Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δημοσιογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δημοσιογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11.1.17

It ’s the EQ, stupid!

(Είναι η συναισθηματική νοημοσύνη, ηλίθιε*)


Εκατομμύρια πίξελ καταναλώθηκαν για να εξηγηθούν οι δύο μεγαλύτεροι πολιτικοί σεισμοί, που χαρακτήρισαν τη χρονιά της απώλειας, μεταξύ άλλων, των πιο δυνατών μουσικών συμβόλων της γενιάς της μεταπολίτευσης, όπως την ονομάζουμε εδώ στην Ελλάδα. Ο David Bowie ήταν η επική και ακομπλεξάριστη εφηβεία μας, ο Leonard Cohen η διανοούμενη ροκ ποίηση, ο Prince και ο George Michael η ξεδιάντροπη συνειδητοποίηση της σεξουαλικότητας, σε ένα εκρηκτικό κοκτέιλ ταλέντου στη σύνθεση, την παραγωγή, τη φωνή και την σκηνική παρουσία.

Το ουσιαστικό όμως, η υπέροχη μουσική κληρονομιά, δεν πεθαίνει. Η πραγματική θλίψη για τους περισσότερους δημοκράτες και νοήμονες πολίτες του δυτικού κόσμου, ανάμικτη με ανησυχία και φόβο, ήταν άλλη: Για πρώτη φορά μετά τις δεκαετίες που οδήγησαν στον μεγάλο πόλεμο, η ουσιαστική δημοκρατία έδειξε να υποχωρεί τόσο δραματικά.

Το δημοψήφισμα για το Brexit και ο θρίαμβος Τραμπ (από πλευράς εκλογικού συστήματος, καθώς η λαϊκή ψήφος έδωσε στη Χίλαρυ εκατομμύρια ψήφους παραπάνω) ερμηνεύθηκαν εν πολλοίς ως η συχνά αυτοκαταστροφική αντίδραση της μικρομεσαίας τάξης, στις αλλαγές του 21ου αιώνα, στην παγκοσμιοποίηση και στο οικονομικό στρίμωγμα που αυτές επέφεραν. Σε συνδυασμό με την επικράτηση της “μετα-αλήθειας” στον αιώνα του διαδικτύου, του ενδημικού ρατσισμού και της ξενοφοβίας που απλόχερα ενίσχυσε το παγκόσμιο προσφυγικό πρόβλημα, το αποτέλεσμα ήταν η εξάπλωση του λαϊκισμού και η επικράτηση των φαιδρών πολιτικών προσωπικοτήτων, που φαίνονται κιόλας από τη φάτσα τους πόσο προβληματικοί είναι.

Γι αυτό το τελευταίο, γιατί δηλαδή δεν υπάρχουν μεγάλοι ηγέτες και αξιόλογο πολιτικό προσωπικό παγκοσμίως, οι ερμηνείες είναι πολλές. Η επικρατέστερη μάλλον είναι οτι με την μεταπολεμική εμπέδωση της ασφάλειας, της ανάπτυξης και της κανονικότητας της ζωής, οι δυτικές δημοκρατίες μπήκαν σε μια φάση ολοένα και μεγαλύτερης αποξένωσης των εντίμων και σοβαρών ανθρώπων από τα κοινά. Όσο προχωράει το ρολόι της ιστορίας, η συμμετοχή μοιάζει πια όχι ως υποχρέωση του σκεπτόμενου πολίτη, αλλά ως εμπλοκή σε ένα σύστημα, που σαν βούρκος καταπίνει κάθε υγιή προσπάθεια. Η μη αντιστροφή της κατάστασης, που απαιτεί όμως μια κρίσιμη μάζα νέων πολιτικών με άλλα χαρακτηριστικά, χειροτερεύει διαρκώς τα πράγματα.

Το τραγικό σε αυτή τη φάση της ιστορίας (και στη χώρα μας) είναι οτι μερίδα των ψηφοφόρων, που τελικά επιβάλλει την ατζέντα του, αντιδρά στη χειροτέρευση των συνθηκών της ζωής του με την ανάδειξη ενός αισθητά υποδεέστερου πολιτικού προσωπικού, κυρίως αυτού που υιοθετεί απροσχημάτιστα κάθε δημαγωγία, θεωρία συνωμοσίας, βολικό ψέμα και ανεφάρμοστη “ονείρωξη”. Ακόμα χειρότερα, αποδέχεται και ενδυναμώνει κάθε καταδικασμένη από την ιστορία ακραία αντίληψη φασισμού, ρατσισμού, καταπάτησης δικαιωμάτων και αρχών. Η ροπή προς τον ολοκληρωτισμό επανέρχεται δυναμική και αμφίπλευρη. Η απάντηση όμως στα προβλήματα δεν είναι παρά η αντίθετη κατεύθυνση: Περισσότερη υγιής, βαθειά, έντιμη, μετριοπαθής και ουσιαστική δημοκρατία.

Οι ερμηνείες του σημερινού κόσμου είναι περισσότερο περίπλοκες, παρά απλές και μονοδιάστατες. Κανείς δεν μπορεί να αποδώσει αυτό τον μαζικό αυτοχειριασμό των δυτικών κοινωνιών σε κάποια μυστήρια μαζική πτώση του IQ (αν και στις περιπτώσεις των ακολούθων τύπου Σώρρα, η έλλειψη είναι εμφανής) και την εξαφάνιση της ικανότητας για εκλογίκευση.

Σίγουρα μπορεί κανείς να καταλογίσει στον μέσο δυτικό πολίτη, ότι αδρανεί εγκληματικά: Καθηλωμένος στον καναπέ του και χαμένος στην καθημερινότητα του, αρνείται να κοπιάσει για να αυτοβελτιωθεί, να αποκτήσει περισσότερες γνώσεις και ουσιαστική ενημέρωση, να ερμηνεύσει καλύτερα τον κόσμο γύρω του. Αποζητά τις εύκολες λύσεις, τόσο στη σκέψη όσο και στην αισθητική - και τελικά καταλήγει να ψηφίζει την Μαρίν Λεπέν για να αντιμετωπίσει ένα νέο κόσμο, όπου τα μεροκάματα είναι φτηνά στην Ανατολή και οι μεγαλύτερες εταιρείες που αλλάζουν τον ρού της ιστορίας είναι στη Silicon Valley. Ατυχές και ατελέσφορο, όσο και η αντίληψη οτι το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα θα βελτιωθεί από “αντισυστημικούς”, τύπου Trump και Farage.

Το ΙQ δεν είναι αυτό που λείπει, σε αυτούς που υιοθετούν τις τάσεις της εποχής. Ειδικά όσοι εμπορεύονται με συνείδηση και σύστημα τις ελπίδες ενός λαού, απλώς για να διατηρούν ζωντανό το δικό τους ακραίο “μαγαζάκι”, είναι απλώς οι μεγαλύτεροι πολιτικοί απατεώνες και όχι βλάκες. Όσοι πίστεψαν αρχικά οτι το μνημόνιο θα σβηστεί “με ένα νόμο και ένα άρθρο” (και θα ζούμε χωρίς να δανειζόμαστε, αλλά και χωρίς να περιορίσουμε τις δαπάνες) δεν έχασαν ξαφνικά το νοητικό τους επίπεδο (όσοι επιμένουν να το πιστεύουν, ναι). Αρκετοί από αυτούς που επένδυσαν στους Podemos στην Ισπανία δεν είναι χαμηλής νοημοσύνης, αν και φαίνεται οτι διδάχθηκαν από το ελληνικό παράδειγμα και περιόρισαν τις φρούδες ελπίδες τους. Στην Ιταλία, όσοι πιστεύουν οτι ο καραγκιόζης Bepe Grillo και η έξοδος από το ευρώ θα λύσουν τα προβλήματα της χώρας, μοιάζουν με τους Έλληνες υπαλλήλους των ΔΕΚΟ που θέλουν να γυρίσουμε στο 2009, όταν αμείβονταν, ως απόφοιτοι Δημοτικού, πολύ πάνω από τον γιατρό του ΕΣΥ και τον καθηγητή πανεπιστημίου. Χωρίς να παράγεις και να εξάγεις αρκετά, χωρίς να έχεις κοπιάσει να μορφωθείς, πώς ζητάς μισθούς Νορβηγίας;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από το θυμικό. Η αντιμετώπιση της κοινής μας ζωής με ελαφρότητα, η άγνοια κινδύνου και η επιφανειακή προσέγγιση των πραγμάτων δεν είναι μόνο έλλειψη παιδείας. Είναι πρωτίστως έλλειψη ισορροπίας, σφαιρικής προσωπικότητας και τελικά σοβαρότητας. Η επικράτηση των συμπλεγμάτων, το αυτοπαραμύθιασμα, τα χαμηλά ένστικτα και οι φανατισμοί, η απουσία του μέτρου και οι ψωνισμένες φιλοδοξίες (χωρίς κόπο), ο άκρατος ατομικισμός, η κουτοπονηριά και ο νεοπλουτισμός, ο ναρκισισμός και η “ψωνάρα”, οι τραχιές και ανεπεξέργαστες πλευρές της ανθρώπινης φύσης είναι αυτές που τελικά οδηγούν σε μια συμπεριφορά μικρού παιδιού, που καταπίνει με ευκολία όλα τα ψέματα, φτάνει να εξυπηρετούν τις ψυχολογικές του επιδιώξεις. Τα χαρακτηριστικά αυτά υπάρχουν σε όλο το πολιτικό φάσμα, στον σύγχρονο λαϊκισμό όμως επικρατούν καθολικά. Θα μπορούσε να το συνοψίσει κανείς στην ολοένα μεγαλύτερη απουσία συναισθηματικής νοημοσύνης, σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο πολύπλοκος, χωρίς να διαφαίνονται οι κανόνες και οι ελπίδες της νέας εποχής.

