Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αστυνομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αστυνομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23.1.17

Μια πόλη χωρίς εμπόδια


Η συζήτηση πρέπει να γίνει χωρίς έκτακτα γεγονότα, κύματα κακοκαιρίας, εορταστικές συγκυρίες και επετείους, που αφυπνίζουν πολιτικά αντανακλαστικά του προηγούμενου αιώνα. Πρωτίστως για την Αθήνα και το κέντρο της, που είναι μεταξύ άλλων η τουριστική βιτρίνα, αλλά και η οικονομική καρδιά της χώρας.

Τα τελευταία χρόνια της κρίσης, ένα βασικό δικαίωμα των πολιτών, αυτό της ελεύθερης μετακίνησης, πλήττεται βάναυσα. Όχι από το μποτιλιάρισμα, αυτό εμφανίζεται πια σπάνια και σε συγκεκριμένα σημεία σε κεντρικούς άξονες, βλεπετε οι οικονομικοί περιορισμοί έχουν και κάποιες ευεργετικές επιδράσεις στην ποιότητα ζωής στην πόλη και στον αέρα που αναπνέουμε. Αλλά από την εξάπλωση των αντικοινωνικών συμπεριφορών, που πάντοτε μας χαρακτήριζαν και τώρα έχουν προσλάβει χαρακτήρα ενδημικό.

Στο πλαίσιο της γενικότερης παράλυσης, η έννοια της τήρησης των νόμων και των κανόνων κοινής συμβίωσης έχει υποχωρήσει δραματικά. Μαζί με την σχεδόν παντελή απουσία αστυνόμευσης, η γενική αντίληψη οτι “όλα επιτρέπονται” και “τι θέλεις τώρα ρε παιδί μου, αυτό σε μάρανε;” κάνει την μετακίνηση επικίνδυνη και σίγουρα ιδιαιτέρως βλαπτική για το ηθικό και την ψυχική ηρεμία.

Τα πιο “χοντρά” είναι βεβαίως τα δολοφονικά. Είναι σχεδόν αδύνατο να γίνει κόκκινο ένα φανάρι, χωρίς να περάσει καθυστερημένα τουλάχιστον ένας ή και περισσότεροι, που υπολογίζουν φυσικά στο ελάχιστο παράθυρο του χρόνου, πριν ξεκινήσουν όσοι είναι στον εγκάρσιο δρόμο. Πολλές φορές βέβαια, ο υπολογισμός είναι λανθασμένος ή ακόμα χειρότερα, ο παραβάτης επιβάλλει “νταβατζήδικα” τη φόρα του, υποχρεώνοντας τους άλλους να περιμένουν για να μην τον τρακάρουν. Το πράσινο δεν εγγυάται τίποτα πια.

Με αυτή την “επαναστατική λογική”, ο καθένας αισθάνεται ελεύθερος να κάνει και άλλα κόλπα του Ταρζάν στην άσφαλτο. Αυτοκίνητα πετάγονται από παντού και διασχίζουν κάθετα λεωφόρους, οδηγοί κάνουν σφήνες θεωρώντας οτι όταν αλλάζουν λωρίδα αυτοί προηγούνται, λεωφορεία επιδεικνύουν τις ικανότητες του “πιλότου” τους που νομίζει οτι οδηγάει φόρμουλα κι όχι ένα όχημα αρκετών τόνων. Η προτεραιότητα είναι λέξη άγνωστη στους περισσότερους, όταν δεν αφορά τους ίδιους.

Είναι σπάνιο πια να μη συναντήσεις αρκετές φορές την ημέρα, ιδίως σε πολυσύχναστους δρόμους, κάποιον να κινείται ανάποδα. Συνήθως είναι δίκυκλα, χωρίς να αποκλείεται και ένας χοντρόπετσος γιωταχής. Η διευκόλυνση που καλείσαι να του προσφέρεις είναι στο πλαίσιο της γνωστής κίνησης των δαχτύλων “ένα λεπτό βρε αδερφέ, τι σε πειράζει”. Όταν βέβαια επιμένεις να μην υποχωρείς, γιατί απλούστατα ο άλλος παρανομεί, μπορεί να είσαι και “αρτηριοσκληρωτικός”.

Η απαίτηση της “διευκόλυνσης” είναι δε καθολική: Από τον απίθανο πεζό που διασχίζει (εκτός διάβασης φυσικά) δρόμο ή και λεωφόρο και όταν τον προειδοποιείς με φώτα και κλάξον σου κάνει νόημα να κόψεις ταχύτητα και σε επιτιμά “γιατί τρέχεις”. Από τον δικυκλιστή, που θεωρεί οτι οφείλεις να τον διευκολύνεις να περάσει ανάμεσα στα αυτοκίνητα και μετά έρχεται και κάθεται μπροστά σου πρώτος στο φανάρι ή σε κλείνει για να στρίψει, αδιαφορώντας αν θα σε καθυστερήσει (όχι, ΔΕΝ έχει προτεραιότητα το μηχανάκι που έρχεται από πίσω μας). Από τον ταξιτζή που κινείται σα σαλιγκάρι για να πιάσει τον πελάτη, σταματάει χωρίς αλάρμ στη μέση του δρόμου ενώ μπορεί να παει στο πλάι και χώνεται ύπουλα και κουτοπόνηρα χωρίς φλας στη λωρίδα σου, αντί να περιμένει. Από τον γιωταχή που δεν κοιτάει ποτέ τους καθρέφτες του, παραβιάζει τον πεζόδρομο ή δεν ξέρει στοιχειωδώς πώς να ανέβει μια ανηφόρα, χωρίς να υποχρεώνει όλους στην πρώτη ταχύτητα. Από τον οδηγό του βαρέος οχήματος που θεωρεί οτι έχει προτεραιότητα όταν ξεπαρκάρει από στάση και βγαίνει με θράσος (όχι, ΚΑΝΕΙΣ δεν έχει προτεραιότητα κόντρα στον ΚΟΚ, εκτός από τα οχήματα έκτακτης ανάγκης, περιπολικά, πυροσβεστικά, ασθενοφόρα κλπ).

Αυτά όμως που έχουν χειροτερεύσει αισθητά τα τελευταία χρόνια, μέσα στον ιδαίτερο μιθριδατισμό μας, είναι οι εκδηλώσεις απτής αδιαφορίας, αυτά που οι περισσότεροι οδηγοί νομίζουν οτι δεν είναι παρανομίες, οτι έχουν δικαίωμα να το κάνουν. Η πιο κλασσική είναι το παράνομο (διπλο)παρκάρισμα. Διασχίζοντας κάθε πρωί το κέντρο της Αθήνας, δεν μπορείς παρά να μην αγανακτήσεις με τα οχήματα τροφοδοσίας και τα παράνομα παρκαρισμένα στην οδό Αμερικής. (Αλήθεια, ποιός αρμόδιος θα δει ποτέ και θα διορθώσει το εγκληματικό λάθος της παραχώρησης της Σίνα στα λεωφορεία, με την ανάποδη πορεία, που αφαίρεσε μια ζωτική διέξοδο και προκαλεί έμφραγμα στη Σταδίου;)

Όταν από δύο ή τρεις λωρίδες ένας δρόμος βρίσκεται με μία, όταν διπλοπαρκάρουν ανενόχλητοι, ακόμα και από τις δύο πλευρές του δρόμου, όπως συμβαίνει στη Σόλωνος, στην Ιπποκράτους ή στη Μιχαλακοπούλου, τότε η κίνηση στην πόλη υποχρεώνεται σε ένα αργό, μακρόσυρτο καραβάνι. Η νέα μόδα μάλιστα είναι το παρκάρισμα στην αριστερή λωρίδα κομβικών δρόμων, όπως η Πανεπιστημίου. Το τρομερό είναι οτι οι παραβάτες, όχι πάντα επαγγελματίες, δεν αντιλαμβάνονται γιατί ενοχλούν, αφού “περνάει κύριε μου”. Θεωρούν δε φυσιολογικό, ακόμα και να γίνουν αυτόκλητοι τροχαίοι, όταν πρέπει να κάνουν μανούβρες για να ξεφορτώσουν ή να εκτελέσουν μια εργολαβία. Το τεράστιο επιχείρημα τους είναι “μα πώς θα κάνω εγώ κύριε μου τη δουλειά μου”. Όταν η “ιδιωτική δουλειά μας” όμως επιβαρύνει τους άλλους, τότε οι νταβατζήδες του χρόνου μας θα έπρεπε τουλάχιστον να επικρίνονται δημόσια. Ούτε αυτό δεν γίνεται.

Η αίσθηση της έλλειψης σεβασμού στον άλλον, οδηγό ή πεζό, είναι διάχυτη στην πόλη. Στα φανάρια, κανείς σχεδόν δεν σκέφτεται να σπεύσει, ώστε να περάσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι που ακολουθούν. Αντιθέτως, με χαρακτηριστική βαρεμάρα και αδιαφορία (και το κινητό στο χέρι ή στο αυτί), πολλοί καθυστερούν χαρακτηριστικά και στο τέλος, περνούν μόνο αυτοί με το κίτρινο. Στις λεωφόρους ταχείας κυκλοφορίας, κανείς δεν σκέφτεται να διευκολύνει όσους δεν κάνουν βόλτα, αλλά βιάζονται να πάνε στη δουλειά τους (όχι, η αριστερή λωρίδα, στην οποία όλοι θεωρούν οτι έχουν δικαίωμα, ΔΕΝ είναι για τους βραδυπορούντες, ούτε για τα βαρέα οχήματα). Συχνότατα παρακολουθεί κανείς φορτηγά που κινούνται στη λωρίδα αυτή από το Πεντάγωνο, γιατί θα στρίψουν αριστερά στην Αγία Παρασκευή.

Έχει την αίσθηση κανείς πια, οτι η χρήση του οχήματος γίνεται με μια γενική παραίτηση, έναν άκρατο εγωισμό και μια βρισιά στο στόμα, αν και οι συνθήκες της κίνησης στην πόλη μάλλον αποσυμφόρηση δείχνουν τα τελευταία χρόνια. “Μη με πρήζεις” είναι αυτό που αποπνέεται, “γιατί δηλαδή πρέπει εγώ τώρα να ακολουθώ κανόνες, έτσι όπως έχει γίνει η ζωή μου”. Η κρίση, είναι γνωστό, έδωσε το ελεύθερο να εμφανιστούν ξεδιάντροπες όλες οι γαιδουριές και οι αγενείς συμπεριφορές, λες και πρέπει να χάσουμε εντελώς τον πολιτισμό μας.

“Κι όμως από εκεί πρέπει να ξεκινήσουμε, από το παράνομο παρκάρισμα”, μου είχε πει κάποτε ένας εξαιρετικός δημοσιογράφος. Η Αθήνα υποφέρει από πάρα πολλά και χάνει ανεπιστρεπτί την λάμψη και τη γοητεία της. Οι διαδηλώσεις και οι αποκλεισμοί δρόμων για ψύλου πήδημα και χάριν του πολιούχου(!) την ταλαιπωρούν αρκετά (μόνο επισκέψεις ξένων ηγετών και τρομοκρατικά χτυπήματα/ατυχήματα δικαιολογούν το κλείσιμο δρόμων σε μια σύγχρονη πόλη - και πάλι θέλει διαφορετική διαχείριση από την γραφειοκρατική αντιμετώπιση της τροχαίας).

Το τελευταίο που χρειάζεται είναι αυτή η αίσθηση οτι πάντα υπάρχει ένα μόνιμα εγκατεστημένο εμπόδιο μπροστά μας, οτι δύσκολα αφήνουμε ο ένας τον άλλο να κινηθεί απρόσκοπτα προς τον προορισμό του. Όπως ακριβώς και η χώρα, που βρίσκει πάντα τρόπους να εμποδίζει ό,τι πάει να ξεπεταχθεί και να κινηθεί λίγο πιο γρήγορα…








Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Οι φωτό είναι από το www.athensvoice.gr & www.youtube.com

Το post συνοδεύεται από το "Smooth Operator", από τον Αμερικανό Nick Waterhouse.

buzz it!

9.10.16

Χημικά αντί επαγγελματισμού


Η εικόνα των παρατεταγμένων αστυνομικών στη Λεωφόρο Μεσογείων, για την υποδοχή της ξένης αντιπροσωπείας, επί Αντώνη Σαμαρά, ήταν αποκαρδιωτική. Κάθε μέτρο κι ένας αξιωματικός, κάθε μέτρο και μια άλλη στάση του σώματος. Με ή χωρίς πηλίκιο, χωρίς καμία πειθαρχία, αναμένοντας με βαριεστημάρα κάτι που εμφανώς δεν είχαν την ευσυνειδησία ούτε καν να παριστάνουν οτι πιστεύουν.

Η παρουσία είναι απολύτως σημαντική για τον ένστολο. Αν δεν το αντιλαμβάνεται σε μια σύγχρονη δημοκρατία, σημαίνει οτι τα πράγματα έχουν χαλαρώσει επικίνδυνα. Κι όμως, αυτή την εικόνα του χαβαλέ είναι που εισπράττει ο πολίτης: Μπορεί να δει έναν φρουρό με φραπέ ή τσιγάρο στο χέρι, να μιλάει ή να γράφει στο κινητό, να βαρυγκομάει να εξυπηρετήσει, να πειράζει τα κορίτσια. Πολλοί αστυνομικοί δεν ξέρουν να απευθυνθούν στον πολίτη, δεν ξέρουν να ντυθούν και να μιλήσουν στα δικαστήρια, δεν ξέρουν να κινηθούν με ευπρέπεια, σεβασμό και αυτοπεποίθηση.

Αυτό που είναι ασυγχώρητο όμως, πέρα από τη φυγοπονία, είναι η κουτοπόνηρη αντίληψη της αποφυγής ευθυνών. Μπορεί να είμαστε και η μόνη χώρα του πολιτισμένου κόσμου, όπου ο αστυνομικός, είτε για να έχει το ακαταλόγιστο είτε για να αποφύγει τα “μπλεξίματα”, αρνείται να φορέσει ή να δηλώσει τα διακριτικά του και συνεπώς και την ταυτότητα του - και αυτό γίνεται αποδεκτό, εδώ και πάρα πολλά χρόνια!

