22.8.12

H ΕΡΤ, η ανεξαρτησία και η αξιολόγηση...

Σε όλα τα τηλεοπτικά στούντιο του κόσμου, κάποιος φροντίζει να πηγαίνει νερό στον (καλωδιωμένο και ακίνητο) παρουσιαστή, που εύκολα νοιώθει το στόμα του να στεγνώνει ή κινδυνεύει να πνιγεί. Στην ΕΡΤ, πολλές φορές το κάνει ο κλητήρας, από την καλή του διάθεση. Μπορεί να το κάνει και κάποιος από το (πρόθυμο στις περισσότερες περιπτώσεις) προσωπικό του πλατώ - χειριστές κάμερας, floor manager, φωτιστές κλπ. ή ακόμα και ο αρχισυντάκτης.

Αν όμως ο παρουσιαστής αμελήσει, μέσα στην ένταση του, να φέρει μαζί του ένα πλαστικό μπουκαλάκι (τα γυάλινα ποτήρια είναι μόνο για τους καλεσμένους) και αποφύγει να τρέξει τελευταία στιγμή, λαχανιασμένος (το χειρότερο πριν το δελτίο) στο μπαρ, τότε μπορεί και να βρεθεί χωρίς νερό. Ψάχνοντας ποιού ακριβώς δουλειά είναι να φέρει ένα ποτήρι νερό, μπορεί να πέσεις σε ένα ελληνικό
“Catch 22”: “Μήπως είναι υπεύθυνος ο floor manager”; Όχι. “Μήπως είναι ο διευθυντής παραγωγής;” Όχι. “Ε, τότε ποιός είναι, βρε παιδιά;” “Ο φροντιστής στούντιο”. “Και πού είναι αυτός;” “Δεν υπάρχει. Δεν έχει πληρωθεί ποτέ αυτή η ειδικότητα”....

Έτσι, λοιπόν, με την αναλυτική (και συνδικαλιστική) περιγραφή αρμοδιοτήτων, ένα απλό ζήτημα που θα είχε λυθεί σε οποιοδήποτε άλλο μαγαζί, σε μια δημόσια τηλεόραση των νοτίων Βαλκανίων ανάγεται σε σοβαρό πρόβλημα χωρίς άλλη λύση, παρά μόνο με το φιλότιμο και τον “πατριωτισμό των Ελλήνων” - ενδεικτικό των στρεβλώσεων που επιφέρει η δημοσιοϋπαλληλική νοοοτροπία, η οποία αναπτύχθηκε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, τα χρόνια της (βαθιάς) μεταπολιτευτικής φούσκας.

Έχω γράψει κι άλλες φορές για διάφορα ευτράπελα και στρεβλά, που πηγάζουν από το τοπίο που διαμορφώθηκε σε έναν ραδιοτηλεοπτικό φορέα, που ως ΑΕ με μοναδικό μέτοχο το ελληνικό δημόσιο, θα έπρεπε να είναι απολύτως ανεξάρτητη στη λειτουργία της - κι όχι μια (ακόμα) ΔΕΚΟ. Αντιθέτως, για λόγους πολιτικής χειραγώγησης, πελατειακού κράτους και συνδικαλιστικής αμετροέπειας, η ΕΡΤ έχει συσσωρεύσει πολλές από τις παθογένειες, που χαρακτηρίζουν την οργανωμένη κοινωνία μας: Δημοσιογράφοι, τεχνικοί και διοικητικοί υπάλληλοι εμπίπτουν συλλήβδην στον “δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα”, με όλους τους ασύμβατους για το επάγγελμα περιορισμούς, που απορρέουν από “οργανικές θέσεις” και “κανονισμούς”, την ώρα που οποιοσδήποτε μπορεί ακόμα και τώρα να προσλαμβάνεται και να πληρώνεται ανεξέλεγκτα, μέσω της ανάθεσης μιας εξωτερικής παραγωγής, με την ιδιωτική εταιρεία να τον αμείβει, όπως αναπόφευκτα επιτάσσει η φύση του επαγγέλματος.

Οι πολιτικές ηγεσίες και οι διοικήσεις “φουσκώνουν” κατά καιρούς το προσωπικό και τις αμοιβές, προσαρμόζοντας αντίστοιχα και τις φιλοδοξίες τους για επιπλέον κανάλια και παραγωγές, που αναδεικνύουν το έργο ή ενισχύουν και το πορτοφόλι κάποιων. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες αρνούνται λυσσαλέα την πολλαπλή αξιοποίηση των εργαζομένων σε διάφορα μέσα και τον όποιον εξορθολογισμό, καθώς όσο περισσότεροι οι υπάλληλοι, τόσο περισσότεροι και οι ψήφοι. Πάνω απ’ όλα, κάθε είδους συμφέροντα, πολιτικά, ανταγωνιστικά ή της ραδιοτηλεοπτικής αγοράς συνωθούνται για να επιβάλουν το ρουσφέτι τους, είτε είναι διευθυντής, είτε παρουσιαστής, είτε εκπομπή - την ώρα που η ΕΡΤ συστηματικά “τρώει τα παιδιά της” και αρνείται να αναδείξει και να υποστηρίξει τα πρόσωπα που πραγματικά την τιμούν. Κάθε είδους πολιτικός σχηματισμός (και πρόσωπο), σύλλογος, οργανισμός πιέζει για να καλυφθεί η εκδήλωση του στις ειδήσεις, η Βουλή για να μεταδίδονται οι συνεδριάσεις της (παρά το γεγονός οτι υπάρχει ειδικό κανάλι, χωρίς όμως πανελλήνια εμβέλεια), τα ιδιωτικά κανάλια για να πάρουν τζάμπα το υλικό που τους εξασφαλίζει (νόμιμα ή παράνομα) η ΕΡΤ (που υποχρεούται να καλύψει κάθε πολιτική εκδήλωση), χωρίς φυσικά να της εκχωρούν το δικαίωμα να παίζει στα ίσα στη διαφημιστική αγορά ή στην εξασφάλιση αθλητικών μεταδόσεων. Η ΕΡΤ είναι ένα πεδίο πλουτισμού κι ένας σάκος του μποξ, για όλους.

Πολλές από τις παθογένειες αποτελούν πια παρελθόν: Οι σκανδαλώδεις αμοιβές που σόκαραν το πανελλήνιο στο τέλος της εποχής Καραμανλή και Ρουσόπουλου περιορίζονται εδώ και τρία χρόνια από ένα πλαφόν-κέρβερο, των 4 χιλιάδων ευρώ μεικτά, που αγγίζεται μόνο από λίγα, πολύ υψηλόβαθμα στελέχη. Οι αργόμισθοι δημοσιογράφοι είναι πια περιορισμένοι σε κάποιες πολύ ιδιαίτερες ή γραφικές περιπτώσεις. Το προσωπικό μόνο πλεονάζον δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, καθώς οι στρατιές των εκατοντάδων συμβασιούχων έχουν εκλείψει και εκατοντάδες επίσης έχουν αποχωρήσει λόγω αυνταξιοδότησης. Πολλές λειτουργίες έχουν εξορθολογιστεί, οι ισολογισμοί είναι πλέον πλεονασματικοί (εις βάρος φυσικά των αμοιβών που είναι εξευτελιστικοί για κάποιες ειδικότητες, όπως του παρουσιαστή), οι δραστηριότητες της ΕΡΤ στις νέες τεχνολογίες και στην τεκμηρίωση επεκτείνονται, με θεαματικά αποτελέσματα. Εξακολουθούν να υπάρχουν η λουφαδόρα μακιγιέζ, δακτυλογράφος ή ηχολήπτρια που δεν ξέρει να κάνει τη δουλειά της, ο θρασύς, απροετοίμαστος και αγράμματος δημοσιογράφος, η περιφερόμενη αισθητική προσβολή, οι απαράδεκτοι προϊστάμενοι και διευθυντές, οι λάθος αποφάσεις. Πολλά μένει ακόμα να διορθωθούν - και μπορούν.

Διαβάζω ή δέχομαι κι εγώ συχνά την αυστηρή κριτική κατά της ΕΡΤ και τις κραυγές για το κλείσιμο της. Η ρητορική συνήθως βασίζεται στα όσα μικρά ή μεγάλα “εγκλήματα” έχουν κατά καιρούς γίνει - και είναι κατά τη γνώμη μου άδικη. Άδικη, γιατί ξεχνάει το πόσο εξαιρετικά αποτελέσματα μπορεί να έχει όλο αυτό το ανθρώπινο δυναμικό, όταν το πλαίσιο λειτουργεί σωστά. Άδικη, γιατί βασίζεται στην ιδέα οτι οι ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες δεν πρέπει να παρέχονται από δημόσιο φορέα - κι οτι “το κράτος δεν βελτιώνεται”. Λάθος, κατά τη γνώμη μου, καθώς το ευρωπαϊκό μοντέλο με τις αρκετές εξαιρετικές δημόσιες τηλεοράσεις, που καθορίζουν την αγορά και “σέρνουν” τον ανταγωνισμό στην ποιότητα, είναι το επιθυμητό (δεν είναι “κουτόφραγκοι” οι Ευρωπαίοι) - και πολύ καλύτερο από το αμερικανικό, όπου υπάρχει μόνο η προαιρετική ενίσχυση της public tv.

Κυρίαρχο σημείο κριτικής είναι βεβαίως το υποχρεωτικό ανταποδοτικό τέλος των 50 ευρώ το χρόνο, κάτι που θεωρείται “αφαίμαξη” της αγοράς, ειδικά σε περίοδο κρίσης, σύμφωνα με τη φιλελεύθερη οικονομική αντίληψη. Πράγματι, θα ήταν ευχής έργο να επιβάλεται το τέλος, μόνο σε όσους έχουν τηλεόραση ή ραδιόφωνο, αντιστοίχως με ότι γίνεται στη Βρετανία - οι μηχανισμοί όμως απουσιάζουν στην Ελλάδα και τα φοροκλεπτικά ήθη δεν θα το επέτρεπαν ποτέ. Αυτό που δεν ξερουν όσοι κατηγορούν οτι “η ΕΡΤ σπαταλάει κάθε χρόνο 300 εκατομύρια” είναι οτι το ανταποδοτικό τέλος πολύ συχνά δεν πηγαίνει ολόκληρο στην ΕΡΤ (ώστε να μπορούσε να μειωθεί με χρηστή διοίκηση και περιορισμό δραστηριοτήτων), αλλά το πλεόνασμα επιχειρείται συχνά να εξυπηρετήσει τις τρύπες του κρατικού προϋπολογισμού, ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της κρίσης.

Οι υποστηρικτές αυτών των απόψεων, ξεχνούν επίσης να βάλουν στη ζυγαριά το πόσο εξισορροπούν τον (τόσο υποβαθμισμένο) δημόσιο διάλογο και την ενημέρωση σε αυτή τη χώρα, τα δελτία ειδήσεων που είναι πραγματικά πολυσυλλεκτικά δελτία - και όχι “τηλεκαφενεία” που επιδιώκουν τις κοκορομαχίες, με απαράδεκτα σπικάζ και μουσικές επενδύσεις στα ρεπορτάζ, διεθνείς ειδήσεις περιορισμένες στο τέλος του δελτίου και φουλ κιτρινισμό. Επίσης, ξεχνούν την πλειάδα αξιόλογων ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών πάσης φύσεως (με έμφαση στην ενημέρωση) που προσφέρει η ΕΡΤ, ακόμα κι αν δεν χαίρουν πολλές φορές υψηλής θεαματικότητας και ακροαματικότητας - που δεν είναι όμως το μόνο κριτήριο για την κοινωνική χρησιμότητα τους και την προσφορά τους στον πολιτισμό. Ξεχνούν οτι ευρωπαϊκή χώρα χωρίς σταθμό κλασσικής μουσικής (και χωρίς τζαζ σταθμό θα προσέθετα), δε νοείται. Οτι ο (μοναδικός στη world μουσική) πολυπολιτισμικός και αντιρατσιστικός Kosmos 93,6, μέχρι την απόσυρση της ΕΡΤ από τις μετρήσεις, κατείχε δεσπόζουσα θέση στον χώρο των μουσικών ραδιοφώνων, με περίπου 7%. Οτι η ΕΡΤ παρέχει στήριξη και υπηρεσίες προς μετανάστες και απόδημους, προάγει τη σοβαρή μουσική με ορχήστρες και χορωδία, υποστηρίζει την κινηματογραφική παραγωγή και εμπλουτίζει συνεχώς το ραδιοτηλεοπτικό αρχείο της χώρας, πολύτιμο για την ιστορία της. Κι όλα αυτά με τα 50 ευρώ ετησίως, ανά λογαριασμό, που ακόμα σε συνθήκες κρίσης, δεν είναι πολλά.

