. Η πρόβλεψη του Συντάγματος, για στελέχωση του ΕΣΡ από τα 4/5 της Βουλής, υποδηλώνει την υποχρέωση να εξευρεθεί συναινετική λύση σε σημαντικά ζητήματα - κι όχι να επιβληθεί η κυβερνητική άποψη, πχ για 4 κανάλια. Ακόμα και αυτό όμως δύσκολα γίνεται κατανοητό.

Με την απόφαση του ΣτΕ, η κυβέρνηση δέχτηκε ένα σοβαρό ράπισμα, που σε επικοινωνιακό επίπεδο ήταν δυνατό και ακαριαίο. Αυτό που δεν έδειχνε να καταλαβαίνει όμως, ήταν οτι γλύτωσε από τα χειρότερα - και οτι το άλλο “σενάριο”, θα σήμαινε ένα αργό και επίπονο αδιέξοδο, στο οποίο θα την είχαν φέρει οι εμμονές και οι χειρισμοί της.

Εάν ο νόμος Παππά περνούσε από το ΣτΕ, η αυτοπαγίδευση θα ήταν πλήρης: Η κυβέρνηση θα έπρεπε να κλείσει 5-6 κανάλια, με αποτέλεσμα να βρεθεί με 2000 εργαζόμενους, που έχουν ισχυρά ερείσματα, απολυμένους. Θα είχε φτιάξει τη “δική της ΕΡΤ”, που θα ήταν αφόρητα δύσκολο να δικαιολογήσει, στο ιδεολογικό πλαίσιο στο οποίο κινείται.

Εάν πάλι τα κανάλια χωρίς άδεια δεν έκλειναν, η διαγωνιστική διαδικασία θα κατέρρεε, εις τα εξ ων συνετέθη. Όσοι είχαν πληρώσει, εως και 75 εκατομμύρια, για να αποκτήσουν μία από τις 4 πολύτιμες άδειες που εξασφάλιζαν λιγότερο ανταγωνισμό σε ένα νέο ολιγοπώλιο, θα επέμεναν με κάθε τρόπο, νομικό και πολιτικό, να πάρουν τα λεφτά τους πίσω.

Είναι απορίας άξιο, ποιό θα ήταν το επιτυχημένο σενάριο, στο μυαλό όσων προπαγάνδισαν αυτή τη ρύθμιση τους ραδιοτηλεοπτικού τοπίου. Το μόνο που μπορεί να υποθέσει κανείς, είναι οτι το κυβερνητικό επιτελείο ήλπιζε οτι με ένα μαγικό τρόπο θα έβαζε τους νέους παίκτες στο παιχνίδι κι οτι αυτοί με εξαγορές ή συγχωνεύσεις θα διατηρούσαν τα περισσότερα παλιά κανάλια και τους εργαζόμενους τους εν ζωή, αλλά πιθανώς με άλλο όνομα - και με μια καινούργια “αντι-διαπλεκόμενη” facade. Μόνο που αυτές οι σκέψεις γίνονται αποκλειστικά από ανθρώπους που δεν ξέρουν πώς λειτουργούν η αγορά και οι επιχειρήσεις.

Η κυβέρνηση συνέχισε να χειρίζεται κουτοπόνηρα και δημαγωγικά το στραπάτσο της. Επέμενε οτι ο υπουργός θα φέρει νέο νόμο για προσωρινές άδειες, κόντρα ακριβώς στην ερμηνεία του ΣτΕ, οτι οι αρμοδιότητες με βάση το Σύνταγμα δεν ανήκουν στον υπουργό, αλλά αποκλειστικά στο ΕΣΡ. Ενδιάμεσα, μια τροπολογία για κλείσιμο των μη αδειούχων, εντός 5 ημερών, είχε αποσυρθεί άρον-άρον, από αυτούς που είχαν συνειδητοποιήσει την ανάγκη συναίνεσης.

Ο πανικός έφερε την ακόμα μεγαλύτερη γκάφα. Ο Βύρων Πολύδωρας, ένα στέλεχος που είχε εκδιωχθεί από τη ΝΔ και με άκρως βεβαρυμένο παρελθόν, προβλήθηκε ξαφνικά ως “ο Πρόεδρος του ΕΣΡ που δεν θα μπορούσε να αρνηθεί η αξιωματική αντιπολίτευση”. Η υποτιθέμενη κίνηση-ματ οδήγησε σε ένα ακόμα φιάσκο.

Πια δεν απέμενε παρά η άτακτη υποχώρηση και η αλλαγή της ατζέντας με έναν ανασχηματισμό του υπουργικού συμβουλίου, που προφανώς δεν άντεχε να έχει απέναντι του και την εκκλησία. Το σχέδιο για κατάληψη εξ εφόδου της τηλεοπτικής ενημέρωσης είχε καταφέρει δονκιχωτικά μια τρύπα στο νερό…










Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Η φωτό είναι από το www.realpolitics.gr & το εξώφυλλο του δίσκου από το www.junodownload.com

Το post συνοδεύεται από το "Fly Me To The Moon", του Γάλλου Ben L'Oncle Soul.

buzz it!

25.8.16

Το "Game Over" των μύθων…

“Για κάθε μια εξίσωση που βάζεις στο βιβλίο σου, υπολόγιζε να χάνεις τους μισούς αναγνώστες σου”, είχε πει κάποτε στον κορυφαίο φυσικό Stephen Hawking, ο εκδότης του.

Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου δεν έχει βέβαια εξισώσεις στο βιβλίο του “Game Over”, που δανείζεται τον τίτλο του από την περίφημη φράση του Jean-Claude Juncker για την ελληνική κρίση. Ωστόσο, παραθέτει πλήθος στοιχείων και αριθμών. Και θα περίμενε κανείς οτι ένα βιβλίο, από έναν οικονομολόγο, για τα έξι και πλέον χρόνια της ζωής μας με ύφεση και μνημόνια, θα ήταν τουλάχιστον βαρύ και μελαγχολικό, αν όχι βαρετό.

Αντιθέτως, ως πρωταγωνιστής της πιο ταραγμένης περιόδου της μεταπολιτευτικής μας ιστορίας, ο πρώην υπουργός γράφει ένα συναρπαστικό αφήγημα, που διαβάζεται νεράκι, σαν μυθιστόρημα, από την αρχή ως το τέλος. Και με γλώσσα κατανοητή και σχεδόν ποτέ κουραστική, καταγράφει τις γνωστές, αλλά και τις αθέατες πλευρές ενός θρίλερ, τις συνέπειες του οποίου εξακολουθούμε να βιώνουμε.

Αρχίζοντας από την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ το 2009, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου καταπιάνεται με το προφανές - αυτό που παραμένει τόσο δύσκολο να αποδεχτεί μεγάλη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας: Οτι το ελληνικό κράτος είχε υπερχρεωθεί την προηγούμενη επταετία, με ασύστολες σπατάλες. Οτι στο τέλος της περιόδου αυτής, το κράτος εισέπραττε 100 και ξόδευε 124, δημιουργώντας έλλειμμα 24 δις, μόνο μέσα σε μια χρονιά. Οτι παρότι η ελληνική κρίση ήταν “η πιο ορθόδοξη και προβλέψιμη της Ευρώπης”, αντιμετωπίστηκε με χαρακτηριστική αμεριμνησία. Οτι ο δανεισμός έγινε αδύνατος, όταν οι (απρόσωπες - και όχι “όργανα κάποιας συνωμοσίας”) αγορές έγιναν δύσπιστες οτι η χώρα θα μπορούσε ποτέ να ορθοποδήσει.

Οτι τα περιβόητα “greek statistics” και οι συνεχείς αποκαλύψεις των λαθροχειριών που είχαν γίνει ανερυθρίαστα, ανεβάζοντας κάθε φορά το έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ σε ολοένα και πιο θηριώδη νούμερα, εμπόδιζαν να κερδηθεί αυτή η απαραίτητη εμπιστοσύνη, παρά τα αλλεπάλληλα μέτρα. Και οτι οι χρόνιες παθογένειες της χώρας και ο μέχρι τότε συνεχής εκτροχιασμός της οικονομίας, το αρνητικό ισοζύγιο πληρωμών, η έλλειψη ανταγωνιστικότητας με τη διαρκή αύξηση μισθών και πρόωρων συντάξεων μετά το 2000 (“πείνας” τους αποκαλούσαν τότε οι συνδικαλιστές), η σαθρή διάρθρωση και λειτουργία του δημοσίου και του παραγωγικού τομέα, η αδυναμία επίλυσης του ασφαλιστικού και η ανισότητα στα φορολογικά βάρη, δημιουργούσαν μια επιπρόσθετη εικόνα ενός “αποτυχημένου” κράτους, που αδυνατούσε να ανήκει στη σύγχρονη ευρωπαϊκή πολιτική και οικονομική πραγματικότητα.

Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου καταγράφει όλες τις παθογένειες, που οδήγησαν στην κρίση και ακολούθως στα μνημόνια (και όχι το ανάποδο όπως επιθυμεί η λαϊκίστικη αφήγηση), καταρρίπτοντας όλους τους μύθους, που λειτούργησαν ως οπλοστάσιο της “αντιμνημονιακής φούσκας”. Τότε που, σε μια πλήρη αναστροφή της πραγματικότητας, “οι πυροσβέστες κατηγορήθηκαν ως εμπρηστές”.

Τις παθογένεις του δημόσιου διαλόγου μας, που πήρε φράσεις και τις διέστρεψε δημαγωγικά: Το “λεφτά υπάρχουν” δεν ειπώθηκε ποτέ με την έννοια που του δόθηκε αργότερα, “η πορεία του Τιτανικού” ειπώθηκε μήνες πριν ανέβουν τα spread του δανεισμού, ο διορισμός Γεωργίου (που δήθεν φούσκωσε το έλλειμμα) στην ΕΛΣΤΑΤ συνέβη μήνες μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου - το γεγονός οτι η υπόθεση αυτή ακόμα ταλαιπωρεί τη νοημοσύνη μας και τη λειτουργία της δικαιοσύνης είναι ενδεικτικό για τον βαθμό κατανόησης της κρίσης από μια κοινωνία, που άγεται και φέρεται από τον λαϊκισμό.

Τις παθογένειες του πολιτικού προσωπικού και της ρητορικής του, μέσα στο ίδιο του το κόμμα (υπουργοί που έλεγαν οτι έπρεπε να είχαμε πάρει πιο έγκαιρα τα μέτρα, ενώ τότε είχαν σθεναρά αρνηθεί), με την προσπάθεια πολλών σε όλη την πυραμίδα, από το κορυφαίο στέλεχος ως τον τελευταίο συνδικαλιστή, να σαμποτάρουν μια κοινή προσπάθεια αποφυγής της καταστροφής, αρνούμενοι να υλοποιήσουν υπεσχημένες μεταρρυθμίσεις και παίζοντας παιχνίδια προσωπικής στρατηγικής. Αν και “Ιφιγένεια” του κόμματος του, ο Παπακωνσταντίνου είναι πάντως ευγενής με τους συναδέλφους του: Αποφεύγει τις προσωπικές αναφορές, στις περισσότερες περιπτώσεις, αφήνοντας μόνο μερικές σαφείς αιχμές για πρόσωπα και πράγματα.

Αλλά κυρίως, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου καταγγέλει την ανεύθυνη στάση της τότε αντιπολίτευσης - και ειδικά της αξιωματικής, που αν και υποτίθεται οτι ήταν φιλοευρωπαϊκό κόμμα, επί Σαμαρά μεταλλάχθηκε σε έναν αντιμνημονιακό μπροστάρη, προκαλώντας τεράστια ζημιά στη χώρα και διογκώνοντας το κύμα του λαϊκισμού, με τις συνέπειες που όλοι ξέρουμε - και στο πολιτικό φάσμα. Η απαίτηση του να μπει το ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση Παπαδήμου για λόγους μικροπολιτικής, το αψυχολόγητο και επιβλαβές κλείσιμο της ΕΡΤ, ο λαϊκίστικος ανασχηματισμός του 2014, αλλά και η προσπάθεια Σαμαρά να εμφανίσει ως μόνο δικό του επίτευγμα το πρωτογενές πλεόνασμα που πέτυχε, πατώντας πάνω στο δημοσιονομικό συμμάζεμα που είχε γίνει κατά 80% από τον Παπακωνσταντίνου, είναι μερικές ακόμα από τις αιχμές της αφήγησης.

Ο πρώην υπουργός φωτίζει βεβαίως και λιγότερο γνωστές πλευρές της κρίσης, τις αλλεπάλληλες συναντήσεις του σε όποιο ευρωπαϊκό forum υπήρχε, την αναζήτηση άμυνας της ευρωζώνης στις αγορές “πριν ανοίξει τη Δευτέρα το Τόκιο”, τις αγωνιώδεις προσπάθειες να στηθεί ένας ευρωπαϊκός μηχανισμός στήριξης από το μηδέν, τη συμφωνία της Deuville μεταξύ Merkel και Sarkozy που άλλαξε τα δεδομένα για τη δημοσιονομική πειθαρχία στην Ευρώπη, την επιμονή του Γάλλου Προέδρου για δημοψήφισμα με ερώτημα “Ναι ή όχι στο ευρώ”, τους κλυδωνισμούς και την πτώση της κυβέρνησης Παπανδρέου, με αναφορά και στον ρόλο του Ευάγγελου Βενιζέλου. Και ως τέτοιο, το βιβλίο παραμένει ένα από τα λίγα ντοκουμέντα, ώστε κάποτε να εξηγηθεί πλήρως η ιστορική διάσταση των πραγμάτων.

Ο πρώην υπουργός Οικονομικών δεν μένει όμως στην καταγραφή της θητείας του. Σχολιάζει όλη τη συνέχεια της ελληνικής περιπέτειας, πρώτα ως υπουργός Περιβάλλοντος της κυβέρνησης Παπαδήμου - και στη συνέχεια έχοντας αποσυρθεί από την πολιτική. Επισημαίνει πόσο σημαντικό ήταν το PSI, αναλύει την κρίση της Κύπρου, στηλιτεύει την εγκατάλειψη πολιτικών και ασκεί σφοδρή κριτική στους χειρισμούς της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, στην οποία αναγνωρίζει αρχικά σωστούς στόχους για λιγότερη λιτότητα και ελάφρυνση του χρέους.