Είναι αυτή η μοναδική εικόνα της αστυνομίας; Φυσικά όχι. Υπάρχουν μονάδες όπου επικρατεί ο επαγγελματισμός, που ως συνήθως επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων και όχι σε κάποιου είδους σύστημα. Υπάρχουν ευγενείς και μορφωμένοι νέοι άνθρωποι, που θέλουν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Υπάρχουν τομείς όπου το αστυνομικό έργο έχει εξαιρετικές επιδόσεις και επιτυχίες. Η ικανότητα όμως πνίγεται πολλές φορές στη συνολική ανεπάρκεια.

Οι λόγοι για την απογοητευτική εντύπωση είναι πολλοί: Η ανεπαρκής εκπαίδευση, η απουσία ευσυνειδησίας, οι συνολικές παθογένειες του δημοσίου και της πολιτικής μας ζωής, η αναξιοκρατία και ο κομματισμός, η δημοσιοϋπαλληλική κατρακύλα στην αντίληψη της πειθαρχίας και της σημασίας της αποστολής. Η αστυνομική βία και η διαφθορά δεν είναι φυσικά ελληνικά φαινόμενα. Ωστόσο, η ανατολίτικη κουτοπονηριά της “ζαρντινιέρας” δύσκολα γίνεται αποδεκτή σε ένα ευρωπαϊκό κράτος δικαίου. Και τα όσα πέρασε η χώρα, από τη δολοφονία Γρηγορόπουλου και μετά, δείχνουν οτι μένουμε απελπιστικά πίσω.

Τα χρόνια της κρίσης και των μνημονίων, τα φαινόμενα εντάθηκαν, με χειρότερο την εξάπλωση του ακροδεξιού θράσους και της φασιστικής νοοτροπίας. Η ανοιχτή υποστήριξη της Χρυσής Αυγής από μεγάλη μερίδα αστυνομικών αποτελεί όνειδος για μια σύγχρονη πολιτεία. Όταν φτάνουν, σύμφωνα με καταγγελίες, αστυνομικοί δόκιμοι να δηλώνουν ανοιχτά φασίστες που δεν υποχρεούνται να τηρούν τους νόμους, ενώ έχουν ταχθεί ακριβώς στην αποστολή της προάσπισης της νομιμότητας και της δημοκρατίας, το πράγμα είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Όταν η ηγεσία της αστυνομίας δίνει στη δημοσιότητα, πειραγμένες με photoshop, φωτογραφίες ξυλοδαρμένων κατηγορουμένων (δεν έχει σημασία για ποιό έγκλημα) και υποστηρίζει σοβαρά οτι πρόκειται για το αποτέλεσμα συμπλοκής, τότε έχει χαθεί κάθε αίσθηση σύγχρονης δημοκρατικής λειτουργίας.

Το δυσκολότερο κομμάτι να ελεγχθεί είναι συνήθως οι μονάδες καταστολής. Εκεί, μέσα στη δίνη των διαδηλώσεων και των ταραχών, η αυθαιρεσία και η θρασυδειλία γιγαντώνονται. Πολλές φορές, στη διάρκεια των τελευταίων ετών, μονάδες της λεγόμενης “αποκατάστασης της τάξης” έδιναν την εντύπωση οτι δρουν σαν συμμορίες μπράβων. Φορώντας πάντοτε την ελληνική σημαία φυσικά, λες και υπάρχει και άλλη αστυνομία στον ελλαδικό χώρο, μήπως και τους μπερδέψουμε…

Η ανεπάρκεια της αστυνομίας λάμπει πολλές φορές και στα πιο απλά: Ο τρoχονόμος μπορεί πολύ συχνά να επιδεινώνει, αντί να διευκολύνει την κίνηση. Η αστυνομικές διευθύνσεις κλείνουν ακόμα και κεντρικούς δρόμους, με παράταξη αστυνομικών λεωφορείων, “για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο”. Το οτι η Ηρώδου Αττικού είναι μονίμως κλειστή είναι ομολογία Κλουζώ για ένα σύγχρονο κράτος.

Οι εικόνες ψεκασμού των συνταξιούχων, ούτε πρωτόγνωρες είναι, ούτε αποκαλυπτικές. Τα χημικά είναι ο εύκολος τρόπος του ανεκπαίδευτου να αποφύγει τη σύγκρουση. Είναι η (αυτο)προστασία της αστυνομικής βίας και προχειρότητας. Ο ΣΥΡΙΖΑ “λούζεται” τώρα αυτά που κατήγγειλε λαϊκίστικα επί χρόνια, βαυκαλιζόμενος οτι η υπόθεση “δημοκρατική και επαγγελματική αστυνομία” είναι απλώς θέμα εντολής του εκάστοτε υπουργού.

Η βία όμως και ο αυταρχισμός, όταν καλλιεργούνται επί δεκαετίες, δεν ελέγχονται με εντολές. Η κυβέρνηση θερίζει ό,τι έσπειρε, ξεχνώντας φυσικά και εδώ το ευρωπαϊκό κεκτημένο, που με τόση λύσσα πολέμησε. Όταν λιντσάρονταν πολιτικά πρόσωπα, ήταν καλά για την εξυπηρέτηση της “αντιμνημονιακής φούσκας”. Τώρα ενοχλούν οι φρουροί προστασίας δημοσίων προσώπων.

Η αστυνομία, σε μια ευρωπαϊκή χώρα, δεν μπορεί να κινείται στο παραπλανητικό δίπολο “να τους κοιτάμε ή να τους δέρνουμε”. Οι δυνάμεις ασφαλείας οφείλουν να είναι σύγχρονες, εκπαιδευμένες, με υψηλό επαγγελματισμό, απαλλαγμένες κατά το δυνατόν από τη γραφειοκρατία. Να προλαβαίνουν, να σχεδιάζουν και να δρουν οργανωμένα. Να έχουν όλα τα μέσα στη διάθεση τους - κι όχι να τους λείπει το προσωπικό, τα καύσιμα και το χαρτί υγείας. Χωρίς “put the cot down” αξιωματικούς. Κάτι που απαιτεί πάρα πολλή και συστηματική δουλειά και που θυμίζει οτι ο σοβαρότερος πατριωτισμός είναι όχι ο εθνικισμός, αλλά ο εκσυγχρονισμός και η ισχυρή οικονομία.

Όχι για χάρη “του νόμου και της τάξης”, ούτε για χάρη “του λαού, που δεν πρέπει να τον χτυπάμε”. Αλλά για χάρη της υπεράσπισης του δημοσίου συμφέροντος έναντι της αυθαιρεσίας, για χάρη της τήρησης των κοινών κανόνων και της εύρυθμης λειτουργίας της οργανωμένης κοινωνίας. Για χάρη της πεμπτουσίας της δημοκρατίας, δηλαδή.











Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Η φωτό είναι του Screenhunter (6/12/14), τα σκίτσα του Ανδρέα Πετρουλάκη από το www.kathimerini.gr & το εξώφυλλο του δίσκου από το www.youtube.com

Το post συνοδεύεται από το "I Feel Love", του Γάλλου Hector Zazou.

buzz it!

8.4.14

Ο Μπαλτάκος και η λάθος ατζέντα

Είναι προφανές οτι οι (ενδεικτικές της ακροδεξιάς υποκρισίας) κουτοπόνηρες δικαιολογίες Μπαλτάκου δεν πείθουν κανέναν. Ο διάλογος του με τον υποκλοπέα Κασιδιάρη είναι σοκαριστικός, όχι μόνο γι αυτά που λέγονται, αλλά και για το ύφος του: Ο πρώην ισχυρός άντρας του Μαξίμου μιλάει με τρυφεράδα, με σχεδόν πατρική στοργή στο πρωτοπαλλήκαρο του μίσους και της αυθάδειας. Η οικειότητα που αναδύεται δείχνει τους δύο συνομιλητές να βρίσκονται στην ίδια όχθη - κι όχι να παίζουν ένα επιφυλακτικό παιχνίδι αμοιβαίας βολιδοσκόπησης. Ο “π... ο Σαμαράς”, όπως λέει ο Μπαλτάκος, απλώς τους έχει χαλάσει το παιχνίδι, γιατί η μικροπολιτική ανάγκη και η διεθνής κοινότητα εχθρεύονται τον πυρήνα της ακροδεξιάς ιδεολογίας και δεν επιτρέπουν την ανοχή του ναζιστικού μορφώματος.

Αλλά και το εκ των υστέρων (απροκάλυπτα επικοινωνιακό) αφήγημα Σαμαρά επίσης δεν πείθει κανέναν. Από πότε ακριβώς πολεμούσε σταθερά τη Χρυσή Αυγή; Από τότε που οι 32 δικογραφίες μούχλιαζαν σε κάποια συρτάρια; Από τότε που αδιαφορούσε για τα ρατσιστικά εγκλήματα και την ταχεία διάδοση των φασιστικών αντιλήψεων στους αγαπημένους του ενστόλους; Από τότε που κώφευε στην παρουσία “αγανακτισμένων χρυσαυγιτών”, δίπλα στους αστυνομικούς, στις διαδηλώσεις; Από τότε που επέτρεπε την ανοχή της αστυνομίας στο κλίμα τρομοκρατίας που ασκούσε η ΧΑ μέσα και έξω από τα δικαστήρια; Από τότε που δίσταζε (και ακόμα διστάζει!) να καταθέσει στη Βουλή αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, κατά παράβαση όλων των υποχρεώσεων και υποσχέσεων προς την Ευρωπαϊκή Ένωση; Από τότε που ανεχόταν να λέει ο (και νομικός!) Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου “αδιαφορώ για τα ανθρώπινα δικαιώματα”;

Η ουσία είναι οτι ο Μπαλτάκος μπορεί να ήταν η αιχμή του δόρατος ενός έρποντος (και φαιδρού ως συνήθως) φασισμού μέσα στην κυβέρνηση, δεν ήταν όμως “ξεκρέμαστος και μόνος”, ούτε “αυτονομήθηκε”, γιατί απασφάλισε ξαφνικά. Φάνηκε από τις δηλώσεις συμπάθειας που έσπευσαν να εκφράσουν οι “ομοϊδεάτες” Βορίδης και Γεωργιάδης. Είχε φανεί εδώ και πολλά χρόνια από τη διείσδυση του “Δικτύου 21” στην ηγετική ομάδα του κυβερνώντος κόμματος. Φαινόταν διαρκώς από την επένδυση που έκανε στο πιο σκληρό εθνικιστικό και θρησκόληπτο ακροατήριο, ο ίδιος ο αρχιτέκτονας της πανωλεθρίας του “Μακεδονικού”. Η ακροδεξιά δεν ήταν έξω από τη ΝΔ, ήταν μέσα σε αυτήν - και μάλιστα σε πρωτεύοντα ρόλο, σε αντίθεση με παρελθούσες ηγεσίες. Και το τραγελαφικό ήταν οτι αυτή η ακραία ηγεσία εφηύρε τη θεωρία των δύο άκρων, χωρίς να περιλαμβάνει τον εαυτό της στο δίπολο...

Τώρα βέβαια, η νοσηρότητα πληρώνεται - και μάλιστα ακριβά. Η αντιμνημονιακή υστερία που καλλιέργησε ως μη όφειλε η ηγεσία του συντηρητικού, φιλοευρωπαϊκού κόμματος στην Ελλάδα συνεισέφερε τα μάλα στη “φούσκα” των δήθεν αντισυστημικών κομμάτων του ψεκασμένου καφενείου (εντυπωσιακό το ξέσπασμα της Ραχήλ Μακρή, που υπερασπίστηκε τους “αθώους ανθρώπους” χρυσαυγίτες από τη “χούντα”). Νομίζοντας οτι θα επαναπατρίσει τις ανοιχτά ακροδεξιές ψήφους “με το μαλακό”, η ηγεσία της ΝΔ επέτρεψε να αναπτυχθεί στους κόλπους της η ανοχή και το γλείψιμο των χαμηλοτέρων ενστίκτων του εκλογικού σώματος (“κανένας ψηφοφόρος της ΧΑ δεν είναι ναζί”, επιμένει αμετανόητος ο Μπαλτάκος, την επομένη της αποπομπής του). Αδιαφορώντας πλήρως για τις επιταγές της κρίσης και των καιρών, έπαιξε επί δύο χρόνια το κατενάτσιο του λαϊκισμού και της προστασίας του πελατειακού παρασιτισμού, διανθισμένο με εξάρσεις επαρχιακού γκαφατζήδικου αυταρχισμού, όπως με το κλείσιμο της ΕΡΤ, του οποίου, όπως φαίνεται, ένθερμος θιασώτης, αν όχι εμπνευστής, ήταν ο Μπαλτάκος.

Και τώρα, το όποιο δημοσκοπικό πλεονέκτημα από την αιματηρή προσπάθεια να “τακτοποιηθεί” η οικονομία και να γίνει αποδεκτό το πρωτογενές πλεόνασμα, εξανεμίστηκε εν μια νυκτί. Από αντανακλαστικά και μόνο (και όχι από εμπιστοσύνη προφανώς), ένα κρίσιμο κομμάτι του εκλογικού σώματος είπε “θα ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ, για να φύγει αυτή η κυβέρνηση”. Σε συνδυασμό με την πτωτική πορεία του ΠΑΣΟΚ, μετά και τους χειρισμούς Βενιζέλου, που “στραγγάλισε” τους 58, η διαρκώς φθίνουσα κυβερνητική πλειοψηφία μοιάζει να κινδυνεύει με πλήρη αποσταθεροποίηση.

Μόνο που το πρόβλημα της χώρας δεν είναι να κινείται αενάως μεταξύ των συμπληγάδων του σύγχρονου δικομματισμού, που αγωνίζονται να ξεπεράσουν το 20%, με λίγες μονάδες. Αν καλούμαστε να διαλέξουμε μεταξύ μιας παλαιοκομματικής, εθνικιστικής σκληρής δεξιάς και μιας αντιευρωπαϊκής αριστεράς που διολισθαίνει στο ακραίο και προστατεύει (και αυτή) τον παρασιτισμό και τις συντεχνίες, δεν θα φύγουμε ποτέ από το τέλμα. Κανείς δεν πρέπει να είναι “καβάλα στο άλογο”, την επομένη των ευρωεκλογών. Αντιθέτως, η Ελλάδα πρέπει να κινηθεί με τελείως άλλη ατζέντα, για την έξοδο από την κρίση.