Ξεχνούν επίσης οτι ο πολίτης-καταναλωτής πληρώνει και τα ιδιωτικά κανάλια, μέσω του διαφημιστικού προϋπολογισμού των προϊόντων - στον οποίο θα μπορούσε να βασιστεί και η ΕΡΤ (που εξασφαλίζει μόνο το 10% των εσόδων της από τη διαφήμιση), αν προχωρούσε η εξυγίανση της στρεβλής διαφημιστικής και ραδιοτηλεοπτικής αγοράς, που πολύ συχνά παίζει “κάτω από το τραπέζι”, όταν τα διαπλεκόμενα συμφέροντα δεν πιέζουν για το ολοκληρωτικό κλείσιμο της ΕΡΤ, το οποίο βεβαίως θα ευνοούσε τα συμφέροντα τους και θα τους άφηνε ελεύθερο το πεδίο, σε μια ολοένα και συρρικνούμενη αγορά. Γι αυτό και θεωρώ οτι ήταν λάθος η σκέψη της κυβέρνησης Παπανδρέου να αποσυρθεί η ΕΡΤ από τη διαφήμιση - αντιθέτως, οι προσπάθειες πρέπει να κινηθούν προς τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, την κατεύθυνση της μείωσης του τέλους και της ελάφρυνσης της κοινωνικής επιβάρυνσης.

Κάποιες φωνές, όπως αυτή του δημοσιογράφου Πάσχου Μανδραβέλη, αμφισβήτησαν ακόμα και τη χρησιμότητα της ύπαρξης της ΕΡΤ, κατά τη διάρκεια της μεγάλης απεργίας του περασμένου χειμώνα, δείχνοντας πόσο αγνοούν τη ραδιοτηλεοπτική πραγματικότητα (κάκιστα βεβαίως ο Μανδραβέλης παραπέμφθηκε από συνδικαλιστικούς εκπροσώπους της ΕΡΤ για τα άρθρα του και κακώς καταδικάστηκε από το Πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ, για την έστω λανθασμένη κριτική του). Μάλιστα, σε μια συζήτηση που είχαμε στο twitter, o ίδιος μου προέβαλε το πιο αταίριαστο για τις ιδέες του, παλαιοκομματικό επιχείρημα: “Μα διαμαρτυρήθηκε κανείς, μαζεύτηκαν υπογραφές, που δε λειτουργεί η ΕΡΤ;” Μόνο που το ραδιοτηλεοπτικό κοινό στη σύγχρονη εποχή δεν λειτουργεί ως “συνδικαλιστικός φορέας”, για να διαμαρτυρηθεί με αυτόν τον τρόπο. Αντιθέτως, το μέτρο είναι η απήχηση των ραδιοτηλεοπτικών προϊόντων, όταν αυτά εκπέμπονται.

Το κοινό βέβαια έχει δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί για υπηρεσίες που δεν λαμβάνει, αν κρίνει οτι αυτό που του “επιστρέφεται” δεν είναι επαρκώς καλό ή οτι οι απεργιακές κινητοποιήσεις ξεφεύγουν από το μέτρο - όπως και πολλοί δημοσιογράφοι της ΕΡΤ διαμαρτυρηθήκαμε για τον ίδιο λόγο. Οι πολίτες όμως σε αυτή τη χώρα είναι πολύ πιο έξαλλοι για το απίστευτο φαγοπότι των αμοιβών των 25 και 30 χιλιάδων ευρώ το μήνα, που μοίρασαν και έλαβαν μέχρι το 2009 (άκρως υπερτιμημένα) στελέχη, τα οποία σήμερα έχουν βρει φιλόξενο καταφύγιο στο σταθμό του Φαλήρου, πρωταγωνιστώντας στις επικρίσεις κατά της ΕΡΤ - και τους οποίους ο Πάσχος Μανδραβέλης, ως ομόσταυλος, φυσικά δεν μπορεί να επικρίνει.

Ωσάν η ζωή να έφερε μόνη της την απάντηση στη σωστή στιγμή, η απήχηση της (τηλεοπτικής τουλάχιστον) ΕΡΤ πολλαπλασιάστηκε θεαματικά το τελευταίο τρίμηνο πριν την καλοκαιρινή ανάπαυλα, στη διάρκεια των προεκλογικών αναμετρήσεων και ως το τέλος Ιουνίου - ακριβώς δηλαδή την κρίσιμη στιγμή, που ένας δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός αργανισμός καλείται να υπηρετήσει το κοινωνικό σύνολο και το αγαθό της ενημέρωσης. Οι λόγοι πολλοί και ουσιαστικοί: Κρατώντας αποστάσεις από όλους και παρά τις (αέναες) παρεμβάσεις, οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ συνέθεσαν ένα πολυσυλλεκτικό τοπίο προσέγγισης της πολιτικής αντιπαράθεσης, χωρίς να υποστηρίζουν ή να αδικούν κανένα, στον τελικό απολογισμό. Με αλλεπάλληλες εκπομπές, κουραστικά ωράρια και υπερπροσπάθεια του μηχανισμού, έδωσαν βήμα (εξαντλητικά) σε όλους. Με την κινητοποίηση όλου του ανθρώπινου δυναμικού (που έτσι απέδειξε την αξία των πολλών κόντρα στην ανεπάρκεια των λίγων), τα πρόσωπα της ΝΕΤ που έχαιραν της εκτίμησης του κοινού (όλως τυχαίως αυτά που πολέμησε κι όχι αυτά που προσπάθησε να επιβάλει η κομματική μετριοκρατία, όσο κι αν προσπαθεί να επωφεληθεί εκ των υστέρων από την επιτυχία) έκαναν αλλεπάλληλες εκπομπές και δελτία με ζηλευτά σκορ, που έφταναν και τους 700 χιλιάδες τηλεθεατές (7% μικρό νούμερο, για όσους ξέρουν να διαβάζουν τηλε-μετρήσεις), φτάνοντας και πάλι τα επίπεδα της επιτυχίας της “χρυσής εποχής” του 2003, κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράκ. Και πάνω από όλα, εκμεταλλευόμενη και την απέχθεια του τηλεοπτικού κοινού για τη χειραγώγηση και το στυλ ιδιωτικών καναλιών, η ΕΡΤ (αυτή η “κρατική τηλεόραση”, στην οποία αναφέρονται με τόση περιφρόνηση) πέρασε για πρώτη φορά στην ιστορία της πρώτη σε θεαματικότητα, στη διάρκεια της εκλογικής βραδιάς, σε ένα ιδιαίτερα κρίσιμο τεστ για την εμπιστοσύνη του τηλεοπτικού κοινού. Το κοινό απάντησε με σαφήνεια οτι επιθυμεί όχι μόνο την ύπαρξη, αλλά και την πρωτιά της ΕΡΤ.

Μπροστά στο ζοφερό τοπίο της περαιτέρω συρρίκνωσης της ραδιοτηλεοπτικής αγοράς
(που ενδεχομένως θα οδηγήσει σε συγχωνεύσεις ή και κλείσιμο άλλοτε κραταιών καναλιών και ραδιοφώνων), αλλά και στις κρίσιμες πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις (που δεν θα εγκαταλείψουν τη χώρα μας πιθανώς για πολλά χρόνια), ο ρόλος της ΕΡΤ ξεπροβάλλει, ακόμα μια φορά, ιδιαίτερα σημαντικός και πρωταγωνιστικός. Αν δεν γίνουν κεφαλαιώδη λάθη από τη νέα διοίκηση (και δυστυχώς από την πολιτική ηγεσία που καθορίζει τα πράγματα), είναι και πάλι η ώρα της ΕΡΤ να αναταποκριθεί έμπρακτα στην πρόκληση και να φανεί αντάξια των προσδοκιών του κοινού, που την χρηματοδοτεί (και στο οποίο ανήκει).

Ευρισκόμενος κι εγώ, όπως όλοι στην ΕΡΤ, για μια ακόμη φορά μπροστά στη διαδικασία αλλαγής διοίκησης και διευθυντών, ομολογώ οτι εχω κουραστεί να είμαι στο ίδιο έργο θεατής. Κάποια στιγμή πρέπει να τελειώσουν δια παντός οι προσπάθειες πολιτικών παραγόντων (και πρώην συναδέλφων “της σφαλιάρας”) να επιβάλουν προσωρινά (γιατί μόνιμα δεν μπορούν) τους εντελώς αταίριαστους ανθρώπους τους ή και τους ίδιους τους εαυτούς τους, στο πρόγραμμα της ΕΡΤ. Κάποια στιγμή πρέπει να τελειώσει η άνευ καμίας αξιολόγησης τοποθέτηση (ή διατήρηση) ανθρώπων σε κάποιες θέσεις - και σε αυτό πρέπει επιτέλους να συναινέσουν εργαζόμενοι και συνδικαλιστές, μόνο και μόνο για το συμφέρον των άξιων και των εργατικών, που προσβάλλονται βαθύτατα από την αναξιοκρατία (δίνοντας έτσι και απάντηση σε όσους επικρίνουν όλους τους εργαζόμενους ως αποτέλεσμα ρουσφετιού - που δεν είναι). Και κάποια στιγμή πρέπει να τελειώσει η τοποθέτηση “κολλητών” και “κηφήνων”, που συνωθούνται στα κομματικά γραφεία, για μια αρπαχτή, χωρίς αξία ή γνώση της δημοσιογραφικής και ραδιοτηλεοπτικής δουλειάς, σε κρίσιμες θέσεις. Όλα αυτά δεν είναι "προνόμιο" της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, συμβαίνουν κατά κόρον και στον ιδιωτικό τομέα. Αλλά η ΕΡΤ δεν είναι ούτε των κυβερνητικών διοικήσεων (που έρχονται και παρέρχονται, αφήνοντας πίσω τους συντρίμια), ούτε των συνδικαλιστικών ηγεσιών (που παγίως θέλουν να συνδιοικούν), είναι για να δίνεται η δυνατότητα οι πιο άξιοι να αποδίδουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για το κοινωνικό σύνολο.

Κάποια στιγμή, η ΕΡΤ πρέπει να ανεξαρτητοποιηθεί και να επενδύσει στο σταθερό της δυναμικό - το επιβάλλουν μόνο και μόνο οι κρίσιμες πολιτικές διαμάχες που θα ακολουθήσουν τα επόμενα χρόνια. Υπάρχει ήδη έτοιμο ένα εργαλείο, η μελέτη της επιτροπής Αλιβιζάτου, για το πώς η Ελλάδα θα αποκτήσει έναν ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό, με ανεξάρτητη τοποθέτηση του Δοιηκητικού Συμβουλίου και χωρίς ομφάλιους λώρους με κόμματα και συμφέροντα, που θα προχωρήσει σε εκσυγχρονισμό, συμμάζεμα και χρηστή διαχείριση, εξάλειψη της σπατάλης και κυρίως αξιολόγηση και αξιοκρατία. Η κρίση και η συγκυβέρνηση είναι ευκαιρία, που δεν πρέπει να χαθεί.