Ακολούθως όμως, την επικρίνει οτι επέλεξε τη μετωπική σύγκρουση και βρέθηκε “με πρόγραμμα χωρίς χρήματα, αντί για χρήματα χωρίς πρόγραμμα, που επιθυμούσε”. Και με την κωλυσιεργία και την επιπολαιότητα που επέδειξε, οδήγησε τη χώρα στον τραγέλαφο του δημοψηφίσματος και του νέου επιβαρυντικού μνημονίου. Ο Παπακωνσταντίνου καταλογίζει ερασιτεχνισμό σε όσους προσπαθούσαν να προβάλουν ως εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης άλλες δυνάμεις πλην της Ευρώπης και επισημαίνει οτι το οικονομικό επιτελείο είχε πλήρη γνώση για το επακόλουθο κλείσιμο των τραπεζών, με τους χειρισμούς που έκανε. Παραλλήλως, επισημαίνει πόσο επιζήμια ήταν η ρητορική της διχόνοιας, που ακολούθησε το κόμμα της αριστεράς, για να ανέλθει και να διατηρηθεί στην εξουσία.

Επίσης, υπεραμύνεται των δικών του χειρισμών, θυμίζοντας οτι η χώρα δεν ήταν “πειραματόζωο”, αλλά έλαβε τη μεγαλύτερη δανειακή βοήθεια στην ευρωπαϊκή ιστορία και απέκτησε για πρώτη φορά έναν σοβαρό “οδικό χάρτη” για τον εκσυγχρονισμό της, οτι η δημιουργία ευρωπαϊκών μηχανισμών στήριξης σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα ήταν πρωτόγνωρη στα χρονικά και επισημαίνει οτι αν οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ για τους περιβόητους “πολλαπλασιαστές” ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα, τα πράγματα θα ήταν χειρότερα για την Ελλάδα. “Η αναπτυξη πάντως δεν θα γυρίσει απλώς με λιγότερη λιτότητα”, καταλήγει ο συγγραφέας.

Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου αναφέρεται βεβαίως και στην προσωπική ποινική του περιπέτεια, ως “αποδιοπομπαίος τράγος” όλου του πολιτικού συστήματος - ο “άνθρωπος που έφερε τα μνημόνια στη χώρα”. Η άκρως αμφιλεγόμενη διαδικασία παραπομπής του για τα ονόματα των συγγενών του που δεν βρέθηκαν σε ένα μεταγενέστερο στικάκι, η αθωωτική γι αυτόν ψήφος τόσο του εισηγητή της υπόθεσης, όσο και του Προέδρου του Ειδικού Δικαστηρίου, αλλά και η πολιτική διάσταση της καταδίκης του με την ελάχιστη δυνατή ποινή, μόνο για ένα πλημμέλημα, κάνουν κάθε καλοπροαίρετο παρατηρητή να διατηρεί τεράστιες επιφυλάξεις για την ποιότητα της πολιτικο-δικαστικής μας ζωής.

Όταν έγινε για πρώτη φορά εκπρόσωπος τύπου του ΠΑΣΟΚ, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου δημιούργησε την εντύπωση οτι είχε μια φυσική ικανότητα, που τόσο λείπει από το δημόσιο βίο μας: Δεν μιλούσε με την ξύλινη γλώσσα των πολιτικών. Τώρα δείχνει οτι αυτό το ταλέντο του συγκροτημένου και ουσιαστικού λόγου είναι το ίδιο ισχυρό και στο γραπτό κείμενο. Το “Game Over”, γραμμένο τόσο στα αγγλικά, όσο και στα ελληνικά, είναι σίγουρα μια γοητευτική όσο και χρήσιμη μαρτυρία για τη μελέτη της μεταπολιτευτικής μας ιστορίας - και της μεγαλύτερης ίσως κρίσης που πέρασε η Ενωμένη Ευρώπη.

Γράφει ο Παπακωνσταντίνου τη δική του, υποκειμενική ματιά για τα γεγονότα και την ερμηνεία τους; Προφανώς. Αποκρύπτει ενδεχομένως τα δυσάρεστα για αυτόν, καλύπτοντας τις αδυναμίες και τα λάθη του; Ίσως. Η αφήγηση του πάντως, ρευστή και διάφανη, τον δικαιώνει. Και 4 μήνες τώρα που έχει κυκλοφορήσει το βιβλίο, αλλά και όλα τα προηγούμενα χρόνια, δεν έχει παρουσιαστεί κάποια στέρεη επιχειρηματολογία, που να ανατρέπει τη δική του. Θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε, αν υπάρξουν ποτέ σοβαρά διατυπωμένες απαντήσεις. Η σιωπή και το αδιάφορο σφύριγμα των επικριτών του δεν προοιωνίζεται κάτι τέτοιο.










Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

H φωτό είναι από το www.eirinika.gr & το εξώφυλλο από το www.americansongwriter.com

Το post συνοδεύεται από το "Love & Hate", από το τελευταίο άλμπουμ του Βρετανού Michael Kiwanuka.

buzz it!

30.5.13

Ακολουθώντας το εκκρεμές...

Αυτό που συμβαίνει με την ΕΡΤ είναι η μικρογραφία της ελληνικής κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Όταν δεν προβλέπεις εγκαίρως τις επιταγές των καιρών και τα επερχόμενα προβλήματα, τότε η προχειρότητα και η δημαγωγική “καθυστέρηση” σε φέρνει από το ένα άκρο στο άλλο, σαν το εκκρεμές. Και υφίστασαι βεβαίως και κάθε είδους προβοκάτσια ή τακτική του “ρίχνω άδεια για να πιάσω γεμάτα” - και μετά κάποιος σου πουλάει και “ανακούφιση”, γιατί θα γίνουν τα μισά, σαν το γνωστό ανέκδοτο με το σπίτι του χότζα, που γέμισε κατσίκες για να αδειάσει λίγο στη συνέχεια.

Έτσι λοιπόν, από την εποχή της ασύστολης σπατάλης, επί Καραμανλή και Ρουσσόπουλου, περάσαμε στις απίστευτες περικοπές (συνοδεία ρουσφετιών, κατά καιρούς αυξημένων “δεξιοτεχνικά”). Και αντί να εισακουστούν οι όποιες φωνές μιλούσαν για εξυγίανση (έστω και μερικώς), αρνηθήκαμε με μαξιμαλισμό να προσθέσουμε στο επιχείρημα οτι είμαστε ταμειακώς θετικοί και το οτι έχουμε υποστεί το “συμμάζεμα” μας, παρέχοντας τις (απαραίτητες σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα) υπηρεσίες ενημέρωσης και πολιτισμού.

Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με τους “επίορκους” του δημοσίου τομέα. Από την επί δεκαετίες πλήρη ασυλία διαφόρων απατεώνων, περάσαμε στη δυνατότητα οποιουδήποτε (εφόσον πείσει τον εισαγγελέα, που δεν θέλει και πολύ για να πειστεί, αυτή είναι η δουλειά του) να μπορεί, με μια μήνυση και μια καταγγελία στην υπηρεσία, να σε κάνει να χάσεις τη θέση σου, θέτοντας σε σε αναγκαστική αργία. Για να μην πούμε να σε εκβιάσει κανονικότατα, ανεξαρτήτως του αν έχεις καταδικαστεί ή όχι, με κατάφωρη δηλαδή παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας.

Η πολιτική του εκκρεμούς είναι παρούσα σχεδόν σε κάθε έκφανση του δημόσιου βίου. Το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ δεν απαίτησαν (πρώτον) να ηγηθεί πρωθυπουργός κοινής αποδοχής και (δεύτερον) να συμμετάσχουν στην κυβέρνηση κανονικά με στελέχη τους, με τη λογική εν μέρει της αποφυγής του πολιτικού κόστους - και εν μέρει λόγω αδυναμίας. Τώρα, το εθνικιστικής πνοής επιτελείο που ηγείται της χώρας και τα μικροπολιτικά παιχνίδια τους ενοχλούν.

Εδώ όμως ο μεγάλος ένοχος είναι η Νέα Δημοκρατία. Πρώτα απ’ όλα, διότι ενώ αρχικά ζήτησε με θέρμη τη σύνταξη αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, σύμφωνα και με τις ευρωπαϊκές οδηγίες και πιέσεις, στη συνέχεια έκανε στροφή 180 μοιρών πηγαίνοντας αίφνης στο άλλο άκρο, σφυρίζοντας αδιάφορα για τον φασιστικό κίνδυνο και ακολουθώντας κουτοπόνηρες τακτικές για να αποφύγει τη διαρροή ψηφοφόρων προς τα δεξιά της. Η επιστολή του Νάνου Βαλαωρίτη, που μεταξύ άλλων αναφέρει “σε ποια χώρα κύριε πρωθυπουργέ οι πολίτες δικαιούνται να ελέγχουν, να ξυλοκοπούν και να δολοφονούν κάποιον που δεν έχει άδεια”, θα έπρεπε να αναγκάσει τον Αντώνη Σαμαρά να βγει από τη σιωπή του και να δώσει εξηγήσεις - αλλά πού;

Ούτε οι αποστροφές “είμαστε μια χώρα που δεν εφαρμόζει τους νόμους, άρα τι νόημα έχει” και “ας εφαρμόσουμε πρώτα τον υπάρχοντα νόμο” ευσταθούν. Δεν είναι αυτός ο ρόλος της πολιτικής τάξης, που οφείλει να καθοδηγεί μια κοινωνία (για να μη θυμηθούμε τι διεφθαρμένες πρακτικές ακολούθησε ο μέγας πρωτοπόρος Λίνκολν, ώστε να περάσει την κατάργηση της σκλαβιάς και να προχωρήσει μπροστά η ανθρωπότητα).

Από όλες τις δικαιολογίες που προβάλλονται για την ακύρωση μιας αντιρατσιστικής νομοθετικής πρωτοβουλίας, μόνο οι νομικές και οι από τη φιλελεύθερη πλευρά ορμώμενες είναι άξιες προς συζήτηση: Αυτές δηλαδή που θεωρούν την ελευθερία του λόγου υπέρτατο αγαθό, ανησυχούν για τις επιπτώσεις της επέκτασης σε καταδίκες της γνώμης και θεωρούν οτι ο εκφασισμός αντιμετωπίζεται αποκλειστικά με πολιτικά μέσα και όχι με νομικές στοχεύσεις.

Όμως, ακόμα και αυτές παρακάμπτουν τις ευρωπαϊκές μας υποχρεώσεις, αφ’ ενός. Και αφ’ ετέρου, εκτιμούν λανθασμένα οτι η κατάσταση μπορεί να βελτιωθεί με τον ιδεαλισμό της μακρόχρονης προσπάθειας για παιδεία και διαλλακτικότητα, την ώρα που η Ελλάδα μπορεί να χαντακώσει τις επόμενες δεκαετίες της ύπαρξης της, όχι από την απειλή της χρεοκοπίας, αλλά από την εξουσία του φασισμού. Ξεχνούν οτι εκτός από την αμορφωσιά και το χαμηλό πνευματικό επίπεδο, κύριο χαρακτηριστικό των ρατσιστικών και ναζιστικών ιδεών και πρακτικών είναι η θρασυδειλία. Και οτι επιτέλους πρέπει να υπάρξει (και) “νομική ενθάρρυνση” για την αυστηρή επιβολή του ποινικού κώδικα στα συγκεκριμένα αδικήματα και στην προτροπή προς αυτά, κατ’ αναλογίαν με την τρομοκρατία - άλλωστε τι είναι ο φασισμός, αν όχι μια υπέρτατη και καθημερινή μορφή τρομοκρατίας;

Το εργαλείο της δήθεν “αντισυστημικής εξέγερσης κατά του φαύλου πολιτικού συστήματος”, μέσω της ψήφου σε ναζιστικό κόμμα, πρέπει να αφαιρεθεί από τις δυνατότητες μιας κοινωνίας, που κρατιέται στη ζωή από το ευρωπαϊκό χρήμα (ενώ έχει αναπτυχθεί επί δεκαετίες με τη βοήθεια του). Κι αυτό δεν γίνεται με ευχολόγια ή με το φόβο μη “χαθούν οι ψηφοφόροι”, γιατί θα “θυματοποιηθεί η Χρυσή Αυγή”. Στο τέλος, με αυτές τις παλινωδίες, θα ωφεληθεί.

Το ίδιο θα ωφεληθεί και από την μικροκομματική στάση του ΣΥΡΙΖΑ, που ενώ θα έπρεπε να είναι μπροστάρης στην αντιφασιστική συμπαράταξη και να ψηφίσει για λόγους συμβολικούς και με τα δύο χέρια όποιο νομοσχέδιο κατατεθεί, τώρα λέει οτι θα καταθέσει δικό του σχέδιο. Όπως κάνει και με την ΕΡΤ (“το άθλιο σχέδιο δεν θα περάσει”), απαντάει με τη βολή του ανεύθυνου, που βρίσκεται στην αντιπολίτευση.