Πρώτον, πρέπει με κάθε τρόπο να αποφύγει να επιτρέψει σε ποινικούς κατηγορούμενους για εγκληματική οργάνωση να “χτυπάνε το ρυθμό” στις πολιτικές εξελίξεις. Οι εκβιασμοί, οι απειλές και γενικώς οι μέθοδοι του υποκόσμου δεν πρέπει να γίνουν δεκτοί με κανέναν τρόπο, όπως με περισσή μικροπολιτική ανευθυνότητα έγινε μέχρι τώρα. Και η δικαιοσύνη (που ολιγώρησε αρχικά, αποδεχόμενη τη νομιμότητα του ακροδεξιού κόμματος) θα πρέπει να εντείνει τις προσπάθειες της και να αφεθεί ελεύθερη να οδηγήσει στις φυλακές όσους ευθύνονται για τα άθλια ρατσιστικά εγκλήματα - όχι για τις απεχθείς ιδέες τους, αλλά γιατί τις έκαναν πράξη, όπως ο ναζισμός επιτάσσει.

Δεύτερον, η χώρα πρέπει να αποκτήσει μια σοβαρή κεντροδεξιά - και γι αυτό η συντηρητική παράταξη καλείται να αποκαθαρθεί πλήρως από τα “σταγονίδια” και να κινηθεί και πάλι στον πραγματικά ευρωπαϊκό δρόμο, που δεν περιλαμβάνει κανενός είδους χουντικούς ταλιμπάν και αγιατολάχ. Ως πρώτο βήμα, αν η αλλαγή ηγεσίας δεν είναι άμεσα εφικτή, η πρωθυπουργία σε μια επόμενη (μετεκλογική) κυβέρνηση συνεργασίας μπορεί ωραιότατα να ανατεθεί σε άλλο μετριοπαθές (κοινής αποδοχής) πρόσωπο της συντηρητικής παράταξης, ώστε να δοθεί άλλη πνοή στην κυβερνητική λειτουργία, τουλάχιστον. Αυτό άλλωστε, θα έπρεπε να είχε συμβεί από τον περσινό Ιούνιο, μετά το φιάσκο του κλεισίματος της ΕΡΤ, αν δεν είχε σπεύσει ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ να προσφέρει τη στήριξη του στον ίδιο άνθρωπο, με αντάλλαγμα την αντιπροεδρία.

Τρίτον, η Ελλάδα πρέπει να αποκτήσει μια σοβαρή και ισχυρή κεντροαριστερά. Εφόσον ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει εμφανώς οτι εξακολουθεί να αδυνατεί να προσφέρει τέτοια δυνατότητα, αφού δεν αφίσταται της αριστερίστικης, λαϊκίστικης και βαθειά συντηρητικής ρητορικής, στην οποία αρέσκεται μεγάλο μέρος των στελεχών και του ακροατηρίου του, θα πρέπει να επανέλθει σε φυσιολογικότερα ποσοστά, πιο κοντά σε αυτά που είχε πριν τη “φούσκα”. Δεν θα έβλαπτε μάλιστα το πολιτικό σκηνικό και τη χώρα, αν κατάφερνε να κρατήσει στην αντιπολίτευση όλες τις υποκριτικές και διαφθαρμένες φωνές, “βαθυπασοκικής” προελεύσεως, που κατάφερε να συγκεντρώσει γύρω του.

Για να εκπληρωθεί ο στόχος αυτός, η κεντροαριστερά θα πρέπει να απαλλαγεί και αυτή από όλα τα δικά της “βαρίδια”, τους φθαρμένους (κυρίως ΠΑΣΟΚογενείς) πολιτικούς που εμποδίζουν την είσοδο του τόσο απαραίτητου υγιούς και νέου αίματος στην πολιτική σκηνή. Το αξιολογότερο κομμάτι ενεργών πολιτών και στελεχών της κοινωνίας περιμένει να συμμετάσχει σε μια νέα προσπάθεια αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού της χώρας. Η ενίσχυση του ψηφοδελτίου του Γιώργου Καμίνη για το Δήμο της Αθήνας και το ευρωψηφοδέλτιο του “Ποταμιού” που ανακοινώθηκε μερικώς χθες δείχνουν, με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο, την ποιοτική διαφορά και το χάσμα μεταξύ του καινούργιου και του κομματικά παλιού.

Όσοι αξιόλογοι βρίσκονται ενεργά στις τάξεις της “Ελιάς” και της ΔΗΜΑΡ δείχνουν να ασφυκτιούν, λόγω της αδυναμίας να διασωθούν οι σχηματισμοί αυτοί και στη συνέχεια να καταστούν ρυθμιστές. Αν δεν υπάρξει καταλυτική αλλαγή ηγετικής κατεύθυνσης (με όλους να κάνουν πίσω), δεν θα μπορέσει να γεννηθεί και να ενδυναμωθεί το καινούργιο - και τα παραδοσιακά αυτά σχήματα θα μαραζώσουν οριστικά. Οι 58 πρέπει να ενισχυθούν και να αξιοποιηθούν - και να αποτελέσουν και αυτοί τη συγκολλητική ουσία μιας αναγεννημένης παράταξης. Σε κάθε περίπτωση, η ζωή θα συμπληρώσει το κενό, όπως έδειξε αδιαμφισβήτητα το “Ποτάμι”. Και η πρόκληση για μια πορεία που θα εγγυάται την ουσιαστική πρόοδο της χώρας είναι αδήριτη.












Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Η γελοιογραφία είναι του Ανδρέα Πετρουλάκη από το www.protagon.gr και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από την εξαιρετική διασκευή του "Waters of March", με την Αμερικανίδα Cassandra Wilson, που έδωσε δύο συναυλίες στο Gazarte.

buzz it!

25.3.14

Αμετανόητοι Μαυρογιαλούροι...

Δεν χρειάζεται να αναλύσει κανείς πολύ γιατί η κυβέρνηση έχει εδώ και καιρό εξαγγείλει οτι θα διανείμει “κοινωνικό μέρισμα”, από το πρωτογενές πλεόνασμα, που επιτεύχθηκε μετά κόπων και βασάνων (και με πολλά χρέη του δημοσίου να μην έχουν εξοφληθεί). Έρχονται εκλογές - και μια ακόμα φορά οι παλαιοκομματικές μέθοδοι θριαμβεύουν. Το πολιτικό σύστημα αμύνεται για την επιβίωση του, με τα πιο πιο φθαρμένα υλικά και μεθόδους. Κι ύστερα αναρωτιούνται κάποιοι γιατί το Ποτάμι έχει τόση - αδικαιολόγητα απότομη - απήχηση.

Το εντυπωσιακό είναι οτι ο Αντώνης Σαμαράς έχει εδώ και καιρό ανακοινώσει οτι κομμάτι του “μερίσματος” αυτού θα πάει (ειδικώς) στους ενστόλους. Το γιατί ακριβώς είναι ασαφές, εκτός αν κανείς καταφύγει στις αγαπημένες αξίες του “Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια”. Μήπως γιατί η αστυνομία έχει επιδείξει κάποιον ιδιαίτερο επαγγελματισμό τα τελευταία χρόνια, αν εξαιρέσει κανείς την πολύ πιο οργανωμένη εμφάνιση και περιπολία κάποιων ειδικών ομάδων ή υπηρεσίες όπως το Ηλεκτρονικό Έγκλημα; Μήπως ανταμείβεται για την παγκόσμια πρωτιά της κουτοπονηριάς, που ονομαζόταν “ζαρντινιέρα”; Για την ανεξέλεγκτη βία στη διάλυση διαδηλώσεων; Μήπως για το φότοσοπ στους συλληφθέντες για τρομοκρατία που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων; Ή μήπως ανταμείβονται οι λιμενικοί για τη νεφελώδη αλήθεια του Φαρμακονησίου; Ποιά είναι τα τεράστια προσόντα ενός υπαξιωματικού που αράζει σε ένα στρατόπεδο ή γραφείο, ως ο απόλυτος δημόσιος υπάλληλος και αμείβεται με 1400 ευρώ (υψηλός μισθός τη σήμερον ημέρα) - και πρέπει να ενισχυθεί, σε σχέση με άλλους; Μη μου πείτε ο “εθνικός του ρόλος”, οι περικοπές που έχει υποστεί (όταν άλλοι υπέστησαν μειώσεις 40%, 70% ή και 100%) ή οι δύσκολες σπουδές του, επειδή οι βάσεις σε σχολές που προσφέρουν την απόλυτη μονιμότητα είναι υψηλές, γιατί η όποια προσπάθεια για συζήτηση με επιχειρηματολογία πάει περίπατο.

Το βοήθημα θα είχε νόημα ως κίνητρο και ανταμοιβή για κάποιες κατηγορίες, που πραγματικά υπερβαίνουν εαυτόν ή κινδυνεύουν καθημερινά, όπως οι πιλότοι ή όσοι βάζουν τη σωματική τους ακεραιότητα στη φωτιά. Για τους υπόλοιπους (και ειδικά στον χώρο της αστυνομίας), το μυστικό είναι πολύ απλό: Η προσπάθεια είναι να επαναπατρισθούν οι ψήφοι που έφυγαν προς τα όμορα κόμματα, δεξιά της Νέας Δημοκρατίας - και ειδικά προς τη Χρυσή Αυγή. Μόνο που οι φασίζουσες νοοτροπίες δεν καταπολεμούνται με “δωροδοκίες”, γιατί αν ισχύει αυτό, θα έπρεπε να ξηλωθεί με συνοπτικές διαδικασίες η μισή αστυνομία. Αφού το πρωθυπουργικό επιτελείο επέτρεψε να διογκωθεί το ποσοστό της ΧΑ στο εκλογικό σώμα και οι φασιστικές αντιλήψεις στους αστυνομικούς, σε επικίνδυνο βαθμό, μετά κατάλαβε οτι το “ευφυές” σχέδιο της ανοχής ήταν μια τεράστια επαρχιώτικη κουτοπονηριά. Χρειάστηκε μάλιστα και η παρέμβαση του ευρωπαϊκού και υπερατλαντικού παράγοντα για να της το υπενθυμίσει, μήπως και μια συμμορία κατσαπλιάδων που θα έπρεπε ολόκληρη να είναι ήδη στη φυλακή, αποσταθεροποιήσει την ευρωζώνη, μέσω της Ελλάδας.

Το ακόμα χειρότερο όμως είναι οτι αυτές οι αντιλήψεις είναι βαθιά ριζωμένες στο υπερεθνικιστικό και ακροδεξιό περιβάλλον, που έχει σχηματίσει ο πρωθυπουργός και το στενό του (υπουργικό και μη) επιτελείο. Το διαπιστώνει κανείς με κάθε ευκαιρία: Το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, παρά τις (σε επίπεδο κοροϊδίας) διαβεβαιώσεις προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκκρεμεί ακόμα, από την προηγούμενη άνοιξη, λόγω ”φόρτου εργασίας”! Ακόμα και τώρα, που η ίδια η κυβέρνηση αναγκάστηκε να κινήσει τις διαδικασίες για την ποινική δίωξη της εγκληματικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής, υπάρχει έντονη δυσανεξία σε ότι αντιβαίνει τις σκληρά δεξιές απόψεις. Σα να μην μπορεί να πάει το χέρι τους σε ότι επιτάσσει η στοιχειώδης δημοκρατική και σύγχρονη ευρωπαϊκή αντίληψη, μήπως και ενοχληθεί το υπερσυντηρητικό ακροατήριο. Κι αν η ενίσχυση ενστόλων τουλάχιστον επιστρέφει (με λάθος μήνυμα) σε ένα μέρος της κοινωνίας, το ξόδεμα έστω και ενός ευρώ (πόσο μάλλον 3 εκατομυρίων) για παρελάσεις της μιζέριας είναι ανεπίπτρεπτο. Οποιαδήποτε σπατάλη, κυρίως εισαγόμενων καυσίμων, για επίδειξη θρησκευτικού ή “εθνικού” φρονήματος, ειδικά στην παρούσα συγκυρία, δείχνει πολύ απλά οτι η χώρα και το πολιτικό σύστημα δεν έχουν πάρει τίποτε από το μάθημα της κρίσης.

Το πρόσφατο νομοσχέδιο για το μεταναστευτικό θα μπορούσε να είναι μια ευκαιρία για ένα μικρό βήμα εμπρός, όπως λένε οι ειδικοί. Ακόμα κι εκεί όμως, η παροιμοιώδης παρέμβαση του Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου (όπως καταγγέλει ο αναπληρωτής υπουργός που προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ), φρόντισε για την οπισθοδρόμηση: Μια εξωφρενική διάταξη προέβλεπε την εξοντωτική ποινή της απέλασης για μετανάστη, αν κατήγγειλε ψευδώς ρατσιστική βία από ένστολους, κόντρα σε κάθε αναλογικότητα των ποινών, αντί να έχει έξτρα πρόνοια για την αντίθετη περίπτωση που έχει ντροπιάσει τη χώρα μας δεκάδες φορές - αυτή της κακομεταχείρισης μέχρι βαναυσότητας μεταναστών από όργανα της τάξης. “Πρέπει να προστατεύσουμε τους ενστόλους από τους “δασκαλεμένους” μετανάστες, που το χρησιμοποιούν ως επιχείρημα”, ήταν η δικαιολογία. Από την δεξιά κουτοπονηριά της δεκαετίας του ’50, ποιός θα μας προστατεύσει;

Ο κύριος Μπαλτάκος μάλιστα, δεν δίστασε να δηλώσει “αντικομμουνιστής”, προκαλώντας πλείστα όσα σχόλια. Όχι γιατί δεν έχει δικαίωμα να είναι, αλλά γιατί δεν είναι αυτός ο ρόλος του. Και γιατί τέτοια πολιτική ρητορική δείχνει πόσο υποκριτικό είναι αυτό το αμπαλάζ, που μιλάει για “νέες Ελλάδες” , “ανάπτυξη και ευρωπαϊκό προσανατολισμό”, “σύγχρονη κεντροδεξιά” κλπ. Αλλά γιατί να απορεί κανείς; Ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς δεν είπε με νόημα στη ΔΕΘ, απευθυνόμενος στον ντόπιο αρχιεπίσκοπο, οτι αυτά (με τα βιβλία της ιστορίας) “τελείωσαν”; Ο Φαήλος Κρανιδιώτης δεν περηφανευόταν για την βαρβατίλα των ειδικών δυνάμεων που τραγουδούν για το “δέρμα του Αλβανού” και δήλωνε (όπως και άλλοι Ψωμιάδηδες) την ιδεολογική του συγγένεια με τους χρυσαυγίτες; Οι “πρωτοκλασσάτοι” Βορίδης και Γεωργιάδης δεν έχουν έντονα ακροδεξιό παρελθόν, όπως φρόντισε να υπενθυμίσει στον τελευταίο δημοσιογράφος του BBC που τον ρωτούσε για τη Χρυσή Αυγή; Ο Τζιτζικώστας δεν κάλεσε τους χρυσαυγίτες στο βάθρο της παρέλασης, αντί να τους δείξει τον μοναδικό δρόμο που τους αρμόζει, αυτόν του εισαγελέα;

Το ακόμα πιο αποκαρδιωτικό είναι όμως οτι αντιπολίτευση σε αυτή την κυβέρνηση, δεν κάνει σχεδόν κανείς - και ιδίως όσοι παρουσιάζονται ως αντιπολίτευση, παρά μόνο σκόρπιοι βουλευτές και αρθρογράφοι, από τον κατακερματισμένο χώρο του προοδευτικού κέντρου. Η ΔΗΜΑΡ μόνο κάτι ψέλισε για “πελατειακά κριτήρια” στη διανομή του μερίσματος. Ούτε ένα κόμμα δεν ανέφερε στην επίσημη ανακοίνωση του τους ενστόλους, προφανώς γιατί κανείς δεν τολμάει να τα βάλει με τα ψηφαλάκια.