Η αντίδραση του παιδιού-ψηφοφόρου είναι η κόντρα, η αυτοκαταστροφή, το “μπουρλότο”. Γιατί στην πιο ανεπτυγμένη πλευρά του πλανήτη γινόμαστε ολοένα και πιο παιδιά; Γιατί πρέπει η ανθρωπότητα να κάνει κύκλους , ώστε να ζήσουμε κι εμείς τον κίνδυνο μιας νέας “δεκαετίας του ’30”, με παγκόσμια άνοδο του φασισμού; Γιατί πρέπει να ζούμε εγκλωβισμένοι ανάμεσα στα άκρα, που το ένα τροφοδοτεί το άλλο, όπως μας έχει διδάξει με τραγικό τρόπο η ιστορία;

Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο σεβασμός στη δημοκρατία δεν συνεπάγεται την ανοχή προς τον “εκτσογλανισμό” της κοινωνίας. Δημοκρατία σημαίνει αρχές, θεσμοί, δικλίδες και σεβασμός στους εκάστοτε κανόνες. Το σύστημα δεν αλλάζει παρά μόνο με απίστευτα πολλή δουλειά, προς την προοδευτική εξέλιξη. Η αντισυστημική λαίλαπα είναι η μεγαλύτερη φενάκη και τις επιπτώσεις της τις βιώνουν πρώτα από όλους οι “οργισμένοι” και οι αδύναμοι οικονομικά. Η επιστροφή στον απομονωτισμό, στον ρατσισμό και στον ολοκληρωτισμό είναι ανεπίτρεπτη οπισθοχώρηση και καμμία λαϊκή ετυμηγορία δεν τη δικαιολογεί. Ο λαϊκισμός του “να ακούσουμε τον παλμό του ψηφοφόρου στην κατηφόρα του” είναι άκρως επικίνδυνος, για όποιον πιστεύει στη δημοκρατία.

Αν ο νέος Αμερικανός Πρόεδρος βάζει ακροδεξιούς του “Alt-Right” και του “White Supremacy” στην κυβέρνηση του, η απάντηση όλων δημοκρατικών πολιτών στον κόσμο πρέπει να είναι η καλλιέργεια περισσότερης συναισθηματικής νοημοσύνης και η προσπάθεια ανάδειξης ηγετών, που πέρα από πολιτικές ή ιδεολογικές διαφορές αντιμετωπίζουν την αποστολή τους, με την υπευθυνότητα, τη σοβαρότητα και το ανοιχτό πνεύμα που αυτή επιτάσσει. Ο Barack Obama, ανεξαρτήτως της επιτυχίας της θητείας του, έλαμψε στην επίσκεψη του στην Ελλάδα, ακριβώς με αυτές τις ποιότητες. Και ο εκλιπών Κωστής Στεφανόπουλος, στα καθ’ ημάς, έγινε από υπερσυντηρητικός επαρχιώτης πολιτικός, ο καθολικός (συμβολικός έστω) ηγέτης, που αντιστάθηκε στον λαϊκισμό και εκτιμήθηκε από όλους, γιατί έκανε το άλμα της αυτοβελτίωσης και της ισορροπίας.

Το 2016 ήταν χρονιά της οδυνηρής κατάρρευσης πολλών μύθων στη χώρα μας, μιας και εμείς ήμασταν από τους πρώτους που ανεβήκαμε στο τρένο του λαϊκισμού. Ας ελπίσουμε οτι το 2017 θα σημάνει την αντίστοιχη κατάρρευση, για ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη, όπως έγινε και με τους πρωτεργάτες του Brexit, που παραιτήθηκαν την επόμενη μέρα. Ευτυχώς ο Stallone δεν δέχτηκε τη θέση του Υπουργού Πολιτισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες. Θα έτριζαν τα κόκκαλα των τροβαδούρων της γενιάς μας…

*παράφραση της γνωστής φράσης του Bill Clinton “It’s the economy, stupid”, ο χαρακτηρισμός δεν απευθύνεται επ’ ουδενί στον αναγνώστη!









Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Οι φωτό είναι από το www.mononews.gr & www.youtube.com

Το post συνοδεύεται από το "Spinning the Wheel", από το καλύτερο άλμπουμ του George Michael.

buzz it!

21.9.16

Όχι στις ίσες αποστάσεις...


Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη συζήτηση έχει ανοίξει μεταξύ άλλων ο νομπελίστας Paul Krugman, με αφορμή την υποψηφιότητα του λαϊκιστή, ρατσιστή και ξενόφοβου Donald Trump. Ο κατά τεκμήριο προοδευτικός οικονομολόγος επισημαίνει οτι είναι ανεύθυνη η δημοσιογραφία που κρατάει “ίσες αποστάσεις” (αυτό που αποκαλεί “bothsidesism”) από τις δύο πλευρές που αντιμάχονται σε ένα πεδίο, ανεξαρτήτως της ποιότητας, της αλήθειας ή της εντιμότητας των απόψεων τους. Και εξηγείται: Προκειμένου να μεταχειριστεί “ισότιμα” τα δύο στρατόπεδα των αμερικανικών εκλογών, ο Τύπος πολλές φορές αφιερώνει ίσο χρόνο ή χώρο στην παρουσίαση αρνητικών χαρακτηριστικών. Μόνο που έτσι, πολλές φορές, ειδικά το τελευταίο διάστημα, τα πταίσματα εξισώνονται με τα κακουργήματα.

Είτε πρόκειται για την Αμερική του Trump, τη Βρετανία του Brexit ή την Ελλάδα των μνημονίων, αυτό που παρατηρεί κανείς τα τελευταία χρόνια είναι η εξάπλωση του λαϊκίστικου λόγου, αυτού που χαϊδεύει αυτιά, αραδιάζει ασύστολα ψεύδη και υπόσχεται αφειδώς “αυταπάτες”, με πύρινους λόγους ενάντια στο “σύστημα”. Και το πρώτο πράγμα που επιχειρεί αυτός ο λαϊκίστικος λόγος είναι να επιβληθεί ως ισότιμος με όποια προηγούμενη ανάλυση, αποδομώντας την ως “συστημική”. Το μαύρο γίνεται με ευκολία άσπρο, ώστε να δημιουργηθεί πολλές φορές ένα δήθεν επιχείρημα, απέναντι στην “κατεστημένη σκέψη”. Γι αυτό και η προσπάθεια να λογίζονται ως mainstream και αποδεκτά, τα πλέον ανυπόληπτα μέσα και οι πιο ασήμαντες υπογραφές.

Προφανώς και το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα τις τελευταίες δεκαετίες δεν αφήνει κανέναν ευχαριστημένο, εκτός από τους πολύ πλούσιους. Προφανώς και η ευρωπαϊκή πορεία δεν είναι αυτοί που θα ήθελαν οι περισσότεροι πολίτες της (πρωτίστως γιατί βιάστηκε να ακολουθήσει τη διεύρυνση χωρίς την ομοσπονδιακή εμβάθυνση) - οι “κοιλιές” όμως της ιστορίας είναι κι αυτές μέσα στη ζωή και δεν θα πρέπει να μας αποκαρδιώνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Και βεβαίως, στη μεταπολιτευτική πορεία της, η Ελλάδα κλώτσησε την “καρδάρα με το γάλα” της ευρωπαϊκής βοήθειας και αντί να φτιάξει τις υποδομές για ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, σπατάλησε χρόνο και πόρους, παραμένοντας και στην τροχιά της βαλκανικής υπανάπτυξης. Αλλά η διόρθωση δεν είναι αυτή που προτείνει ο λαϊκισμός.

Έτσι και στη χώρα μας, η μη επαγγελματική μας δημοσιογραφία και ειδικά το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, με τα χιλιάδες ελαττώματα τους, έδωσαν την ευκαιρία σε κάθε λογής “εναλλακτική” και “αντικαθεστωτική” δημοσιογραφία να ανθίσει, διεκδικώντας μια ισότιμη θέση στο δημόσιο χώρο. Μόνο που ως συνήθως συμβαίνει με τον λαϊκισμό ή την “επανάσταση εξ επαγγέλματος”, το επίπεδο, η συνέπεια και η εντιμότητα ήταν πολλές φορές χειρότερα. Μαζί με τους ανεγκέφαλους φανατικούς στα social media και τα διάφορα (πληρωμένα ή μη) troll, δημιούργησαν ένα νέο εφιαλτικό τοπίο, που τροφοδότησε την αντιμνημονιακή φούσκα. Όλες οι αποχρώσεις του πολιτικού φάσματος πακεταρίστηκαν στον απαξιωτικό όρο “φιλελέ” και θεωρήθηκαν εχθρικές, στο νέο αυτό διχασμό που καλλιεργήθηκε.