Στο βιβλίο του, “Το ημερολόγιο της κρίσης”, ο Παύλος Τσίμας περιγράφει πώς η ελληνική κοινωνία, (συμπεριλαμβανομένων και αυτών που έπρεπε να ξέρουν, των δημοσιογράφων), αγνοούσε τους κινδύνους για την παγκόσμια και την ελληνική οικονομία, μετά την κατάρρευση των Lehman Brothers και την χρεοκοπία της Ουγγαρίας. Το επιβεβαιώνουν η επικρατούσα ειδησεογραφία της εποχής, αλλά και οι πολιτικοί συντάκτες, που δεν καταλάβαιναν γιατί το πρώτο ταξίδι του τότε νεοεκλεγέντος πρωθυπουργού, το 2009, προγραμματίστηκε για τη Βουδαπέστη. Η αμεριμνησία μιας ολόκληρης κοινωνίας έχει σχέση και με την πληροφόρηση που (επιθυμεί να) δέχεται. Και η ενημέρωση στην Ελλάδα, που ακόμα κατά κύριο λόγο περνάει από την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, πρέπει να αποκτήσει τη διεθνή ματιά που είχε πάντοτε η ΝΕΤ - και όχι την εσωστρεφή που προήγαγαν πάντοτε τα ιδιωτικά μέσα. Αν θέλουμε να κατανοήσουμε τον κόσμο, να βγούμε από την κρίση - και να μην ξαναβρεθούμε μπροστά σε μια επόμενη...



Update: Με αφορμή μια εξόφθαλμη περίπτωση πολιτικού/οικογενειακού ρουσφετιού (χωρίς καμία εμπειρία άμεση πρόσληψη στην ΕΡΤ με τη διαδικασία των συμβάσεων Προσωπικού Ειδικών Θέσεων), δέχτηκα και μια συνήθη επίθεση: "Και σεις όλοι οι υπόλοιποι, με ΑΣΕΠ μπήκατε στην ΕΡΤ; Όλοι με βύσμα είστε"... (Πρώτα απ' όλα, συγκρίνεται ή συμψηφίζεται η περίπτωση της οικογενειοκρατίας/δηλωμένης πολιτικής στράτευσης, μετά από εκλογή με ψηφοδέλτιο κόμματος, με τον οποιονδήποτε εργαζόμενο, που έστω "έχει βύσμα";)

Όχι, αρχικά δεν ήρθαμε με ΑΣΕΠ, γιατί δεν προβλεπόταν τέτοια διαδικασία. Και βεβαίως υπάρχουν πάρα πολλές περιπτώσεις, πιθανότατα η πλειονότητα, που ήρθε στην ΕΡΤ με κάποιο βύσμα. Αυτό δεν σημαίνει όμως οτι ΟΛΟΙ ήρθαμε έτσι. Πολλοί (και συνήθως οι πιο άξιοι) ήρθαν μέσα από την αγορά, χωρίς κανένα "μπάρμπα στην Κορώνη". Η αρχισυντάκτρια μου ήταν ρεπόρτερ και εξελίχθηκε σe επικεφαλής, χωρίς καμία στήριξη. Η άλλη αρχισυντάκτρια μου ήταν επίσης ρεπόρτερ σε επαρχιακή πόλη - και την επέλεξε ο διευθυντής της να της δώσει προαγωγή. Το ίδιοι και άλλοι δύο αρχισυντάκτες μου. Πολλούς ρεπόρτερ τους επέλεξαν τότε διευθυντικά στελέχη, γιατί υπήρχαν ανάγκες. Κι όταν βεβαίως αργότερα γίναμε αορίστου χρόνου, με το διάταγμα Παυλόπουλου, όλοι περάσαμε από τις τυπικές διαδικασίες του ΑΣΕΠ (εξετάσεις για δημοσιογράφους δεν υπήρξαν ποτέ).

Η διαφορά ήταν οτι τότε, στη δεκατία του '90, η ΕΡΤ ήταν απαξιωμένη. Και στην εποχή των "παχειών αγελάδων" και της άνθισης των ιδιωτικών καναλιών, δεν υπάρχαν πολλοί που δεν "σνόμπαραν" τη δημόσια τηλεόραση, προς χαριν της καριέρας στα ιδιωτικά. Όταν πήγα εγώ στην ΕΡΤ, το 1997, αναζητούσαν άντρες παρουσιαστές - και δεν έβρισκαν. Με επέλεξαν οι τότε προϊστάμενοι μου, που ούτε τους ήξερα - και μου έδωσαν την ευκαιρία. Δεν χρειαζόταν μέσο. Μετά, που τα πράγματα "έσφιξαν", άρχισε να υπάρχει υπερ-προσφορά - και οι θέσεις στην ΕΡΤ έγιναν περιζήτητες.

Ακριβώς λοιπόν γιατί οι πολλοί έχουν μπει αναξιοκρατικά, πρέπει να υπάρξει αξιολόγηση. Την επιζητώ όσο τίποτα. Αλλά η ισοπέδωση οτι "όλοι είμαστε αποτέλεσμα ρουσφετιού", πολύ απλά δεν ισχύει - και είναι και προσβλητική, για όποιον έχει αποδείξει την αξία του, με το πέρασμα του χρόνου, στη δουλειά του.













H φωτό είναι από το www.anderstomren.biz και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Kashmir", των βρετανών Robert Plant και Jimmy Page, που το έγραψαν, ως μέλη των Led Zeppelin, αλλά αργότερα το διασκεύασαν και το ηχογράφησαν με τη συμμετοχή της London Metropolitan Orchestra και Αιγύπτιων μουσικών. Αντικατοπτρίζει νομίζω, τέλεια, το γολγοθά της ΕΡΤ, ανάμεσα στην πρόοδο και την καθυστέρηση, τη δύση και την ανατολή. Και ίσως συνοδεύει ωραία και το δικό σας γολγοθά, να διαβάσετε το μεγάλο αυτό κείμενο...

buzz it!

20.8.12

Το μέλλον του ραδιοφώνου

Εξακολουθώ και θεωρώ οτι το ραδιόφωνο διατηρεί ακέραια τη μαγεία του. Και αυτή έχει να κάνει με την ιδιομορφία του μέσου: Μπόλικη δόση μιας από τις ωραιότερες τέχνες, τη μουσική (εννοείται οτι το ενημερωτικό ραδιόφωνο, όπως γίνεται στην Ελλάδα, δεν έχει καμμία “μαγεία”, γιατί δεν έχει καν τη στοιχειώδη παραγωγή, όταν ακολουθεί τη συνταγή τηλεφώνημα - μισό κομμάτι - ξανά τηλεφώνημα) και ταυτοχρόνως φωνή και λόγος, δηλαδή επαφή, παρέα και σκέψη.

Αυτά βέβαια, στην καλή εκδοχή του, που είναι σπάνια. Στην εκδοχή του “χύμα”, με τα ντουετάκια της σαχλαμαρίτσας, που σχολιάζουν επί παντός επιστητού και καταπατούν κάθε αισθητική (μαζί με τους στίχους των τραγουδιών), επίσης δεν υπάρχει μαγεία.

Το ραδιόφωνο δεν κινδυνεύει ούτε από τα social media, ούτε από το internet γενικότερα. Ίσα-ίσα, τροφοδοτείται από αυτά και ενισχύεται από την παράλληλη δυνατότητα επικοινωνίας και τη διαδικασία άμεσης ανεύρεσης ενός κομματιού, που προσφέρει η νέα τεχνολογία. Άλλωστε, το internet φιλοξενεί με άνεση το ραδιόφωνο, στην ίδια ακριβώς φόρμα - ενώ αντιθέτως, ανταγωνίζεται συντριπτικά την ραδιοτηλεοπτική δημοσιογραφία, με τα δικά του μέσα. Το ραδιόφωνο θα κινδύνευε αν ήταν ένα απρόσωπο “κανάλι μουσικής”, αλλά αυτό ακριβώς (και ευτυχώς) δεν είναι.

Το ραδιόφωνο κινδυνεύει (και το φωνάζω από τότε που έκανα τα πρώτα μου βήματα στον Σκάι και στον Αντένα) από το χαμηλό επίπεδο δημοσιογραφίας και την έλλειψη διάθεσης για γνώση, μεράκι και σεβασμό στην έννοια της παραγωγής. Κάθε μέσο έχει τους κανόνες του - και στην Ελλάδα μάθαμε να απαντούμε σε αυτό, με όλο και περισσότερο τεμπέλικο, χύμα και αντιαισθητικό ραδιόφωνο: Ακατάσχετη πολυλογία (και μπουρδολογία), ρηχές δισκοθήκες και μουσικές επιλογές, παντελής έλλειψη μέτρου και τρόπου. Και φυσικά κινδυνεύει από το φτηνό (σε μουσικό περιεχόμενο και ανθρώπινο δυναμικό) playlist.

Δεν ξέρω πώς θα είναι η νέα σεζόν, αν θα είναι καλύτερη ή η χειρότερη όλων των εποχών. Η αλήθεια είναι οτι σε αυτά τα 24 χρόνια έχω περάσει μεγάλα διαστήματα εκτός - και δεν έχω παρακολουθήσει όλη την εξέλιξη της αγοράς. Ακούω πια πολύ συγκεκριμένα πράγματα. Η αίσθηση μου είναι οτι η έννοια της ραδιοφωνικής προσωπικότητας φθίνει, όλο και περισσότερο. Μια άλλη διαφορά, με τα χρόνια, ίσως είναι οτι κάποτε έστεκαν οι αυτόνομες εκπομπές, μέσα σε ένα πολυσυλλεκτικό πρόγραμμα. Εδώ και αρκετά χρόνια, θεωρώ οτι πρέπει να είναι όλο το πλαίσιο ενός σταθμού ομοιογενές και ελκυστικό, για να αναδειχθεί μια εκπομπή.

Στην εκπομπή που κάνω, κάθε πρωί 8-10 στον Kosmos 93,6, πολλοί ακροατές μου λένε οτι ούτε η μουσική μόνη της θα τους έφτανε, ούτε τα κείμενα που διαβάζω και τα σχόλια που κάνω ή αναπαράγω (τα περισσότερα προέρχονται από τα social media και τη μπλογκόσφαιρα). Την ανέλαβα σε μια περίοδο παρατεταμένης προεκλογικής πόλωσης και θέλω να ελπίζω οτι κατάφερα να φέρω εις πέρας μια ισορροπημένη εκπομπή “διττής προσωπικότητας”. Άλλωστε εδώ και χρόνια, δεν μπορώ και δεν θέλω να κάνω μόνο το ένα ή μόνο το άλλο - δεν θα ήταν ο εαυτός μου. Κάποιοι γκρίνιαξαν, γιατί αυτά που άκουγαν δεν έγιναν ανεκτά από τον φανατισμό τους και επικαλέστηκαν προσχηματικά οτι μια τέτοια εκπομπή “δεν ταιριάζει” σε μουσικό σταθμό ή σε δημόσιο ραδιόφωνο. Ήταν πολύ λίγοι, αλλά πάντα με εκπλήσσει, παρ’ όλα αυτά, η αδυναμία ακροατών (ή τηλεθεατών), να ακούσουν μια διαφορετική άποψη από τη δική τους. Να την ακούσουν, βρε αδερφέ - κι ας μη συμφωνούν. Ή αν επαναληπτικά δεν τους αρέσει το προϊόν, να αλλάξουν ραδιοφωνική συχνότητα, χωρίς να πουν τίποτα.

Ωστόσο, όπως και το προηγούμενο δίωρο που έκανα, 6-8μμ, νομίζω οτι έχει μεγάλη ανταπόκριση, μέσα σε ένα πρωινό ραδιοφωνικό τοπίο, που συγκεντρώνει πάρα πολλές από τις παθογένειες, για τις οποίες λέγαμε παραπάνω. Οι τελικοί κριτές πάντως είναι οι ακροατές κι όχι εγώ - και οι έρευνες αγοράς είναι ο μόνος αξιόπιστος τρόπος για να τεκμηριωθεί αυτό που λέω. Ίσως το πρωινό ταιριάζει περισσότερο στη δημοσιογραφική μου ιδιότητα και σίγουρα απευθύνεται σε ένα ακόμα ευρύτερο κοινό. Αν εξακολουθώ να αντέχω να ξυπνάω κάθε πρωί στις 6, παραλλήλως με τις τηλεοπτικές μου υποχρεώσεις, θα το συνεχίσω, όσο και ο σταθμός το επιθυμεί.