Όπως επίσης σπεύδει να κάνει (με τη χαρακτηριστική δημαγωγία που χαρακτήρισε όλη τη μεταπολίτευση), καταδικάζοντας αμέσως κάθε προσπάθεια να εκλογικευτεί η υπόθεση των διαδηλώσεων στο κέντρο των μεγάλων πόλεων, που ακόμα “ρυθμίζεται” από χουντικό διάταγμα. Προβάλλοντας το επιχείρημα οτι “για όλα φταίει το μνημόνιο και η κρίση” και αρνούμενος οποιονδήποτε περιορισμό (για το ΚΚΕ δεν συζητάμε καν, ούτε αντιφασιστικό δεν θέλει να είναι στην πράξη γιατί φοβάται τις δικές του παρεκτροπές), όταν οι διαδηλώσεις υπερβαίνουν κατά μέσο όρο τη μία την ημέρα στο κέντρο της Αθήνας και οι επιχειρήσεις που έχουν φύγει (όχι κλείσει), μετακόμισαν διότι επί δύο χρόνια έχαναν τεράστιο ποσοστό του (μειωμένου πια) τζίρου τους, με την υποψία συγκέντρωσης και επεισοδίων. Εξ αιτίας πολλών παραγόντων, όπως είναι κυρίως η υποβάθμιση και η ύφεση στην αγορά, το ιστορικό κέντρο έχει διαλυθεί - και ένας από αυτούς είναι και η διαρκής χρήση του ως πεδίου διαδηλώσεων, ακόμα και από λίγες δεκάδες άτομα.

Έτσι λοιπόν, από τη μιά έχουμε την κυβέρνηση του “νόμου και της τάξης” (αλλά όχι για τους παρακρατικούς φασίστες) και από την άλλη την αδυναμία να κατανοηθεί οτι η κρίση απαιτεί άλλα μυαλά, ώστε να φύγουν οι αγκυλώσεις και ο λαϊκισμός που μας οδήγησαν ως εδώ. Και μέσα σε όλα αυτά, η ελληνική κοινωνία ψάχνει, στην κίνηση του εκκερεμούς, μήπως υπάρχει κάτι στο μέσον, που να λέγεται κεντροαριστερά...















Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

H φωτό είναι από το www.shiftwallpapers.com και το εξώφυλλο από το www.naive.fr

To post συνοδεύεται από το "One Day" της Ολλανδέζας Caro Emerald.

buzz it!

8.3.13

Η υπερβολή των "επίορκων"...

H Σ. είναι ευσυνείδητη υπάλληλος και αγαπάει τη δουλειά της στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Πριν από λίγα χρόνια, σε μια ταραγμένη περίοδο της ζωής και μετά από διαζύγιο, έμπλεξε με κάτι χρέη. Οι δύο πιστωτές της, για διάφορους λόγους που έχουν σχέση με τις συμβουλές των δικηγόρων τους, επέλεξαν να μην πάρουν μέρος των χρημάτων πίσω, όπως τους προσφέρεται, με υπόσχεση για εξόφληση όλου του ποσού, αλλά να τη μηνύσουν για απάτη. Το αδίκημα είναι ποινικό κι όχι πια μια “αστική διαφορά”.

Εφευρέθηκε μάλιστα μια γελοία δικαιολογία, οτι τα λεφτά δόθηκαν με την υπόσχεση οτι θα τους εξασφαλίσει πρόσληψη στη δημόσια υπηρεσία όπου εργάζεται, αυτή μια απλή υπάλληλος, όταν όλοι γνωρίζουν οτι τέτοια υπόσχεση δεν την “αγοράζει” ούτε παιδί του δημοτικού. Για τη μία μήνυση η Σ. αθωώθηκε, η εκδίκαση της άλλης εκκρεμεί.

Κι εδώ αρχίζουν οι παρενέργειες: Με βάση το νέο νόμο για τους "επίορκους", κάθε υπάλληλος ελέγχεται πειθαρχικά, εάν έχει εκκρεμείς υποθέσεις με τη δικαιοσύνη, αν δηλαδή ο εισαγγελέας κρίνει οτι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για ενοχή, κάτι που πολύ συχνά συμβαίνει (ιδιαίτερα τελευταία με το κλίμα που έχει δημιουργηθεί), για τον απλό λόγο οτι έτσι ο εισαγγελέας έχει “το κεφάλι του ήσυχο” οτι δεν θα κατηγορηθεί για αμέλεια, παράβαση καθήκοντος ή συμμετοχή σε “παραδικαστικό κύκλωμα”. Αν η Σ. ελεγχθεί πειθαρχικά, το πιθανότερο είναι να καταλήξει σε υποχρεωτική αργία, δηλαδή να πάει σπίτι της με ένα μέρος του μισθού της - και με σοβαρή πιθανότητα να καταστραφεί η καριέρα της.

Το χειρότερο είναι οτι οι άσπονδοι εχθροί της Σ. στην υπηρεσία (με βάση το πολιτικό “στρατόπεδο” ή τις προσωπικές μικρότητες και ανταγωνισμούς) εκμεταλλεύονται την κατάσταση, κρατώντας την σε μια ιδιότυπη ομηρεία. Της έχουν αφαιρέσει το έργο της, πουλώντας της προστασία (“εμείς δεν θέλουμε να σε παραπέμψουμε στο πειθαρχικό, να σε προστατεύσουμε θέλουμε ώσπου η υπόθεση να ξεκαθαρίσει”), ενώ στην ουσία εκμεταλλεύονται τις νέες διατάξεις, αλλά και τους ρυθμούς απόδοσης της δικαιοσύνης, διώκοντας την πολιτικά και προσωπικά.

Σε αυτή τη χώρα, περνάμε από την υπερβολή του ενός άκρου, στην απέναντι, εν μια νυκτί, ακριβώς επειδή αδιαφορούσαμε επιδεικτικά για τα στοιχειώδη και αποδεχόμασταν μια “συνδικαλιστική και συναδελφική ομερτά”, στο πλαίσιο της γενικής ελαστικότητας και της περιφρόνησης των κανόνων, αλλά και των στρεβλών πολιτικών αντιλήψεων. Επί δεκαετίες, υπήρχε το απαράδεκτο και εξοργιστικό φαινόμενο να διατηρούνται στη θέση τους άνθρωποι που είχαν αποδεδειγμένα διαπράξει σοβαρά αδικήματα διαφθοράς που είχαν άμεση σχέση με τη θέση τους ή ήταν κακοήθεις περιπτώσεις “λούφας και παραλλαγής”, γιατί τα πειθαρχικά συμβούλια τους έριχναν “στα μαλακά”.

Και τώρα, λόγω των πιέσεων που ασκεί η τρόικα για απολύσεις στο δημόσιο, αποκαλούμε δικαίους και αδίκους “επίορκους”, ακόμα κι αν καταστρατηγείται το τεκμήριο της αθωότητας - και χωρίς να εξετάζουμε εάν η υπόθεση είναι βάσιμη, σχετική με την υπηρεσία (δεν μιλάμε για κακουργήματα) ή αν έχει τελεσιδικήσει. Υπάρχουν υπάλληλοι που δέχονται, εκ της θέσης τους, σωρεία μηνύσεων, για διάφορους λόγους, από τη λακούβα στο δρόμο ως την καταγγελόμενη κατάχρηση εξουσίας. Σε μια δικομανή και κακοδιοικούμενη χώρα, με εξαιρετικά αργή την απονομή της δικαιοσύνης, η πολλές φορές άκριτη συνθηματολογία για την “άμεση απόλυση όλων των επίορκων” δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό περί δικαίου αίσθημα.

Γι αυτό και πολύ σωστά, ο Δήμαρχος Αθηναίων (και πρώην Συνήγορος του Πολίτη) Γιώργος Καμίνης, που όπως φαίνεται αντιμετωπίζει τρομερό πρόβλημα στις υπηρεσίες του, παρά την αδήριτη ανάγκη κάθαρσης και πάταξης της διαφθοράς, έθεσε το ζήτημα στις σωστές του διαστάσεις, στο χθεσινό δημοτικό συμβούλιο:

"H εγκύκλιος του αρμόδιου υπουργείου, διευρύνει τον κύκλο των ανθρώπων, οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως επίορκοι, βάσει του νόμου με σοβαρές συνέπειες όχι μόνο για την παραμονή τους στην δημόσια διοίκηση, αλλά και την στέρηση των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων. Το μέτρο είναι πολύ σκληρό διότι περιλαμβάνει ακόμη και αδικήματα, τα οποία τελέστηκαν και εκτός υπηρεσίας. Και αναρωτιέμαι αν αυτή η επιλογή είναι μια λύση υπό την δαμόκλειο σπάθη του μνημονίου ή των μέτρων περιορισμού του αριθμού των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα, που θα εφαρμοστεί επί δικαίων και αδίκων. Εάν η κεντρική διοίκηση καταλήξει σε μια τόσο ευρεία ερμηνεία της διάταξης, ώστε να περιλαμβάνει κάθε υπάλληλο που κάποια στιγμή ενεπλάκη με την ποινική δικαιοσύνη, είτε αφορά αδίκημα που τελέστηκε εκτός υπηρεσίας, είτε εξαγορασθείσα ποινή, τότε θα αναγκαστούμε να στερηθούμε τις υπηρεσίες αυτών των ανθρώπων και οι εναπομείναντες υπάλληλοι θα τρέμουν να βάλουν την υπογραφή τους σε οτιδήποτε. Αυτό θα οδηγήσει σε παράλυση τον δήμο της Αθήνας. Αυτό δεν μπορεί να γίνει ανεκτό, γιατί πλήττει την εύρυθμη λειτουργία του δήμου. Ο δήμος Αθηναίων έχει απαντήσει στο αρμόδιο υπουργείο και είχαμε επισημάνει έγκαιρα το ενδεχόμενο να πάμε σε μια τέτοια ευρεία ερμηνεία που θα οδηγήσει σε παράλυση των δημοσίων υπηρεσιών. Η εγκύκλιος που ερμηνεύει υπέρμετρα την έννοια του επίορκου δεν είναι υπεράνω του νόμου, δίνει κατευθύνσεις εφαρμογής του νόμου. Ο δήμος Αθηναίων θα επιμείνει στην εφαρμογή της νομιμότητας."

Το ζήτημα είναι επιτέλους να λειτουργήσουμε με μέτρο. Και να απαλλαγούμε γρήγορα από τους υπαλλήλους που ντροπιάζουν όλους μας, χωρίς να επιτρέψουμε να δημιουργηθεί οποιοδήποτε κλίμα εκμετάλλευσης, αδικίας, ρεβανσισμού ή ακόμα μεγαλύτερης ανευθυνότητας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, που τόσο ανάγκη έχουμε να εξυγιανθεί.













Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice.

H φωτό είναι από το www.elllo.org και το εξώφυλλο από το www.poldoore. bandcamp.com

To post συνοδεύεται από το "In Your Head" του Βέλγου Poldoore.

buzz it!

4.2.13

Ο εύκολος δρόμος προς τη "ζαρντινιέρα"...

Η περιγραφή της γυναίκας του δημοσιογράφου, στο σπίτι των οποίων έγινε επίθεση, είναι εφιαλτική: “Πήρα το 6χρονο παιδί μας στην αγκαλιά και προσπάθησα να κατέβω τη σκάλα στα τυφλά. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω και δεν έβλεπα από τους καπνούς. Αφού σωθήκαμε, μας έλεγαν οτι δεν το πίστευαν, πώς καταφεραμε και γλυτώσαμε”... Είναι προφανές οτι δεν μιλάμε πια για “συμβολικά γκαζάκια”. Κι οτι δεν υπάρχουν όρια ασφαλείας, όταν αρχίζεις να παίζεις με όπλα και εκρηκτικά.

Καμία όμως κοινωνική ανισότητα ή αδικία στις σύγχρονες δημοκρατίες, όσο ελλειμματικές κι αν είναι, δεν διορθώθηκε ποτέ από κανένα καλάσνικοφ, καμία βόμβα, καμμία πέτρα, κανένα βανδαλισμό, κανέναν εμπρησμό, κανένα φόνο. Το αντίθετο. Και είναι αυτονόητο για οποιονδήποτε δημοκράτη και σκεπτόμενο άνθρωπο οτι πρέπει να καταδικάσει κάθε προσφυγή στη βία, όταν αυτή δεν αφορά αυτοάμυνα, απειλή κατά της εθνικής κυριαρχίας ή αντίσταση σε ολοκληρωτικό καθεστώς. Το εφιαλτικό “παιχνίδι” της τρομοκρατίας ή του ένοπλου αγώνα, είτε υπηρετείται από τα συγκοινωνούντα δοχεία με το κοινό ποινικό δίκαιο, είτε πρόκειται για θερμοκέφαλους γόνους αστικών οικογενειών, συνιστά την πιο απαράδεκτη εγκληματική οπισθοχώρηση και αυτοκαταστροφή μιας κοινωνίας, στην προσπάθεια της να ορθοποδήσει.

Από την εξασφάλιση της δόσης του Δεκεμβρίου όμως, παρακολουθούμε τους θεσμικούς μας φορείς, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αντί να βάζουν τα δυνατά τους για την αντιμετώπιση του πιθανού εκτροχιασμού, να ακολουθούν τον εύκολο δρόμο της στείρας μικροκομματικής αντιπαράθεσης, μεταθέτοντας την ατζέντα στα “χαμηλά ένστικτα” των φανατικών εκατέρωθεν. Οξύνοντας το πεδίο, επιδιώκοντας να αποστομώσουν αντί να συναινέσουν, προκαλώντας τις ευκαιρίες για να “κερδίσουν πόντους”.

Αντί να συζητείται με σοβαρότητα η προσπάθεια να απαλειφθούν οι αγκυλώσεις της μεταπολίτευσης, επιχειρείται να βαθύνει το χάσμα. Αντί να συζητηθεί σοβαρά η διαχείριση των καταλήψεων με επιβολή του δημόσιου συμφέροντος και του νόμου, αλλά με σωφροσύνη, διαλλακτικότητα και αποτελεσματική αξιοποίηση της εγκατελελειμμένης περιουσίας, κερδίζονται “επικοινωνιακοί πόντοι” με αστυνομικές επιχειρήσεις, που στοχεύουν στο μαλακό υπαγάστριο του μικροαστού. Αντί να καταδικάζεται κάθε κουτοπονηριά που συντείνει στην κάλυψη μιας απαράδεκτης “χύμα” ανομίας, αποκαλούνται τα ευρήματα του “πολέμου των διαδηλώσεων”, ως “καθημερινά αντικείμενα”. Αντί να αναδειχθεί η ρηχότητα των δηλώσεων ενός επαρχιακού οπισθοδρομικού βουλευτή, επειχειρείται η αλλοίωση των λεγομένων του με συρραφή, προκαλώντας το αντίθετο αποτέλεσμα, όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις.