Ακόμα κι όταν η λαϊκίστικη ρητορεία συγκρούστηκε ευθέως με τον ορθό λόγο ή την πραγματικότητα και συνετρίβη, συνέχισε να επιμένει, διεκδικώντας την ισότιμη αντιμετώπιση από τους νοήμονες πολίτες. Για ιστορικούς λόγους που δεν είναι του παρόντος, στην Ελλάδα, όσο πιο αιθεροβάμων είναι μια αντίληψη, τόσο πιο “έντιμη” θεωρείται. Μόνο που οι αμετανόητοι απατεώνες της πολιτικής μας ζωής είναι πρωτίστως όσοι, για να διατηρήσουν το “μαγαζάκι” τους, υπόσχονται ανεφάρμοστους παραδείσους. Στη χώρα της ανέξοδης μαγκιάς, υπάρχουν πολλοί που επιμένουν να διαβεβαιώνουν για τη διατήρηση του βιοτικού μας επιπέδου στο υπάρχον παγκόσμιο οικονομικό σύστημα “χωρίς μνημόνια και ευρώ” ή υπόσχονται δισεκατομμύρια από Κινέζους, Ρώσους και αποζημιώσεις, που δήθεν θα απαιτήσουμε, ακόμα και για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο…

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της διεκδίκησης ισότιμης θέσης στο δημόσιο διάλογο, όσο παράλογη κι αν ήταν η άποψη, είναι η περίπτωση του “Όχι” στο περσινό δημοψήφισμα. Μετά από την παρελκυστική καθυστέρηση μηνών, με το υπάρχον τότε πρόγραμμα βοήθειας να τελειώνει, η κατάληξη ήταν το (γνωστό και προβλεπόμενο) κλείσιμο της στρόφιγγας και η ανήκεστος βλάβη στην ελληνική οικονομία. Το δημοψήφισμα, όπως αποδείχτηκε περίτρανα, ήταν το κερασάκι σε μια απόπειρα πολιτικής χειραγώγησης, που δεν είχε τίποτα το δημοκρατικό και ξέφευγε πέρα από κάθε οικονομική και πολιτική λογική, για όποιον γνώριζε στοιχειωδώς πώς λειτουργεί ο πλανήτης.

Προφανώς και τα ελληνικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα ήταν υποχρεωμένα να παρουσιάσουν και τις δύο απόψεις. Και προφανώς και έπρεπε να ελεγχθούν αρμοδίως (από το ΕΣΡ - κι όχι οι δημοσιογράφοι από την ΕΣΗΕΑ, που παρατηρούσε μέχρι τότε αδιάφορη δεκαετίες κιτρινισμού) για όποιους παραπλανητικούς ισχυρισμούς ή αλλοιώσεις της αλήθειας επιχείρησαν. Αλλά δυστυχώς, η υπόθεση πήγε στο άλλο άκρο. Δημοσιογράφοι κατηγορήθηκαν για “μονομέρεια”, σε μια προδήλως μονομερή παραπομπή, αφού δεν επιχειρήθηκε ούτε κατά διάνοια να ελεγχθούν όσοι προπαγάνδιζαν ανερυθρίαστα, από την άλλη πλευρά, την απάτη και τη χειραγώγηση.

Διότι η πλευρά του “Όχι” υποστήριζε ένα δημοψήφισμα που δεν έπρεπε να γίνει ποτέ, καθώς ήταν οι ολιγωρίες και οι μικροπολιτικοί υπολογισμοί της κυβέρνησης που το προκάλεσαν. Επιπλέον, επρόκειτο περί ενός παραπλανητικού ερωτήματος, για ένα κείμενο που είχε ήδη αποσυρθεί από το τραπέζι. Και κυρίως, υποστηριζόταν με θέρμη οτι με το “Όχι” η διαπραγματευτική μας ισχύς θα δυνάμωνε, ότι οι τράπεζες δεν θα έκλειναν, ενώ θα ήταν και δυνατό να διατηρήσουμε το ευρώ και το ευρωπαϊκό μας κεκτημένο, χωρίς δυνατότητα δανεισμού και χωρίς πρόγραμμα βοήθειας από την τρόϊκα. Ήταν ακριβώς στην ίδια γραμμή, με τα παλαιότερα “θα παίζουμε νταούλια για να χορέψουν οι αγορές”, “θα σκίσουμε τα μνημόνια με ένα άρθρο”, “δεν υπάρχει πιθανότητα ούτε μία στο εκατομμύριο να μην αποδεχθούν την πρόταση μας”. Ο νέος εχθρός μάλιστα ονομάστηκε ”μενουμευρωπαίοι".

Όλα αυτά κατέρευσαν με την απροσχημάτιστη τούμπα της κυβέρνησης, όταν σε δύο μόλις μέρες το “Όχι” έγινε ένα μεγαλοπρεπές “Ναι”, με τη σύναψη ενός νέου μνημονίου, μπροστά στο ενδεχόμενο της αβύσσου (κάτι ανάλογο έγινε με την παραίτηση των ηγετών του Brexit ένα χρόνο μετά). Ακόμα και τότε όμως, η αντιμνημονιακή ρητορική επέμενε οτι η δημοσιογραφία έπρεπε να αντιμετωπίζει ισότιμα τις δύο απόψεις. Να τις παρουσιάσει, ναι. Να τις εξισώσει ως σοβαρές, έντιμες και ειλικρινείς και τις δύο, όχι.


Δεν έπρεπε η δημοσιογραφία να αξιολογήσει; Δεν έπρεπε να υπηρετήσει πάνω από όλα (και από την “αντικειμενικότητα”) την αλήθεια; Δεν έπρεπε να προειδοποιήσει για το άλμα στο κενό, την κοροϊδία και κυρίως την καταστροφή; Δεν έπρεπε να πάρει θέση και να επικρίνει την πλευρά που θεωρούσε παρελκυστική; Και, ανεξαρτήτως των συμφερόντων που είχαν οι ιδιοκτήτες των καναλιών, ποιός έκανε περισσότερη προπαγάνδα, διαστρέφοντας την πραγματικότητα;

Και για όσους επιμένουν στην μετρημένη με ακρίβεια ισομέρεια σε κάθε πολιτική διαμάχη ή δημοψήφισμα, ας το εξετάσουμε και από την (πραγματικά) προοδευτική οπτική: Πώς αντιμετωπίζουμε δημοσιογραφικά το δράμα των Παλαιστινίων, σε σχέση με τις θέσεις των Ισραηλινών κυβερνήσεων; Ψυχρά και με “ίσες αποστάσεις”; Και γιατί στο τραπέζι του διαλόγου να είναι ισότιμες οι θέσεις όσων επικροτούν την εισβολή στην Κύπρο, έναντι όσων την καταδικάζουν;

Το ίδιο βάρος θα δώσουμε στις απόψεις του Donald Trump, του Nigel Farage, του Boris Johnson και της Marine Le Pen έναντι των αντιπάλων τους - όσο και ανυπόληπτες προσωπικότητες να είναι; Ή μήπως πρέπει η δημοσιογραφία να υποκύπτει στα θηριώδη ποσοστά δημοφιλίας καθεστώτων με ολοκληρωτικές τάσεις, όπως του Πούτιν ή του Ερντογάν; Πώς έπρεπε να αντιμετωπίζει ο γερμανικός και ο διεθνής τύπος την άνοδο του ναζισμού και πώς την επάνοδο του; Και τι θα γίνει αν μεθαύριο, σε ένα πιο καταστροφικό δημοψήφισμα, η μία απόψη εκφράζει το δημοκρατικό τόξο και η άλλη τους χρυσαυγίτες; Κι εκεί “ίση μεταχείριση”;

Η εμπειρία του περσινού καλοκαιριού εξηγεί εν πολλοίς και τις εξελίξεις στο ελληνικό ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, τις προσπάθειες χειραγώγησης και την ιδεοληπτική αντίληψη περί κατεστημένων απόψεων και μέσων. H κυβέρνηση ήθελε να σπάσει αυτό που βλέπει ως “εχθρικό καρτέλ της ενημέρωσης”, ανεξαρτήτως του αν εκείνο το βράδυ επιθυμούσε το “Ναι” ή όχι, όπως λένε κάποιες αναλύσεις. Η επιταγή του Συντάγματος χρησιμοποιείται υποκριτικά για να υποκρύψει πολιτικές σκοπιμότητες, αλλά και για το “ξέπλυμα” προσωπικοτήτων, αριστερά και δεξιά στο πολιτικό φάσμα, που θα έπρεπε να είναι στο περιθώριο της δημόσιας ζωής. Χρήσιμο όμως είναι να ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα, θυμίζοντας τα αυτονόητα:

Καθεστωτική είναι μια αντίληψη, όταν συντάσσεται με την (εκτελεστική κυρίως) εξουσία, όχι όταν είναι απέναντι της. Κύριος ρόλος των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων στην κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι να ελέγχουν και να επικρίνουν την εκτελεστική εξουσία, δηλαδή να είναι κατ’ αρχήν καχύποπτοι και αντιπολιτευόμενοι. Κάθε δημοσιογράφος έχει δικαίωμα στην άποψη του και μόνον στο πλαίσιο του ρεπορτάζ ή του δελτίου ειδήσεων είναι υποχρεωμένος να παρουσιάζει τις αντίθετες απόψεις, όχι απαραίτητα με το ίδιο βάρος. Σε κανένα ενημερωτικό προϊόν, είτε πρόκειται για ιδιωτικό έντυπο είτε για δημόσια συχνότητα, ο δημοσιογράφος δεν είναι υποχρεωμένος να είναι “ισοβαρής” απέναντι στις αντικρουόμενες απόψεις - υπάρχουν δεκάδες άρθρα και εκπομπές και κάθε μέσο μπορεί να φτιάχνει τις ισορροπίες του.