Κατά τα άλλα, η μικροπολιτική καλά κρατεί: Η Ρένα Δούρου φλερτάρει με τις θρησκόληπτες ψήφους μιλώντας για το Άγιο Όρος, δηλώνοντας στο twitter πως τους πολίτες δεν απασχολεί το μέγεθος του δημοσίου, ενώ το πλεόνασμα που αφήνει ο προκάτοχος της στην Περιφέρεια Αττικής είναι ντροπή (εμφανίζοντας τον ως εκσυγχρονιστή). Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης επιδεικνύει πόσο νέα είναι τα μυαλά του συγκεκριμένου κομματικού σωλήνα, μιλώντας για μνημόνια και (δημοκρατική) απουσία διαδηλώσεων, “όταν ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι κυβέρνηση”.

Ο Άρης Σπηλιωτόπουλος ανακαλύπτει οτι το κέντρο της Αθήνας μυρίζει, αλλά όταν η κυβέρνηση Καραμανλή στην οποία ήταν υπουργός εγκατέλειπε σε καταστροφικό βαθμό το ιστορικό κέντρο, απείρως χειρότερο από ότι είναι σήμερα, προφανώς απουσίαζε από τη χώρα. Και μαζί με τους ομοϊδεάτες του Νικήτα Κακλαμάνη και Γιάννη Ιωαννίδη ξεχνούν οτι η κυβέρνηση τους διέλυσε τη δημοτική αστυνομία, λόγω ανικανότητας να αξιολογήσει και να μειώσει με άλλους τρόπους το μέγεθος του δημοσίου. Και όλοι μαζί, αρνούνται φυσικά να κάνουν το αυτονόητο και να παραιτηθούν από την βουλευτική έδρα, διότι φοβούνται οτι δεν έχουν καμία τύχη. Πού να αφήνεις τώρα τα προνόμια και την παρουσία στην κεντρική πολιτική σκηνή. Υπάρχει μήπως καμία ιδιότητα που λέγεται “πολιτική κουτοπονηριά”, προς αποφυγήν;













Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Το σκίτσο του Δημήτρη Χαντζόπουλου είναι από τα www.tanea.gr και το εξώφυλλο από το www.blogs.wsj.com

To post συνοδεύεται από το "The Depth Of My Soul", το νέο κομμάτι των Αμερικανών Thievery Corporation

buzz it!

30.10.13

Χορεύοντας με τους λύκους...

Πολλοί αδημονούν για πιο γρήγορες εξελίξεις με τη Χρυσή Αυγή. Η δικαιοσύνη έχει τους ρυθμούς της. Αλλά και οι επίμονες περιπτώσεις Τζιτζικώστα δεν είναι “σταγονίδια”, μέσα στη συντηρητική παράταξη, που επιμένει να κλείνει το μάτι σε όσους ψηφοφόρους φλερτάρουν με τον χειρότερο φασισμό της γηραιάς ηπείρου.

Η δήλωση του Περιφερειάρχη Κ. Μακεδονίας οτι “άλλος θα μπορούσε να μην προσκαλέσει το ΠΑΣΟΚ, διότι καταδικάστηκε ο Άκης” είναι η πλήρης προσχώρηση στη χρυσαυγίτικη ρητορική. Διότι σε κανένα μη φασιστικό κόμμα δεν υπάρχει “αρχηγός” της οργάνωσης, που ενημερώνεται για τα εγκλήματα των “πρωτοπαλλήκαρων”, ούτε βεβαίως ρατσιστικά και μη μαχαιρώματα, με μεθόδους υποκόσμου.

Το χειρότερο όμως είναι, οτι στελέχη της συντηρητικής παράταξης, ακόμα κι όταν δεν εγκρίνουν τη “θεωρία των δύο άκρων”, επιμένουν σε μια λαϊκίστικη εθνικιστική αντίληψη των πραγμάτων, που παραπέμπει σε μεγαλεία του Ντούτσε, εν μέσω σκληρής οικονομικής κρίσης. Τι άλλο παρά “κλείσιμο του ματιού” στον ίδιο ψηφοφόρο είναι η επιμονή για παρέλαση των αρμάτων (“κεκλεισμένων των θυρών” μάλιστα), για χάρη ενός ψευδο-πατριωτικού φρονήματος, “που δεν κοστολογείται”;

Και μάλλον η αριστερά θα πρέπει να σταματήσει να δαιμονοποιεί την Ευρώπη (και την παγκόσμια κοινότητα, μέχρι την άλλη άκρη του Ατλαντικού έφτασε πάλι ο πόνος για τη χάρη μας) και να αποδίδει όλα τα δεινά στην κρίση, στο μνημόνιο και στον καπιταλισμό(!), διότι το πιθανότερο είναι οτι τίποτε ουσιαστικό δεν θα είχε γίνει στο αντιφασιστικό μέτωπο, αν δεν υπήρχε η συγκυρία της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα και κυρίως η άρνηση των Δυτικών μας συμμάχων να αποδεχτούν οτι μπορεί μια παρέα ναζί κατσιαπλάδων να αποσταθεροποιήσει μια μικρή χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης - και κατ’ επέκταση όλη την ευρωζώνη. Η ενδοσκόπηση μας είναι απαραίτητη και η παγκοσμιοποίηση δεν έχει μόνο κακές πλευρές...

Η θλιβερή διαπίστωση μέσα από αυτή την πολιτεία είναι οτι η κυβέρνηση (και η πλειονότητα του πολιτικού συστήματος) εξακολουθεί να αναλώνεται στην επιφανειακή προχειρότητα και στις εντυπώσεις, παίζοντας κατενάτσιο, αντί να κάνει την απολύτως απαραίτητη δουλειά σε βάθος, που χρειάζεται η ελληνική δημόσια διοίκηση. Από όλες τις εξελίξεις του τελευταίου μήνα, μεγάλο ενδιαφέρον έχει η διαφαινόμενη εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης, που λέγεται “χρυσαυγίτικη αστυνομία". Ωστόσο, κι εκεί φαίνεται να μη δόθηκε το απαραίτητο λάκτισμα, για εξελίξεις σε βάθος.

Ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί μη επαγγελματικά η αστυνομία μας, είναι η κατάθεση της περίφημης αστυνομικού, που τελικά δεν συνέλαβε τον κατ’ ομολογίαν δράστη της δολοφονίας Φύσσα, Γιώργο Ρουπακιά. Σύμφωνα με αυτήν, οι οκτώ (8) αστυνομικοί που βρέθηκαν στον τόπο του εγκλήματος εγκαίρως (αλλά δεν φρόντισαν να προλάβουν, όπως θα έκανε κάθε συνάδελφος τους σε δυτική χώρα), δεν έκαναν απολύτως τίποτα, όταν διαπίστωσαν οτι υπήρχε τάγμα εφόδου της Χρυσής Αυγής μπροστά τους, αποτελούμενο από 30-40 άτομα. Αντιθέτως, δέχτηκαν να τους καθησυχάσει παρελκυστικά υποτιθέμενος “συνάδελφος” τους (φρουρός των φυλακών Κορυδαλλού στο επάγγελμα) - και δεν κάλεσαν αμέσως ενισχύσεις, αποτελούμενες τουλάχιστον από ισόποση δύναμη. Ένας τουλάχιστον από αυτούς, φέρθηκε κατά το συνήθη κουτοπόνηρο και χρυσαυγίτικο τρόπο.

Ο τρόπος λοιπόν, με τον οποίο τίποτα δεν βελτιώνεται σε βάθος, περιγράφει το δράμα μιας χώρας, που βρίσκεται και πάλι στο χείλος του γκρεμού. Ίσως όχι πιά με την πιθανότητα της άτακτης χρεοκοπίας, αλλά με το σοβαρό ενδεχόμενο να μην αποδίδει τίποτα η οικονομική αφαίμαξη, που υφίσταται ο ελληνικός λαός.

Η κυβέρνηση αναλώνεται σε λεονταρισμούς και μια δονκιχωτική μάχη απόκρουσης των οριζόντων μέτρων, ενώ δεν τολμά (ούτε ξέρει, ούτε επιθυμεί) να κάνει ουσιαστικές διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Ούτε έναν τρόπο πραγματικής αξιολόγησης στον στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα δεν έχει αναπτύξει, ώστε να μην κλείνει συλλήβδην ολόκληρους τομείς, όπως η δημοτική αστυνομία, οι σχολικοί φύλακες ή η ΕΡΤ.

Η προσπάθεια να εμφανιστεί οτι “απευθυνθήκαμε με εικοσάλεπτη συνάντηση στους Ευρωπαίους συμμάχους, για να κατανοήσουν οτι δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια” εισπράττει, ακόμα και από την Άνγκελα Μέρκελ, μια ψυχρή παραπομπή στην τρόικα, γιατί “μιλήσαμε μόνο 5 λεπτά και όχι με λεπτομέρειες για τέτοια θέματα”. Η ενόχληση της Ευρώπης γι αυτό το παιχνίδι, παράλληλα με την προσπάθεια να εμφανιστεί οτι θα “μοιραστεί και κατι-τις, από το πρωτογενές πλεόνασμα”, είναι εμφανής.

Έτσι, η ριζική και σε βάθος προσπάθεια, χωρίς την οποία ουσιαστική ανάκαμψη δεν θα υπάρξει ποτέ, παραπέμπεται διαρκώς στις “ελληνικές καλένδες”. Η επιβάρυνση των ακινήτων, με τη συσσώρευση του ΦΑΠ τριών ετών (2011-2012-2013) και με τον ενιαίο φόρο, που αγγίζει τους πάντες, να έρχεται, έχει φτάσει τα νοικοκυριά σε οριακό σημείο. Είναι πια σχεδόν πιο συμφέρον να νοικιάζεις, από το να κατοικείς το σπίτι σου, με τις χρεώσεις που σου επιβάλλει. Και η λύση είναι μόνο η πώληση, σε ένα περιβάλλον αγοράς, που το μόνο που μπορεί να δώσει, είναι την ευκαιρία σε κάποιους να αγοράσουν “κοψοχρονιά”.

Ακόμα και το μέτρο που έδινε τη δυνατότητα στους ιδιοκτήτες να δωρίζουν τα ενοίκια που δεν εισπράττουν στην εφορία, ώστε τουλάχιστον να μη φορολογούνται γι αυτά (και να πιέζουν έμμεσα αυτούς που εκμεταλλεύονται την κρίση για να γίνουν “μπαταχτσήδες”), φαίνεται οτι θα καταργηθεί εντελώς ανεξήγητα.

“Κλέβουμε τα παιδιά, γιατί αυτό αφαιρεί την πίστη από τους ανθρώπους, τους αποκαρδιώνει”, λέει κυνικά η εκπρόσωπος του απόλυτου κακού στο “Prisoners”, που παίζεται αυτές τις μέρες στις αίθουσες. Ας ελπίσουμε οτι δεν είναι αυτή περιγραφή και της δικής μας περίπτωσης...













Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice.

H φωτό του σημαιοφόρου από τη Νιγηρία είναι από το www.protothema.gr και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Walk On The Wild Side", το αριστούργημα του Lou Reed, που πέθανε στα 71 του.

buzz it!

10.7.13

Μεταρρύθμιση γιόκ!


Εν αρχή, ήταν η καραμέλα Καραμανλή: Κάθε εβδομάδα εξήγγειλε ή υλοποιούσε και μια “μεταρρύθμιση”. Αναφερόμενος στις ομιλίες του στο δελτίο ειδήσεων, αναπόφευκτα μετέφερα τη λέξη, απορώντας πού διοχετεύεται όλος αυτός ο μεταρρυθμιστικός οίστρος.

Πολύ σύντομα, τσακώθηκα με δύο φίλους οικονομολόγους, για την πορεία της (μεταολυμπιακής) οικονομίας και τις επιδόσεις Αλογοσκούφη. Αυτοί, καλοπροαίρετα, διάβαζαν τα μαγειρεμένα greek statistics και θεωρούσαν οτι “γίνεται πολύ καλή δουλειά”. Εγώ πάλι, βλέποντας δίπλα μου τη διόγκωση της ΕΡΤ, αλλά και συνολικότερα του ευρύτερου δημοσίου, διαισθανόμουν οτι αντιθέτως, τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά. Η εγκατάλειψη και η υποβάθμιση του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, που παρατηρούσα από πρώτο χέρι, μου επέτεινε την εντύπωση αυτή.

Χρειάστηκε να περάσουν μερικά χρόνια, για να διαπιστωθεί πλήρως οτι η άσκηση της πολιτικής ισοδυναμούσε με έναν απίστευτο βερμπαλισμό και δημαγωγία, οτι η πολιτική για τις σύγχρονες γενιές πολιτικών, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, σήμαινε απλώς μια καλή εμφάνιση στο μπαλκόνι και στα τηλεοπτικά πάνελ, ενώ από πίσω έτρεχαν η διαφθορά και τα ρουσφέτια. Το ίδιο, με παραλλαγή ως προς τη ντουντούκα και την εξαλλοσύνη, ίσχυε και για την πλειονότητα των συνδικαλιστών του λαϊκισμού. Το πώς βίωσε η Ελλάδα τη διεθνή κρίση ήταν η απόδειξη.