Αντί να εξαπολύεται μεθοδικά πόλεμος κατά της διαφθοράς και του μαύρου πολιτικού χρήματος, επιχειρείται να φορτωθεί άρον-άρον η ευθύνη στον αδύναμο κρίκο, χωρίς να δίνεται καμία εξήγηση για το συνολικό πλαίσιο ευθυνών, όχι μόνο για την αλλοίωση μιας λίστας, αλλά πρωτίστως για την μη αξιοποίηση της. Αντί να ακολουθείται μια διαδικασία που τιμά το κοινοβούλιο και τη δημοκρατία, μαγειρεύεται μια ευτελής μικροπολιτική λύση με πολλαπλές κάλπες, με στόχο την προστασία της κυβερνητικής σταθερότητας.

Αντί οι οικονομικοί εισαγγελείς να καλούν τους κατά τεκμήριο πιο σοβαρούς μάρτυρες για να ξεκαθαρίσουν το τοπίο γύρω από τις καταγγελίες για το έλλειμμα, καταφεύγουν σε ανθρώπους που θα μπορούσαν συμμετάσχουν στο πάνελ του Αυτιά, προκαλώντας την έκπληξη και τη θυμηδία όλων των “κουτόφραγκων”, που τόσα χρόνια, μέχρι το 2009, παρακολουθούσαν καχύποπτοι τις τριτοκοσμικές μεθοδεύσεις μας. Αντί να συζητάμε πώς θα προστατευθούν όσο δυνατόν περισσότεροι οικονομικά αδύναμοι, άνεργοι ή μη, εξαντλούμαστε σε σκληρές ανακοινώσεις (συνήθως της νεολαίας) εναντίον οποιασδήποτε προσπάθειας βελτίωσης των αγκυλώσεων και μεταρρυθμίσεων, στο πνεύμα του “τεχνοφασισμού”, λες και οι ακρότητες της μιάς πλευράς δικαιολογούν αυτές της άλλης.

Αντί η αντιπολίτευση να βλέπει με κριτικό μάτι κάθε διεκδίκηση εργαζομένων, σπεύδει να καλύψει κάθε απεργιακή κινητοποίηση, ακόμα και αν αυτή προκαλεί τον κοινό νου, που αναρωτιέται γιατί πρέπει να πληρώνει τις συνδικαλιστικές αγκυλώσεις, ακόμα κι όταν έχει προηγηθεί η “σιωπή των αμνών” για το ρουσφετολογικό όργιο του παρελθόντος. Κι αντί να συζητάμε με νηφαλιότητα γιατί πρέπει ένας εργαζόμενος σε ΔΕΚΟ, ακόμα και υπό δύσκολες εργασιακές συνθήκες, χωρίς ιδιαίτερα προσόντα και αξιολόγηση, να ανταγωνίζεται ή να ξεπερνάει σε αμοιβές τον κορυφαίο γιατρό ή τον καθηγητή με τα διδακτορικά, σκεφτόμαστε ακόμα χωρίς αξιοκρατία, την ώρα που χιλιάδες έχουν υποστεί μείωση των αμοιβών τους κατά 100% και είναι άνεργοι.

Αντί να συζητάμε το σχέδιο που θα μας βγάλει από την κρίση, παρακολουθούμε μια μάχη χαρακωμάτων, γύρω από προβλήματα που έχουν επιλύσει εδώ και δεκατίες οι δυτικές δημοκρατίες. Αντί να καταδιώκονται οι ένοπλοι νοσταλγοί της χούντας και του ναζισμού, που ρίχνουν μπαλωθιές, συλλαμβάνεται με νωθρότητα ένας μόνο, λόγω φασιστικής όσμωσης με τις διωκτικές αρχές, ενώ με την ίδια άτυπη “ασυλία” αντιμετωπίζεται οποιοσδήποτε ακροδεξιός μαχαιροβγάλτης, εκτός αν βέβαια είναι αδύνατο να αποφύγουμε τη σύλληψη του. Αντί να διώκεται και να καθαιρείται ο δημόσιος υπάλληλος-μητροπολίτης που εγκωμιάζει χουντικούς εγκληματίες, τον παρακολουθούμε να συνεχίζει ανενόχλητος το κήρυγμα της μισαλλοδοξίας.

Αντί να συζητάμε σοβαρά πώς θα λύσουμε το ζήτημα των χιλιάδων παιδιών μεταναστών που έχουν γεννηθεί εδώ και δεν έχουν χαρτιά, προαπσθούμε με κάθε τρόπο να “κλαδέψουμε” το νόμο Ραγκούση, που επιτέλους τακτοποιούσε το ζήτημα, με ανοικτό πνεύμα. Και αντί να αδράξουμε την ευκαιρία να συμβαδίσουμε με τις άλλες πολιτισμένες χώρες, κλείνουμε το μάτι στα ακροδεξιά ένστικτα που συνδέουν κουτοπόνηρα το ζήτημα της ιθαγένειας με τους παράνομους μετανάστες.

Αντί να πέσουμε με τα μούτρα να βελτιώσουμε τις συνθήκες κράτησης σε αυτή τη χώρα, δεδομένου και του προβλήματος της παράνομης μετανάστευσης, παραμένουμε απαθείς μπροστά στην αθώωση(!) μεταναστών που απέδρασαν από το κρατητήριο, καθώς το δικαστήριο αναγνώρισε οτι η ανάγκη τιμωρίας της παρανομίας τους “υποχωρεί” μπροστά στις άθλιες συνθήκες, που έθεταν σε κίνδυνο την ίδια τους τη ζωή. Και ουδείς έχει παραιτηθεί, μέχρι τώρα, όπως θα συνέβαινε σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα.

Αντί να αδράξουμε την ευκαιρία να αρχίσουμε επιτέλους ένα σοβαρό διάλογο για το φλέγον ζήτημα της επιβάρυνσης που προκαλεί η “επικρατούσα θρησκεία” στο δημόσιο συμφέρον, έστω και με μια άτεχνα διατυπωμένη πρόταση ενδεχομένως από όχι τόσο σοβαρά χείλη, εξαντλούμαστε σε κουτοπονηριές περί δήθεν δικαιωμάτων (δυστυχώς και από το ΠΑΣΟΚ), που καμία σχέση δεν έχουν με το ζητούμενο. Κι από την άλλη, καταπνίγουμε τη συζήτηση, με το φόβο του μικροπολιτικού κόστους, γιατί δεν έχουμε το θάρρος να είμαστε ένα πραγματικά αριστερό κόμμα που απευθύνεται στον προοδευτικό πολίτη - και όχι στα μικροαστικά ένστικτα του λαϊκισμού (και μετά ισχυριζόμαστε οτι για τα δεινά της χώρας δεν ευθύνεται η ίδια η κοινωνία της).

Όμως, πρέπει πια να σταματήσει το επικοινωνιακό παιχνίδι και η υποστήριξη σε αυτούς που παίζουν (και κυρίως αυτούς που προκαλούν) το παιχνίδι του διχασμού και της πόλωσης. Και αυτή η χώρα δεν μπορεί και δεν πρέπει να συνεχίσει σε αυτό το γαϊτανάκι της αποφυγής των προβλημάτων και του συμψηφισμού του στο δημόσιο διάλογο, προς χάριν της βαλκάνιας ιδιοσυγκρασίας μας. Υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες προοδευτικοί πολίτες που αρνούνται να εγκλωβιστούν στην επιλογή ενός φανατικού διπόλου ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ, που όταν κλείνουν το μάτι στα άκρα δίπλα τους, προς άγραν ψηφοφόρων, στην ουσία αποτελούν τις δυό πλευρές του ίδιου νομίσματος. Και η προσπάθεια να συρθούμε όλοι στην ατζέντα της όξυνσης, πρέπει να πέσει στο κενό.

Τελευταίο αποκαρδιωτικό παράδειγμα, για να επιστρέψουμε στην αρχή της συζήτησης μας και να τραβήξουμε μερικές διαχωριστικές γραμμές, πέρα από τις οποίες δεν υπάρχει ανοχή: Δεν χρειάζεται να υποχωρήσει ούτε σπιθαμή κανείς από τον αποτροπιασμό του για την τρομοκρατία, για να καταδικάσει με τον χειρότερο τρόπο την τριτοκοσμική εικόνα άγριου ξυλοδαρμού κρατουμένων, οι φωτογραφίες των οποίων παραποιήθηκαν άτεχνα με photoshop - και δόθηκαν στη δημοσιότητα, συνοδευόμενες από μια ανακοίνωση που παραπέμπει σε μια νέα “ζαρντινιέρα”, δηλαδή το απαύγασμα της κουτοπόνηρης δικαιολόγησης και προπαγάνδας σε περίοδο δημοκρατίας. Τα εγκλήματα στο πολίτευμα μας τιμωρούνται μετά από δίκη - και όχι με συμψηφισμούς επαρχιακού ή “αντιτρομοκρατικού” συμπλεγματικού ξυλοδαρμού. Κι όποιοι δεν μπορούν να ανακρίνουν χωρίς να βασανίζουν και να παραβιάζουν στοιχειώδεις αρχές και δικαιώματα, να πάνε σπίτι τους, δίνοντας τη θέση τους σε κάποιους πραγματικούς επαγγελματίες.

Όπως ούτε ο αφελέστερος πιστεύει οτι η ζαρντινιέρα σηκώθηκε και χτύπησε μόνη της τον Κύπριο φοιτητή (οι “καταστροφείς” του οποίου έπεσαν “στα μαλακά”, αντί να υποστούν τις αυστηρότερες προβλεπόμενες ποινές), έτσι και ουδείς σκεπτόμενος αποδέχεται οτι αυτά είναι αποτελέσματα της συμπλοκής, κατά την καταδίωξη. Οι εικόνες αυτές, ανεξήγητο (ή θρασύτατο) “αυτογκόλ” της αστυνομίας αποτελούν άλλο ένα ντροπιαστικό επεισόδιο για ένα κράτος που θέλει να λέγεται ευρωπαϊκό και δείχνει οτι δεν έχουμε διδαχθεί τίποτα από τη διαπόμπευση των ιερόδουλων. Εκτός αν ο εισαγγελέας παρήγγειλε τη δημοσίευση τους επίτηδες, για να εκθέσει την αστυνομία.


Update: Δικαστική παραγγελία για τις καταγγελίες

Update 2: Από το Δελτίο Τύπου της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

Με τη σημερινή ανάρτηση των ρετουσαρισμένων φωτογραφιών των τεσσάρων νεαρών κατηγορουμένων, η Ελληνική Αστυνομία δεν δημοσιοποιεί μόνο τα πρόσωπά τους. Ταυτόχρονα, διακηρύσσει περήφανα ότι οι άνθρωποι αυτοί, οι οποίοι φέρουν εμφανέστατα σημάδια κακοποίησης, βασανίστηκαν ενώ βρίσκονταν στα χέρια της. Αυτήν την κυνική ομολογία την αντιλαμβάνεται όλη η κοινωνία εκτός από την ελληνική δικαιοσύνη και βεβαίως την ηγεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, το οποίο ήδη αποφάνθηκε ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος ούτε καν διερεύνησης του ζητήματος.

Από την πλευρά μας επισημαίνουμε ότι: η δημοσίευση φωτογραφιών προσώπων τα οποία έχουν ήδη συλληφθεί και είναι στη διάθεση των Αρχών υπερβαίνει την αρχή της αναλογικότητας και προσβάλλει το τεκμήριο της αθωότητας και την προσωπικότητα του υποδίκου, στιγματίζοντάς τον ως εγκληματία ήδη από την προδικασία. Είναι άλλωστε παγιωμένη πρακτική στη χώρα μας εδώ και δεκαετίες η δυνατότητα της αστυνομίας να καλεί στα αστυνομικά τμήματα παθόντες για αναγνώριση υπόπτων είτε από φωτογραφία είτε και με επίδειξη των ιδίων οποτεδήποτε, και δεν χρειάζεται να γίνεται αυτό με πανελλήνια διαπόμπευση του προσώπου. Σε κάθε πάντως περίπτωση, διαπιστώνεται μία ιδιαίτερη επιλεκτικότητα στην εφαρμογή αυτού του μέτρου, από το οποίο εξαιρέθηκε τόσο ο κατηγορούμενος για το βιασμό και την ειδεχθή ανθρωποκτονία της νέας γυναίκας στην Ξάνθη όσο και οι δύο ακροδεξιοί δράστες της δολοφονίας Πακιστανού υπηκόου πριν από λίγες μέρες. Η επιλεκτικότητα αυτή δυστυχώς προδίδει ότι ο σκοπός αυτής της δημοσιοποίησης φαίνεται να είναι άλλος από αυτόν του νόμου που την προβλέπει.

Σε κάθε πάντως περίπτωση, η συστηματική έκνομη βία της αστυνομίας και η σύστοιχη απόλυτη ατιμωρησία των οργάνων της θέτει όχι απλώς πολιτειακό ζήτημα, αλλά υπό αμφισβήτηση και την προσήλωση της χώρας σε έναν ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Υπενθυμίζουμε άλλωστε ότι η ακινησία των αρχών, η συγκάλυψη και η ατιμωρησία αστυνομικών οργάνων για υποθέσεις βασανισμών και αδικαιολόγητης χρήσης βίας έχουν πολλάκις οδηγήσει σε καταδίκες της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εκθέτοντας και υποχρεώνοντας τη χώρα να καταβάλει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ σε αποζημιώσεις θυμάτων. Ενόψει της πρωτοφανούς απάθειας των αρχών να πράξουν το στοιχειώδες, δηλαδή να διερευνήσουν, η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου καλεί τον Υπουργό Δικαιοσύνης να παραγγείλει άμεσα τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και δηλώνει ότι θα υποβάλει σχετική μηνυτήρια αναφορά και προς τον κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η ασφάλεια δεν είναι ένας αφηρημένος στόχος που σχετίζεται με τη δημόσια τάξη, είναι δικαίωμα όλων μας και αξιώνει το αυτονόητο, τη νόμιμη δράση των αρχών. Δεν μπορεί να επιτυγχάνεται με αυθαιρεσία, βία και αυταρχισμό.