Τελευταίο και κυριότερο, “αντικειμενικότητα” στη δημοσιογραφία δεν υπάρχει, με απόλυτους όρους. Ακόμα και το τι είναι είδηση, εξαρτάται από το σύστημα αξιών του καθενός. Η δημοσιογραφία είναι μεταφορά του γεγονότος και της αλήθειας, αλλά και παραλλήλως είναι ερμηνεία της πληροφορίας, άρα άποψη. Το πόσο ψύχραιμο και αμερόληπτο είναι ένα μέσο, μια εκπομπή, ένα άρθρο ή ένας δημοσιογράφος το κρίνει πρωτίστως το κοινό - και δευτερευόντως, σε περίπτωση σοβαρής παραβίασης δεοντολογίας, το συνδικαλιστικό όργανο στο οποίο έχει επιλέξει να συμμετάσχει. Σε καμμία περίπτωση όμως η εκτελεστική εξουσία.










Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Η φωτό είναι εξώφυλλο του Economist & το εξώφυλλο του δίσκου από το www.redmp3.su

Το post συνοδεύεται από το "This Love Is Here To Stay", του Νορβηγού Thomas Dybdahl.

buzz it!

6.9.16

Η δημοπρασία του ράντζου

Αρχές δεκαετίας του ’90, δύο μέτοχοι τηλεοπτικού καναλιού, που δεν ζουν πια, παρακολουθούν στο σπίτι του πρώτου, την εκπομπή ενός από τα πουλέν τους: Πρόκειται για την πρώτη τηλεοπτική συνέντευξη, όπως διαφημίζεται, του πατριάρχη του σκυλάδικου τραγουδιού στη χώρα. Ο νεαρός τότε δημοσιογράφος, που στην ίδια καρέκλα βάζει υπουργούς και αρχηγούς κομμάτων, αντιμετωπίζει τον καλεσμένο του με ανυπόκριτο δέος και θαυμασμό, ωσάν να επρόκειτο για τον Ουμπέρτο Έκο και τη Μαρία Κάλλας μαζί. Οι δύο ιδιοκτήτες αναφωνούν: “Έχουμε τον καλύτερο”. Στις αντιρρήσεις της ομήγυρης, απαντούν το γνωστό “μα αυτά θέλει ο κόσμος”. Στην πραγματικότητα, αυτή είναι και η δική τους αισθητική, στα δικά του μπουζούκια πάνε, όταν θέλουν να διασκεδάσουν…

Κάπως έτσι χτίστηκε το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο στη χώρα. Χωρίς προδιαγραφές, χωρίς επαγγελματισμό, χωρίς καλλιέργεια, χωρίς ποιότητα - κι όταν λέμε ποιότητα, δεν εννοούμε εκπομπές για το ναρκισσισμό ή την μιζέρια μιας ισχνής μειοψηφίας. Κι όμως, τα πρώτα χρόνια, η ιδιωτική τηλεόραση όχι μόνον άνοιξε τους ορίζοντες της ενημέρωσης κόντρα στο κρατικό μονοπώλιο, αλλά κατάφερε και να είναι αξιοπρεπής: Τόσο τα (ημίωρα αρχικά) δελτία ειδήσεων, όσο και πολλές ελληνικές και ξένες εκπομπές και σειρές πέτυχαν, για μια δεκαετία περίπου, τη χρυσή τομή μεταξύ εμπορικού και ποιοτικού. Άλλωστε, το μέσο δεν προσφέρεται για περισσότερο βάθος.

Μετά είναι που χάθηκε η μπάλα. Lifestyle και “καφενειακά” δελτία ειδήσεων, σωρεία σαχλών σειρών, ατάλαντη σάτιρα, αφόρητα ρηχά reality & talent show, εξίσου καθυστερημένα πρωινάδικα και κουτσομπολίστικες εκπομπές, που ζούσαν από τα πλάνα των άλλων, σαν φτηνιάρικα βαμπίρ. Και μέσα σε όλα αυτά σπατάλες, σκάνδαλα, έλλειψη δεοντολογίας, άγνοια του μέσου. Μόνο μερικές ενημερωτικές εκπομπές ή ξένες σειρές και ταινίες, σε έκαναν να αισθάνεσαι ασφαλής.

Το τηλεοπτικό τοπίο στην Ελλάδα συνεχώς έρεπε προς την κυριολεκτική και μεταφορική φτήνεια. Με ευθύνη και του κοινού, διαμόρφωνε και διαμορφωνόταν - τα “σαραντάρια” της θεαματικότητας δεν πήγαιναν ποτέ βεβαίως στα ποιοτικά προγράμματα. Το νοήμον κοινό εγκατέλειπε την τηλεόραση, οι νεότεροι στράφηκαν μαζικά προς το ίντερνετ, η κρίση ήρθε να συρρικνώσει τη διαφημιστική πίτα στο 25% των παλιών ένδοξων ημερών. Τα τελεμάρκετινγκ ήταν πια εδώ, ακόμα και στις πιο ακριβές διαφημιστικές ζώνες.

Και η πιο απροκάλυπτη αποστασιοποίηση από τον επαγγελματισμό: αφόρητη προσπάθεια χειραγώγησης, καρτέλ στον κιτρινισμό, επιδίωξη του καυγά αντί της ουσιαστικής συζήτησης, απλοϊκή ανάγνωση της πραγματικότητας, άθλια ελληνικά, λαϊκισμός και κολακεία του “κοσμάκη”. Ολόκληρη σχολή παρουσίασης με γουρλωμένα μάτια και τρομολαγνικά κλισέ. Εκφωνήσεις και stand-up με οσκαρικές αναζητήσεις τετάρτης κατηγορίας. Ρεπορτάζ για την κοινωνική δράση του μεγαλομετόχου, που είναι “τόοοοσο φιλάνθρωπος”. Και άδειες που άλλαζαν χέρια, σε ένα κλειστό γαϊτανάκι μιας φούσκας εκατομμυρίων ευρώ.

“Το επίπεδο του πολιτικού βίου μιας χώρας διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από τον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό λόγο”, μου είπε κάποτε, προσκεκλημένος σε εκπομπή, καθηγητής πολιτικών επιστημών σε μεγάλο αμερικανικό πανεπιστήμιο. Αμφιβάλλει κανείς οτι η ιδιωτική τηλεόραση έχει συμβάλει, σε μέγιστο βαθμό, στην ανάδειξη ενός πολιτικού προσωπικού και μιας ατζέντας, που μας απογοητεύει καθημερινά;

Όλοι έτσι ήταν λοιπόν στα ελληνικά ΜΜΕ; Όχι, υπήρχαν αρκετές εξαιρέσεις. Νησίδες επαγγελματιών που δούλευαν αθόρυβα, καλοφτιαγμένα δελτία ειδήσεων, εκπομπές ντοκιμαντέρ και έρευνας που ήταν αριστουργήματα, συναρπαστικές στιγμές συζητήσεων και μεταδόσεων: Η τηλεόραση είναι ένα μέσο που θέλει πολλά λεφτά για να ζήσει, αλλά δεν έχει πεθάνει ακόμα. Ήθελε πράγματι θεσμική τακτοποίηση. Αλλά οι εγκληματικές αμέλειες των προηγούμενων δεν δικαιολογούν να πηγαίνεις στο χειρότερο, επιχειρώντας να κερδίσεις από τον συμψηφισμό.

Θα περίμενε λοιπόν κανείς, οτι το πρώτο πράγμα που θα ενδιέφερε μια κυβέρνηση που επαγγέλλεται αριστερές αξίες, θα ήταν να εξυγιάνει το τηλεοπτικό τοπίο, προσπαθώντας να διασφαλίσει την ποιότητα και τον επαγγελματισμό (μαζί με τις θέσεις εργασίας), σε δύσκολους καιρούς - κλείνοντας βεβαίως την πόρτα στον υπόκοσμο. Και φυσικά να ενισχύσει την πολυφωνία, εξισορροπώντας το τηλεοπτικό τοπίο, με ακόμα περισσότερες αντιλήψεις και οπτικές.