Το ραδιόφωνο δεν θα σταματήσει πιστεύω ποτέ να είναι αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινότητας μας, είτε θέλουμε να ενημερωθούμε, είτε να ακούσουμε μουσική και σχόλια. Θα μας κάνει πάντα παρέα στο αυτοκίνητο - και για μένα, θα είναι πάντα ο αδιαμφισβήτητος νικητής στον ανταγωνισμό με την πρωινή τηλεόραση, όσο κι αν η τελευταία είναι (αφύσικα κατα την ταπεινή μου άποψη) δημοφιλής. Είναι μεστό, ουσιαστικό και το πιο γρήγορο από όλα (ακόμα και από το internet). Αν το προσέξουμε, θα είναι πάντα το πιο αξιοπρεπές Μέσο Μαζικής Ενημέρωσης, μακριά από τις υπερβολές και τους κιτρινισμούς.

Τα ερτζιανά, ως τεχνολογία, μπορεί να σταματήσουν να χρησιμοποιούνται σε μερικά χρόνια. Το FM έχει μεγάλους περιορισμούς ως προς την εμβέλεια, το ΑΜ είναι πια τεχνολογία μουσείου ή ενημέρωσης εκτάκτου ανάγκης (αν και στις ΗΠΑ χρησιμοποιείται ακόμα από τα ενημερωτικά δίκτυα, που δεν εχουν καθόλου μουσική) και το ψηφιακό ραδιόφωνο δεν το βλέπω να προχωράει, έχει κολλήσει εδώ και χρόνια. Θα ήταν ενδιαφέρον πάντως να ακούγαμε τον ίδιο σταθμό, οδηγώντας από την Αθήνα στο Λονδίνο. Επειδή όμως δεν βλέπω να εφοδιάζονται τα ΙΧ με δορυφορικά πιατάκια, νομίζω οτι όλα θα αντικατασταθούν σε λίγο με το (mobile ή μη) internet. Κι έτσι θα ακούμε όλοι μέσω web, ελπίζω και με καλύτερη ηχητική ποιότητα. Άλλωστε, είναι (ακόμα πιο) μαγικό να κάνεις εκπομπή και να σε ακούν ακροατές που βρίσκονται στη Νότια Κορέα ή στην Αργεντινή...


Update: Διαβάζω τις δύο παραγράφους κάτω από τη φωτό, το πρωί, στην εκπομπή. Μετά από μισή ώρα - και αφού έχω ενδιαμέσως διαβάσει, μεταξύ άλλων, κανα-δυό tweets (για την Ύδρα) και δύο αποσπάσματα από άρθρα της Καθημερινής, το ένα με αφορμή την Ύδρα και το άλλο για τη μετανάστευση (τυχαία το ένα μετά το άλλο, χωρίς να το προσέξω μάλιστα, γιατί το ένα το διαβάζω από την έντυπη έκδοση και το άλλο μετά από παραπομπή από το twitter), χτυπάει το τηλέφωνο. Ακούω μια γυναικεία φωνή, με φρασεολογία-κασέτα που την έχω ξανακούσει ΑΚΡΙΒΩΣ ίδια, τουλάχιστον 4-5 φορές: "Ωραία τα λέτε στο κείμενο σας, αλλά επειδή όλα συνδέονται, να είστε πιο σφαιρικοί, γιατί πρέπει να δίνουμε το καλό παράδειγμα εμείς οι ίδιοι - κι εγώ ως δάσκαλος αυτό πρέπει να κάνω στα παιδιά" (τι στο καλό, από σεμινάριο τους έχουν περάσει - κι όλες εκπαιδευτικοί δηλώνουν)...

"Δεν σας καταλαβαίνω, πώς συνδέεται το κείμενο μου με αυτά που μου λέτε;" "Θέλετε να παρουσιάσετε οτι όλοι είμαστε τεμπέληδες" "Μα ποιός μίλησε για τεμπέληδες;" "Γιατί δεν διαβάζετε κι άλλες εφημερίδες;" "Μα διάβασα από όλες, σήμερα, εκτός από τον Ριζοσπάστη, αυτές είναι η καθημερινές εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας - και επιπλέον διαβάζω δεκάδες πράγματα από το ίντερνετ. Και τι σχέση έχει αυτό με αυτά που γράφω;" "Μα γιατί, υπάρχουν κι άλλες, γιατί δεν διαβάζετε το Ποντίκι ή το Χωνί του Καζάκη - όχι οτι συμφωνώ μαζί του"(αυτό το τελευταίο, σε άλλα τηλεφωνήματα, ακούγεται σε παραλλαγή του τύπου "μη νομίζετε οτι ψηφίζω το κόμμα που φαντάζεστε")...

"Με συγχωρείτε, πόσον καιρό ακούτε την εκπομπή;" "Εεεε, από χθες, να αυτές τις δυό ημέρες"...

Για να καταλάβετε τι τραβάω. Με τους ακροατές που επιμένουν να σταματήσει να ακούγεται αυτο που δεν τους αρέσει ή τους πάσης φύσεως όψιμους αρχισυντάκτες, που μετρούν με τη ζυγαριά του φαρμακοποιού τις "ισορροπίες", λες και δεν κάνω εκπομπή με άποψη, αλλά δελτίο σε προεκλογική περίοδο...















To κείμενο αυτό γράφτηκε ως απάντηση σε ερωτήσεις του Σπυρου Σεραφείμ για το e-tetradio

H φωτό είναι από το designllama.blogspot.com και το εξώφυλλο από το www.wikipedia.org

To post συνοδεύεται από το "Price Tag" της Βρετανίδας Jessie J.

buzz it!

9.8.12

To MegaJet της ταλαιπωρίας...

Η γραμμή Σαντορίνη-Ηράκλειο δεν θα μπορούσε να συντηρηθεί, σε καθημερινή βάση, λόγω μειωμένης ζήτησης, αν τουριστικοί πράκτορες δεν είχαν συλλάβει την ιδέα να προτείνουν στα πολυάριθμα γκρουπ των τουριστών της Κρήτης, να “μη χάσουν την ευκαιρία” για μια μονοήμερη εκδρομή στο μοναδικό ηφαιστειογενές νησί, αφού έφτασαν μέχρι αυτή τη γωνιά του πλανήτη.

Έτσι, εδώ και μερικά χρόνια, την “εκδρομή” αυτή εξυπηρετούν δύο ταχύπλοα της ίδιας εταιρείας (το ένα με δυνατότητα μεταφοράς ΙΧ και το άλλο όχι), που μπορούν να κάνουν τη διαδρομή σε λιγότερο από δύο ώρες, επιτρέποντας έτσι στους τουρίστες να περάσουν μερικές ώρες στα Φηρά και να ξαναμπούν στο πλοίο στις 6 το απόγευμα. Και μαζί με αυτούς, όλους τους υπόλοιπους εμάς, που για διάφορους λόγους θέλουμε να φτάσουμε στην Κρήτη, μέσω Σαντορίνης ή το αντίστροφο. Μέχρις εδώ καλά.

Την Πέμπτη 26 Ιουλίου όμως, είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω τη νέα πραγματικότητα στη γραμμή αυτή, μετά την κρίση - σ’ ένα από τα χειρότερα ταξίδια που έχω κάνει ποτέ. Το MegaJet που έφευγε από τη Σαντορίνη στις 18.10, μεταφέροντας επιβάτες και αυτοκίνητα, αδυνατούσε να αντιμετωπίσει το ισχυρό “βουβό” κύμα, που είχε προκαλέσει ο νοτιάς, με αποτέλεσμα ένα βασανιστικό ταξίδι 3 ωρών, σε συνθήκες διαρκούς τραμπάλας. Σα να μην έφτανε η ταλαιπωρία από τη θάλασσα, διαρκώς ακούγονταν από τα μεγάφωνα σκυλοπόπ ελληνικά τραγούδια της χειρότερης φτήνιας, που όσο κι αν ζητήσαμε να χαμηλώσουν, μέσα στη ζαλάδα μας, πέσαμε σε “τοίχο”.

Η καθυστέρηση όμως, όπως υποπτεύθηκα, δεν οφειλόταν στον καιρό, αλλά είναι καθημερινή πρακτική, για λόγους εξοικονόμησης καυσίμων, παρά το γεγονός οτι το πλοίο ήταν γεμάτο. Το χειρότερο απ’ όλα όμως είναι οτι αυτό το ταξίδι τιμάται πανάκριβα, σε μια επίδειξη των χειρότερων τουριστικών υπηρεσιών, που αν δεν αναθεωρηθούν, θα διατηρήσουν την Ελλάδα στον βυθό της κρίσης.

Το εισιτήριο για τον επιβάτη έκανε 50 ευρώ και για το αυτοκίνητο 75, δηλαδή σχεδόν όσα χρεώνει το κατά πολύ ανώτερο σε υπηρεσίες, ταχύτητα και αξιοπιστία Highspeed, για τη διπλάσια διαδρομή, από τον Πειραιά στην Σαντορίνη.

Το γιατί συμβαίνει αυτό είναι απλό: Μονοπώλιο. Τα συμβατικά κρουαζιερόπλοια που έκαναν την ίδια γραμμή έχουν αποσυρθεί. Ελλείψει ανταγωνισμού, η εταιρεία που εκμεταλλεύεται το Mega Jet τιμολογεί, όπως της κατέβει. Η έλλειψη όμως ανταγωνιστή δεν μπορεί να δικαιολογεί την απόλυτη αυθαιρεσία, στον τόσο ευαίσθητο τομέα των εξαγωγών μας, που λέγεται τουρισμός. Θα ήταν λογικό, αν ήθελε να χαμηλώσει την ταχύτητα για λόγους οικονομίας, να το δηλώσει και να χαμηλώσει και την τιμή του εισιτηρίου, ανάλογα και με ότι συμβαίνει σε άλλες γραμμές. Αν όχι, τουλάχιστον θα έπρεπε να μπορεί να ανταποκριθεί στην υπόσχεση της για “γρήγορο και άνετο ταξίδι”. Και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο, δεν γίνεται...












Η φωτό είναι από το wwww.dailypress24. blogspot.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Μy Heart Is Jumping" των Γάλλων Bibi Tanga & The Selenites.



buzz it!

28.7.12

O ρατσισμός και άλλα στο δημόσιο διάλογο

Ας αρχίσουμε με την παραδοχή πως οι μετριοπαθείς εκτιμήσεις και απόψεις, είναι πάντοτε οι κοντινότερες στις αληθινές διαστάσεις των πραγμάτων. Και με μια παρατήρηση για το πόσο δύσκολος είναι ο δημόσιος διάλογος, σε αυτή την κοινωνία, που αρέσκεται στην αντίδραση για την αντίδραση - και γενικά διακρίνεται από τις μεσογειακές παθογένειες.


Κι ας χτίσουμε τον συλλογισμό μας από τα βασικά:
Ρατσισμός (ή καλύτερα ακόμα ρατσιστικές διακρίσεις, σύμφωνα με τον ορισμό του ΟΗΕ) είναι το σύνολο των συμπεριφορών που αποβλέπουν στο να απαξιώσουν μια φυλή ή μια εθνική/κοινωνική ομάδα, συνολικά. Κοινώς, να επικρίνουν έναν άνθρωπο για πράγματα τα οποία έχει κληρονομήσει ή δεν μπορεί να αλλάξει, χωρίς να υποστεί βιασμό ή αλλοίωση της ύπαρξης του: Το χρώμα του δέρματος του, την εθνική, φυλετική ή θρησκευτική του καταγωγή, την παιδεία που έλαβε ως παιδί, τις σεξουαλικές του επιθυμίες, το ύψος του κορμιού του ή το χρώμα των ματιών του.