(Ακόμα και σήμερα, η υποκρισία ξεπερνάει τα όρια: Ενας πρωθυπουργός που καταργεί το νόμο Ραγκούση για την ιθαγένεια των μεταναστών δεύτερης γενιάς, δεν διστάζει να καλέσει στο Μαξίμου τον μπασκετμπωλίστα που την έλαβε κατ’ εξαίρεση, για λόγους πολιτικού μάρκετινγκ και εθνικισμού.)

Όταν η φούσκα έσκασε και αποκαλύφθηκαν όλα όσα μας οδήγησαν μια ώρα αρχύτερα στα μνημόνια, διαφάνηκε οτι το μόνο που μπορεί να μας σώσει είναι οι βαθιές τομές και μεταρρυθμίσεις. Δυστυχώς, από τις “μεταρρυθμίσεις” της απόλυτης απραξίας της εποχής Καραμανλή, περάσαμε στις “μεταρρυθμίσεις” της σπασμωδικής και ανερμάτιστης αφαίρεσης κομματιών του δημόσιου τομέα.

Το να συζητιέται η αδρανοποίηση ολόκληρων τομέων του δημοσίου συμφέροντος, επειδή δεν υπήρξε ούτε μια σοβαρή προσπάθεια εξορθολογισμού (και αυτό να ονομάζεται “μεταρρύθμιση”), αποτελεί βαλκανικό ευφημισμό της χειρίστης κουτοπονηριάς. Το να κλείνει εκδικητικά η ΕΡΤ, λες και πρόκειται για την ΕΒΓΑ της γειτονιάς, σε κάποιο χωριό στην Καλαμάτα, στη δεκαετία του ’50, κερδίζει το βραβείο επαρχιώτικης στενομυαλιάς. Και το να καταφεύγει κανείς στην κατάργηση ενός θεσμού, όπως αυτός της δημοτικής αστυνομίας, που υπάρχει σε κάθε ευρωπαϊκή μεγάλη πόλη και με κόπους επιβλήθηκε τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα, αποτελεί μνημείο προχειρότητας και ανικανότητας.

Όταν οποιοσδήποτε μιλάει σοβαρά για μεταρρυθμίσεις στο δημόσιο τομέα, χωρίς να διαστρέφει τη γλώσσα, εννοεί οτι θα εφαρμοστούν διαφάνεια και αξιοκρατία στις προσλήψεις και στη λειτουργία. Οτι θα μηχανογραφηθούν πλήρως όλες οι υπηρεσίες, κόντρα στη διαφθορά που προσπαθεί να το αποτρέψει. Οτι θα αναζητηθούν κριτήρια, μέθοδοι και καινοτόμες ιδέες, ώστε να αξιολογηθούν και να λειτουργήσουν όλα καλύτερα για τον πολίτη και το κοινό καλό. Οτι θα καταπολεμηθούν νοοτροπίες, κακές συμπεριφορές, αμορφωσιά και λούφα. Όχι οτι θα κλείσουμε απλώς έναν χρήσιμο και ουσιαστικό τομέα εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος.

Όπως μεταρρύθμιση δεν είναι η διατήρηση συνδικαλιστικών κεκτημένων και ντροπιαστικών για τη νοημοσύνη επιδομάτων, έτσι δεν είναι και οι απολύσεις, χωρίς κανένα όφελος για τα δημοσιονομικά ή την εξυπηρέτηση του πολίτη. Όσο ακραία βλαπτικοί είναι όσοι προπηλακίζουν και τραμπουκίζουν, στο πλαίσιο μιας διαστροφής της συνδικαλιστικής λειτουργίας, άλλο τόσο καταστροφικοί είναι και αυτοί που αποφασίζουν να καλύψουν την απουσία εκσυγχρονισμού με δήθεν “τομές”, αποκλειστικά για λόγους εντυπωσιασμού ή στριμώγματος από την τρόϊκα.

Αυτοί που αγωνίζονται για να μην αλλάξει τίποτα είναι η άλλη πλευρά του νομίσματος, αυτών που θεωρούν οτι θα πασαλείψουν μια “μεταρρύθμιση”, με την κατάργηση ενός δημόσιου τομέα, επειδή είναι απολύτως ανίκανοι και διεφθαρμένοι, ώστε να ακυρώσουν το πελατειακό κράτος και να κάνουν μια αναδιοργάνωση σε βάθος.

Ο εθισμός στις ακραίες λογικές του ενός, δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τις ακρότητες του άλλου. Η άσκηση της πολιτικής δεν υπάρχει για να δίνει δήθεν λύσεις σε “γόρδιους δεσμούς”, που οφείλονται στη συσσωρευμένη έλλειψη πολιτικής βούλησης, εντιμότητας και ικανότητας. Ούτε μπορεί να αθωώνονται, σε έναν αέναο συμψηφισμό, οι λογικές του “πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι”, επειδή δήθεν “προσπαθήσαμε πολλές φορές, αλλά το τέλμα παραμένει” ή επειδή “όλοι έχουμε τις ευθύνες μας”. Η πικρή αλήθεια είναι οτι οι προσπάθειες ήταν στην καλύτερη περίπτωση για το φαίνεσθαι - και στην χειρότερη, απλώς γελοιότητες. Και μια κυβέρνηση υπάρχει για να δίνει βιώσιμες λύσεις, όχι για να επικαλείται τον “νοσηρό συνδικαλισμό που την εμποδίζει”. Αν δεν μπορεί να πράξει το σωστό, ας πάει σπίτι της.

Αν δεν το αντιληφθεί αυτό η ελληνική κοινωνία, τότε θα διανύσει πολλά ακόμα χρόνια ύφεσης και μνημονίων. Όχι γιατί “μας έχουν βάλει στο στόχαστρο”, αλλά γιατί αδυνατεί να επιβάλει το δέον στην εφαρμογή της πολιτικής. Γιατί δεν ζητάει τη πραγματική οργάνωση και δουλειά - είτε γιατί βολεύεται χωρίς αυτήν, είτε γιατί βαυκαλίζεται οτι θα ξορκίσει το κακό με κινήσεις εντυπωσιασμού, κάτω από ασφυκτικές πιέσεις. Το αίτημα για σοβαρή δουλειά σε βάθος, παραμένει. Πόσοι το έχουν αντιληφθεί;













Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice.

Το σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη είναι από το www.kathimerini.gr και το εξώφυλλο από το www.thewimn.com

To post συνοδεύεται από το "Bye Bye Love", στη διασκευή της Αμερικανίδας Madeleine Peyroux, που έρχεται για συναυλία στο Λυκαβηττό, στις 15 Ιουλίου.

buzz it!

16.4.13

Η "δυσφήμιση του αγώνα"...

Είναι δύσκολο να μπει κανείς με επάρκεια στην ουσία της υπόθεσης, λόγω έλλειψης χώρου, αλλά και στοιχείων σε ένα σύνθετο παζλ, όπως είναι η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στην Ιερισσό.

Ωστόσο, αξίζει να σταθούμε σε μια παράμετρο: Πριν από αρκετό καιρό, όταν έγινε η νυχτερινή επίθεση στις εγκαταστάσεις της εταιρείας χρυσού (και η οποία αποτυπώθηκε στις κάμερες ασφαλείας), τα δελτία ειδήσεων μετέδωσαν δηλώσεις κατοίκων και προσαχθέντων, που αρνήθηκαν κάθε ανάμιξη της τοπικής κοινωνίας και καταδίκαζαν την επιδρομή, λέγοντας μάλιστα ως επιχείρημα οτι “δυσφημίζει τον αγώνα τους”. Δεδομένου οτι στην επίθεση αυτή προκλήθηκαν καταστροφές, αλλά κυρίως απειλήθηκαν ζωές φρουρών ασφαλείας, με τον χειρότερο τρόπο, σύμφωνα με τις καταγγελίες και τις καταθέσεις στην αστυνομία, κάθε σκεπτόμενος και δημοκρατικός πολίτης πρέπει λογικά να χειροκρότησε τις δηλώσεις αυτές.

Έκτοτε, η υπόθεση έχει εξελιχθεί μέσα σε ένα σκηνικό “βεντέτας” και αμφιλεγόμενων συμπεριφορών, τόσο από την πλευρά των αρχών που επιλέγουν αστυνομικές επιχειρήσεις πυροδότησης της βίας , όσο και από την πλευρά φανατικών, που επιλέγουν για παράδειγμα, να κάψουν το περιεχόμενο του αστυνομικού τμήματος του χωριού, που στην ουσία καταργήθηκε. Η εμφυλιοπολεμική αυτή κατάσταση, που θυμίζει την Κερατέα, δεν τιμά κανέναν - και κυρίως δείχνει τα αδιέξοδα σε μια πολιτεία, που δεν έχει ποτέ φροντίσει να προστατεύσει και να ενδυναμώσει τους θεσμούς, το αντίθετο μάλιστα.

Υπάρχουν πολλές απόψεις για το ζήτημα, άλλες που προτάσσουν την ανάγκη διατήρησης πάση θυσία μιας επένδυσης σε καιρό δραματικής ύφεσης, άλλες που θεωρούν οτι η αντίθεση της κοινωνίας απέναντι σε μια “διαπλεκόμενη” επιχείρηση με περιβαλλοντικούς κινδύνους (που θεωρούνται προφανείς) είναι επιβεβλημένη, αλλά και μια ενδιάμεση, που θεωρεί οτι ακόμα κι αν μια τοπική κοινωνία φέρεται αυτοκαταστροφικά, η επιβολή των απόψεων της πολιτείας δεν μπορεί να γίνεται με τη βία, αλλά μόνο με την πειθώ. Η πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας μπορεί να αδιαφορεί για το ζήτημα, θα έλεγε κανείς όμως οτι χωρίς να τάσσεται ούτε υπέρ της διαπλοκής, ούτε υπέρ των εξεγέρσεων, περιμένει να δει πού θα γείρει η πλάστιγγα των επιχειρημάτων και να αποφανθεί - αν τα καταφέρει με την πληθώρα των παραμέτρων και των πληροφοριών που υπάρχουν.

Όλο αυτό το διάστημα, οι κάτοικοι που τάσσονται κατά των μεταλλείων (και οι πολιτικοί φορείς που στηρίζουν την υπόθεση τους) υποτίθεται οτι δίνουν έναν επικοινωνιακό αγώνα αφύπνισης της κοινής γνώμης, προσπαθώντας να κερδίσουν την κοινωνία με το μέρος τους. Λογικό και θεμιτό.

Έλα όμως, που όταν οι αστυνομικές και εισαγγελικές αρχές καταλήγουν οτι έχουν εντοπίσει δύο τουλάχιστον ύποπτους για τη νυχτερινή επίθεση στις Σκουριές, ξαφνικά οι κάτοικοι ξεσηκώνονται για να τους υπερασπιστούν, καταγγέλοντας τις συλλήψεις και τις διώξεις. Αυτούς τους ίδιους, που εάν αποδειχθούν ένοχοι, είναι αυτοί που “δυσφήμισαν τον αγώνα τους”.

Οι πρώτες αντιρρήσεις είναι προφανείς: Σε αυτή την αντιπαράθεση (και με το ιστορικό αναξιοπιστίας της Ελληνικής Αστυνομίας που κορυφώθηκε με την περίφημη “ζαρντινιέρα” , αλλά και με άλλες υποθέσεις όπως τα φώτοσοπ) είναι λογικό να είναι κανείς ιδιαίτερα καχύποπτος οτι το κατηγορητήριο είναι χαλκευμένο. Αν λοιπόν τα στοιχεία (που σύμφωνα με την αστυνομία περιέχουν γενετικό υλικό από σκούφο και εντοπισμό των κινητών τηλεφώνων από τις κυψέλες της κινητής τηλεφωνίας κατά τη διάρκεια της επίθεσης) είναι αδύναμα ή κατασκευασμένα, στο δικαστήριο θα υπάρξει η ευκαιρία στην υπεράσπιση να τα καταρρίψει. Αλλά ακόμα κι αν η δικαιοσύνη είναι προκατειλλημένη, δεν υπάρχει άλλος θεσμός για να εμπιστευθούμε, ώστε να αποφανθούμε για το ποιός έκανε αυτή την επίθεση. Το να επιβληθεί δικαιοσύνη (ή ατιμωρησία), με βάση την “κοινωνική απαίτηση” είναι εκτός συζήτησης, για μια χώρα που ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και έχει υπογράψει όλες τις διεθνείς συμβάσεις δικαίου.

Φυσικά οι κατηγορούμενοι περιβάλλονται από το τεκμήριο της αθωότητας, ώσπου να δικαστούν. Αλλά για να υποστηρίξει κανείς μαζικά και πολιτικά οτι οι “βάσιμες ενδείξεις” της αστυνομίας (ή οι αποδείξεις) εφευρέθηκαν για να παγιδεύσουν τους υπόπτους, πρέπει να έχει αποδείξεις. Ή έστω να έχει αποδείξεις περί του αντιθέτου, οτι δηλαδή οι κατηγορούμενοι “αποκλείεται” να τέλεσαν αυτές τις πράξεις που κατέγραψαν οι κάμερες, οτι είναι οι “λάθος άνθρωποι”. Αλλιώς περιμένει τη δικαιοσύνη να αποφανθεί - και εάν όντως αυτοί είναι που “δυσφήμισαν τον αγώνα”, να τους καταδικάσει και ηθικά. Το να υποστηρίζεται οτι οι κατηγορίες είναι χαλκευμένες, με διαδηλώσεις και με το επιχείρημα οτι “είναι γείτονας, τον ξέρω από μικρό παιδί και δεν θα το έκανε ποτέ” ή οτι “είναι αγωνιστής, άρα εξαιρείται από το κακούργημα”, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από κανένα νομικό πολιτισμό.

Η άρνηση λοιπόν (μερίδας;) της τοπικής κοινωνίας να αποδεχτεί, αντιδρώντας βίαια μάλιστα, τη νομική διαδικασία που θα αποκαλύψει αυτούς που “δυσφημίζουν τον αγώνα”, δείχνει οτι δύο πράγματα είναι πιθανά: Είτε οτι η δημόσια καταδίκη της νυχτερινής επίθεσης ήταν εξαρχής ανειλικρινής και κουτοπόνηρη, για “τα μάτια του κόσμου”, είτε οτι ήταν μεν ειλικρινής, αλλά μόλις έφτασε η ώρα της απόδοσης ευθυνών, ξαφνικά η ανάγκη της “συνέχισης του αγώνα με κάθε μέσο” είναι τόσο ισχυρή και οι νοοτροπίες ενός παθογενούς τρόπου κοινωνικής αντίδρασης τόσο βαθιά ριζωμένες, που το αίτημα για τιμωρία αυτών που “δυσφημίζουν τον αγώνα” πάει περίπατο.