Το ΔΣ της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

Update 3: Υπάρχει μια πτυχή της αντιμετώπισης, μια ρητορική, με την οποία δεν συμφωνώ: Το οτι τα "παιδιά, που τα οδήγησε εκεί η κοινωνία, κλπ". Βεβαίως υπάρχει πάντα το ελαφρυντικό του νεαρού της ηλικίας, σε όλα τα αδικήματα, αλλά τα "παιδιά" είναι ενήλικες, που όπως έχουν δικαίωμα να ψηφίσουν, έτσι φέρουν και την ευθύνη των πράξεων τους. Άπαξ και πιάσεις τα εκρηκτικά ή το καλάσνικοφ, δεν υπαρχει καμία δικαιολογία. Και η βία της τρομοκρατίας πρέπει να απαντάται από τη δημοκρατία, όπως πρέπει, με την αυστηρή εφαρμογή των νόμων από τη δικαιοσύνη και με πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων, χωρίς ξυλοδαρμούς και κουτοπονηριές, που ηρωοποιούν την τρομοκρατία. Η αστυνομία "κλώτσησε" την επιτυχία της να τους συλλάβει γρήγορα, με τον αδικαιολόγητο ξυλοδαρμό.

















Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice.

H φωτό είναι από το www.tumblr.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το εξαιρετικό "Freedom" από τους Elayna Boynton & Anthony Hamilton και από το soundtrack της ταινίας "Django Unchained".

buzz it!

31.12.12

Συνωμοσίες εξουσίας

Τα επιχειρήματα του Γιώργου Παπακωνσταντίνου είναι λογικοφανή: Γιατί να σβήσει, τόσο εξώφθαλμα, τα ονόματα μόνο δύο εξαδέλφων του (και όχι και πολλών άλλων καταθετών για “ξεκάρφωμα”), που μάλιστα, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, θα φανεί οτι είχαν τα λεφτά τους νόμιμα έξω και δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν. Και γιατί να τολμήσει να κάνει μια τέτοια λαθροχειρία, όταν είναι εύκολο, ανά πάσα στιγμή, να ζητηθεί το πρωτότυπο της λίστας από τη Γαλλία, ώστε να υπάρξει σύγκριση, όπως και έγινε.

Από την άλλη, “και ο Άκης κάτι χειρότερο δεν έκανε, δεν κράταγε σημειώσεις, που τον ενοχοποίησαν τα μέγιστα;” έρχεται αμέσως η απάντηση. Ως προς την ευφυία, οι δύο άνδρες δεν μοιάζουν να έχουν πολλά κοινά, θα μπορούσαν όμως να έχουν ως προς την αλαζονεία, που δίνει η εξουσία - και τυφλώνει αυτοκαταστροφικά και τον πιο εύστροφο.

Είναι όμως τέτοια η σπουδή κομμάτων και εκδοτικών συγκροτημάτων να φορτώσουν, με εμφανή ανακούφιση, την υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ αποκλειστικά στον πρώην υπουργό Οικονομικών, που προκαλεί σοβαρές υποψίες. Μιλούν για διαδικασίες-εξπρές, με το πρόσχημα της “επιτακτικής ανάγκης για πλήρη διαλεύκανση”, χωρίς να αντιλαμβάνονται οτι από μόνες τους αυτές προκαλούν ερωτήματα, για τα κίνητρα τους. Διότι αυτό που αφορά τη διαφύλαξη των θεσμών και την κάθαρση και διαφάνεια στο πολιτικό σύστημα, δηλαδή τελικά τον πολίτη, δεν είναι η ταχύτητα, αλλά η ουσιαστική εμβάθυνση στην αλήθεια και στα αίτια του προβλήματος.

Πρωτοσέλιδα που προεξοφλούν το “ένοχον και μοιραίον” του Γιώργου Παπακωνσταντίνου και κάνουν αχρείαστη την ύπαρξη δικαστικής εξουσίας, μοιάζουν να υποκρύπτουν πολιτική βεντέτα (ή καλύτερα εκδίκηση) στο “σύστημα Παπανδρέου”. Η δε ακαριαία διαγραφή από το ΠΑΣΟΚ (ειδικά οταν ο ίδιος ο Ευάγγελος Βενιζέλος είχε επικαλεστεί οτι η λίστα είναι “προϊόν υποκλοπής” και τώρα ζητά την παραπομπή για “αλλοίωση επίσημου εγγράφου”), δείχνει την απελπισμένη αναζήτηση αποδιοπομπαίου τράγου, που θα εστιάσει τα φώτα της δημοσιότητας εκεί που συμφέρει και (ελπίζεται οτι θα) ξαλαφρώσει τη σημερινή ηγεσία από κάθε υποψία ενοχής. Η προσπάθεια να συνοδευτούν όλα αυτά με συνομωσίες, που ως στόχο έχουν την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ έρχεται να συμπληρώσει το παζλ, που συρρικνώνει ακόμα περισσότερο την πολιτική εμβέλεια όσων επιχειρούν να το στήσουν: Είναι τόσο πολύ βολικό για όλους “να φταίει μόνο ο Παπακωνσταντίνου”, που δεν είναι πια πιστευτό.

Γιατί το πολύ ουσιαστικότερο ζήτημα είναι η συνολική διαχείριση της λίστας Λαγκάρντ, για την οποία πρέπει να διερευνηθούν οι ευθύνες του Γιώργου Παπακωνσταντίνου, του Ευάγγελου Βενιζέλου και όποιου άλλου εμπλέκεται στην υπόθεση. Και αυτό που θα έπρεπε να απασχολεί την όποια προανακριτική επιτροπή είναι γιατί η δημόσια διοίκηση δεν λειτούργησε όπως θα έπρεπε, δηλαδή αυτόνομα και ανεξάρτητα - και αν υπήρξε αποτρεπτική παρέμβαση από την πολιτική ηγεσία. Γιατί δεν ελέγχθηκαν όλοι οι αναφερόμενοι σε αυτήν, όπως θα έπρεπε - και γιατί δεν έχουν κληθεί να δικαιολογήσουν τις καταθέσεις τους, πληρώνοντας τα αντίστοιχα υψηλότατα πρόστιμα και φόρους, εφόσον επρόκειτο περί αδήλωτων εισοδημάτων (και όχι φυσικά με ποσά τέτοια που να βγουν “κερδισμένοι” στο τέλος).

Διότι η ύπαρξη των κάθε είδους “λιστών Λαγκάρντ” γίνεται ανεκτή παγκοσμίως, παρά την παράνομη απόκτηση τους, για να μπορούν τα κράτη να αντιμετωπίζουν την απατεωνία των πολιτών τους, με τα ίδια μέσα. Υπάρχουν δηλαδή, κατά παράβαση της ηθικής που πρέπει να διέπει κάθε πολιτεία, για να φέρνουν αποτέλεσμα. Δεν υπάρχουν ούτε για να δημοσιοποιούνται σπιλώνοντας πιθανώς και νόμιμους καταθέτες, αλλά ούτε και για να αποτελούν αντικείμενο πολιτικού παιχνιδιού ή να προάγουν τις καριέρες μικροεκδοτών, που κερδίζουν “αγωνιστική δόξα” και πωλήσεις, με τη δημοσίευση τους.

Η συζήτηση αυτή φυσικά, αν το επέτρεπε μεγάλο μέρος του πολιτικού, συνδικαλιστικού και μιντιακού συστήματος, αλλά και της ίδιας της κοινωνίας, θα έπρεπε να φτάσει σε ακόμα μεγαλύτερο βάθος: Γιατί δεν επιτρέπουμε την αξιοκρατία και την αξιολόγηση να εξασφαλίσει την ανεξαρτησία και την αυτοτέλεια του κρατικού μηχανισμού, έτσι ώστε να είναι αδιανόητο σε οποιοδήποτε πολιτικό ή οικονομικό συμφέρον να μπορεί να παρέμβει στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής; Και γιατί κοροϊδευόμαστε, παίζοντας την κολοκυθιά, την ώρα που η χώρα έχει πέσει εδώ και χρόνια, σε πολύ χειρότερο “δημοσιονομικό γκρεμό”, από αυτόν που ταλανίζει τις ΗΠΑ, συνοδευόμενο από πλήρη απαξία και έκπτωση της οργανωμένης πολιτείας;

Διαβάζω επικρίσεις και για την πολιτική προσωπικότητα του Γιώργου Παπακωνσταντίνου, που έχουν να κάνουν με το προφίλ του τεχνοκράτη, τη γρήγορη ανέλιξη του σαν "κομήτη" και την “ερασιτεχνική” χρησιμοποίηση του από τον Γιώργο Παπανδρέου, που του έδωσε τις υπερεξουσίες του “τσάρου τις οικονομίας”. Λυπάμαι, αλλά αν υπάρχει ένα προφίλ πολιτικών που έχουν μια ελπίδα να αποτελέσουν την “κρίσιμη μάζα”, η οποία θα μας βγάλει από τη συνολικότερη κρίση, είναι το ακόλουθο: Άνθρωποι μετριοπαθείς, με υψηλή παιδεία και γνώση του αντικειμένου, χωρίς κομματικούς φανατισμούς, με γνώση του αστικού πολιτισμού και του ευρωπαϊκού περιβάλλοντος, που μπορούν να εκπροσωπήσουν τη χώρα μιλώντας επαρκώς τουλάχιστον μια διεθνή γλώσσα και που θα μπούν γρήγορα στην πολιτική - και (αφού μείνουν όσο αντέξουν) θα βγούν επίσης γρήγορα, φυσικά χωρίς να έχουν πλουτίσει.

Δεν είναι ούτε οι “επαγγελματίες πολιτικοί” με τις επαρχιώτικες νοοτροπίες και περιορισμούς, ούτε οι δημαγωγοί “βερμπαλιστές του τίποτα”, ούτε τα παιδάκια του κομματικού σωλήνα, ούτε οι λαϊκιστές που κερδίζουν δημοφιλία και ψήφους στο τηλεοπτικό γυαλί, χαϊδεύοντας αυτιά. Αλλά πόσοι δεν βολεύουν τελικά τις απόψεις τους, όταν “ο αρχιτέκτονας του μνημονίου” κατηγορείται οτι ήταν και διεφθαρμένος;

Το αν ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου ανταποκρίνεται πράγματι στο προφίλ που είχε φιλοτεχνήσει ή αποτελεί μέρος και αυτός ενός διεφθαρμένου παλαιοκομματικού συστήματος, θα το δείξει η συνέχεια. Αν βεβαίως δεν συρθεί το ζήτημα για μήνες, μέχρι να επιτευχθούν οι στόχοι των διαφόρων “παικτών”, πιθανότατα συγκαλύπτοντας ακόμα περισσότερο και αφήνοντας μόνο την αιθαλομίχλη της παραγραφής, να πλανάται στον αέρα...












To κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

H φωτό είναι από το www.independent.co.uk και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Tell Me All About It" της Αμερικανίδας Natalie Cole.

buzz it!

3.12.12

Πέντε ολιγωρίες υπέρ φασισμού...

Eίναι προφανές οτι η Ελλάδα πρέπει να κάνει μια μακρά και επίπονη προσπάθεια να περιορίσει τις αιτίες και τις αφορμές (που σε συνδυασμό με την καφενειακή και μικρονοϊκή αντίδραση) ευθύνονται για την τροφοδότηση του ρατσισμού και του φασισμού. Η κάθαρση δεν γίνεται παρά με συνειδητούς πολίτες στις κάλπες και μακριά από αυτές, με σοβαρή δουλειά ελεγκτικών, αστυνομικών και δικαστικών αρχών που θα καταδιώξουν τη διαφθορά, το μαύρο χρήμα και την ατιμωρησία, με ευσυνειδησία, πολιτική βούληση και επιμονή για μεθοδική ενίσχυση των θεσμών και των λειτουργιών του κράτους με αποκλειστικό γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, με τη θεσμοθέτηση αδιάβλητων κανόνων σε κάθε τομέα της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας, με αποτελεσματική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης απέναντι στα προβλήματα της εποχής (όπως η παράνομη μετανάστευση και η τριτοκοσμική καταστρατήγηση δικαιωμάτων ιθαγενών και μεταναστών), με ενίσχυση της παιδείας και αναβάθμιση του δημοσίου διαλόγου.

Επειδή όμως όλα αυτά απαιτούν την επίμονη θέληση μιας κρίσιμης μάζας της κοινωνίας (και ιδίως πολύ κόπο και χρόνο), με τα πρώτα αποτελέσματα να είναι αμφίβολο αν επαρκούν για να αντιμετωπίσουν έγκαιρα μια απειλή που μπορεί να εξελιχθεί σε χειρότερο δεινό από την ίδια τη χρεοκοπία, η πολιτεία οφείλει να δράσει άμεσα, σε πέντε τουλάχιστον τομείς στους οποίους επιδεικνύει απαράδεκτη ολιγωρία - και η κοινωνία να απαιτήσει το βραχυπρόθεσμο, όπως απαιτεί και το μακροπρόθεσμο.