Ρατσισμός δεν είναι να επικρίνεις μια ομάδα ανθρώπων ή μια οργανωμένη κοινωνία, για τις συλλογικές (ή κατά περίπτωση ατομικές) της συμπεριφορές, που είναι αποτέλεσμα επιλογών. Για παράδειγμα, μπορεί (δικαίως ή αδίκως) να επικρίνει κανείς τους Γερμανούς γιατί εξέλεξαν τη Μέρκελ (ή παλαιότερα τον Χίτλερ), λαϊκές πλειοψηφίες της Ανατολής γιατί επιτρέπουν ή ενθαρρύνουν τον θρησκευτικό εξτρεμισμό ή τους Έλληνες γιατί είναι κατά τεράστιο ποσοστό αγύμναστοι ή ωθούν τα παιδιά τους στην παχυσαρκία. Στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ή της διεθνούς συνύπαρξης και συνεργασίας, μπορείς κανείς να ζητήσει (συνήθως το κάνει μόνη της η ζωή) να υποστούν και τις συνέπειες της συλλογικής τους ευθύνης, ιδίως αν έχουν αναλάβει διαφορετικές υποχρεώσεις. Το να ισοπεδώνεις συνολικά όμως και να θεωρείς κάθε Έλληνα a priori αγύμναστο ή τεμπέλη με τη διατροφή των παιδιών του, επειδή αυτή μπορεί να είναι η γενική κοινωνική τάση, αποτελεί καταφανώς προκατάληψη - και άρα ρατσιστική διάκριση. Το ίδιο ισχύει για οποιαδήποτε άλλη κοινωνική εκδήλωση ή συμπεριφορά.

Στην περίπτωση της αθλήτριας που αποκλείστηκε από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου, εγέρθηκαν πολλές αντιρρήσεις, που έχουν σχέση με την ελευθερία του λόγου ή των ιδεών. Μόνο που η ελευθερία του (δημόσιου) λόγου έχει τους περιορισμούς της, ειδικά όταν αφορά άτομα με δημόσιο ρόλο. Στις αντιρρήσεις αυτές, παραβλέπεται οτι οι αθλητές έχουν συγκεκριμένες δεσμεύσεις, όταν συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες, αλλά και το γεγονός οτι διάφορες επαγγελματικές ή κοινωνικές ομάδες είναι υποχρεωμένες να αυτοπεριοριστούν, όταν εκτελούν ένα κοινωνικό λειτούργημα, εκπροσωπούν το σύνολο του λαού ή απολαμβάνουν ιδιαιτέρων προνομίων. Για παράδειγμα, οι αξιωματικοί, οι δικαστές και οι αρχιερείς δεν δικαιούνται να χρησιμοποιούν τη θέση τους για να εκφράσουν δημοσίως πολιτικές (πόσο μάλλον ρατσιστικές) απόψεις και να επηρεάσουν με αυτές - παρά το γεγονός οτι ειδικά οι τελευταίοι έχουν παραβιάσει ανοίκεια, πολλές φορές κατά το παρελθόν, τη δέσμευση που απορρέει από τον ευαίσθητο ρόλο τους.

Μια αλλη πλάνη που κυκλοφόρησε πολύ είναι οτι η καταπολέμηση των ρατσιστικών αντιλήψεων αποτελεί μια “αριστερή” θέση ή αίτημα. Είναι προς τιμήν της αριστεράς (και υπαρξιακή της υποχρέωση) που δείχνει ιδιαίτερη ευαισθησία στα ζητήματα αυτά. Αλλά αντιθέτως προς τα διάφορα λεγόμενα, είναι υποχρέωση κάθε δημοκρατικής πολιτείας, που συμμετέχει στον ΟΗΕ και έχει υπογράψει τις διεθνείς συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα (όπως σχεδόν στο σύνολο τους οι δυτικές και ευρωπαϊκές χώρες) να καταπολεμήσει με κάθε νόμιμο και θεμιτό μέσο τις ρατσιστικές διακρίσεις - και μάλιστα να επιδιώκει την ιδεολογική, πολιτική και ηθική εξόντωση των αντιλήψεων αυτών (σε αντιδιαστολή με τη φυσική εξόντωση των “κατώτερων” εχθρών του και χωρίς το μίσος προς το διαφορετικό, που πρεσβεύει ο ρατσισμός). Το οτι η δημοκρατία δεν υιοθετεί επ’ ουδενί τις ολοκληρωτικές πρακτικές των αντιπάλων της για να αμυνθεί, δεν σημαίνει οτι ανέχεται να τη διαβρώνουν συστηματικά (και χωρίς απάντηση) αντιλήψεις, που επωφελούνται από την ανεκτικότητα της, ως προς την ύπαρξη της διαφορετικής άποψης.

Σε χώρες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, προκρίνονται μάλιστα πολιτικές που “νοθεύουν” άλλες αρχές, όπως αυτή της ίσης αντιμετώπισης των πολιτών, προκειμένου να αντιμετωπιστούν στην πράξη οι παράνομες ρατσιστικές διακρίσεις, προς διάφορες μειονότητες. Για παράδειγμα, προβλέπονται ποσοστώσεις στην εισαγωγή στα πανεπιστήμια ή στις προσλήψεις σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, με κίνδυνο να καταλάβει τη θέση κάποιος με λιγότερα προσόντα από κάποιον άλλον, ακριβώς επειδή είναι ισπανόφωνος ή αφροαμερικανός. Η κοινωνική διάσταση και η ανάγκη για ενσωμάτωση εδώ προκρίνονται της αξιοκρατίας, που όμως δεν υποχωρεί ολοσχερώς, όπως ενδεχομένως θα ήθελε μια μη προοδευτική “αριστερή” αντίληψη. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς “αριστερές” τις πολιτικές αυτές (και κατ’ επέκταση και τις οργανωμένες κοινωνίες που τις υιοθετούν), αλλά ουσιαστικά προοδευτικές, στο βαθμό που προάγουν συνολικά την κοινωνία στο σύνολο της.

Η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση της διελκυστίνδας περί την τιμωρία της αθλήτριας άπτεται μιας άλλης αρχής, αυτής της αναλογικότητας της ποινής. Ένα ενδιαφέρον ερώτημα είναι αν μια “επιπολαιότητα” της στιγμής αξίζει να οδηγήσει στον αποκλεισμό από τη μεγαλύτερη αθλητική διοργάνωση. Πέρα από το παρελθόν των αντιλήψεων της όπως καταγράφηκε στα social media, την απάντηση δίνει η ίδια η ζωή και οι κανόνες που έχουν τεθεί: Εάν δεν το έκανε η ΕΟΕ, θα το έκανε η ΔΟΕ, είναι βέβαιο (αυτό απαντάει άμεσα και στο αν το σχόλιο ήταν ρατσιστικό). Ανεξάρτητες και οι δύο, δεν μπορούν να ταυτίζονται άλλωστε και με την ελληνική πολιτεία, όπως προσπάθησε κουτοπόνηρα με την ερώτηση προς υπουργό (!), ο “διαπρεπής” χαστουκιστής του δημόσιου βίου (και όσοι κρυφοί ή φανεροί ακροδεξιοί συντάσσονται πίσω από τις απόψεις του).

Και σε κάθε περίπτωση, η τιμωρία δεν είχε ούτε ποινικές, ούτε άλλες (μόνιμες στο χρόνο) διαστάσεις, αλλά τη διοικητική στέρηση της συμμετοχής, σε αυτή εδώ τη διοργάνωση. Πολύ σωστά επισημάνθηκε οτι δεν έχει σημασία μόνο το περιεχόμενο (content), αλλά και το πλαίσιο (context). Κανείς δεν ζητά “πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων” από μια αθλήτρια, αλλά της ζητά να περιορίζει στην απολύτως προσωπική σφαίρα τις απόψεις της, δεδομένου οτι αποτελεί και “πρότυπο” για κάποιους. Κατ’ αναλογίαν, κανείς δεν απαγορεύει σε έναν αστυνομικό να ψηφίζει Χρυσή Αυγή, αλλά εάν δημοσιοποιεί την ιδεολογία του (πόσο μάλλον αν αυτή υπαγορεύει τις πράξεις του), η τιμωρία θα πρέπει να είναι ιδιαιτέρως αυστηρή. Η μετακύλιση άλλωστε της “κοινωνικής ευαισθησίας” στη μη τήρηση κανόνων, είναι από τις βασικές αιτίες της πολυδιάστατης ελληνικής κρίσης.

Ως συνήθως, εγέρθηκαν διάφορες άλλες αντιρρήσεις ή αναλογίες, χωρίς αντίκρυσμα. Το αν η ελληνική κοινωνία ανέχεται ή γελάει με μια ρατσιστική διαφήμιση, το αν το ελληνικό πολιτικό σύστημα ή ο Κούβελος είναι φαύλοι και υποκριτές, το αν η ΔΟΕ έχει άλλα μέτρα και σταθμά για ολοκληρωτικά καθεστώτα, το αν τα ολυμπιακά ιδεώδη έχουν πνιγεί στη μίζα και στη ντόπα ή το αν αποτελεί υποκρισία να τιμωρείται ένα tweet την ώρα που συμβαίνουν (άλλα) σημεία και τέρατα στην Ελλάδα της κρίσης, αποτελούν πιθανώς θεμιτές παρατηρήσεις, αλλά στη συγκεκριμένη συζήτηση άσχετους συμψηφισμούς, υπεκφυγές ή υποκριτικές δικαιολογίες, του γνωστού τύπου “μα γιατί με γράφετε που παραβίασα το κόκκινο φανάρι, ενώ τα λαμόγια λυμαίνονται το κράτος και κλέβουν εκατομμύρια”. Όσο για την πολιτική ορθότητα, είμαστε τόσο μακριά από το να μας καταλάβει εξ ολοκλήρου, που η επίκληση της ως αρνητικό χαρακτηριστικό των χειρισμών, αποτελεί άλλη μια προσπάθεια που θυμίζει τον Χριστόδουλο να ξορκίζει τις προοδευτικές αντιλήψεις με το νεολογισμό “φωταδιστές”.

Αντιθέτως, κατά την ταπεινή μου άποψη, η τιμωρία αυτή έχει συμβολικό και παιδευτικό χαρακτήρα. Αγγίζοντας ένα τεράστιο κοινό, υπηρετεί μια πολύ βασική λειτουργία: Μέσα σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από τον καφενειακό διάλογο, την όξυνση ενός “φανατισμού των άκρων” και το απόλυτο ξεχαρβάλωμα σε αρχές και αξίες, οι ρατσιστικές διακρίσεις, έστω και ως “αφελείς ανεκδοτολογικοί υπαινιγμοί”, πρέπει να έχουν κόστος γι αυτόν που τις προπαγανδίζει. Ανησυχητικό είναι οτι με τις αντιδράσεις της, η κοινωνία δείχνει την έλλειψη ωριμότητας της, όσο και τον βαθμό συνειδητοποίησης που έχει για τη σοβαρότητα της κατάστασης, σε σχέση με τον κίνδυνο εκφασισμού της κοινωνίας μας, με αφορμή και την κρίση. Χαρακτηριστικό των αντιλήψεων αυτών, όπως φάνηκε άλλωστε και από την αναδίπλωση (αλλά και τη γενικότερη πολιτεία των χρυσαυγιτών) είναι η υποκρισία και η επίσημη άρνηση των απόψεων, αλλά και της ηθικής ή φυσικής αυτουργίας σε εγκληματικές πράξεις, γι αυτό και η απάντηση πρέπει να είναι ιδιαίτερα επιφυλακτική και “μη ανεκτική”. Κανένα δικαιώμα δεν προασπίζεται με την καταπάτηση άλλου δικαιώματος και η μειονότητα που επιδιώκει τον αφανισμό των άλλων μειονοτήτων, δεν δικαιούται καμίας προστασίας.

Αντιλαμβάνομαι πλήρως τις επιφυλάξεις πολλών σκεπτομένων ανθρώπων, οτι ο αντίκτυπος μιας “λάθος πολιτικής” μπορεί να είναι η ενδυνάμωση των ρατσιστικών, μισαλλόδοξων, ξενοφοβικών και εν τέλει φασιστικών αντιλήψεων. Απαντώ οτι ακόμα και στην πολιτική, δεν μπορεί να είναι όλα “πολιτική”. Και οτι ο “τακτικισμός της ανοχής” ούτε δείχνει να αποδίδει, αλλά ούτε μπορεί και να είναι ο οδηγός μας. Κάποιες φορές, η επίσημη αντίδραση πρέπει να διέπεται αποκλειστικά από τις αρχές μας, όποιο κι αν είναι το κόστος. Κι ας παραβλέπουμε πιθανώς άλλες αρχές - αυτές πρέπει να ανακτήσουμε κι όχι να ισοπεδώσουμε “προς τα κάτω”.