Αντιθέτως, μάλλον ήθελε αποκλειστικά να φιμώσει και να παραμυθιάσει. Στην αρχή, οτι ένα αμφιβόλου κύρους Ινστιτούτο της Φλωρεντίας απεφάνθη (μετά από στοιχεία που άντλησε από την ίδια την κυβέρνηση!) υπέρ της ύπαρξης μόνο 4 πανελλαδικής εμβέλειας καναλιών, όταν η τεχνολογία έχει προχωρήσει τόσο πολύ, που χωράει αναρίθμητες επιλογές.

Στη συνέχεια, οτι κίνητρο της ήταν η προσαρμογή στη συρρίκνωση της διαφημιστικής πίτας, λες και σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία δικαιούται η κυβέρνηση να υποκαθιστά τις λειτουργίες (μιας υγιούς, χωρίς θαλασσοδάνεια) αγοράς. Ταυτοχρόνως δε, προσπάθησε να πείσει οτι είναι δυνατόν να είναι ειλικρινής η εκτελεστική εξουσία που επιθυμεί να διανείμει η ίδια τις άδειες, χωρίς τη συνταγματική υποχρέωση να παρεμβάλλεται ανεξάρτητη αρχή. Η προσπάθεια ανατροπής και χειραγώγησης ενός αντιπολιτευτικού τηλεοπτικού τοπίου ήταν προφανής: Ας προλάβουμε να αλλάξουμε προσωρινά τα πράγματα και μετά βλέπουμε…

Αντί λοιπόν να αναθέσει στο ΕΣΡ να ετοιμάσει προδιαγραφές προγράμματος και ποιότητας, εύλογο τίμημα για κάθε άδεια και διαδικασία με εκ των προτέρων γνωστό τον πλήρη χάρτη των υπό προκήρυξη πανελλαδικών, θεματικών και περιφερειακών αδειών, άρχισαν τα “βλέποντας και κάνοντας” και οι παλινωδίες με την 5η άδεια και τις θεματικές. Το παιχνίδι δεν ήταν καθαρό και άλλη ήταν η στόχευση. Χαρακτηριστική είναι η επίκληση του ΕΣΡ, κατόπιν εορτής.

Έτσι φτάσαμε σε μια τραγελαφική και εκβιαστική ριάλιτι διαδικασία, που μόνο στόχο είχε να ταπεινώσει τους συμμετέχοντες και να ταίσει σανό το πρόθυμο ακροατήριο. Με πλήρη αδιαφάνεια επί 4 ημέρες, η “δημοπρασία του ράντζου” ήταν φτιαγμένη για καζίνο σε κάποια μπανανία - πουθενά στον αναπτυγμένο κόσμο δεν έχει ξαναγίνει. Και μόνο το “καψώνι” να αφήσεις μερικές δεκάδες εκπροσώπους επιχειρήσεων και μέλη επιτροπής άπλυτους τόσα 24ωρα, δείχνει την απόσταση της σκέψης αυτής της κυβέρνησης από το σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Είχε προηγηθεί η ανερυθρίαστη δήλωση του αρμόδιου υπουργού οτι “το μόνο που χωρίζει τους επιχειρηματίες από την απόκτηση άδειας είναι το πορτοφόλι τους”. Λες και το κράτος εκποιούσε τίποτα παλιοσίδερα από τις αποθήκες του, σε καλή τιμή. Χωρίς καμία ποιοτική προδιαγραφή, χωρίς να ενδιαφέρει αν έτσι θα είναι πιο εύκολο να αποκτηθεί η άδεια από κάποιον που θέλει να ξεπλύνει μαύρο χρήμα, όπως ένας έμπορος ναρκωτικών. Τα “βοθροκάναλα”, κατά την υποκριτική ρήση του άλλου, απολωλότος υπουργού, είναι εντάξει, εφόσον είναι δικά μας…

Ο σκοπός της προκήρυξης ραδιοτηλεοπτικών αδειών δεν είναι η συγκέντρωση χρημάτων, αλλά η τακτοποίηση του τοπίου, με βάση αρχές και κανόνες, προς όφελος του δημοσίου διαλόγου και της ψυχαγωγικής (με την πλήρη έννοια της λέξης) αποστολής των ηλεκτρονικών ΜΜΕ. Αν η κυβέρνηση ήταν ειλικρινής, θα είχε επιδιώξει τη συναίνεση, θα είχε προκηρύξει άδειες μέσω ΕΣΡ με σταθερό ή μεταβλητό τίμημα (και όχι βέβαια 3 εκατομμύρια που υπαινίχθηκε ως εναλλακτική ο κύριος Τσίπρας στο Κιάτο) και θα είχε ανοίξει προς όλους το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, μειώνοντας της επιρροή της “διαπλοκής” και κερδίζοντας περισσότερα χρήματα, για τα ταμεία του κράτους.

Τώρα διαφημίζει πανηγυρίζοντας, ως άλλος Ρομπέν, οτι θα διανείμει στις ευπαθείς ομάδες λεφτά που θα λάβει τμηματικά και που είναι εγγεγραμμένα στο μνημόνιο - αν βεβαίως καταφέρει να τα εισπράξει, μετά τους ελέγχους “πόθεν έσχες” και αφού παρέσυρε τους συμμετέχοντες σε πονταρίσματα τόσο υψηλά, που είναι αμφίβολο αν θα επιτρέψουν τη βιωσιμότητα κάποιων καναλιών. Και βεβαίως, με κίνδυνο η άκρως αμφιλεγόμενη αυτή διαδικασία να ανατραπεί από το ΣτΕ, τα ευρωπαϊκά όργανα ή την επόμενη κυβέρνηση. Και τότε, τι θα πει η πολιτεία σε κάποιον που εκταμίευσε μερικές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ;

Και ποιός θα πληρώσει το “μάρμαρο”; Προφανώς οι εκατοντάδες εργαζόμενοι, που όσες συγχωνεύσεις και αν γίνουν, θα μείνουν στο δρόμο ή θα δουλεύουν με πολύ λιγότερα, εις βάρος της αξίας και της αξιολόγησης των καλύτερων (κόντρα σε όσα ισχυρίζεται σε non paper το Μαξίμου, τα κανάλια που δεν πήραν άδεια, δεν μπορούν να αντέξουν διαφημιστικά χωρίς τη συμμετοχή στο μπουκέτο της Digea, με τόσους δημοσιογράφους και τεχνικούς). Και φυσικά οι τηλεθεατές και το επίπεδο της αισθητικής και του πολιτικού λόγου στη χώρα, γιατί το μέσο θα γίνει ακόμα πιο φτηνό.

“Καλά κάνανε και τα σκάσανε οι διαπλεκόμενοι” ακούγεται συχνά, στη καθημερινή καφενειακή ανάλυση γύρω μας. Ποιοί ακριβώς; Η κυβέρνηση δεν πήρε φράγκο από τα συγκροτήματα των κυρίων Μπόμπολα, Ψυχάρη και Βαρδινογιάννη, που κατηγορούσε τόσα χρόνια. Κανένα από τα υπάρχοντα κανάλια που εξασφάλισε άδεια δεν είναι ιδιοκτησίας προμηθευτών του δημοσίου - αντιθέτως, προστέθηκαν νέοι εργολάβοι. “Τουλάχιστον αυτοί προσπάθησαν”, είμαι βέβαιος οτι θα ακούσουμε στο τέλος. Όχι δεν προσπάθησαν, τη δική τους διαπλοκή ήθελαν να φτιάξουν, εκτρέποντας την προσοχή από τα δύσκολα, με ένα λαϊκίστικο αφήγημα.

Μόνο που τα κανάλια δεν τα κλείνεις, τα ωθείς σε εκσυγχρονισμό και σε λειτουργία με κανόνες. Μόνον ολοκληρωτικά καθεστώτα και οι μιμητές τους επιχειρούν να κλείσουν ή να περιορίσουν αντίπαλα ή ενοχλητικά ΜΜΕ. Το αν θα καταφέρουν να ξεπεράσουν την κυβέρνηση Σαμαρά που έκλεισε με επαρχιακό αυταρχισμό της δεκαετίας του ’50 την ΕΡΤ και ρίξουν (με λίγο πιο κουτοπόνηρο τρόπο) “μαύρο” σε 3-4 τηλεοπτικούς σταθμούς, θα το δείξει το άμεσο μέλλον. Υπάρχουν ακόμα πολλά επεισόδια στο κακοστημένο αυτό σίριαλ…












Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Το σκίτσο είναι του Ανδρέα Πετρουλάκη από την www.kathimerini.gr & το εξώφυλλο από το www.genius.com

Το post συνοδεύεται από το "Lost On You", της Αμερικανίδας Laura Pergolizzi.

buzz it!

15.11.15

Greece in Crisis: the Effects of Social Media

— The extensive use of social media in Greece coincided with the greek crisis. But not only the financial crisis. On the 6th of December 2008, a 16-year old pupil, Alexis Grigoropoulos, was shot by a policeman in the district of Exarchia. The following days, the centre of Athens was in flames - there was extensive damage to traditional and government buildings, arson and even looting in some cases. The rage in the internet was apparent - and twitter (together with mobile phones’ SMS) helped spread the word. The police remained inactive, following orders, in order to avoid a second death. The same was repeated - not to that extent though - the following years, on December 6th.