Οι κάτοικοι της Ιερισσού (όπως και αυτοί της Κερατέας) θα μπορούσαν να έχουν όλη (ή σχεδόν όλη) τη δημοκρατική κοινωνία με το μέρος τους. Αν δεν είχαν καταφύγει με κανένα τρόπο στη βία, αν δεν είχαν σηκώσει πέτρες και μολότωφ (ότι βία κι αν είχε ασκήσει η αστυνομία), αν δεν κατέφευγαν σε μια επιχειρηματολογία τόσο “εύπλαστη”, όσο και οι “ανάγκες του αγώνα”. Αν είχαν με όλους τους ειρηνικούς και πειστικούς τρόπους εκθέσει αυτά που θεωρούν οτι αποκαλύπτουν τις “παρανομίες της διαπλοκής” και τη “βία του συστήματος”. Δεν αντιλαμβάνονται όμως οτι δουλεύουν προς την αντίθετη κατεύθυνση ή οτι αποτελούν ιδανικό πεδίο άσκησης πρόσκαιρων μικροκομματικών συμφερόντων.

Το επιχείρημα οτι “όλα αυτά που κάνουμε δεν αρκούν γιατί η επένδυση παραμένει και το σύστημα επιμένει - και άρα πρέπει να καταφύγουμε σε πιο δυναμικές αντιδράσεις” είναι ουδόλως πειστικό. Γιατί με αυτή τη λογική, πρέπει να δικαιώσουμε κάθε αίτημα τοπικής κοινωνίας, με μια ανοχή που ξέρουμε πόσο έχει ταλαιπωρήσει αυτόν τον τόπο. Και θα πρέπει επίσης να αποδεχτούμε οτι δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή μεταξύ της θεμιτής δράσης και της ανεξέλεγκτης βίας. Με αυτή την επιχειρηματολογία, θα μπορούσαμε να πάρουμε όλοι τα καλάσνικοφ “απέναντι στα συμφέροντα”. Μόνο που καμία αστυνομική βία και καμία οικονομική απληστία δεν θα αρκούσε, για να καταργήσουμε αυτοβούλως το νομικό και πολιτικό μας πολιτισμό. Αυτή θα ήταν και η μεγαλύτερη ήττα μας...












Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

H φωτό είναι από το www.newsbomb.gr και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "I 'm Not The Enemy" από την Αμερικανίδα Lina.

buzz it!

4.2.13

Ο εύκολος δρόμος προς τη "ζαρντινιέρα"...

Η περιγραφή της γυναίκας του δημοσιογράφου, στο σπίτι των οποίων έγινε επίθεση, είναι εφιαλτική: “Πήρα το 6χρονο παιδί μας στην αγκαλιά και προσπάθησα να κατέβω τη σκάλα στα τυφλά. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω και δεν έβλεπα από τους καπνούς. Αφού σωθήκαμε, μας έλεγαν οτι δεν το πίστευαν, πώς καταφεραμε και γλυτώσαμε”... Είναι προφανές οτι δεν μιλάμε πια για “συμβολικά γκαζάκια”. Κι οτι δεν υπάρχουν όρια ασφαλείας, όταν αρχίζεις να παίζεις με όπλα και εκρηκτικά.

Καμία όμως κοινωνική ανισότητα ή αδικία στις σύγχρονες δημοκρατίες, όσο ελλειμματικές κι αν είναι, δεν διορθώθηκε ποτέ από κανένα καλάσνικοφ, καμία βόμβα, καμμία πέτρα, κανένα βανδαλισμό, κανέναν εμπρησμό, κανένα φόνο. Το αντίθετο. Και είναι αυτονόητο για οποιονδήποτε δημοκράτη και σκεπτόμενο άνθρωπο οτι πρέπει να καταδικάσει κάθε προσφυγή στη βία, όταν αυτή δεν αφορά αυτοάμυνα, απειλή κατά της εθνικής κυριαρχίας ή αντίσταση σε ολοκληρωτικό καθεστώς. Το εφιαλτικό “παιχνίδι” της τρομοκρατίας ή του ένοπλου αγώνα, είτε υπηρετείται από τα συγκοινωνούντα δοχεία με το κοινό ποινικό δίκαιο, είτε πρόκειται για θερμοκέφαλους γόνους αστικών οικογενειών, συνιστά την πιο απαράδεκτη εγκληματική οπισθοχώρηση και αυτοκαταστροφή μιας κοινωνίας, στην προσπάθεια της να ορθοποδήσει.

Από την εξασφάλιση της δόσης του Δεκεμβρίου όμως, παρακολουθούμε τους θεσμικούς μας φορείς, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αντί να βάζουν τα δυνατά τους για την αντιμετώπιση του πιθανού εκτροχιασμού, να ακολουθούν τον εύκολο δρόμο της στείρας μικροκομματικής αντιπαράθεσης, μεταθέτοντας την ατζέντα στα “χαμηλά ένστικτα” των φανατικών εκατέρωθεν. Οξύνοντας το πεδίο, επιδιώκοντας να αποστομώσουν αντί να συναινέσουν, προκαλώντας τις ευκαιρίες για να “κερδίσουν πόντους”.

Αντί να συζητείται με σοβαρότητα η προσπάθεια να απαλειφθούν οι αγκυλώσεις της μεταπολίτευσης, επιχειρείται να βαθύνει το χάσμα. Αντί να συζητηθεί σοβαρά η διαχείριση των καταλήψεων με επιβολή του δημόσιου συμφέροντος και του νόμου, αλλά με σωφροσύνη, διαλλακτικότητα και αποτελεσματική αξιοποίηση της εγκατελελειμμένης περιουσίας, κερδίζονται “επικοινωνιακοί πόντοι” με αστυνομικές επιχειρήσεις, που στοχεύουν στο μαλακό υπαγάστριο του μικροαστού. Αντί να καταδικάζεται κάθε κουτοπονηριά που συντείνει στην κάλυψη μιας απαράδεκτης “χύμα” ανομίας, αποκαλούνται τα ευρήματα του “πολέμου των διαδηλώσεων”, ως “καθημερινά αντικείμενα”. Αντί να αναδειχθεί η ρηχότητα των δηλώσεων ενός επαρχιακού οπισθοδρομικού βουλευτή, επειχειρείται η αλλοίωση των λεγομένων του με συρραφή, προκαλώντας το αντίθετο αποτέλεσμα, όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις.

Αντί να εξαπολύεται μεθοδικά πόλεμος κατά της διαφθοράς και του μαύρου πολιτικού χρήματος, επιχειρείται να φορτωθεί άρον-άρον η ευθύνη στον αδύναμο κρίκο, χωρίς να δίνεται καμία εξήγηση για το συνολικό πλαίσιο ευθυνών, όχι μόνο για την αλλοίωση μιας λίστας, αλλά πρωτίστως για την μη αξιοποίηση της. Αντί να ακολουθείται μια διαδικασία που τιμά το κοινοβούλιο και τη δημοκρατία, μαγειρεύεται μια ευτελής μικροπολιτική λύση με πολλαπλές κάλπες, με στόχο την προστασία της κυβερνητικής σταθερότητας.

Αντί οι οικονομικοί εισαγγελείς να καλούν τους κατά τεκμήριο πιο σοβαρούς μάρτυρες για να ξεκαθαρίσουν το τοπίο γύρω από τις καταγγελίες για το έλλειμμα, καταφεύγουν σε ανθρώπους που θα μπορούσαν συμμετάσχουν στο πάνελ του Αυτιά, προκαλώντας την έκπληξη και τη θυμηδία όλων των “κουτόφραγκων”, που τόσα χρόνια, μέχρι το 2009, παρακολουθούσαν καχύποπτοι τις τριτοκοσμικές μεθοδεύσεις μας. Αντί να συζητάμε πώς θα προστατευθούν όσο δυνατόν περισσότεροι οικονομικά αδύναμοι, άνεργοι ή μη, εξαντλούμαστε σε σκληρές ανακοινώσεις (συνήθως της νεολαίας) εναντίον οποιασδήποτε προσπάθειας βελτίωσης των αγκυλώσεων και μεταρρυθμίσεων, στο πνεύμα του “τεχνοφασισμού”, λες και οι ακρότητες της μιάς πλευράς δικαιολογούν αυτές της άλλης.

Αντί η αντιπολίτευση να βλέπει με κριτικό μάτι κάθε διεκδίκηση εργαζομένων, σπεύδει να καλύψει κάθε απεργιακή κινητοποίηση, ακόμα και αν αυτή προκαλεί τον κοινό νου, που αναρωτιέται γιατί πρέπει να πληρώνει τις συνδικαλιστικές αγκυλώσεις, ακόμα κι όταν έχει προηγηθεί η “σιωπή των αμνών” για το ρουσφετολογικό όργιο του παρελθόντος. Κι αντί να συζητάμε με νηφαλιότητα γιατί πρέπει ένας εργαζόμενος σε ΔΕΚΟ, ακόμα και υπό δύσκολες εργασιακές συνθήκες, χωρίς ιδιαίτερα προσόντα και αξιολόγηση, να ανταγωνίζεται ή να ξεπερνάει σε αμοιβές τον κορυφαίο γιατρό ή τον καθηγητή με τα διδακτορικά, σκεφτόμαστε ακόμα χωρίς αξιοκρατία, την ώρα που χιλιάδες έχουν υποστεί μείωση των αμοιβών τους κατά 100% και είναι άνεργοι.

Αντί να συζητάμε το σχέδιο που θα μας βγάλει από την κρίση, παρακολουθούμε μια μάχη χαρακωμάτων, γύρω από προβλήματα που έχουν επιλύσει εδώ και δεκατίες οι δυτικές δημοκρατίες. Αντί να καταδιώκονται οι ένοπλοι νοσταλγοί της χούντας και του ναζισμού, που ρίχνουν μπαλωθιές, συλλαμβάνεται με νωθρότητα ένας μόνο, λόγω φασιστικής όσμωσης με τις διωκτικές αρχές, ενώ με την ίδια άτυπη “ασυλία” αντιμετωπίζεται οποιοσδήποτε ακροδεξιός μαχαιροβγάλτης, εκτός αν βέβαια είναι αδύνατο να αποφύγουμε τη σύλληψη του. Αντί να διώκεται και να καθαιρείται ο δημόσιος υπάλληλος-μητροπολίτης που εγκωμιάζει χουντικούς εγκληματίες, τον παρακολουθούμε να συνεχίζει ανενόχλητος το κήρυγμα της μισαλλοδοξίας.

Αντί να συζητάμε σοβαρά πώς θα λύσουμε το ζήτημα των χιλιάδων παιδιών μεταναστών που έχουν γεννηθεί εδώ και δεν έχουν χαρτιά, προαπσθούμε με κάθε τρόπο να “κλαδέψουμε” το νόμο Ραγκούση, που επιτέλους τακτοποιούσε το ζήτημα, με ανοικτό πνεύμα. Και αντί να αδράξουμε την ευκαιρία να συμβαδίσουμε με τις άλλες πολιτισμένες χώρες, κλείνουμε το μάτι στα ακροδεξιά ένστικτα που συνδέουν κουτοπόνηρα το ζήτημα της ιθαγένειας με τους παράνομους μετανάστες.

Αντί να πέσουμε με τα μούτρα να βελτιώσουμε τις συνθήκες κράτησης σε αυτή τη χώρα, δεδομένου και του προβλήματος της παράνομης μετανάστευσης, παραμένουμε απαθείς μπροστά στην αθώωση(!) μεταναστών που απέδρασαν από το κρατητήριο, καθώς το δικαστήριο αναγνώρισε οτι η ανάγκη τιμωρίας της παρανομίας τους “υποχωρεί” μπροστά στις άθλιες συνθήκες, που έθεταν σε κίνδυνο την ίδια τους τη ζωή. Και ουδείς έχει παραιτηθεί, μέχρι τώρα, όπως θα συνέβαινε σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα.

Αντί να αδράξουμε την ευκαιρία να αρχίσουμε επιτέλους ένα σοβαρό διάλογο για το φλέγον ζήτημα της επιβάρυνσης που προκαλεί η “επικρατούσα θρησκεία” στο δημόσιο συμφέρον, έστω και με μια άτεχνα διατυπωμένη πρόταση ενδεχομένως από όχι τόσο σοβαρά χείλη, εξαντλούμαστε σε κουτοπονηριές περί δήθεν δικαιωμάτων (δυστυχώς και από το ΠΑΣΟΚ), που καμία σχέση δεν έχουν με το ζητούμενο. Κι από την άλλη, καταπνίγουμε τη συζήτηση, με το φόβο του μικροπολιτικού κόστους, γιατί δεν έχουμε το θάρρος να είμαστε ένα πραγματικά αριστερό κόμμα που απευθύνεται στον προοδευτικό πολίτη - και όχι στα μικροαστικά ένστικτα του λαϊκισμού (και μετά ισχυριζόμαστε οτι για τα δεινά της χώρας δεν ευθύνεται η ίδια η κοινωνία της).

Όμως, πρέπει πια να σταματήσει το επικοινωνιακό παιχνίδι και η υποστήριξη σε αυτούς που παίζουν (και κυρίως αυτούς που προκαλούν) το παιχνίδι του διχασμού και της πόλωσης. Και αυτή η χώρα δεν μπορεί και δεν πρέπει να συνεχίσει σε αυτό το γαϊτανάκι της αποφυγής των προβλημάτων και του συμψηφισμού του στο δημόσιο διάλογο, προς χάριν της βαλκάνιας ιδιοσυγκρασίας μας. Υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες προοδευτικοί πολίτες που αρνούνται να εγκλωβιστούν στην επιλογή ενός φανατικού διπόλου ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ, που όταν κλείνουν το μάτι στα άκρα δίπλα τους, προς άγραν ψηφοφόρων, στην ουσία αποτελούν τις δυό πλευρές του ίδιου νομίσματος. Και η προσπάθεια να συρθούμε όλοι στην ατζέντα της όξυνσης, πρέπει να πέσει στο κενό.