Κάποτε, στην εποχή της άνθησης της μεταπολιτευτικής μας φούσκας, ένας “διαπρεπής” εκπρόσωπος των κοινωνικών εταίρων, ζήτησε την ερμηνεία μου γιατί ο Σημίτης “άνοιξε τώρα αυτό το αυτοκαταστροφικό μέτωπο με τους παπάδες, για ένα τόσο ασήμαντο ζήτημα, όπως οι ταυτότητες”. Διαβρωμένος όπως ήταν από τη μικροπολιτική, δεν μπορούσε να φανταστεί την απάντηση μου: “Μήπως γιατί έχουμε αργήσει τραγικά να το κάνουμε, ως χώρα; Και μήπως γιατί, πολύ απλά, πιστεύει οτι αυτό πρέπει να γίνει;”












H φωτό είναι από το www.belfastglobe.co.uk και το εξώφυλλο από το www.israbox.com


Το post συνοδεύεται από το "Sitting On The Dock Of The Bay", στη διασκευή της Γιαπωνεζο-βραζιλιάνας Lisa Ono.


buzz it!

24.7.12

Επιμένοντας στη Σαντορίνη

Όπως (σχεδόν) κάθε χρόνο (κι επειδή πέρσυ έκανα απουσία), επιστρέφω με ακόμα μεγαλύτερο κέφι σε ένα από τα αγαπημένα μαγαζιά της ζωής μας, που επιμένουν ακόμη.

Μια βραδιά στο Casablanca Soul λοιπόν, για όσους βρεθούν στο νησί αυτές τις μέρες, με jazz, funk soul και rock και τα vibes της παλιάς Σαντορίνης.















Η αφίσα είναι από το Casablanca (σε μεταποίηση αφίσας από το περιοδικό "Αν") και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από μια απίστευτη εκτέλεση του "Fly Me To The Moon" από την Αμερικανίδα Lyn Collins.

buzz it!

13.7.12

H φούσκα της ισοπέδωσης...

O παρκαδόρος από την Αλβανία ήταν τουλάχιστον ειλικρινής, την ώρα που κολλούσε ένα τεράστιο “Πωλείται”, στο πίσω τζάμι της ασημένιας κουπέ BMW του: “Αυτά τα πράγματα τα κάνεις - και μετά τα μετανοιώνεις. Τότε που το αγόρασα, μεταχειρισμένο, το 2004, βγάζαμε όλοι λεφτά. Είκοσι χιλιάδες το πήρα. Τώρα, δεν μπορώ να το κρατήσω άλλο. Εμείς οι Αλβανοί, είμαστε τρελλοί με τα αυτοκίνητα, μόλις βγαίνει στην έκθεση, πάμε και το αγοράζουμε. Και όλοι θέλουνε το καλύτερο, τουλάχιστον Μερσεντές.”

Αναρωτήθηκα αν η βαλκανική φούσκα που μου περιέγραφε, είχε μεγάλες διαφορές από τη δική μας. Μόλις την περασμένη Κυριακή το βράδυ, μετρούσα τα πολυτελή αυτοκίνητα, που σχημάτιζαν ουρές, μετά από μια έξοδο λόγω και του καύσωνα, στην είσοδο της Αθήνας. Αν και η κρίση έχει σαφώς μειώσει τη χρήση τους (όπως έχει λύσει αρκετά προβλήματα σε σχέση με το κυκλοφοριακό και την ενεργειακή σπατάλη, λόγω ακρίβειας καυσίμων), υπάρχουν ακόμα αρκετά στους δρόμους, έστω εκ περιτροπής. Άλλωστε, ειναι λογικό, όσα κι αν πουλήθηκαν σε μάντρες ή στο εξωτερικό, τα περισσότερα παραμένουν στα χέρια των κατόχων τους. Όσοι δεν μπορούν να τα πουλήσουν, χωρίς να τα “σκοτώσουν”, αναγκαστικά τα χρησιμοποιούν περιορισμένα, προσπαθώντας να διασώσουν το προηγούμενο επίπεδο αυτοκίνησης τους. Αν πάλι έχουν μαύρα (ή νόμιμα) λεφτά στο πλάι, δεν προβληματίζονται ιδιαίτερα...

Πριν από μήνες, είχα μια “χαριτωμένη” αντιπαράθεση, με νέο συνάδελφο, οικονομικό συντάκτη, που χρησιμοποιούσε το δημοσιογραφικό κλισέ, για “τεκμήρια-φωτιά”, σε σχέση με τα ΙΧ. Αναρωτήθηκα αν είναι παράλογο να πρέπει να δηλώνεις ένα ελάχιστο εισόδημα των 8.800 ευρώ το χρόνο, αν θέλεις να έχεις ένα (σχετικά καινούργιο) αυτοκίνητο δύο χιλιάδων κυβικών εκατοστών. Η απάντηση ήταν αφοπλιστική: “Μα αφού είμαι άνεργος ή υποαπασχολούμενος, δεν τα βγάζω τα λεφτά...” “Και πρέπει να έχεις ένα δίλιτρο αυτοκίνητο, όταν είσαι άνεργος;” “Όχι, αλλά αφού αυτό έχω, δεν μπορώ να το πουλήσω - και το χρειάζομαι”...

Η ιδέα οτι μπορεί να στερηθείς το ΙΧ, όταν περνάς τόσες οικονομικές δυσκολίες, ήταν εκτός συζήτησης. Ούτε τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς υπήρχαν, ούτε η (έστω με δυσμενείς όρους) αντικατάσταση με κάτι μικρότερο. Στην ουσία, ξεδιπλωνόταν το πώς η ελληνική κοινωνία αυτοπαγιδεύτηκε, ζώντας “πέρα από το πάπλωμα” της.

Δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες αυτής της χώρας, έκαναν κατάχρηση στο κινητό και στο αυτοκίνητο (για να μην πούμε για το ακίνητο, που εξασφαλίστηκε ως επί το πλείστον με μαύρα λεφτά και χτίστηκε χωρίς ασφαλιστικές εισφορές και την πρέπουσα φορολόγηση). Χιλιάδες τζιπ και σεντάν μεγάλου κυβισμού αγοράστηκαν, με το πρόσχημα του “γερού αυτοκινήτου” και της “ασφαλούς οδήγησης”. Εντάξει, τα τζιποειδή ταιριάζουν στην Ελλάδα της λακούβας, του “καβαλάω το πεζοδρόμιο” και του χωματόδρομου στα νησιά, αλλά μήπως η επίδειξη μέτρησε περισσότερο; Και μήπως τώρα βρεθήκαμε (σχεδόν) όλοι, με οχήματα που δεν μπορούμε να τα συντηρήσουμε, φτάνοντας ακόμα και στο εγκληματικό κόψμο της ασφάλειας, γιατί αρνούμαστε να τα παρκάρουμε, όπως κάνουν πολλοί άλλοι, που παραδίδουν τις πινακίδες;

Αν η απόκτηση ενός καλού αυτοκινήτου ήταν κάποτε ένα αίτημα, για (μεταξύ άλλων) ανανέωση του γερασμένου μας στόλου και μια ένδειξη σύγκλισης με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, μήπως σήμερα ανακαλύπτουμε την αμετροέπεια μας - και την έλλειψη πρόβλεψης, ώστε να μην αιμορραγούμε με τόσες πολλές εισαγωγές; Η υπόθεση “αυτοκίνητο” στην Ελλάδα είναι πονεμένη - κι έχει πολλά υπανάπυκτα και φαλλοκρατικά χαρακτηριστικά, αλλά τελικά, υποκρύπτει μια ευρύτερη προβληματική νοοτροπία.

Η κουλτούρα της μεταπολίτευσης, μαζί με το “του Έλληνα ο τράχηλος ζυγό δεν υποφέρει”, ανέδειξε και την πλήρη ισοπέδωση της αξιοκρατίας και της ανταπόδοσης. Όλοι, πολύ απλά, είχαν δικαίωμα στα πάντα. Εντάξει, πάρα πολλοί πλούτισαν με “αρπαχτές”, λαμογιές και φοροδιαφυγή - και φρόντισαν να επιδείξουν το νεοπλουτισμό τους. Αυτό δεν σημαίνει όμως, οτι οποιοσδήποτε εργαζόταν σε μια ΔΕΚΟ, είχε δεν είχε τα προσόντα, εδικαιούτο να έχει έναν μισθό (τουλάχιστον) διευθυντή ή στελέχους. Το να έχουν άνθρωποι με στοιχειώδη εκπαίδευση (και χωρίς ιδιαίτερο κόπο ή ικανότητες) μισθούς μερικών χιλιάδων ευρώ και να αισθάνονται οτι δικαιούνται τη ζωή του εύπορου αστού, με το εξοχικό και το ακριβό αυτοκίνητο, αποτέλεσε τη χαριστική βολή, σε μια κοινωνία που δεν έβαλε ποτέ κανόνες και αξιολόγηση στη ζωή της.

Με την χαρακτηριστική άνεση μας, στρογγυλοποιήσαμε τα πάντα προς τα πάνω, όταν ήλθε το ευρώ. “Κουβαρντάδες” όπως ειμαστε, δεν τολμήσαμε να μετράμε τις δυνάμεις μας, μην και μας πουν τσιγγούνηδες, σαν τους μετρημένους “Γερμαναράδες”. Και αρνούμαστε ακόμα να δούμε, οτι αν η “κρατική αγελάδα” δεν δουλεύει με διαφάνεια και συμμάζεμα, αλλά περιμένουμε να παρέχει προς όλους, τότε γινόμαστε μια χώρα χωρίς επαρκή παραγωγή.

Υπερτιμολογώντας τα πάντα, παρά την πραγματική μας αξία, φτιάξαμε τη δική μας φούσκα. Μην υπολογίζοντας, οτι η κοινωνική δικαιοσύνη δεν έρχεται με την εξάπλωση της διαφθοράς ή της ισοπεδωτικής εξίσωσης των υπηρεσιών. Και πάνω από όλα, ξεχνώντας οτι αν η πολυτέλεια δεν έχει ανταπόδοση στην προσφορά όλων στο κοινωνικό σύνολο, τότε το τελευταίο καταρρέει...












Η φωτό είναι από το www.caretro.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Girl In A Sports Car", του Βρετανού Chris Rea

buzz it!

4.7.12

Παίζοντας κατενάτσιο με τρύπια άμυνα...

“Αν δεν αλλάξει το πολίτευμα, κανείς τους δεν θα μπει στη φυλακή” (ενώ αν αλλάξει, θα μπουν και μερικές χιλιάδες ακόμα, που δεν πρέπει). “Να απολογηθεί η κυβέρνηση για τις αυτοκτονίες” (αδιευκρίνιστα πόσες, λόγω κρίσης). “Να μη δεχθεί η κυβέρνηση καν την τρόικα, αν δεν συμφωνήσουν να ισχύσουν και για μας τα ίδια” (να τους στείλουμε πίσω λοιπόν - και μετά από λίγες εβδομάδες, να τους παρακαλάμε να μας στείλουν την επόμενη δόση). Να πλειοδοτούμε σε καφενειακές αντιλήψεις και να κάνουμε τα πάντα, εκτός από αυτό που έχουμε συμφωνήσει να κάνουμε...

Το δυσκολότερο σημείο, στην πορεία μιας χώρας, που θα πρέπει τουλάχιστον για μια δεκαετία να παλέψει για την έξοδο από την κρίση και την ανατροπή των περισσότερων παθογενειών της, είναι πάντα αυτό: Πώς ο δημόσιος διάλογος δεν θα περιστρέφεται γύρω από ουτοπικές, κουτοπόνηρες και λαϊκίστικες θέσεις. Πώς μεγάλη μερίδα της κοινωνίας, των μέσων και του πολιτικού κόσμου θα αποφεύγει μονίμως να πράξει (έστω και λανθασμένα), προς μια δημιουργική κατεύθυνση αποτελμάτωσης, αλλά θα επιδιώκει να αντιμετωπίσει την κρίση, με παλιά και ξεπερασμένα (εως καταστροφικά) εργαλεία.