Πρώτον, πρέπει να αντιμετωπιστεί το έλλειμμα ενημέρωσης και παιδείας, γύρω από το πρόβλημα του ρατσισμού. Η ελληνική κοινωνία έχει αποδείξει, από την εποχή της κρίσης των ταυτοτήτων, οτι είναι πολύ πίσω στην αντίληψη της έννοιας των διακρίσεων και των δικαιωμάτων, όταν αυτά αφορούν άλλες, πιο αδύναμες, κοινωνικές, εθνικές ή θρησκευτικές ομάδες. Στη μισή τουλάχιστον (συντηρητική στην ουσία, ανεξαρτήτως τοποθέτησης στο πολιτικό φάσμα) ήταν αδύνατον να συλλάβει, γιατί η αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες ενδέχεται να προκαλεί διακρίσεις. Η απλοϊκή, απαίδευτη σκέψη που γενικώς επικρατεί είναι οτι “όταν είσαι νόμιμος και καθαρός, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα”, σε συνδυασμό φυσικά με τον αφελή εθνικισμό, που βαυκαλίζεται οτι “οι Έλληνες, εκτός από περιούσιος και καπάτσος λαός, δεν είναι και ρατσιστές”. Είναι απαραίτητη λοιπόν μια έντονη καμπάνια (είναι βέβαιο οτι θα υπάρχουν για το σκοπό αυτό αδιάθετα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης), που θα “κάνει λιανά”, γιατί ο ρατσισμός είναι ιστορικά καταδικαστέος, ευρωπαϊκά απαράδεκτος και εθνικά επιζήμιος.

Δεύτερον, μαζί με την κοινή γνώμη, πρέπει να καταστεί σαφές με κάθε πρακτικό τρόπο προς όλες τις εμπλεκόμενες αρχές, οτι οι ρατσιστικές διακρίσεις είναι παράνομες - και αυτό δεν είναι ένα “διακοσμητικό” θέμα, που θα παρακάμπτεται, με την πρώτη ευκαιρία, όπως γίνεται για παράδειγμα με την απαγόρευση του τσιγάρου. Όχι μόνο γιατί η χώρα μας έχει υπογράψει διεθνείς συμβάσεις και είναι υποχρεωμένη να δρα αντιρατσιστικά, αλλά και γιατί υπάρχει ήδη σχετικός νόμος, ο οποίος μέχρι πρόσφατα ήταν “ανενεργός”. Εάν δε δεν επαρκεί, θα πρέπει με πρωτοβουλία της κυβέρνησης να νομοθετηθεί άμεσα από τη Βουλή, όλο το νομικό οπλοστάσιο, που θα καθορίζει επακριβώς και δεν θα αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας για τη δίωξη των ρατσιστικών αδικημάτων. Στην ανάγκη, ας ψηφιστεί και δρακόντειος “ρατσιστονόμος”, που θα προβλέπει ειδικές ποινές, δεδομένου οτι το υπόβαθρο της ρατσιστικής βίας δεν εξαντλείται μόνο στις “επικίνδυνες σωματικές βλάβες” - η τρομοκρατία του μαχαιρώματος του “διαφορετικού” είναι κάτι πολύ παραπάνω. Το δε “αστειάκι” με τις διάφορες παροχές υπηρεσιών “μόνο για Έλληνες” από θεσμοθετημένους φορείς, πρέπει να κοπεί στη ρίζα του.

Τρίτον, πρέπει να σταματήσει αυτό το άθλιο “κλείσιμο του ματιού” προς τους ψηφοφόρους της ακροδεξιάς, από κόμματα του λεγόμενου συνταγματικού τόξου, που δηλώνουν φιλοευρωπαϊκά, αλλά φλερτάρουν με τον εθνικισμό. Το να συνδέεται τεχνηέντως η πολύ σοβαρή υπόθεση της απόδοσης ιθαγένειας στους (απολύτως νόμιμους) μετανάστες δεύτερης γενιάς με την υπόθεση της αντιμετώπισης του προβλήματος της παράνομης μετανάστευσης, είναι απλώς μια κουτοπονηριά, που θα γυρίσει “μπούμερανγκ”: Και οι ψηφοφόροι δεν θα “αλιευθούν” τελικά, με αποτέλεσμα την ενίσχυση της φασιστικής ακροδεξιάς - και η χώρα θα βουλιάζει στην υστέρηση του ρατσισμού και του φασισμού. Η παράνομη μετανάστευση είναι ένα πρόβλημα που εντείνεται από τη θέση της χώρας, τις συνθήκες που επιβάλλουν οι πιο “προστατευμένες” χώρες και την αδυναμία μας να φτιάξουμε ένα στοιχειωδώς αδιάφθορο και αποτελεσματικό κράτος. Μόνο με “εξευρωπαϊσμό” της χώρας μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά.

Τέταρτον, χρειάζεται να καταστεί κυρίαρχος στόχος της αστυνομίας και των άλλων αρχών, η ανυποχώρητη δίωξη των ρατσιστικών εγκλημάτων, κάθε μορφής. Η ώσμωση μέρους του διωκτικού μηχανισμού με το φασιστικό παρακράτος είναι αδιαμφισβήτητη πλέον - και χρειάζεται ειδικούς χειρισμούς, χωρίς εθελοτυφλίες και δηλώσεις “δημοσίων σχέσεων”. Ας αρχίσουμε με τα αυτονόητα και απλά, που ισχύουν σε κάθε ένστολο σώμα: Από πού κι ως πού δεν διώκεται αυστηρά η ανάρτηση εθνικιστικών και φασιστικών συμβόλων σε κλούβες, στολές και κράνη; Γιατί χρειάζεται η αστυνομία να “τονίζει” την παρουσία της με ελληνικές (ή βυζαντινές) σημαίες, κατά το κέφι του καθενός; Υπάρχει περίπτωση να την μπερδέψουμε με καμία άλλη, που ήρθε να μας κάνει επίσκεψη από διπλανή χώρα;

Κι επειδή, η δημιουργία αντιρατσιστικών αστυνομικών τμημάτων, που μόλις ενέκρινε το ΣτΕ, δεν φτάνει, εάν αυτά εξελιχθούν σε απλά γραφεία “βαριεστημένης και απρόθυμης” υποδοχής παραπόνων και καταγγελιών, στη χάση και στη φέξη, από κάποιον τολμηρό μετανάστη, θα πρέπει να εφαρμοστεί και στην αστυνομία “επιτροπεία”, με αυξημένες αρμοδιότητες από τις Εσωτερικές Υποθέσεις, ανάλογη με αυτή των τραπεζών: Να τεθούν στόχοι εξιχνίασης υποθέσεων, να ζητούνται παραιτήσεις διοικητών, να διώκονται με αυστηρότητα πράξεις και ολιγωρίες των αστυνομικών οργάνων, ώσπου “να περάσει το μήνυμα”. Η δήθεν “αντισυστημική” προπαγάνδα οτι οι βασανιστές, οι μαχαιροβγάλτες και οι φονιάδες (ή οι υποστηρικτές ή οι ηθικοί αυτουργοί τους) είναι “προτιμότεροι από τους κλέφτες”, πρέπει να καταρριφθεί άμεσα και στην πράξη. Ένας έλεγχος στο μαύρο χρήμα του παρακράτους, θα δείξει επίσης το κατά πόσο η ρατσιστική βία συνοδεύεται και από άλλα αδικήματα “προστασίας”, όπως συνήθως συμβαίνει.

Πέμπτον
και τελευταίο, η δικαιοσύνη θα πρέπει επιτέλους να αναλάβει τις ευθύνες της στον κρίσιμο αυτό κίνδυνο εκτροχιασμού της χώρας. Και όπως ίσως και με τα αδικήματα της διαφθοράς, θα πρέπει να αποφασίσει, πέρα από κινητοποιήσεις και διεκδικήσεις, να εξαιρέσει κατά προτεραιότητα την εκδίκαση των υποθέσεων ρατσιστικών διακρίσεων και βίας - και να είναι αμείλικτη στην αντιμετώπιση τους. Ο κίνδυνος η ρατσιστική βία να γίνει μια “αποδεκτή μόδα”, που τροφοδοτείται από των ωχαδελφισμό ή το πολιτικό μάρκετινγκ και απευθύνεται στην απόγνωση του αναγκέφαλου, είναι υπαρκτός. Και ο ρόλος μιας δικαιοσύνης που κινείται με ταχύτητα και αποφασιστικότητα, κομβικός.


Ο ρατσισμός είναι το πρώτο βήμα για τον φασισμό. Έξω έχουν αντιληφθεί τη σοβαρότητα του προβλήματος και μιλούν για "γκάνγκστερ".

Δείτε επίσης: "Και δεν έχει ξημερώσει ακόμα", ένα θεατρικό έργο που εκτυλίσσεται στην Ελλάδα του 2017, την οποία κυβερνούν οι Υπερήφανοι Πατριώτες, με σύνθημα "Ψωμί - Πατρίς - Ορθοδοξία"













To κείμενο γράφτηκε για την Αthens Voice.

Η φωτό της αντιφασιστικής "Guernica" είναι από το www.artquotes.net και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Trouble" του Αμερικανού Jose James, από το επερχόμενο άλμπουμ του.

buzz it!

30.10.12

Η ατέλειωτη λίστα των συμψηφισμών

Είναι άλλο πράγμα να προσπαθείς να συνθέσεις απόψεις, να επιδιώκεις τη σύγκλιση ή να αναζητάς την αλήθεια “κάπου στη μέση”, εκεί όπου συνήθως (αν και καθόλου απαραίτητα) βρίσκεται. Και είναι άλλο πράγμα να διεξάγεις μονίμως το δημόσιο διάλογο, με συμψηφισμούς.

Επειδή λοιπόν κακώς ένας εισαγγελέας (κατά τη γνώμη πολλών, αλλά η ανεξαρτησία του δεν πρέπει να αμφισβητείται) ή ένας υπουργός μιας προηγούμενης κυβέρνησης ζήτησε τη δημοσιοποίηση ονομάτων και προσώπων οροθετικών γυναικών που εκδίδονταν χωρίς προφυλακτικό, αυτό δεν σημαίνει οτι η διαπόμπευση είναι ανεκτή ή επιθυμητή και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις. Το ίδιο ισχύει και για μια λίστα με τα εισοδήματα καλλιτεχνών, που διέρρευσε και δημοσιεύτηκε.

Επειδή μια ολόκληρη ομάδα αξιωματούχων της εκτελεστικής εξουσίας (εκλεγμένων και μη) παίζει μια απαράδεκτη “κολοκυθιά”, αρνούμενη να αποδώσει λογαριασμό στους πολίτες αυτής της χώρας για το πού βρίσκεται η λίστα Λαγκάρντ ή γιατί δεν έπραξε αυτά που έπρεπε από πλευράς ελέγχου, αυτό δεν σημαίνει οτι η δημοσίευση της λίστας (έτσι χωρίς έρευνα και προστασία από διαπόμπευση) εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, πάνω από αρχές και δικαιώματα.

Επειδή η λεγόμενη κοινή γνώμη είναι επιθετική προς τους πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας και αναζητά δικαίως ευθύνες, αυτό δε σημαίνει οτι Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (που παριστάνουν τα “σοβαρά”) δικαιούνται να γράφουν στον τίτλο του ρεπορτάζ τους για την κατάθεση Παπακωνσταντίνου τη φράση "έχω" ή “έχασα το cd”.

Επειδή προφανώς διαφόρων τύπων συμφέροντα επιχειρούν να συγκαλύψουν τις υποθέσεις φοροδιαφυγής που περιλαμβάνονται (αλλά δεν αποτελούν μετά βεβαιότητας) τη εμφανιζόμενη ως “λίστα Λαγκάρντ”, αυτό δεν σημαίνει ένας δημοσιογράφος (ή καλύτερα εκδότης) μπορεί θεμιτά να επιδιώκει τη σύγκριση με τα Wikileaks (στα οποία δεν υπάρχει αντίτιμο αγοράς και κέρδος από την αποκάλυψη) ή να “πασπαλίζει την αντίσταση” του με στερεοτυπικά και δημαγωγικά συνθήματα του τύπου “για τους Έλληνες που τρώνε από τα σκουπίδια” ή “έρχονται να με συλλάβουν οι γερμανοτσολιάδες”.

Επειδή οι αρχές χειρίζονται ιδιαιτέρως άγαρμπα τέτοιου είδους υποθέσεις και κάνουν τα στραβά μάτια, επιχειρούν να συγκαλύψουν ή καθυστερούν επιδεικτικά, αυτό δεν σημαίνει οτι μπορεί να επικρίνονται όταν επιδιώκουν να εφαρμόσουν γρήγορα το νόμο - εκτός αν τον εφαρμόζουν λάθος. Δεν υπάρχει το “μα γιατί με γράφετε, αφού κι άλλοι πέρασαν με κόκκινο”. Για τους άλλους που περνούν συστηματικά με κόκκινο, πρέπει να φωνάζουμε κι όχι να το περνάμε κι εμεις, σε ανταπόδοση. Δεν μπορεί να συζητάμε μονίμως σε αυτή τη χώρα με επιχειρήματα του τύπου “μα κι εσείς σκοτώνατε τους μαύρους”.

Επειδή η προσπάθεια φίμωσης οποιασδήποτε ανεξάρτητης φωνής είναι απαράδεκτη σε μια δημοκρατία, αυτό δε σημαίνει οτι οποιοσδήποτε δημοσιογράφος αν “ξύνεται στη γκλίτσα του τσοπάνη”, για να κάνει καριέρα με σύγκρουση και συλλήψεις, πρέπει αυτομάτως να ηρωοποιείται. Η δημοσίευση της “λίστας Λαγκάρντ” (αν είναι αυτή η ίδια η αρχική και αναλοίωτη) ενδεχομένως να χρειάζεται κι ένα ξεκαθάρισμα λεπτών νομικών αποχρώσεων, ως προς τον σκοπό που εκπληρώνει - και θα κριθεί στο δικαστήριο. Είναι πολύ πιθανό μάλιστα να μην επιφέρει κανενός είδους καλύτερη λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών, καθώς δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο με ποιόν τρόπο θα κάνει το ΣΔΟΕ πιο αποτελεσματικό.

Ας θυμηθούμε: Το ζητούμενο είναι όχι απλώς “να μάθουμε”, αλλά να ελεγχθούν και τιμωρηθούν όσοι παρανόμησαν. Η διαφάνεια είναι απαραίτητη, ακριβώς για να εκθέτει όλα τα αδικήματα στο φως, να προκαλεί τη δίωξη τους και να λειτουργεί αποτρεπτικά για την επανάληψη τους. Όχι για να έχει ως πιθανή παρενέργεια την αθώωση, όσων θα απαλλαγούν από το μικροσκόπιο της έρευνας, επειδή βρέθηκαν μέσα στο σωρό “δικαίων και αδίκων”...