— Before that, the first “publishers” in the greek internet were the bloggers (largely on Google and much less on Wordpress, reserved for the more sophisticated) and the YouTube users. Then, Facebook became extremely popular. And in the following years, more and more internet users became familiar with Twitter. Nowadays, there are almost 4 million Facebook users, 36% of the population - but actually more than half of the active/voting population. Twitter seems to be slower - only 467 thousand. The rest (Instagram, LinkedIn etc have a more “specialised” popularity in young or professional users). The most popular twitter accounts (except former Finance Minister Yannis Varoufakis’ who is the first with 600 thousand, but obviously not only greek followers) are singers and tv entertainment personalities (especially female and pretty), traditional media, some journalists - and of course trolls.

— Facebook use is divided between social (non political) use and political commentary. A lot of people just share music, pictures and everyday activities. But for a lot of others, Facebook is the substitute for alternative info or the “kafeneion”, the traditional cafe talks - usually not that deep. It seems that the traditional media, such as TV are not the sole substitutes for the “agora”, the ancient assembly of the municipality, the “demos” - that gave us “democracy”. Actually, the traditional media have a great handicap: They are not (really) interactive, although some talk-shows give a little time to the questions of the public - usually through twitter, which is faster and more political.

— Facebook is much more personal, than Twitter: You can have of course a pseudonym, but mostly users are posting with their name and picture. To our dismay though, there is a large number of eponymous users that use extremely foul language against what they think are their “enemies”: For example, greek users attacked with vulgarity and sexism, when Sofia Vergara, the famous actress and model, dared to support the national team of Colombia, in the 2014 Mundial game between the two countries. Nationalist and populist Greeks, called the “ellinares” (i.e. “greek in the superlative”) have the same attitude against any historian, scientist or politician that dares to question the national myths, which are taught in history classes at school. Recently, in a not-so-surprising exhibit of our national introvert ignorance, at a TV game that asks people ’s point of view, out of a 100, the 57 answered that “the most civilised people in Europe are Greeks”.

— Please note that very few modern Greeks have the habit of reading books or writing their views in letters and articles. Actually, we do not have the tradition of expressing our views or sentiments in writing. The greek financial crisis, which is still NOT decoded by the majority of the greek people (i.e. they have not attributed the causes of our crisis but to the vile and hostile “foreigners”), gave the opportunity to a vast minority to express their blind anger in the most foul manner - and to behave like a hooligan, with a new “toy”: The written form of the gutter talk with a new “audience”.

— But this minority does not need our support: It needs to be condemned, as all extremes. I am not very sure they understand the “weight” of the written (and simultaneously public) speech. They are just happy that the “filters” of the traditional media do not exist any more for them. Many of them think of themselves as “indignados”. The reality is that the greek crisis has brought out the worst characteristics of a nation that does not know how to discuss or conduct a public debate, except for shouting at each other and cursing.

— When the centre-left government of PASOK started to imply the first memorandum in 2010 (but never in full actually, except the horizontal cuts in salaries and pensions), the greek society was divided, with the great help of the left (SYRIZA) and the right (New Democracy) opposition, into “anti-memorandum” and “pro-memorandum” fans. Actually, the former named the latter in this way, because it was convenient for their cause. Very few people liked the memorandum and were openly for it. But many were recognising the need for an agreement with the troika, in order to get a loan with cheap interest, when the markets were reluctant to lend us any money, with interest less than 6 or 10%. The division has remained and it evolved into a “anti-european” and “pro-european” battle. The underlying layer for a part of the left is the denial of the middle-class civilisation and the values of the western way of life. But for most people it was the desperate attempt to hold on to the “benefits” of the bubble economy that Greece had up to 2009.

— The division, that poses a threat to the european course of the country and all its achievements in the past 40 years, after the fall of the military junta in 1974, found its ideal battlefield in the social media. The “anti-memorandum” side, with the support of the present government coalition parties SYRIZA & ANEL (extreme right-wing Independent Greeks, a party that relied a lot in the social media, since it was almost “founded” in Facebook) saw the opportunity: There was a battlefield they could not miss - and they conducted a passionate open or undercover campaign, even with fake accounts and (presumed) “commandos” on the payroll. Most of them were trolls - or supported by trolls. The fanatic attacks on the different opinion were extremely violent in certain cases, with “lynching” characteristics. The monster of populism was fed in every opportunity…

— The targets were usually journalists, intellectuals and opinion makers, that were thought to belong to the “system” - or just any moderate voice. University of Athens professor and writer Lena Divani was violently attacked verbally, when she expressed a different opinion about an incident with a young passenger who could not (or would not) pay the ticket in public transportation, because she used a word that implied that he “repeatedly avoided his obligations”. In some cases, it was impossible to conduct a “conversation” in the social media: You had to spend countless hours explaining or just block the malefic attackers. In Facebook, most of the people meant well, but were extremely shallow or bitter. In Twitter, you could often see the “professionalism” of the orchestrated attacks. The blocking habit could also be found with the populist opinion leaders: They, too, blocked a lot of users, but mostly when they were receiving well-documented questions, they could not answer…

— The immaturity and the shallowness of the greek public debate, combined with the anonymity, gave an unexpected boost to the hate speech, in the past 6 or 7 years of the Greek cultural, political and financial crisis. After the January 2015 elections, when the two main “anti-memorandum” parties came into power, the hate died out, gave way to disappointment or turned mostly towards the government. With a small interval in July, when the referendum gave more than 60% to the “No” (and was immediately turned into a “Yes” to the third memorandum by the Tsipras government), the fanatic accounts have been mostly mute or short-circuited by their own rhetoric. But there is still a negative legacy - and of course trolls and flamers.

— Concluding: Most of the greek public discovered the social media, amidst its greater crisis of the last half of the century. They were ideal for the desperate attempt to express the agonies and the fears that the traditional media could not (or would not) channel properly. But they were also fruitless in the attempt to promote the idea of a useful public debate, unless it was for endless sarcasm, negativity and humour of the bitterest kind.

— Are we fair, if we are that pessimist? No. The social media, with all the difficulties and drawbacks, gave voice to the different - even if the different were just the moderate. They gave way to alternative information, that helped also the professional journalists and modified the traditional media. They have helped communicate concrete views of the politicians, swiftly and directly to the public - and constantly remind us of the controversies and the unashamed lies, especially of the populist. They have been crucial in spreading the opinions and the knowledge, in a globalised world, we very often choose to ignore - not to our benefit: And the public knowledge gives strength mostly to the weak, whether they belong to a minority or not.











H ομιλία εκφωνήθηκε στο Συνέδριο της Κωνσταντινούπολης

H αφίσα είναι από το συνέδριο και το εξώφυλλο είναι από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Changing Shapes of Love" της Βρετανής Andreya Triana

buzz it!

29.11.14

Ενας Kosmos με χαρακτήρα...

Ο Kosmos 93,6 & 107 υπήρξε το πιο επιτυχημένο προιόν της ΕΡΑ, από τον Οκτώβριο του 2001 ως τον Ιούνιο του 2013, με ακροαματικότητα που άγγιξε το 7% στην Αττική (υψηλότερα από κάθε άλλο δημόσιο ραδιόφωνο) και εξαιρετικά δημογραφικά στοιχεία (μορφωτικό επίπεδο ακροατών, οικονομική κατάσταση, περιοχές, ηλικίες).

Με ένα από τα ωραιότερα λογότυπα και διακριτό world music στίγμα, το οποίο δεν επιχείρησε να μιμηθεί κανένα από τα ανταγωνιστικά ραδιόφωνα, άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό στη ραδιοφωνική αγορά, με το κλείσιμο της ΕΡΤ.


Ο Kosmos όμως είναι κάτι παραπάνω από ένα ραδιόφωνο με world music χαρακτήρα. Είναι πρωτίστως (και εξ ορισμού) το πιο αντιρατσιστικό, ανοιχτόμυαλο και κοσμοπολίτικο ραδιόφωνο, που φέρνει στους ακροατές του όσο μπορεί περισσότερες γλώσσες, ήχους και κουλτούρες από όλον τον πλανήτη, από τη latin παράδοση ως το σύγχρονο ευρωπαϊκό ήχο. Και επιπλέον, είναι το ραδιόφωνο για όλες τις “άστεγες” μουσικές στο ραδιοφωνικό τοπίο (και τους ακροατές τους): Jazz, blues, reggae, funk, soul, hip hop, R&B και όλα τα υβρίδια τους - μαζί με χορευτικά classics, swing αναμνήσεις και αναβιώσεις, ταιριαστά “διαμάντια” από την ιστορία του rock και επιλεγμένες στιγμές από κινηματογραφικές συνθέσεις, τη σύγχρονη pop και την ελληνική παραγωγή, όλα στη σωστή δοσολογία.

Ταυτόχρονα, πρώτη φορά με σχεδόν πανελλαδική κάλυψη, επιχειρεί να προσφέρει στους ακροατές τους πληροφορίες για όλα όσα συμβαίνουν στη μουσική σκηνή της χώρας μας, στις θεατρικές και κινηματογραφικές αίθουσες, στα μουσεία και στις γκαλερί, στα μπαράκια, στους συναυλιακούς χώρους και στις μικρές ή μεγάλες φεστιβαλικές εκδηλώσεις - ό,τι μπορεί να ενδιαφέρει από τον πολιτισμό και την καθημερινότητα της ζωής μας.