Πρωτοσέλιδα εξακολουθούν να προσπαθούν να ελκύσουν αναγνώστες με ανακοινώσεις για προσλήψεις, καπηλευόμενα τον πόνο των ανέργων. Ρεπορτάζ εξακολουθούν να υποδεικνύουν τρόπους για να αναγνωριστούν “πλασματικά” χρόνια, να εξασφαλιστεί ακόμα νωρίτερα η σύνταξη, “να αποκατασταθούν αδικίες” ως προς τις πρόωρες συντάξεις για μητέρες με ανήλικα. Αντί να συζητήσουμε πώς επιτέλους θα φτιαχτούν δομές (ώστε να προστατεύεται η εργαζόμενη από αυθαιρεσίες και ελλείψεις) και να εξασφαλίζεται, όπως σε όλη την Ευρώπη, η επαγγελματική πορεία μιας μητέρας ως τη μεγαλύτερη δυνατή ηλικία, εξακολουθούμε να αναζητούμε το αντίδοτο στη συνταξιοδότηση, λίγο πριν ή μετά τα πενήντα.

Αντί να προσπαθούμε να εκμεταλλευτούμε την κρίση, ώστε η οικονομία να αναγεννηθεί (έστω και με αργά βήματα), επιτέλους σε μια υγιή και όχι παρασιτική βάση, εξακολουθούμε και ανακαλύπτουμε καθημερινά και μια νέα κομπίνα, με επίκεντρο ένα κράτος-ευκαιρία για τον πλουτισμό υπαλλήλων και μη. Αντί να κάνουμε το παν, σε αναπτυξιακό, φορολογικό και εν γένει σταθεροποιητικό επίπεδο για να λειτουργήσει η επιχειρηματικότητα (γιατί πώς αλλιώς θα έρθουν οι δουλειές για τους ανέργους), κοιτάμε να διασφαλίσουμε ένα πελατειακό και κρατικίστικο μοντέλο, που βασίστηκε στην κατανάλωση, με το πρόσχημα να μην ρίξουμε και άλλους ανθρώπους στην ανεργία - όντας έτοιμοι να βγούμε στους δρόμους "ενάντια στο ξεπούλημα". Όσο όμως προσπαθούμε να διατηρήσουμε ένα τριτοκοσμικό κράτος, τόσο θα κλείνουν οι επιχειρήσεις και η ύφεση θα βαθαίνει.

Πράγματι, το μέγεθος του ελληνικού δημοσίου μπορεί να μην είναι δυσανάλογο με τον πληθυσμό και το ΑΕΠ της χώρας. Είναι όμως κοινός τόπος οτι πάσχει, ως προς τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα, αποτελώντας μοχλό υστέρησης και όχι προόδου. Αντί να ενισχυθεί ο κομβικός του ρόλος, το πρώτο που τίθεται ως “κόκκινη γραμμή” (και από τα τρία κόμματα της συγκυβέρνησης), είναι “όχι απολύσεις”. Αντί να μπει λοιπόν η προμετωπίδα “αξιολόγηση και αξιοκρατία”, επιδιώκεται και πάλι η διατήρηση ενός άδικου status quo: Το ελληνικό δημόσιο είναι γεμάτο και από υπαλλήλους άχρηστους και αντιπαραγωγικούς. Πολλοί από αυτούς, με την πίεση της αξιολόγησης (ή και του φόβου της απόλυσης) θα αποδώσουν πολύ καλύτερα. Άλλοι, που αποτελούν “αβοήθητες” περιπτώσεις, ας αντικατασταθούν με ικανότερους. Σε κάθε περίπτωση, η εξυγίανση είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητη.

Η αποκάλυψη οτι οι μίζες του Άκη Τσοχατζόπουλου είναι τουλάχιστον δύο δις ευρώ, προκάλεσε δέος για το μέγεθος της διαφθοράς, στο πιο προνομιακό γι αυτό το φαινόμενο υπουργείο. Ωστόσο, το δυσθεώρητο αυτό ποσό, που αντιστοιχεί σε κάποια χρόνια συναλλαγών για εξοπλισμούς, δεν αποτελεί παρά το έλλειμμα της λειτουργίας του δημοσίου (μέχρι να μπούμε σε μνημόνιο), για ένα μόνο μήνα! Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα οτι πρέπει να μειωθεί μόνο το μισθολογικό κόστος, αλλά είναι βέβαιο οτι πρέπει να περιοριστούν οι δραστηριότητες του δημοσίου που δεν προσφέρουν τίποτα - και να αντικατασταθούν από άλλες. Και κυρίως, θα πρέπει επιτέλους να τεθεί σε σοβαρή βάση η λειτουργία των μηχανισμών ελέγχου και απελευθέρωσης από προστατευτισμούς και αγκυλώσεις, που θα μας βγάλουν από τις τελευταίες θέσεις στους πίνακες ανταγωνιστικότητας και τις πρώτες στους πίνακες της διαφθοράς.

Είναι πολύ λογικό να προσπαθούμε να ωφεληθούμε το μέγιστο δυνατό, από τις αποφάσεις της τελευταίας συνόδου, ώστε να ισχύσει και για μας η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, χωρίς επιβάρυνση του δημόσιου χρέους (και έξοχος ο επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών Σβόμποντα προς τους πρωθυπουργούς Φινλανδίας και Ολλανδίας: "Κοιμόσασταν το βράδυ της Συνόδου ή θέλετε να πείτε κάτι άλλο στους λαούς σας;")Τώρα όμως που πέρασε το τρίμηνο των (δήθεν ανέξοδων) προεκλογικών υποσχέσεων πάνω σε μια ατζέντα εκτός ρεαλισμού, είναι απολύτως απαραίτητο να επανέλθουμε στη σκληρή πραγματικότητα - και να προσπαθήσουμε κιόλας να ανακτήσουμε το έδαφος που χάσαμε. Έχοντας υπόψιν μας, όχι μόνο το μέγεθος του ΑΕΠ μας (2% της ευρωζώνης έναντι 25% της Ιταλίας, χωρίς να υπολογίζουμε τη γενικότερη “εξαγωγική” ισχύ της οικονομίας), αλλά και γενικότερα το “μπόι μας”, που δεν εξαρτάται μόνο από τη δύναμη μας, αλλά κυρίως από τη συμπεριφορά μας.

Άραγε το “εθνικό μας φιλότιμο” εξαντλείται στο να εκτοξεύουμε μύδρους κατά των “κατοχικών δυνάμεων” και της "εκχώρησης λαϊκής κυριαρχίας", ενώ την ίδια ώρα δεχόμαστε βοήθεια με προνομιακά επιτόκια και από χώρες που έχουν μισθούς και συντάξεις υποπολλαπλάσιες των δικών μας; Και πώς αντιλαμβανόμαστε την έννοια της συνεργασίας και της ένταξης σε ένα κοινό ευρωπαϊκό σύνολο, όταν μοιάζουμε να τείνουμε μόνο το χέρι; Και γιατί δεν ρίχνουμε όλες μας τις προσπάθειες, ώστε να περιορίσουμε δραστικά τις δαπάνες του δημόσιου τομέα, το έλλειμμα του οποίου ήταν πρωτίστως ο λόγος, για τον οποίων βρεθήκαμε στην ανάγκη των δανειστών μας;

Η εικόνα μας προς τα έξω, επί σχεδόν τρία χρόνια, είναι οτι η μόνη επιμέλεια που δείχνουμε, είναι στο πώς θα αποφύγουμε με κάθε τρόπο να κάνουμε βήματα, προς την κατεύθυνση των υποχρεώσεων μας, αλλά και του δικού μας συμφέροντος. Και οτι μόνο πομφόλυγες του τύπου “αν στη κυβέρνηση ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ, τότε το όφελος θα ήταν τουλάχιστον (!!!) όσο αυτό της Ιταλίας ή της Ισπανίας”, ξέρουμε να εκτοξεύουμε.

Μόνο με σκληρή δουλειά, μέσα από την ενδυνάμωση δημοκρατικών λειτουργιών και θεσμών, μπορούμε να αποφύγουμε το φάσμα της απομόνωσης και της χρεοκοπίας. Κάποια υπουργεία έχουν ενδεχομένως στην ηγεσία τους πρόσωπα που εμπνέουν εμπιστοσύνη, ως προς την αποτελεσματικότητα τους. Δείχνουν όμως απελπιστικά μόνοι, τόσο στην κυβέρνηση, όσο και στο συνολικό “πολιτικό τοπίο”, που αρνείται να συναινέσει σε μια νέα ατζέντα και μοιάζει ολοένα και περισσότερο με μια ποδοσφαιρική ομάδα, που παίζει επίμονα κατενάτσιο, με τρύπια άμυνα - και ανύπαρκτη επίθεση.

Γιατί ταυτοχρόνως, έχουμε και έναν άλλον, πολύ σοβαρό κίνδυνο να αντιμετωπίσουμε: τον εκφασισμό της κοινωνίας. Κι αν ειναι δύσκολο να τεθούν εκτός νόμου, με βάση το ελληνικό σύνταγμα, ιδεολογίες και πολιτικοί σχηματισμοί, πρέπει να αντιδράσουμε άμεσα, ως οργανωμένη κοινωνία, στις επιμέρους συμπεριφορές: Σε όλον τον πολιτισμένο κόσμο, ο ρατσισμός και οι διακρίσεις είναι παράνομες. Και τα πογκρόμ κατά μεταναστών, καθώς και οι δημαγωγίες του τύπου “φιλανθρωπικές δομές και αλληλεγγύη μόνο για Έλληνες” πρέπει να απορριφθούν άμεσα ως έκνομες και επικίνδυνες ενέργειες. Αν δεν θέλουμε να βρεθούμε μπροστά στον φαύλο κύκλο η κατρακύλα της οικονομίας να τροφοδοτεί αενάως αυτόν της δημοκρατίας - και το ανάποδο...













H φωτό είναι από το www.miniboro.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Sinkin' Soon" της Ινδο-Αμερικανίδας Norah Jones.

buzz it!

1.7.12

Η νίκη του ευρωπαϊκού νότου...

Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι αυτό που με ενθουσιάζει σε ταινίες σαν τις «Γυναίκες του 6ου Ορόφου». Είναι το χιούμορ και αυτή η “feelgood” διάθεση που σου μεταδίδουν; Είναι ο σαρκασμός της παρισινής "bourgeoisie" των αρχών της δεκαετίας του '60 και η υποδόρια πολιτική ματιά, μιας κατά τα άλλα ευδιάθετης κομεντί; Είναι η γοητευτική παρουσία της νεαρής υπηρέτριας, που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα του άχαρου, αλλά καλοπροαίρετου καλοζωισμένου εραστή-αφεντικού.

Χωρίς να είναι αριστούργημα, η ταινία επιβεβαιώνει, ακόμη μια φορά, την άνθηση του γαλλικού σινεμά τα τελευταία χρόνια, που διαπιστώσαμε πριν από λίγο καιρό με τους "Intouchables" και άλλες προσπάθειες. Με φόντο την κοινωνική πραγματικότητα της Γαλλίας (αλλά και όλης της Ευρώπης), στο φουλ της μεταπολεμικής ανάπτυξης και αρκετά χρόνια πριν τελειώσει η εποχή των δικτατοριών και του ψυχρού πολέμου, η κομεντί του Philippe Le Guay καταγράφει την πάλη των τάξεων, με τον τρόπο που μόνο οι ακομπλεξάριστοι αφηγητές μπορούν: Με την καλώς εννοούμενη ελαφρότητα και τον αυτοσαρκασμό, χωρίς βεβαίως να αποφεύγει και την εξιδανίκευση, προς χάριν του μύθου.