Τελευταίο αποκαρδιωτικό παράδειγμα, για να επιστρέψουμε στην αρχή της συζήτησης μας και να τραβήξουμε μερικές διαχωριστικές γραμμές, πέρα από τις οποίες δεν υπάρχει ανοχή: Δεν χρειάζεται να υποχωρήσει ούτε σπιθαμή κανείς από τον αποτροπιασμό του για την τρομοκρατία, για να καταδικάσει με τον χειρότερο τρόπο την τριτοκοσμική εικόνα άγριου ξυλοδαρμού κρατουμένων, οι φωτογραφίες των οποίων παραποιήθηκαν άτεχνα με photoshop - και δόθηκαν στη δημοσιότητα, συνοδευόμενες από μια ανακοίνωση που παραπέμπει σε μια νέα “ζαρντινιέρα”, δηλαδή το απαύγασμα της κουτοπόνηρης δικαιολόγησης και προπαγάνδας σε περίοδο δημοκρατίας. Τα εγκλήματα στο πολίτευμα μας τιμωρούνται μετά από δίκη - και όχι με συμψηφισμούς επαρχιακού ή “αντιτρομοκρατικού” συμπλεγματικού ξυλοδαρμού. Κι όποιοι δεν μπορούν να ανακρίνουν χωρίς να βασανίζουν και να παραβιάζουν στοιχειώδεις αρχές και δικαιώματα, να πάνε σπίτι τους, δίνοντας τη θέση τους σε κάποιους πραγματικούς επαγγελματίες.

Όπως ούτε ο αφελέστερος πιστεύει οτι η ζαρντινιέρα σηκώθηκε και χτύπησε μόνη της τον Κύπριο φοιτητή (οι “καταστροφείς” του οποίου έπεσαν “στα μαλακά”, αντί να υποστούν τις αυστηρότερες προβλεπόμενες ποινές), έτσι και ουδείς σκεπτόμενος αποδέχεται οτι αυτά είναι αποτελέσματα της συμπλοκής, κατά την καταδίωξη. Οι εικόνες αυτές, ανεξήγητο (ή θρασύτατο) “αυτογκόλ” της αστυνομίας αποτελούν άλλο ένα ντροπιαστικό επεισόδιο για ένα κράτος που θέλει να λέγεται ευρωπαϊκό και δείχνει οτι δεν έχουμε διδαχθεί τίποτα από τη διαπόμπευση των ιερόδουλων. Εκτός αν ο εισαγγελέας παρήγγειλε τη δημοσίευση τους επίτηδες, για να εκθέσει την αστυνομία.


Update: Δικαστική παραγγελία για τις καταγγελίες

Update 2: Από το Δελτίο Τύπου της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

Με τη σημερινή ανάρτηση των ρετουσαρισμένων φωτογραφιών των τεσσάρων νεαρών κατηγορουμένων, η Ελληνική Αστυνομία δεν δημοσιοποιεί μόνο τα πρόσωπά τους. Ταυτόχρονα, διακηρύσσει περήφανα ότι οι άνθρωποι αυτοί, οι οποίοι φέρουν εμφανέστατα σημάδια κακοποίησης, βασανίστηκαν ενώ βρίσκονταν στα χέρια της. Αυτήν την κυνική ομολογία την αντιλαμβάνεται όλη η κοινωνία εκτός από την ελληνική δικαιοσύνη και βεβαίως την ηγεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, το οποίο ήδη αποφάνθηκε ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος ούτε καν διερεύνησης του ζητήματος.

Από την πλευρά μας επισημαίνουμε ότι: η δημοσίευση φωτογραφιών προσώπων τα οποία έχουν ήδη συλληφθεί και είναι στη διάθεση των Αρχών υπερβαίνει την αρχή της αναλογικότητας και προσβάλλει το τεκμήριο της αθωότητας και την προσωπικότητα του υποδίκου, στιγματίζοντάς τον ως εγκληματία ήδη από την προδικασία. Είναι άλλωστε παγιωμένη πρακτική στη χώρα μας εδώ και δεκαετίες η δυνατότητα της αστυνομίας να καλεί στα αστυνομικά τμήματα παθόντες για αναγνώριση υπόπτων είτε από φωτογραφία είτε και με επίδειξη των ιδίων οποτεδήποτε, και δεν χρειάζεται να γίνεται αυτό με πανελλήνια διαπόμπευση του προσώπου. Σε κάθε πάντως περίπτωση, διαπιστώνεται μία ιδιαίτερη επιλεκτικότητα στην εφαρμογή αυτού του μέτρου, από το οποίο εξαιρέθηκε τόσο ο κατηγορούμενος για το βιασμό και την ειδεχθή ανθρωποκτονία της νέας γυναίκας στην Ξάνθη όσο και οι δύο ακροδεξιοί δράστες της δολοφονίας Πακιστανού υπηκόου πριν από λίγες μέρες. Η επιλεκτικότητα αυτή δυστυχώς προδίδει ότι ο σκοπός αυτής της δημοσιοποίησης φαίνεται να είναι άλλος από αυτόν του νόμου που την προβλέπει.

Σε κάθε πάντως περίπτωση, η συστηματική έκνομη βία της αστυνομίας και η σύστοιχη απόλυτη ατιμωρησία των οργάνων της θέτει όχι απλώς πολιτειακό ζήτημα, αλλά υπό αμφισβήτηση και την προσήλωση της χώρας σε έναν ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Υπενθυμίζουμε άλλωστε ότι η ακινησία των αρχών, η συγκάλυψη και η ατιμωρησία αστυνομικών οργάνων για υποθέσεις βασανισμών και αδικαιολόγητης χρήσης βίας έχουν πολλάκις οδηγήσει σε καταδίκες της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εκθέτοντας και υποχρεώνοντας τη χώρα να καταβάλει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ σε αποζημιώσεις θυμάτων. Ενόψει της πρωτοφανούς απάθειας των αρχών να πράξουν το στοιχειώδες, δηλαδή να διερευνήσουν, η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου καλεί τον Υπουργό Δικαιοσύνης να παραγγείλει άμεσα τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και δηλώνει ότι θα υποβάλει σχετική μηνυτήρια αναφορά και προς τον κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η ασφάλεια δεν είναι ένας αφηρημένος στόχος που σχετίζεται με τη δημόσια τάξη, είναι δικαίωμα όλων μας και αξιώνει το αυτονόητο, τη νόμιμη δράση των αρχών. Δεν μπορεί να επιτυγχάνεται με αυθαιρεσία, βία και αυταρχισμό.

Το ΔΣ της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

Update 3: Υπάρχει μια πτυχή της αντιμετώπισης, μια ρητορική, με την οποία δεν συμφωνώ: Το οτι τα "παιδιά, που τα οδήγησε εκεί η κοινωνία, κλπ". Βεβαίως υπάρχει πάντα το ελαφρυντικό του νεαρού της ηλικίας, σε όλα τα αδικήματα, αλλά τα "παιδιά" είναι ενήλικες, που όπως έχουν δικαίωμα να ψηφίσουν, έτσι φέρουν και την ευθύνη των πράξεων τους. Άπαξ και πιάσεις τα εκρηκτικά ή το καλάσνικοφ, δεν υπαρχει καμία δικαιολογία. Και η βία της τρομοκρατίας πρέπει να απαντάται από τη δημοκρατία, όπως πρέπει, με την αυστηρή εφαρμογή των νόμων από τη δικαιοσύνη και με πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων, χωρίς ξυλοδαρμούς και κουτοπονηριές, που ηρωοποιούν την τρομοκρατία. Η αστυνομία "κλώτσησε" την επιτυχία της να τους συλλάβει γρήγορα, με τον αδικαιολόγητο ξυλοδαρμό.

















Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice.

H φωτό είναι από το www.tumblr.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το εξαιρετικό "Freedom" από τους Elayna Boynton & Anthony Hamilton και από το soundtrack της ταινίας "Django Unchained".

buzz it!

13.2.12

Στο καλό...

Να πάνε λοιπόν στο καλό. Πρώτοι από όλους, οι λαθρεπιβάτες της δημοκρατίας, αυτοί που θέλησαν να συμμετάσχουν με ακροδεξιό φανφαρονισμό στην κυβέρνηση και να απλώσουν το πάπλωμα τους πολύ πέρα από το διαμέτρημα τους, εκπροσωπώντας με τον πιο παραστατικό τρόπο τη χειρότερη πλευρά του Έλληνα. Όχι μόνο δεν θα λείψουν σε κανέναν, αλλά θα απαλλάξουν την εκτελεστική εξουσία από την παρασιτική και υποκριτική παρουσία τους, παγιδευμένοι μεταξύ της κομπορημοσύνης (“έβαλε η μυλωνού τον άντρα της με τους πραματευτάδες”) και του αντιμνημονιακού λαϊκισμού τους. Οι δημοσκοπήσεις ανάγκασαν τον κουτοπόνηρο αρχηγό τους να εγκαταλείψει ατάκτως την υπερφίαλη συμμετοχή στο παιχνίδι των “υπεύθυνων αρχηγών”, που μόνο τη ΝΔ εξυπηρετούσε, ώστε να μοιράζεται τη φθορά απέναντι στους ψηφοφόρους της λαϊκής δεξιάς πολυκατοικίας.


Στη συνέχεια, όλοι αυτοί οι λαϊκιστές πολιτικοί του βαθέoς (και μη) ΠΑΣΟΚ, που επί δύο χρόνια έπαιξαν συστηματικά “κατενάτσιο”, σε υπουργικές θέσεις, κάνοντας το παν για να μην υλοποιηθούν οι διαρθρωτικές αλλαγές, που ήταν απαραίτητες ώστε τα βάρη να είναι μικρότερα στους ασθενέστερους, όλοι αυτοί που “δεν διάβασαν το μνημόνιο” και ανερυθρίαστα το ομολόγησαν, όλοι αυτοί που επέμειναν στον πελατειακό τους επαρχιωτισμό, που παρίσταναν οτι δεν καταλαβαίνουν. Όλοι αυτοί που όψιμα προσπαθούν δήθεν να αντιληφθούν και να προάγουν τη θέση της Ελλάδας στον παγκόσμιο χώρο, αλλά εξακολουθούν και συμπεριφέρονται σαν Μαυρογιαλούροι, ακόμα κι αν παριστάνουν οτι είναι υπεύθυνοι. Κι ούτε τα στοιχειώδη δεν μπορούν να επιτελέσουν - πόσο μάλλον να ηγηθούν του ΠΑΣΟΚ, οδηγώντας το σε (οριακά) διψήφια εκλογικά αποτελέσματα...

Ύστερα, όλα αυτά τα πολιτικά στελέχη που αποδεικνύονται καθημερινά κατώτερα των περιστάσεων. Από τους αρχηγούς αριστεράς και δεξιάς, που είτε κάνουν αμίμητες κωλοτούμπες, είτε με το μυαλό στις δημοσκοπήσεις (και πολλές φορές με αδιανόητη ανευθυνότητα) προτείνουν το βερμπαλισμό της “δήθεν σκληρότερης διαπραγμάτευσης”, είτε επιλέγουν το δρόμο της χρεοκοπίας. Ο διαγκωνισμός Σαμαρά και Καρατζαφέρη, την προηγούμενη εβδομάδα, για το “ποιός προέταξε τα στήθια του καλύτερα” για τη σωτηρία του 13ου μισθού ή της χώρας συνολικά, ήταν τραγελαφικός. Και τα όσα λέει το στόμα των στελεχών της παραδοσιακής αριστεράς τις τελευταίες ημέρες εμπίπτει στο χώρο της δεινοσαυρικής φαιδρότητας, που μόνο σε μια χώρα με τόσο υψηλό ποσοστό σταλινικής και ημι-σταλινικής αριστεράς μπορεί να απαντηθεί.

Και όσο για τους βουλευτές, που συστηματικά επί χρόνια υποβαθμίζουν το πολιτικό επίπεδο της Ελλάδας και αρνήθηκαν ή δυσκολεύτηκαν να “σηκώσουν το βάρος της ευθύνης” (λες και τους βουλευτές τους θέλουμε για να κάνουν ευχάριστες βόλτες στα κανάλια) - στο καλό και αυτοί. Στο καλό όσοι δεν μπόρεσαν ούτε καν το ωράριο των φαρμακείων να απελευθερώσουν, υποκύπτοντας σε συντεχνιακά αιτήματα, ακόμα και στο πάρα πέντε της οικονομικής καταστροφής της χώρας. Από την κυρία Βάσω Παπανδρέου ως τον πιο άγνωστο βουλευτή της βόρειας Ελλάδας, από τους ανεπαρκείς διαφόρων τάσεων και ως αυτούς που δεν είχαν το θάρρος να παραιτηθούν από τη βουλευτική τους έδρα, ώστε να υπηρετήσουν τη συνείδηση τους - κι από τους απίστευτους στενούς συνεργάτες του Αντώνη Σαμαρά ως τους πιο φαιδρούς εκπροσώπους του λαϊκισμού, που παγιδεύτηκαν στην αντιμνημονιακή υστερία, μέσα στην οποία τους γαλούχησε ο αρχηγός τους. Για να μη μιλήσουμε για την υποκρισία "λαμέ" βουλευτών, που δήλωναν 10 χιλιάδες ευρώ ετήσιο εισόδημα από τη δικηγορία - και τώρα αντιτάχθηκαν στο μνημόνιο.

Στο καλό και τα σύμβολα της αριστεράς και του αντιφασιστικού αγώνα, που επιλέγουν (παρά την υποτιθέμενη σοφία της προχωρημένης ηλικίας), να εξακολουθούν να μπερδεύουν (μιλώντας "ελαφρά τη καρδία" για "προδοσία") την αντίσταση προς κατακτητές, χουντικούς και ναζί, με την “αντίσταση” προς τους δανειστές, τους οποίους εμείς οι ίδιοι παρακαλούμε να μας προσφέρουν την απαραίτητη ρευστότητα, ώστε να πληρώσουμε μισθούς, συντάξεις και ομόλογα που λήγουν...

Στο καλό και όσοι δικαστικοί χειροκροτούν κραυγές και συνθήματα της οπισθοδρόμησης, αντιδρούν στην κριτική (και αυτοκριτική) για την καθυστέρηση της απονομής δικαιοσύνης, ενώ στις καταγγελίες μιας μάλλον φαιδρής προσωπικότητας για παραποίηση του ελλείμματος από την ΕΛΣΤΑΤ, αντί να καταφύγουν σε σοβαρούς μάρτυρες, στηρίζονται στις μαρτυρίες “του πάνελ του Αυτιά”, όπως έγραψε κάποιος εύστοχα στο twitter.