Μετά από προσπάθειες μηνών, κόντρα σε αυτούς που δεν αναγνωρίζουν την αξία ενός τέτοιου εγχειρήματος, ο Kosmos είναι και πάλι έτοιμος να τεθεί στην κρίση σας, από τη Δευτέρα 1η Δεκεμβρίου. Με σήμα τον jazz τσοπανάκο που τόσο ευφυώς διασκεύασε ο μεγάλος Μίμης Πλέσσας, με συνεχή ροή ζωντανού προγράμματος από τις 8 το πρωί ως τις 2 τη νύχτα, με έμπειρους παραγωγούς και φρέσκες φωνές, λιτή και μεστή πληροφόρηση που δεν αγνοεί την πραγματικότητα της ζωής μας και συνεχή επικοινωνία μαζί σας, ο Kosmos φιλοδοξεί να γίνει ο "προσωπικός" σας dj, όλο το 24ωρο.

Ακούστε τον με πάθος...











Η αφίσα είναι από το Kosmos και το εξώφυλλο από το www.amazon.fr

To post συνοδεύεται από το "Caractère" της Γαλλίδας Joyce Jonathan

buzz it!

25.11.14

Όλοι μαζί τους ψηφίσαμε;

“Η κοινωνία πάσχισε να προσαρμοστεί – δεν είχε επιλογή. Εμεινε, όμως, πεισματικά απροσάρμοστο το πολιτικό σύστημα.”

Με τη φράση αυτή κλείνει το κατά τα άλλα εξαιρετικό άρθρο του ο Κώστας Καλλίτσης, στην Καθημερινή της Κυριακής. Δεν θα διαφωνήσω διόλου για το πολιτικό σύστημα.

Πράγματι, η σύγχρονη κατρακύλα άρχισε όταν ένας εμφανώς υποκριτής και ανεύθυνος πρωθυπουργός έπεισε οτι “θα αναμορφώσει το κράτος” (γεμίζοντας το με δεκάδες χιλιάδες παραπονεμένους και συνήθως χωρίς στοιχειώδη προσόντα ημετέρους) και εφάρμοσε ένα ανερυθρίαστο “Αλογοσκούφη δώστα όλα”, εκτινάσσοντας το ελληνικό δημόσιο στην τροχιά της άτακτης χρεοκοπίας.

Το πολιτικό σύστημα συνέχισε να κινείται στη σφαίρα του φαντασιακού, αρνούμενο να χτυπήσει γενικό προσκλητήριο συνεργασίας και υποσχόμενο “ζάππεια” και “αντιμνημονιακούς τσαμπουκάδες”. Αλλά και όταν το έκανε, αποδέχτηκε και”ξέπλυνε” ακροδεξιούς παίκτες, που πολύ γρήγορα απέδειξαν πόσο συνώνυμος είναι ο ψευδοπατριωτισμός και η εθνοκαπηλεία με τη λαμογιά. Ταυτοχρόνως, νέα φρούτα ξεπετάχτηκαν, ψεκασμένα από τις ορμόνες της καφενειακής μπουρδολογίας, τόσο από τα αριστερά, όσο και από τα (εως και φασιστικά) δεξιά.

Κι όσο κι αν κατάφερε να συμμαζέψει το δημοσιονομικό εκτροχιασμό, το πολιτικό σύστημα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, συνέχισε να παίζει το αιώνιο “κατενάτσιο της κοροϊδίας” - ή όπως εύστοχα γράφει ο Καλλίτσης την “αδιέξοδη πολιτική τροχάδην επιτόπου”.

Αλλά μόνο του τα έκανε όλα αυτά το πολιτικό σύστημα; Σε ποιά πρόθυμα αυτιά απευθύνθηκε αυτή η ρητορική; Και ποιες δημοσκοπήσεις ακολούθησε και ακολουθεί το πλέγμα των διαμορφωτών γνώμης, για να κάνει τις επιλογές του; Πόσες κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες δεν αντέδρασαν σθεναρά σε οποιαδήποτε προσπάθεια μεταρρύθμισης και αλλαγής του οικονομικού μοντέλου (όταν βέβαια αυτές ήταν ουσιαστικές και δεν βαφτίστηκαν κατ’ ευφημισμόν “μεταρρυθμίσεις”); Σε πόσες περιπτώσεις δεν “ροκανίστηκε” συστηματικά η όποια προσπάθεια ουσιαστικών αλλαγών που έχει ανάγκη μια οργανωμένη κοινωνία, που παραπαίει σε όλα τα επίπεδα; Ποιές καθημερινές πολιτικές ενέργειες και αντιλήψεις αλληλοδιαμορφώνουν τις πράξεις της εξουσίας;

Ουδέποτε προσαρμόστηκε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας - και καθρέφτης του είναι το πολιτικό σύστημα. Διότι ουδέποτε, πρώτα από όλα, δέχτηκε να κοπιάσει για να αντιληφθεί και εξηγήσει τι του συνέβη με τη λεγόμενη “κρίση”. Αποδέχτηκε τις πιο εύκολες και επιφανειακές εξηγήσεις, δίνοντας ακροαματικότητες και θεαματικότητες του 40%, στις πρωινές κραυγές του ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού λαϊκισμού, που απλώς έβριζαν τη Μέρκελ.

Αντί να πέσει με τα μούτρα στην ανάλυση και στην ανάδειξη νέων φωνών και τρόπων σκέψης, ψήφισε την χειρότερη ποιότητα βουλευτών, που είχε δει ποτέ το ελληνικό κοινοβούλιο. Με πρωταγωνιστές υπόδικους, δημαγωγούς του αισχίστου είδους, πρωταθλητές της σαχλαμάρας και της ρηχότητας - που μόνο τους μέλημα είναι να “μη μείνουν άνεργοι”.

Ανέδειξε σε υπολογίσιμες δυνάμεις κόμματα που θα έπρεπε να έχουν περιθωριακό ή ανύπαρκτο ρόλο, σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατία. Στη μανία του να αποκαθηλώσει πρόσωπα και πράγματα, ανέχτηκε (και ανέχεται) δημοσιογράφους και πολιτικούς, ακόμα χειρότερους από τους προηγούμενους. Και στην ανάγκη του να αναμορφώσει το πολιτικό τοπίο της χώρας, βρέθηκε ανάμεσα στις συμπληγάδες ενός ακραίου λαϊκισμού - και από τις δυό πλευρές του πολιτικού φάσματος.

“Μα όλοι μαζί τα φάγαμε;” θα αναρωτηθεί ο καλοπροαίρετος αναγνώστης. “Όλοι μαζί επιτρέψαμε αυτό το κύμα απελπισίας να μας πνίξει, λες και δεν είμαστε μια χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης”; Όχι βέβαια. Αλλά στη δημοκρατία, δυστυχώς ή ευτυχώς, μετράνε τα “ναι” και όχι τα “όχι”. Κι όταν δεν αντιπαρατάσσουμε κάτι πιο δημιουργικό από τη βούληση της εκάστοτε ανεύθυνης μειοψηφίας, τότε την ευθύνη την έχουμε όλοι.

Όταν λίγες χιλιάδες ή ακόμα και εκατοντάδες ψήφοι είναι ικανές να στείλουν κάποιον καραγκιόζη στο κοινοβούλιο, τότε την ευθύνη την έχουμε όλοι μας, που δεν αναδεικνύουμε κάποιους καλύτερους στη θέση τους. Όταν “ψηφίζουμε” τη γελοία και όχι τη σοβαρή εκπομπή, ενισχύουμε την κατρακύλα. Όταν καταφεύγουμε στους επαγγελματίες λαϊκιστές, γιατί δεν κοπιάζουμε αρκετά ώστε να αναδείξουμε νέες δυνάμεις, αξιόλογες και ακέραιες, που θα εμπλουτίσουν το πολιτικό φάσμα, ολιγωρούμε επικίνδυνα.

Μα πώς θα επιλέξουμε καλύτερο πολιτικό προσωπικό, όταν η πλειονότητα επιβάλλει ένα πλέγμα δημαγωγίας, λαμογιάς και εξευτελισμού της σοβαρότητας, της δημοκρατίας και του διαλόγου; Πώς θα μπουν οι πιο αξιόλογοι σε αυτό το σύστημα, αφού τώρα είναι ακόμα πιο δύσκολο και απωθητικό; Πώς θα φύγουμε από τον φαύλο κύκλο του πολιτικού, συνδικαλιστικού και μιντιακού “πολτού”, που έχουμε φτιάξει;

Τους “καλύτερους”, δεν θα μας τους φέρουν “εισαγόμενους” οι φίλοι μας οι Γάλλοι ή οι Σουηδοί. Καλώς ή κακώς, μόνοι μας πρέπει να να τους αναδείξουμε και να τους επιβάλουμε.