Το κείμενο αυτό γράφτηκε για την Athens Voice

Η αφίσα είναι από το www.mailchimp.com και το εξώφυλλο από το itunes.apple.com

To post συνοδεύεται από το εξαιρετικό ντεμπούτο της Ειρήνης Σκυλακάκη "In The Light".

buzz it!

24.10.12

O χειμώνας της πόλωσης

Την Τρίτη, πρώτη φορά στα χρονικά, καταδικάστηκε (πρώην) δήμαρχος για παράνομη πινακίδα, που σκότωσε έναν ανύποπτο 25χρονο οδηγό, ο οποίος δεν έτρεχε, στη λεωφόρο Κηφισίας. Ο Παναγιώτης Τζανίκος του Αμαρουσίου καταδικάστηκε πρωτόδικα για ανθρωποκτονία από αμέλεια, σε φυλάκιση 16 μηνών με αναστολή, μετά από αλλεπάλληλες αναβολές, 7 ολόκληρα χρόνια μετά το συμβάν.

Μέχρι το 2009, το τοπίο της υπαίθριας διαφήμισης δεν ήταν παρά ένα όργιο παρανομίας και διαφθοράς, με τζίρο εκατομυρίων ευρώ μαύρου χρήματος και τη συμμετοχή εκατοντάδων αιρετών παραγόντων της τοπικής εξουσίας. Παρά τη συντονισμένη προσπάθεια για εξυγίανση, η άμυνα των κυκλωμάτων, σε συνδυασμό με το ρυθμό απόδοσης της δικαιοσύνης στη χώρα μας αποτελεί ένα πρώτης τάξεως παράδειγμα, για την κοινωνική διάσταση της κρίσης - και πώς πρέπει αυτή να αντιμετωπιστεί.

Για να “ορθοποδήσει” λοιπόν το περί δικαίου αίσθημα, απαραίτητο για μια νέα πορεία της χώρας, σε ευρωπαϊκή τροχιά, πρέπει να γίνουν σοβαρά βήματα κάθαρσης. Και αυτά δεν μπορούν να αφορούν φυσικά μόνο τον Τάσο Μαντέλη, τον Άκη Τσοχατζόπουλο και τους συν αυτώ. Ούτε μόνο τους λίγες δεκάδες πολιτικούς, που ελέγχθηκαν από το ΣΔΟΕ για παράνομο πλουτισμό, ούτε μόνο τους εκατοντάδες ή χιλιάδες διεφθαρμένους της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά και τους χιλιάδες επίορκους υπαλλήλους και λειτουργούς που έδωσαν και τους επίσης (δεκάδες;) χιλιάδες πολίτες που πήραν παράνομα πάσης φύσεως επιδόματα και συντάξεις, από χηρείας άπορης κορασίδας που είχε ξαναπαντρευτεί, ως τυφλού οδηγού. Τα λίγα που έκλεψαν οι πολλοί μπορεί να είναι πολύ περισσότερα από τα πολλά που έκλεψαν οι λίγοι. Αυτό όμως δεν αντιμετωπίζεται με ελεγκτικές αρχές αδύναμες και απρόθυμες, ούτε με δικαιοσύνη που δεν είναι αποτελεσματική - κι επιπλέον απεργεί.

Μια ολόκληρη γραφειοκρατία ταλαιπωρεί τον Έλληνα (και ξένο) πολίτη και επενδυτή, επειδή ακριβώς υπάρχουν υψηλά ρίσκα απάτης, ενώ ταυτόχρονα δεν οργανώνεται και δεν μηχανογραφείται, γιατί αυτό δεν διευκολύνει τη μίζα και τη διαφθορά. Αν λοιπόν συνεχίσει να υπάρχει ατιμωρησία σε όλα τα επίπεδα, από τον υπουργό ως αυτόν που υπέβαλε πλαστά δικαιολογητικά, αν δεν οδηγηθούν στα δικαστήρια επίορκοι και απατεώνες, αν δεν ελεγχθούν και δεν κατασχεθούν τουλάχιστον ένα μέρος από τα κλεμμένα, τότε πολύ δύσκολα θα ανακτηθεί η εμπιστοσύνη σε ένα στοιχειώδες κράτος δικαίου. Η χώρα πρέπει να αποκτήσει επειγόντως ένα δημόσιο, που θα αξιολογείται και θα μεταμορφωθεί κυρίως ποιοτικά και όχι ποσοτικά. Και η χώρα πρέπει να αποκτήσει εξαγωγική εξωστρέφεια, που είναι η μόνη που μπορεί να δώσει αναπτυξιακή ροή, χωρίς δανεικά.

Το δεύτερο απαραίτητο στοιχείο, για να ξεπεραστεί ο δύσκολος χειμώνας που έρχεται (με την ελπίδα να είναι ο χειρότερος όσων έπονται), είναι η αλληλεγγύη. Η έμπρακτη συμματοχή όλων στη στήριξη του διπλανού, που πλήττεται ακόμα χειρότερα, από εμάς, με όποιον τρόπο είναι δυνατός. Αυτό πρέπει να το εξασφαλίσει η δύναμη της κοινωνίας - και κανένας άλλος “προστάτης”. Η απάντηση στο επιχείρημα οτι οι θαυμαστές των ναζί “έχουν καθαρά χέρια, γιατί δεν έχουν κλέψει” είναι προφανής: Όχι μόνο το επιχείρημα είναι ανιστόρητο, αλλά παραβιάζει και κάθε έννοια λογικής. Ο “θαυμαστής”, αν δεν έχει προλάβει ακόμα να κλέψει με τα αιματοβαμμένα του χέρια, θα το κάνει, με την πρώτη ευκαιρία, ως οπαδός της βίας, αφού άλλωστε θαυμάζει τους κορυφαίους εγκληματίες της ιστορίας, που κατέκλεψαν, λεηλάτησαν, βασάνισαν και δολοφόνησαν εκατομμύρια συμπατριώτες τους και μη.

Ο Νοέμβριος θα είναι ένας πολύ δύσκολος μήνας. Απαραίτητο συστατικό της επιβίωσης της χώρας, να βρεθεί η συνταγή που θα κάνει “τα νούμερα να βγαίνουν” και βιώσιμο το χρέος της χώρας, χωρίς υπερβολές που θα διαρρήξουν ανεπιστρεπτί τον κοινωνικό ιστό και την ικανότητα για παραγωγή. Αν για πρώτη φορά επιχειρηθεί να εφαρμοστούν μαζικά ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, θα διαφανεί πόσο καταστρεπτική υπήρξε μέχρι τώρα η καθυστέρηση και η αναβλητικότητα. Προϋπόθεση αποτελεί η ομαλή διακυβέρνηση, κάτι που δεν εξασφαλίζεται μέσα σε ένα κλίμα κοινωνικής αναταραχής και πολιτικής συμπεριφοράς, κατώτερης των περιστάσεων. Αν αντί για τη δόση, προσφύγουμε στις κάλπες, η συνταγή θα είναι καταστροφική όχι μόνο για την οικονομία και την κοινωνική ειρήνη, αλλά και για τη σύνθεση του κοινοβουλίου.

Η πόλωση θα έχει θύματα τους ίδιους τους πολίτες που θα την ακολουθήσουν. Από τη μια ο ΣΥΡΙΖΑ, με ολισθήματα του τύπου “να φύγουν”, “ο χειρότερος χειμώνας από το ’41”, “το κέντρο είναι ακραίο” και “δεν έχουμε χρεοκοπήσει από τον Ιούνη, παρά το οτι δεν πήραμε τη δόση”, αγνοεί τη αδήριτη πραγματικότητα οτι επί της ουσίας το κράτος δεν πληρώνει πια, εδώ και αρκετούς μήνες, έχοντας χρέη δισεκατομυρίων, προς τρίτους. Τα ταμεία, χωρίς τη δόση, είναι άδεια. Κι από την άλλη, η αντιδραστική γιγάντωση τους δημοσκοπικού ποσοστού της Χρυσής Αυγής, καλεί ακόμα και στη διαμόρφωση ενός “μονομπλόκ” του δημοκρατικού τόξου, για την αντιμετώπιση της φασιστικής απειλής, με τη συμμετοχή ή και την ηγεσία της αριστεράς.

Ωστόσο, η ανάγκη προστασίας της δημοκρατίας δεν μπορεί να εξαφανίσει τις διαφορές, οδηγώντας σε ένα “πολυκόμμα”, από το ένα άκρο του πολιτικού φάσματος ως τις παρυφές του άλλου. Μπορεί όμως να επιταχύνει δραματικά τις ζυμώσεις και τη δημιουργία νέων σχηματισμών. Χωρίς κέντρο και με την ίδια επικίνδυνη φαιδρότητα και έλλειψη εντιμότητας, υγιές πολιτικό σύστημα δεν υπάρχει. Ο κεντροαριστερός χώρος δεν μπορεί να ξαναχτιστεί με παλιά υλικά - και η ηγετική μορφή που απουσιάζει, πρέπει να βρεθεί για να ενώσει όλες τις πρωτοβουλίες ανασύστασης του χώρου. Η ευχή είναι η κρισιμότητα της κατάστασης να επιταχύνει τη σκέψη όλων...












Το κείμενο αυτό γράφτηκε για την Athens Voice

H φωτό είναι από το www. naturewallpaperhighresolution. blogspot.com και το www.amazon.com

Το post συνοδεύεται από το "Winter" της άκρως καλοκαιρινής Βραζιλιάνας Bebel Gilberto.

buzz it!

27.9.12

Πορείες...

Τη Δευτέρα απήργησα, παρότι το θεωρώ ατελέσφορο και η οικονομική μου κατάσταση δεν μου επιτρέπει να χάνω ούτε μια μέρα αμοιβής. Στη δουλειά, εκεί που υπογράφουμε για την καθημερινή μας παρουσία, βρήκα φαρδιά-πλατιά γραμμένο, δίπλα από το όνομα μερικών “επαναστατών”, που κατεβαίνουν με φανατισμό στις πορείες: “Κανονική άδεια”. Απεργία, τζάμπα μαγκιά, χωρίς καμία επίπτωση...

Βλέπω στην ειδησεογραφία όσα έγιναν στην Ισπανία. Μου λένε οτι πολλοί πανηγυρίζουν για την επιβάρυνση των ασφαλιστικών εισφορών που πήρε πίσω η πορτογαλική κυβέρνηση και για τις συγκεντρώσεις στην Ισπανία. Μόνο που η Λισαβώνα ψάχνει για ισοδύναμα, τίποτα δεν αποσύρεται χωρίς να αντικατασταθεί από ένα άλλο επώδυνο μέτρο. Και στην Ισπανία, δίνεται η ίδια μάχη των εντυπώσεων. Αν η πλειοψηφία του ισπανικού λαού αντιτίθεται στους χειρισμούς του Ισπανού Σαμαρά, τότε ποιοί τον ψήφισαν;

Πίσω στη δουλειά, “τσακώνομαι” με φίλους. Τι μου λένε θέλεις, να κατεβάσουμε τα βρακιά, έτσι - και να παραδοθούμε αμαχητί; Και πώς, δεν άλλαξαν τα πράγματα όταν κατέβηκαν ένα εκατομμύριο άνθρωποι στο δρόμο; Για πέστε μου πώς ακριβώς άλλαξαν στην Ελλάδα, να καταλάβω κι εγώ. Έπεσε ίσως μια κυβέρνηση, κυρίως από τις ακρότητες, που έδωσαν την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου, σε συνδυασμό με τις κοινοβουλευτικές ακροβασίες. Και τη διαδέχτηκαν δύο άλλες, ίδιες ή χειρότερες. Όπως και στην κυβέρνηση Παπανδρέου, με ελάχιστους σοβαρούς και μεταρρυθμιστές - και πάρα πολλούς δημαγωγούς και λαϊκιστές, παλαιάς κοπής. Με μια βουλή, όλο και χειρότερη στη σύνθεση της.

Και τι ακριβώς κέρδισε η Ελλάδα, που παίζει διαρκώς άμυνα, με το να προσπαθεί συνεχώς να αποφύγει αυτά που πρέπει να κάνει; Και τι ακριβώς κερδίζει η κοινωνία, αν κατέβουν στο δρόμο εκατό χιλιάδες ή ένα εκατομμύριο κόσμος, εκτός από το να χάνουμε χρήμα όλοι μαζί; Μήπως “φοβήθηκαν οι γερμανοί τραπεζίτες” και άλλαξε η αντιμετώπιση τους ή μειώθηκαν οι απαιτήσεις της τρόϊκας; Πώς τόσοι άνθρωποι βαυκαλίζονται οτι “κάτι κάνουν”, όταν κατεβαίνουν στο δρόμο; Και καλά οι άνεργοι. Οι υπόλοιποι; Ίσως αν δεν είχαμε κάνει τόση (συνδικαλιστική) κατάχρηση, την εποχή των “παχέων αγελάδων”, τώρα να είχε περισσότερο νόημα...

Αντιλαμβάνομαι το (αναφαίρετο) δικαίωμα για διαμαρτυρία και την ανάγκη να εκτονωθεί το αίσθημα δυσαρέσκειας, που μας καταλαμβάνει όλους. Αρνούμαι όμως να συνταχθώ με πολλούς από αυτούς που κατεβαίνουν στο δρόμο, λόγω συνδικαλιστικής υποκρισίας, ιδεολογικής άπωσης ή καφενειακής ανάλυσης των πραγμάτων. Αρνούμαι να συνταχθώ με φέρετρα και κρεμάλες. Και κυρίως, αρνούμαι να προσφέρω το πεδίο για να δράσουν διάφοροι χουλιγκάνοι, που καπηλεύονται ότι μπορούν ή φασιστοειδή (με στολή ή όχι), που τρίβουν τα χέρια τους.