Στο καλό και αυτοί που ρεζιλεύουν το (απαξιωμένο, εννοείται) επάγγελμα του δημοσιογράφου, κάνοντας τις απίστευτες “κωλοτούμπες”, όταν διαπιστώνουν οτι πρέπει, για λόγους θεαματικότητας του δελτίου, να γίνουν ξαφνικά “αντιμνημονιακοί” - κι επειδή δεν μπορούν να δικαιολογηθούν αλλιώς, καταφεύγουν στον κουτοπόνηρο επαρχιωτισμό της απαξίωσης των εκπροσώπων της τρόϊκας, που “προφανώς δεν είναι τόσο έξυπνοι όσο εμείς οι ξερόλες”. Κι ας πάνε στο καλό και τα μίντια που δεν διστάζουν - ανερυθρίαστα - να αποχαιρετούν από τη ζωή ως “ευπατρίδη”, έναν πολιτικό που καταδικάστηκε τελεσίδικα, σε δεύτερο βαθμό...

Στον αστερισμό της βίας (αστυνομικής και μη), του βανδαλισμού στο πολύπαθο ιστορικό κέντρο της Αθήνας και των πρωτοφανών διαγραφών στη Βουλή (όπως και του αναμενόμενου ανασχηματισμού), οι Έλληνες καλούνται να κατανοήσουν προς τα πού βαδίζουν. Το διατύπωσε πολύ ωραία, τις προάλλες, ο Παύλος Τσίμας, μιλώντας για τους Έλληνες και τους Ευρωπαίους: “Εμείς αγανακτούμε κι αυτοί αγανακτούν που αγανακτούμε. Κι έτσι μεγαλώνει ο φαύλος κύκλος, με τους μεν να μην κατανοούν τους δε”. Μόνο που δεν πρέπει να ξεχνάμε οτι πάντα οι άλλοι, οι πολλοί είναι το όλον και το μέτρο.

To να χάνεται η ελληνική κοινωνία στη διελκυστίνδα μεταξύ “μνημονιακού-αντιμνημονιακού” είναι ατελέσφορο: Όσο ανεύθυνο είναι να ψηφίζεις το μνημόνιο, χωρίς να το διαπραγματεύεσαι σοβαρά (πόσο μάλλον να μη το έχεις διαβάσει), άλλο τόσο είναι να μην προτείνεις κανένα τρόπο διάσωσης από τη χρεοκοπία και να απορρίπτεις το δανεισμό, όταν δεν έχεις φράγκο.

Κι όσο ανεύθυνο είναι να μην αναγνωρίζεις το συστημικό πρόβλημα της ευρωζώνης, άλλο τόσο είναι να μην αναγνωρίζεις τις παθογένειες αυτού του δημόσιου βίου (που κοροϊδεύει συστηματικά τους "κουτόφραγκους", μην έχοντας την παραμικρή πρόθεση να τιμήσει ότι υπόσχεται και υπογράφει) και τις ρίζες τους στην κοινωνία. Ας είναι το σοκ αυτής της κρίσης - και της προσέγγισης στο χείλος του γκρεμού - η ευκαιρία για να “σαρωθεί” το πολιτικό/δικαστικό/μιντιακό σύστημα εκ βάθρων. Και να δώσει τη θέση του σε κάτι καινούργιο, σε πιο υγιείς βάσεις...



Update: Επιστρέφω μόλις από μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας. Η μυρωδιά από τα χημικά και τα καμμένα, οι θλιβερές εικόνες από το πλιάτσικο, τα κατεστραμμένα νεοκλασσικά. Το κατάστημα "Γερμανός" που θα μου έφερνε σήμερα ένα μηχανάκι για το ίντερνετ, άδειο, παραβιασμένο, λείπουν τα πάντα. Το μπακάλικο, καμμένο, "τα τυριά έγιναν καπνιστά", μου λέει με πίκρα ο ιδιοκτήτης. Το "καταραμένο" τετράγωνο της Marfin καμμένο ολοσχερώς, με το "Αττικόν" και το "Απόλλων" στα αποκαίδια. Καφρίλα και πλιάτσικο, του κοινού ποινικού δικαίου- κι από την άλλη τα συνεργεία του Δήμου να δουλεύουν πυρετωδώς. Κόσμος συγκεντρωμένος, σαστισμένος, οι τηλεοπτικές κάμερες φτάνουν για να καταγράψουν την επόμενη μέρα. Ένας πειραγμένος φωνάζει επαναληπτικά "οι Έλληνες δεν κάνουν τέτοια πράγματα". Τίποτε δεν δικαιολογεί αυτό το συνεχιζόμενο έγκλημα κατά της καρδιάς της πόλης - κι όποιος με οποιονδήποτε τρόπο το ανέχεται ή το υποθάλπει, έχει τεράστια ευθύνη.











Η φωτό είναι από το www.in.gr και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "I Will Always Love You" της Whitney Houston, μιας ανεπανάληπτης φωνής, που σπαταλήθηκε όχι μόνο στις ουσίες, αλλά σε συνήθως γλυκερά τραγουδάκια, κατώτερα των δυνατοτήτων της...

buzz it!

10.1.12

Η Ελλάδα της "μερσεντέ"...

Όχι, δεν θέλω να αφιερώσω το πρώτο post της χρονιάς (που άπτεται της πολιτικής), σε αυτόν τον ανεκδιήγητο, που κατάφερε να δημιουργήσει θέμα, σε μια καταφανή επίδειξη νεοελληνικού θράσους και τσαμπουκά της (πρώην) εξουσίας. Όχι, δεν θέλω να συζητήσω για αυτόν τον τύπο, που με όχημα τη “μερσεντέ” του (κατεξοχήν επιλογή των κακών και απίστευτα αντικοινωνικών, βλαχομπαρόκ πολιτικών και γενικώς οδηγών, που θέλουν να επιδείξουν τον όγκο και την “ισχύ” της κοινωνικής τους ανόδου, με ένα αυτοκίνητο κατά κανόνα κακής οδικής συμπεριφοράς και χαμηλής ιπποδύναμης για το βάρος του, στα χαμηλά κυβικά που είναι προσιτά σε τιμή, αλλά υπερβάλλοντος σε εντυπωσιασμό προς τους αδαείς “ιθαγενείς” - καμία σχέση με το στυλ και την κομψότητα παλαιότερων μοντέλων), κατάφερε να εμπλακεί σε ένα επεισόδιο ανεπίτρεπτο για πρόσωπο που υπήρξε δημόσιο - ακόμα κι αν υπήρξε θύμα αυταρχικής συμπεριφοράς αστυνομικών, κάτι για το οποίο οποιοσδήποτε καλοπροαίρετος παρατηρητής αμφιβάλλει, στη συγκεκριμένη περίπτωση.


Όχι, δεν θέλω καν να παρακολουθήσω το παραλήρημα κουτοπονηριάς και την πλήρη έλλειψη στοιχειώδους αισθητικής και σεμνότητας που εξελίχθηκε σε προσωπική επίθεση κατά του αρμόδιου υπουργού (όποιος και αν είναι αυτός), γιατί ο τελευταίος δεν σεβάστηκε τον “υποτιθέμενο μέντορα” του, ο οποίος είχε κάνει την μέγιστη προσφορά, να τον γνωρίσει στον Ανδρέα Παπανδρέου! Όχι δεν αντέχω να παρακολουθήσω αυτή την άθλια ιστορία, που αρχίζει με ένα αδιάσειστο στοιχείο (για όσους αμφισβητούν τους μη αυτόπτες), οτι δηλαδή ο συγκεκριμένος οδηγός παραβίασε κόκκινα φανάρια (το παραδέχεται και ο ίδιος) - και δεν είχε νόμιμη εν ισχύ άδεια οδήγησης, αφού αυτή είχε λήξει, μετά τα 65 έτη του κατόχου του, χωρίς να ανανεωθεί.

Όχι, δεν μπορώ να ανεχθώ κανένα επιχείρημα για “ελαστικότητα” (πόσο μάλλον για “ιδιαίτερη μεταχείριση”) ενός ανθρώπου, που επικαλείται (δήθεν) το παιδί του και που κατάφερε με το “ξέρεις ποιός είμαι εγώ”, με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς (όπως καταγγέλεται) και με πράξη επικίνδυνου ελληναράδικου τσαμπουκά και παραβίασης οποιουδήποτε κανόνα ασφαλείας (αν είχε νεύρα, η απάντηση είναι “ξύδι”), να τραυματίσει ελαφρά αστυνομικό - κάτι που σε οποιαδήποτε άλλη δυτική χώρα θα τον είχε οδηγήσει, χωρίς δεύτερη συζήτηση, στο κρατητήριο για επίθεση κατά αστυνομικού και σε καμία περίπτωση δεν θα του είχε επιτρέψει να πάει σπίτι του, το ίδιο βράδυ.

Και όχι, δεν θέλω πια να απασχολεί το δημόσιο βίο ένας (στα όρια του γραφικού) μπουρδολογών “τηλεοπτικός” πολιτικός, που μιλάει στο τρίτο πρόσωπο για τα “ωραία του μάτια”, του οποίου το εξαιρετικά αυτάρεσκο βιογραφικό περιστρέφεται γύρω από τη “γνωριμία του με τον Ανδρέα Παπανδρέου” - και ο οποίος είχε (επαναληπτικά ως υπουργός) λόγο για τις τύχες αυτής της χώρας, με μόνο εφόδιο οτι “αγωνίστηκε στο φοιτητικό κίνημα” (αυτό δεν σημαίνει οτι δεν σέβομαι αυτούς που διώχθηκαν για τις απόψεις τους και τη δράση τους και ίσως υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τις σπουδές τους, αλλά γίνομαι πολύ επιφυλακτικός για όσους το εξαργύρωσαν πολιτικά και αποθρασύνθηκαν στη συνέχεια), χωρίς να αναφέρει κανένα επάγγελμα στη ζωή του, εκτός από αυτό του πολιτικού.

Θέλω να απευθυνθώ σε αυτούς που κάποτε τον ψήφισαν - πιθανότατα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν; Σε αυτούς που ανέχθηκαν να του δώσουν υπεύθυνη θέση, υπό την πίεση των σταυρών που είχε εξασφαλίσει, με τη δημαγωγία του και τον λαϊκισμό του - συστατικά που ενδημούν στην (ποσοστιαία τεράστια) βαθυπασοκική πραγματικότητα (και πολλών άλλων κομμάτων επίσης), παρέα με έναν ανείπωτο τραμπουκισμό, που σε όλες του τις εκφάνσεις, είτε του προσβλητικού για τη νοημοσύνη μας πολιτικού, είτε του άξεστου συνδικαλιστή της βαρβατίλας, είτε του παράγοντα “αγαπούλα, πούλα” και του βαλκάνιου παραπολιτικού λαμόγιου, που συχνάζουν στις μπουζουκλερί, μας ταλαιπωρεί ακόμα.

Και κυρίως, σε αυτούς στα μικρά και μεγάλα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, που τον κατέστησαν προνομιακό συνομιλητή, που του έδωσαν απίστευτα δυσανάλογο χρονικά βήμα, που του έσφιξαν το χέρι με ειλικρινή συμπάθεια για τη γραφικότητα του, που ανέχθηκαν τη ναρκισσιστική τιποτολογία του - και για να επιστρέψω σε όλους εμάς, στην κοινωνία: Πάνω από όλα, σε αυτούς που κάθονταν και τον “χάζευαν” στις τακτικές του εμφανίσεις, δίνοντας του αξεπέραστα νούμερα τηλεθέασης και οπλίζοντας τους διάφορους διευθυντές, αρχισυντάκτες και εκπομπάρχες με το επιχείρημα “μα δεν βλέπεις, αυτούς θέλει ο κόσμος”. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι ζημιά έχετε κάνει. Ή μάλλον μπορείτε μια χαρά να φανταστείτε. Τη βλέπετε μπροστά σας - και την αποδίδετε στους “ξένους”.

Και αν αυτή η Ελλάδα δεν φύγει, δεν αποτελέσει περιθώριο, η ζημιά θα παραμείνει...



Update 1: Ο Σταύρος Θεοδωράκης στο protagon.gr, δίνει μερικές εύστοχες διευκρινίσεις:

Το μυστικό πάντως βρίσκεται στην ηλικία των «συνωμοτών» μπάτσων. Πληροφορούμαι ότι και οι τέσσερις άνδρες της ομάδας Δίας έχουν γεννηθεί στα τέλη της δεκαετίας του 80. Δεν γνωρίζουν δηλαδή κανένα Κίμωνα και κανένα Ανδρέα (οι πενηντάρηδες προϊστάμενοι τους, που τους γνωρίζουν, προσπάθησαν να κουκουλώσουν την υπόθεση). Και τώρα που το σκέφτομαι αυτή μπορεί να είναι και η ελπίδα μας. Οι 20αρηδες όπου κι αν βρίσκονται. Αυτοί που δεν θα σεβαστούν κανένα από τα ιερά και τα όσια της (χρεωκοπημένης) χώρας. Και πού ξέρετε; υπάρχει η πιθανότητα να μην έχουν μπολιαστεί με τα ελαττώματα της φυλής. Δεν είναι μεγάλη η πιθανότητα, αλλά υπάρχει.

ΥΓ: Πώς θα αντιδρούσε η αστυνομία αν στην θέση του Κουλούρη ήταν ένας άλλος πολίτης; Ξέρω ότι θα τεθεί από τους σχολιαστές, οπότε σπεύδω να το απαντήσω: «Θα πήγαινε μέσα τσουβαλιαστός». Αυτή ήταν και η απάντηση που μου έδωσε ανώτερος δικαστικός. Και μου είπε να πω στον Χρήστο Παπουτσή ότι ψεύδεται λέγοντας ότι «έγινε ό,τι γίνεται πάντα». Η παραβίαση του κόκκινου είναι όντως πταίσμα, η αντίσταση κατά της αρχής όμως, δεν είναι. Όπως δεν είναι και οι επικίνδυνες σωματικές βλάβες. Ο νόμος προβλέπει για τα δύο αυτά αδικήματα σύλληψη και αυτόφωρο.

Update 2: Νέα επίθεση Κουλούρη κατά Παπουτσή.












Η φωτό της (εξαιρετικά φινετσάτης, σε αντιδιαστολή) Mercedes 190 του 1962 είναι από το www.ritzsite.nl και το εξώφυλλο από το www.io2n.blogspot.com

To post συνοδεύεται από το "Reality And Fantasy" του Ιταλού Raphael Gualazzi.

buzz it!

ShareThis