Όποιος είχε επισκεφθεί το Παρίσι τις δεκαετίες του '60 και του '70 (αλλά και αργότερα), θα είχε διαπιστώσει ότι πάρα πολλές θυρωροί και υπηρέτριες έρχονταν από την Ιβηρική χερσόνησο. Ευρωπαίες "δεύτερης κατηγορίας", προερχόμενες από τη φτώχεια του νότου και τα δικτατορικά καθεστώτα του Φράνκο και του Σαλαζάρ, που στραγγάλιζαν τις χώρες τους επί δεκαετίες, οι Ισπανίδες και οι Πορτογαλέζες πάλευαν για την επιβίωση και την ενίσχυση των οικογενειακών προϋπολογισμών πίσω στην πατρίδα. Οι «γυναίκες του 6ου ορόφου» είναι αυτές οι υπηρέτριες, που σιγά-σιγά αντικαθιστούσαν τις φτωχές Γαλλίδες από την επαρχία - και καταλάμβαναν τα άθλια δωματιάκια στη σοφίτα, που αντίθετα από τις φαντασιώσεις της σύγχρονης κατοικίας, δεν ήταν διόλου προνομιούχες, αλλά εξαιρετικά περιορισμένες σε χώρο, με κοινή (μονίμως βουλωμένη) τουαλέτα και μια και μοναδική βρύση για πλύσιμο.

Το νέο αφεντικό της πρωταγωνίστριας μας, ο χρηματιστής Ζουμπέρ που ζει στο πολυτελές για την εποχή (αλλά αφόρητα καταπιεστικό και ουσιαστικά μίζερο) διαμέρισμα, μαζί με τη γυναίκα του, αλλά και τη μητέρα του, βλέπει τη ζωή του να ανατρέπεται από την επαφή με τις (αλμοδοβαρικού ταμπεραμέντου) Ισπανίδες, που έχουν τη ζωντάνια και την αξιοπρέπεια που λείπει από τη ζωή του. Καλοήθης περίπτωση, όχι μόνο γοητεύεται από τη νέα του υπηρέτρια, αλλά και από τα απλά συναισθήματα της επαφής με την απλότητα και τη χαρά της ζωής, που διώχνουν την προσποίηση και τις συμβάσεις του δικού του κοινωνικού του περιβάλλοντος.

Η γοητεία της Natalia Verbeke (με τα δεκάδες πρόσωπα), που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αργεντινή, από Ισπανούς γονείς, δεν θα αφήσει ασυγκίνητους τους θεατές που τους αρέσουν οι γυναίκες. Η κομψότητα και το θετικό πρόσωπο που βγάζει σε αυτή την ταινία συμπλέκονται αρμονικά με το (έντιμο) νάζι που προϋποθέτει ο ρόλος του μεσογειακού θηλυκού, που ενσαρκώνει.

Το φινάλε της ταινίας, με τον πρωταγωνιστή στο σπορ καμπριολέ του να ζει την πλήρη, αλλά και ολίγον μοναχική και θλιμμένη απελεύθερωση του, είναι η αποθέωση του σαρκασμού, σε μια ταινία που τελικά δεν παίρνει το μέρος ούτε των αφεντικών, ούτε της εργατικής τάξης. Και που όπως επιτάσσει η ζωή (ίσως λίγο πιο ρομαντικά), προτείνει τη συμβίωση και τη σύνθεση.












Η φωτό είναι από το www.cinediario.blogspot.com και το εξώφυλλο από το www.allobo.com

To post συνοδεύεται από τη μουσική του Χιλιανού συνθέτη Jorge Arriagada για την ταινία.

buzz it!

29.6.12

Το καύσιμο της αισιοδοξίας μου...

Δεν ξέρω πότε ακριβώς κατάλαβα οτι η μουσική αποτελεί ένα αναπόσπαστο κομμάτι του κόσμου μου. Στα 12-13, με την υπόσχεση της αντικατάστασης του σπιτικού ηλεκτρόφωνου, ξόδεψα όλο μου το χαρτζηλίκι, για την πλήρη δισκογραφία των Beatles. E, από εκεί και πέρα η πορεία ήταν προδιαγεγραμμένη και “ασταμάτητη”. Rock, blues, disco, soul, funk, jazz πήραν όλα τη σειρά τους, με το πέρασμα των χρόνων. Από τα 15 μου ήμουν dj στα πάρτυ των συμμαθητών, στα 20 μου έγινα και επαγγελματίας, ως φοιτητής.

Η μουσική είναι η καθημερινή εξισορροπητική μου ενέργεια, τα καύσιμο της (φυσικής) αισιοδοξίας μου, η ηρεμία που καθορίζει το σύμπαν (μου). Τουλάχιστον μερικές ώρες την ημέρα, στη δουλειά, στο περπάτημα, στο αυτοκίνητο και στο σπίτι, ακούω μουσική.

Μου είναι αδύνατο να ξεχωρίσω κάποια τραγούδια ή άλμπουμ, είναι σα να προσπαθώ να ξεχωρίσω σταγόνες από τον ωκεανό. Κάποτε, πριν “κάνω την κατάδυση” μου στη jazz, έλεγα οτι οι “τρεις σωματοφύλακες” μου ήταν ο Marvin Gaye, o Bryan Ferry και ο Peter Gabriel.

Η ραδιοφωνική εκπομπή για μένα είναι μια απέραντη ικανοποίηση προσφοράς αισθητικής. H αντίληψη οτι πρέπει να αρχίσουμε την ημέρα με ντάπα-ντούπα, για να “ανοίξει το μάτι”, με βρίσκει αντίθετο. Η εκπομπή μου στον Kosmos 93,6, κάθε πρωί στις 8, περιλαμβάνει πολλά downtempo κομμάτια από soundtrack, jazz, κλασσική και world music. Υπάρχουν και πολλά “ταξιδιάρικα” κομμάτια, που ταιριάζουν στο αυτοκίνητο, για τον εκνευρισμό της κίνησης όμως χρειάζονται επιλογές επίσης “ηρεμιστικές”.

Με εκνευρίζει αφόρητα η κακής ποιότητας μουσική, η φτηνή ποπ και το σκυλάδικο, τα πρόχειρα “πριόνια” του club ήχου με το κουραστικό χτύπημα της μπότας, η άνευ λόγου “σκληροπυρηνική” μουσική - γενικώς η μουσική από καλλιτέχνες που η ιστορία δεν έχει λόγο να καταγράψει. Υπάρχουν εκατομμύρια κομμάτια στην παγκόσμια παραγωγή, που αν δεν ακουστούν ποτέ, δεν συνιστούν κανενός είδους απώλεια...










To κείμενο αυτό γράφτηκε για το περιοδικό Psychologies

Η φωτό είναι από το www.8pmnews.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Happy Pills" της Ινδο-Αμερικανίδας Norah Jones.

buzz it!

27.6.12

Απογοητευτικοί...

Μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας σε πείθει. Καθημερινά άνθρωποι ψάχνουν στα σκουπίδια παρά την αποφορά λόγω ζέστης, ζητιανεύουν ακουμπισμένοι σε κεφαλόσκαλα ή στα φανάρια, περπατούν με σκυφτό το κεφάλι. Η κρίση μας έχει απαλλάξει από πολλές εκφάνσεις της νεοπλουτικής φούσκας, αλλά έχει πλήξει (όπως πάντοτε κάνει) ανεπανόρθωτα τους πιο αδύναμους. Ένα κράτος που δεν κατάφερε ούτε στις καλύτερες του στιγμές να τους φροντίσει, τώρα χάσκει γυμνό μπροστά στην επέλαση της υποβάθμισης και της εξαθλίωσης.


Μια μερίδα της κοινωνίας αντέδρασε με τον πιο λανθασμένο τρόπο, σε αυτό που συμβαίνει - προτείνοντας εν ολίγοις την κατάλυση του πολιτισμού μας, ακόμα και με τον φασισμό. Ενεργοποιώντας τα πιο χαμηλά ένστικτα και καφενειακά ανακλαστικά, ψάχνοντας εχθρούς και συνωμοσίες. Ζητώντας κρεμάλες για να αποδοθεί δήθεν η δικαιοσύνη, όταν η θανατική ποινή δεν πρέπει να γίνεται δεκτή ούτε για τον Χίτλερ. Αναζητώντας “δικαίωμα στο όνειρο”, χωρίς αυτοκριτική, δηλαδή άκριτη επιστροφή στα “κεκτημένα για όλους”. Αρνούμενο να αποδεχτεί οτι πρέπει το δίκαιο να αντικαταστήσει τους “αγώνες” και τα “δικαιώματα”, που δεν συνοδεύονται από υποχρεώσεις.

Αυτό που καλούμαστε να νοιώσουμε δεν είναι ενοχή, ούτε βέβαια “ελληναράδικη” ανωτερότητα, σε αντίδοτο. Καλούμαστε να στοχαστούμε πώς θα βγούμε δημιουργικά από το τέλμα. Όποιος μετράει την κρίση με όρους μνημονιακών και μη στρατοπέδων, όποιος παραλλάσει το λόγο του για να χωρέσει το χάιδεμα των αυτιών, όποιος προπαγανδίζει την τυφλή σύγκρουση, λες και απέδωσε ποτέ τίποτε περισσότερο από την ενδυνάμωση των αμέτοχων ισχυρών, συμβάλλει στην οπισθοδρόμηση της χώρας.

Στις εκλογές της πόλωσης, πολλοί ψήφισαν Σαμαρά για να μην έρθει ο Τσίπρας και άλλοι ΣΥΡΙΖΑ για να “μην επιβληθεί η δεξιά”, αποκαλύπτοντας την ένδεια του πολιτικού μας φάσματος και αυτών που το στελεχώνουν. Το έδειξε και η κυβέρνηση, που θα ήταν καλύτερη, όσο περισσότερες ανεξάρτητες ή υπερκομματικές προσωπικότητες συμμετείχαν. Απογοητευτικό για την πολιτική...

Η υπέρβαση δεν έγινε. Απογοητευτική η ΝΔ, που επιδεικνύει μια απαράμιλλη προχειρότητα και χρησιμοποίησε μια πληθώρα ανεπαρκών στελεχών του πελατειακού λαϊκισμού, χωρίς να μπορεί να περιορίσει τις εσωτερικές ισορροπίες που επέβαλαν ένα πολυμελές σχήμα. Απογοητευτικό και το ΠΑΣΟΚ, που δεν είχε το ιστορικό σθένος να προτείνει πέντε κοινης αποδοχής προσωπικότητες, που θα ήταν σύμβολα της ολικής επιστράτευσης, μπροστά στην κρισιμότητα των περιστάσεων. Απογοητευτική και η ΔΗΜΑΡ, που δεν μπόρεσε να προτείνει και να επιβάλει αδιαμφισβήτητες προσωπικότητες, αλλά κατέφυγε ακόμα και σε πρύτανη-σημαία του “αγώνα” κατά της μεταρρύθμισης Διαμαντοπούλου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Απογοητευτικός και ο ΣΥΡΙΖΑ, θαλασσοδαρμένος μέσα στην κριτική από λάθος βάση, που αγνοεί το παγκόσμιο οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον.

Ήρθε η ώρα όμως να καταλάβει και το εκλογικό σώμα οτι η υπέρβαση δεν γίνεται, αν δεν κινητοποιηθεί το ίδιο: Πιέζοντας ασφυκτικά για νέους πολιτικούς σχηματισμούς, που πρέπει να γεννηθούν, ειδικά στο χώρο της κεντροαριστεράς. Αναγνωρίζοντας οτι ο εκτοπισμός των φαύλων δεν γίνεται με ευχολόγια, αλλά με αντικατάσταση τους από κάποιους νέους, διαφορετικών προδιαγραφών, που θα συγκεντρώσουν περισσότερους σταυρούς. Και κυρίως, με τη συμμετοχή όλων, προς την κατεύθυνση της θέσπισης ενός νέου, υγιούς αυτή τη φορά, “κοινωνικού συμβολαίου”, που θα περιλαμβάνει στην προμετωπίδα του, τους νέους κανόνες συγκρότησης της οργανωμένης κοινωνίας, δηλαδή του κράτους - και τους απαράβατους όρους συμβίωσης, μεταξύ όλων μας...













H φωτό είναι από το www.tennis.topbuzz.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com


To post συνοδεύεται από το "Lay You Down" του Αμερικανού Jose James.

buzz it!

ShareThis