Στην Ισπανία, τα επεισόδια και η απειλή της Καταλωνίας να αποσχισθεί (οι πάσης φύσεως αυτονομιστές έχουν πάρει διαζύγιο με τη σοβαρότητα, εδώ και πολλές δεκαετίες ενωμένης Ευρώπης), προκάλεσε άνοδο των σπρεντ και καταβύθιση των αγορών. Αντιπαθές, αλλά φυσικό, με δεδομένο το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Να αφιερώσουμε τις επόμενες δεκαετίες να το αλλάξουμε, αλλά αυτό δεν θα γίνει κατεβαίνοντας στους δρόμους. Θα γίνει ψηφίζοντας άλλου είδους και ιδεολογικού προσανατολισμού ηγεσίες, σε όλο το φάσμα της ευρωπαϊκής (και παγκόσμιας) εξουσίας.

Δεν ξέρω τι χρειάζεται η Ισπανία για να ορθοποδήσει, νομίζω όμως οτι βλέπω πια πολύ καθαρά τι πρέπει να κάνει η (αναμφίβολα “ειδική περίπτωση”) Ελλάδα, για να βγει από την κρίση: Πρώτο, να εξυγιάνει τον δημόσιο βίο και τον δημόσιο τομέα, μηδενίζοντας τη σπατάλη και αυξάνοντας την ποιότητα του, με κατάργηση άχρηστων τομέων και δραματική βελτίωση των απαραίτητων. Είναι δυνατό να έχουμε μόλις 35 ειδικούς ελεγκτές σε όλο το ΣΔΟΕ, όταν η χώρα χρειάζεται επειγόντως πολύ δουλειά στην καταπολέμηση της διαφθοράς και την απονομή της δικαιοσύνης; Και δεύτερο, να βελτιώσουμε δραματικά τις εξαγωγές μας, που σημαίνει νέα προϊόντα και υπηρεσίες, βελτίωση των παλιών - και κάθε δυνατή βοήθεια στην υγιή επιχειρηματικότητα (κάτι που εξαρτάται από το πρώτο). Να ισοσκελίσουμε δηλαδή έξοδα και έσοδα - και τα τελευταία δεν θα αυξηθούν ποτέ από την εσωτερική αγορά, που στενάζει από την κατακόρυφη πτώση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών, ούτε από ευχολόγια για σύλληψη της φοροδιαφυγής, παρά μόνο φέρνοντας (φρέσκο) χρήμα απ’ έξω. Ας βγούμε από το φαύλο κύκλο του ελλείμματος, τουλάχιστον, ώστε να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε με το χρέος.

Αυτά όμως, δεν τα σαμποτάρει μόνο το πολιτικό σύστημα, που παίζει τρία χρόνια τώρα, κατενάτσιο. Τα σαμποτάρει και η κοινωνία (ή έστω μέρος της), που δεν θέλει να ανοίξουν τα επαγγέλματα, δεν θέλει να χαθούν προνόμια, δεν επιθυμεί να μειωθούν οι μισθοί σε καλομαθημένες υπολειτουργίες, δεν θέλει να ξεβολευτεί, δεν θέλει να διορθωθούν στρεβλώσεις, δεν θέλει αξιολόγηση, δεν θέλει να σταματήσουν οι πλαστές υπερωρίες, δεν θέλει να αλλάξουν τα πανεπιστήμια, δεν θέλει να ψηφίσει κάτι λιγότερο λαϊκίστικο και υποκριτικό από το “κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν”. Και σκέφτεται με όρους “να κατέβω στην πορεία, να δείξω την αντίδραση μου, να σταματήσουν τα μέτρα - φτάνει πια”. Εμ, δεν θα σταματήσουν ποτέ τα μέτρα, με τον τρόπο που χειριζόμαστε την κατάσταση.

Σε αυτό το κομμάτι της κοινωνίας “υπακούει” και η πολιτική τάξη. Αν είχαν γίνει τα μισά από αυτά που πρέπει να κάνουμε, δεν θα υπήρχαν τώρα (τέτοια τουλάχιστον) μέτρα. Δεν θα χρειαζόταν να εφαρμοστούν οι άδικες οριζόντιες περικοπές, στη λογική “κάλλιο πέντε και στο χέρι”. Δεν θα είχαμε βυθιστεί στην ύφεση, που φέρνει μεγαλύτερη ανεργία και ακόμα μεγαλύτερες περικοπές. Ούτε θα είχαμε χάσει τόσο χρήμα, που έφυγε στο εξωτερικό, αντί να χρηματοδοτήσει ανάπτυξη και επενδύσεις σε νέες δουλειές, πιο εξωστρεφείς, που θα έφερναν ένα “άλλο” ισοζύγιο πληρωμών. Πότε επιτέλους θα καταλάβουμε οτι μπορούμε να έχουμε ποιοτικό τουρισμό, ποιοτικές εξαγωγές ειδικών αγροτικών προϊόντων, ποιοτικές υπηρεσίες όπως π.χ. το software, που δεν χρειάζονται υποδομές βαριάς βιομηχανίας;

Προφανώς, όλα αυτά χρειάζονται χρόνο για να λειτουργήσουν. Πιο πολύ χρόνο όμως φαίνεται οτι χρειάζεται η νοοτροπία των ανθρώπων, για να αλλάξει. Μπορεί ο καθένας από εμάς να μην μπορεί μόνος του να βελτιώσει την απονομή της δικαιοσύνης, να προκαλέσει νέες επενδύσεις ή να “νοικοκυρέψει” το δημόσιο. Μπορεί όμως να συμβάλει, από την ψήφο μέχρι τις καθημερινές επιλογές και συναλλαγές, ώστε το τοπίο να μεταβληθεί - και να “εξοστρακίσει” αυτά που δεν θέλουμε. Η δύναμη των πολλών είναι τρομακτική. Όχι όταν ξοδεύεται όμως στο δρόμο, στην αντίδραση. Αλλά όταν διοχετεύεται στο θετικό και στον κόπο, στην προσπάθεια να βελτιωθούν τα πράγματα. Αλλιώς, θερίζουμε απλώς ότι σπείραμε.


Υ.Γ. 1 Από ένα χθεσινό tweet του Στέφανου Λίβου (@stefivos): Βλέπεις πορείες στην Ελλάδα: κατάρες, γραφικότητες, μιζέρια. Βλέπεις πορείες στον υπόλοιπο κόσμο: χρώματα, έξυπνα πανό, σκετς, χαμόγελα...

Υ.Γ. 2 Εννοείται οτι όσα γράφω δεν έχουν καμία σχέση με την πορεία των ατόμων με αναπηρία και την αντιμετώπιση τους από τα ΜΑΤ.










H φωτό από τη χθεσινή πορεία είναι από το www.left.gr και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Dream Baby Dream" της Σουηδής Νeneh Cherry.

buzz it!

19.9.12

Κοινωνία χωρίς κανόνες...

Αυτή την εποχή τυχαίνει να είμαι μάρτυρας σε δύο δικαστήρια. Το ένα είναι κοντά στην παραγραφή, ο εκπρόσωπος της εταιρείας που παρανόμησε, μπορεί και να τη γλυτώσει, μετά από 5 η 6 αναβολές, έχω χάσει πια το λογαριασμό. Το άλλο είναι εργατικό, εξ αναβολής και αυτό, για μια αξιόλογη συνάδελφο, απολυμένη από εφημερίδα, που έμεινε έξω από έναν διαγωνισμό, εντελώς παράτυπα, γιατί ο τότε (ανεκδιήγητος) διευθυντής απαξίωσε εντελώς την υποχρέωση του να την αξιολογήσει εγγράφως, ως όφειλε. Ο λόγος ήταν οτι δεν ανήκε στον τομέα ευθύνης του, δεν την ήξερε, δεν ήταν ανάμεσα στα ρουσφέτια και τους κολλητούς που έπρεπε να προωθήσει - και άλλωστε “γιατί να κρατήσουμε μια έγκυο, αφού θα μας φύγει να πάει να γεννήσει”, κατά παράβαση φυσικά κάθε νομοθεσίας.

Τώρα, οι δίκες αυτές, θα πάνε κατά πάσα πιθανότητα στις ελληνικές καλένδες. Και για μια ακόμα φορά, χιλιάδες άνθρωποι δεν θα δουν (την όποια) δικαιοσύνη, δεν θα πάρουν τα δεδουλευμένα τους ή την αποζημίωση τους, δεν θα μπορέσουν να ανακάμψουν, έστω και προσωρινά, στην προσωπική τους ανηφόρα. Και πιθανότατα, θα δουν αυτούς που παρανόμησαν να τη γλυτώνουν. Κι αυτό, γιατί ένας κλάδος, που επ’ ουδενί δεν βρίσκεται (κατά μέσο όρο) στο επίπεδο που θα έπρεπε (όπως και πολλοί άλλοι κλάδοι βεβαίως), αρνείται να υποστεί αυτό που έχουμε υποστεί όλοι όσοι αμειβόμαστε από το δημόσιο, δηλαδή την κατακρήμνιση των αμοιβών μας. Μόνο που αυτοί έχουν, κατά μέσο όρο, πολύ καλύτερες αμοιβές, που κυμαίνονται κατά μέσο όρο, από τα 1900 ως τα 2500 (!) καθαρά, κατά παραδοχή και των ίδιων, χωρίς να έχουν απαραίτητα τις σπουδές ή τα προσόντα, που δικαιολογούν κάτι τέτοιο. Χώρια που έχουν τη δυνατότητα να απεργούν παρά το Σύνταγμα, ατιμωρητί.

Στον ιδιωτικό τομέα πάλι, που δεν διακρίνεται ούτε αυτός για τον επαγγελματισμό και την ευσυνειδησία του, μια ιστορία μου τραβάει την προσοχή. Νέα και φέρελπις κόρη βιομηχάνου, αγοράζει ραδιοφωνικό σταθμό, μέτριας ως ικανοποιητικής επιτυχίας. Προφανώς θέλει, με την ανάληψη των καθηκόντων της, να δείξει οτι έχει ένα όραμα, κάνοντας αλλαγές. Διώχνει δύο από τους πιο πετυχημένους παραγωγούς - και τους αντικαθιστά με ντουέτα “νέας γενιάς” (κανένα πρόβλημα με τους συγκεκριμένους ανθρώπους), αλλοιώνοντας και τον χαρακτήρα του μουσικού ραδιοφώνου, κάνοντας το μισό πρόγραμμα “talk radio”. Το επιχείρημα είναι η “ηλικιακή ανανέωση”. Κανείς σύμβουλος δεν βρίσκεται προφανώς να της μιλήσει για ομοιογένεια προϊόντος, προδιαγραφές επάρκειας λόγου και μουσικής, ταιριαστούς συνδυασμούς ώρας, αλλαγές που κρατούν το βέλτιστο και διώχνουν το ανεπαρκές. Κανείς δεν βρίσκεται γενικώς στο χώρο μας, να θέσει κριτήρια επαγγελματισμού: ΜΜΕ χωρίς άδειες, καριέρες χωρίς κανένα κριτήριο, πλήρης έλλειψη αξιοκρατίας και προδιαγραφών στο δημοσιογραφικό επάγγελμα...

Η απάντηση βεβαίως είναι οτι στον ιδιωτικό τομέα, ο καθείς πληρώνει τα λάθη του. Όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Για παράδειγμα, η εκτεταμένη διαφθορά (αναζητήστε στο περιβάλλον σας, όσοι μπορείτε, πόσοι υπεύθυνοι προμηθειών μεγάλων εταιρειών διαλέγουν τους προμηθευτές, με βάση τη μίζα που θα λάβουν) καθιστά στρεβλή, μεταξύ πολλών άλλων παθογενειών, τη λειτουργία της αγοράς. Κολλητοί και ρουσφέτια δεν υπάρχουν μόνο στο δημόσιο, απαντώνται ευρέως και στον ιδιωτικό. Και η έλλειψη επαγγελματισμού είναι εμφανής, σε πολλούς τομείς, καθώς το βιογραφικό είναι πολλές φορές περιττή πολυτέλεια. “Ο άλλος είχε περισσότερα προσόντα, ήξερε και 5 (!) γλώσσες, αλλά προτίμησα εσένα γιατί ήσουν από γνωστό”, είπε πρόσφατα εργοδότης σε γυναίκα φίλου, που έμεινε εμβρόντητη. Για να μη μιλήσουμε για την ασυγκράτητη φοροδιαφυγή, που μόνο από τους ελεύθερους επαγγελματίες, υπερβαίνει τα μνημόνια.

Αυτό το “σύμπλεγμα” λοιπόν, δίνει την εικόνα μια κοινωνίας, όπου η (επιθυμητή και απαραίτητη) πολιτική και κοινωνική αντιπαράθεση δεν μοιάζει με τίποτε άλλο, παρά ένας πόλεμος φατριών, που ότι γουστάρει κάνει η κάθε μία. Αυτό χτίσαμε, από τη μεταπολίτευση και μετά - και δεν είναι μόνο το πολιτικό σύστημα που ευθύνεται. Κι αυτό, όχι μόνο γιατί λείπει ο απαραίτητος επαγγελματισμός και ευσυνειδησία στις περισσότερες (κακομαθημένες) επαγγελματικές τάξεις, αλλά γιατί απουσιάζει παντελώς ένα κοινωνικό συμβόλαιο, μια συμφωνία της πλειονότητας των πολιτών, οτι θα εργαστούν για το κοινό καλό και την προώθηση της πορείας της χώρας, με αξιολόγηση, κανόνες και προδιαγραφές. Η αίσθηση αυτή του κοινού συμφέροντος, είναι τώρα, περισσότερο παρά ποτέ, αναγκαία, αν θέλουμε να ορθοποδήσουμε.













To σκίτσο είναι από το www.toonpool.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

Το post συνοδεύεται από το "Should've Known Better της Βρετανίδας Mica Paris.

buzz it!

ShareThis