Ας σκεφτούμε λοιπόν ποιούς επιβραβεύσαμε μέχρι τώρα. Με πόσα συμπλέγματα αντιμετωπίζουμε τους πιο αξιόλογους - πόσους στείλαμε σπίτι τους, απογοητευμένους. Και πόσους γελοίους ανεχτήκαμε και ανεχόμαστε ακόμα, “κράζοντας” πολλές φορές τους λάθος ανθρώπους. Και μετά ας ανοίξουμε τον τηλεοπτικό δέκτη, για να δούμε τον καθρέφτη των επιλογών μας…













Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

H φωτό είναι από το www.tumblr.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το υπέροχο βίντεο-κλιπ του "Loop De Li" του νέου τραγουδιού του Βρετανού Bryan Ferry (στα 69 του).

buzz it!

13.11.14

Tale quale

Προσπαθείς να είσαι στη “μέση”. Να μην αποδεχτείς κανέναν αυταρχισμό και καμία αυθαιρεσία μιας (πολλές φορές) ακροδεξιάς και διεφθαρμένης εξουσίας. Να καταδικάζεις την αστυνομική βία με κάθε ευκαιρία, το τριτοκοσμικό πλιάτσικο που επιβάλλουν οι ισχυροί στον πλούτο των πολλών, την άρνηση κάθε είδους δημοκρατικού κανόνα και διαφάνειας, που εμποδίζουν την κοινωνία και τη χώρα από το να γίνει επιτέλους σύγχρονη και ευρωπαϊκή. Πιο αντιρατσιτής και αντιφασίστας δεν γίνεται. Πιστεύεις στους θεσμούς, στο παράδειγμα των άλλων που δεν είναι “κουτόφραγκοι”, στην καταδίκη της επαρχιώτικης εσωστρέφειας, της κομματικής υποκρισίας. Πιστεύεις στο διάλογο. Δημοσιεύεις κάθε δημοκρατική άποψη και δίνεις βήμα σε κάθε δημιουργική πολιτική προσπάθεια, από της παρυφές της αρτηριοσκληρωτικής δεξιάς μέχρι τις αντίστοιχες της αριστεράς - συνήθως με περισσότερη συμπάθεια προς τη δεύτερη.

Αλλά ταυτόχρονα, δεν αποδέχεσαι τον μανιχαϊσμό του δήθεν “αντισυστημισμού”, τον βολικό διαχωρισμό σε “μνημονιακούς-αντιμνημονιακούς”, την υποκρισία της συντήρησης, σε όποιο σημείο του πολιτικού τόξου κι αν φωλιάζει. Αρνείσαι τα στρατόπεδα και το εμφυλιοπολεμικό κλίμα, που πάντα βολεύει τους ακραίους. Αρνείσαι την ισοπέδωση των εννοιών και των λέξεων, δεν βαφτίζεις “βία” κάθε αδικία, επικρίνεις αυτούς που μιλούν για “πόλεμο”, για “χούντα”, για “ κατοχή” - προφανώς μην έχοντας ζήσει τίποτε από όλα αυτά ή διαστρέφοντας πλήρως την ιστορία, για χάρη του λαϊκισμού τους. Όλα αυτά τα καταγγέλλεις μάλιστα, ως πλευρές του ίδιου νομίσματος, ως μέρος ενός πελατειακού πολιτικού συστήματος που δεν έχει καταλάβει τίποτα από την κρίση, που επιμένει να ζητά την επιστροφή στο παρελθόν, παριστάνοντας οτι αποζητά την πρόοδο. Κι αυτό φαίνεται οτι ενοχλεί πιο πολύ από όλα.

Προφανώς δεν έχεις το αλάθητο, ούτε αυτά που φιλοξενείς είναι πάντα υψηλού επιπέδου - πού είναι άλλωστε; Προσπαθείς όμως να αποκωδικοποιήσεις την πραγματικότητα, με όπλο τις αξίες της φιλελεύθερης (και όχι “νεοφιλελεύθερης”) δημοκρατίας. Αλλά στη χώρα, όπου έχουν επιβιώσει, 25 χρόνια μετά την πτώση του Τείχους, σε πείσμα του υπόλοιπου προηγμένου κόσμου, οι πιο απολιθωμένες οπτικές, η πιο ξύλινη γλώσσα και οι περισσότερες θεωρίες συνωμοσίας, τίποτα δεν είναι “τυχαίο”. Καμία άποψη δεν είναι αβίαστα δική σου, δεν είσαι τίποτε άλλο παρά ένας “πληρωμένος κονδυλοφόρος”, ένας “υπηρέτης του συστήματος”, ένας “ταξικός εχθρός”, ένας “φιλελές”.

Όταν φτάνει η ώρα, κάποιοι τραμπούκοι να καταφύγουν στην πραγματική βία (που θα μπορούσε να είχε και θύμα, καθώς κάποια εργαζόμενη που ζούσε μακριά κοιμόταν κάποια βράδια μέσα στα γραφεία), τότε περιμένεις από όλους τους δημοκρατικούς φορείς (και κυρίως από αυτούς που δηλώνουν οι πιο προοδευτικοί) να καταδικάσουν απερίφραστα και με όλη τους την καρδιά την “εμπρηστική παρέμβαση” (τρομάρα τους, πάλι καλά που δεν την είπαν και “εικαστική”).

Όλους; Αμ δε. Επί ένα 24ωρο, οι ιθύνοντες του ΣΥΡΙΖΑ παλεύουν να συμβιβάσουν από τη μια την αυτονόητη ανάγκη για καταδίκη (“αλλίμονο, είμαστε αξιωματική αντιπολίτευση, αύριο θα είμαστε κυβέρνηση, θα δώσουμε τροφή στους αντιπάλους”) και από την άλλη την ενδημική “ξυνίλα”, αν όχι πλήρη απέχθεια, προς ό,τι εκπροσωπεί η Athens Voice. Στο τέλος (και με τα χίλια ζόρια) καταφέρνουν να αρθρώσουν μόνο μια γραμμή, ψυχρή και σχεδόν ψεύτικη, διάφανα βεβιασμένη: “Η εμπρηστική επίθεση στα γραφεία της Athens Voice είναι καταδικαστέα και βάλλει κατά της ελευθερίας του Τύπου”.

Η διαφωνία με την αισθητική, τις θέσεις ή την πολιτική μιας εφημερίδας είναι απόλυτο δικαίωμα του καθενός. Το να μην μπορείς όμως να καταδικάσεις με ειλικρίνεια μια τρομοκρατική πράξη είναι πρόβλημα. Γιατί αυτό σημαίνει, οτι η διάχυτη (στους ταλιμπάν του διαδικτύου και αλλού) ρητορική του “καλά να πάθει η καθεστωτική προπαγάνδα του Πρώκταγκον και του Γεωργαλά/Γεωργελέ” (απολύτως αντίστοιχη με το “καλά να πάθει η Κανέλλη για το χαστούκι”) επικρατεί - και με δυσκολία σου επιτρέπει να τηρήσεις τα προσχήματα. Με (ευτυχώς) τουλάχιστον μια τιμητική εξαίρεση.

Στα θρησκευτικά ή στα οικονομικά ζητήματα, μια χαρά τις κάνει τις επίσημες κωλοτούμπες η αξιωματική αντιπολίτευση. Γιατί εδώ δεν μπορεί; Γιατί είναι δέσμια των ακροτήτων που η ίδια έχει καλλιεργήσει, φιλοξενώντας και ενθαρρύνοντας κάθε είδους φανατική αντίληψη, που περιφρονεί τη νοημοσύνη, την ευγένεια, τον διάλογο, τη δημοκρατία, τον ίδιο τον πολιτισμό.

Επικεφαλής κομματικών μέσων λοιδoρούν τους συναδέλφους τους όταν δεν ακολουθούν τη δική τους επιπόλαια και υστερόβουλη θεώρηση του “αγώνα”, αλλά γίνονται ρεζίλι, όταν οι ίδιοι υφίστανται τις συνέπειες μιας απεργίας. Όψιμοι και διάσημοι κομματικοί φίλοι χαιδεύουν τα αυτιά του ασύστολου λαϊκισμού και προκαλούν τη θυμηδία, παριστάνοντας τους “αντισυστημικούς”, πνιγμένοι μέσα στα εκατομμύρια που έχουν απομυζήσει παρασιτικά από πρώην και νυν συζύγους και χορηγούς.

Στρατευμένοι κομματικοί αρθρογράφοι αποκαλούν τους άλλους ”ντόπερμαν της εξουσίας” - ακόμα κι αν έχουν δίκιο, ξεχνούν πόσο άκυρος είναι ο χαρακτηρισμός όταν προέρχεται από ένα πιστό κομματικό φύλακα του δικού τους “συστήματος” (κοινώς κομματόσκυλο). Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έχουν αναπτύξει κι ένα εκπληκτικό newspeak, που καταργεί κάθε έννοια πολιτικής γεωγραφίας (οι Γάλλοι είναι “κουτόφραγκοι”, όταν αποκαλούν αριστερά και τους σοσιαλιστές), σύμφωνα με το οποίο όλα πέραν της ΔΗΜΑΡ είναι “δεξιά”, ενώ “δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κινούνται στο χώρο του εξτρεμιστικού κέντρου (και ψηφίζουν π.χ. Ποτάμι)”. Προφανώς, αυτό σκέφτηκε, μέσα στην προσπάθεια να δικαιολογηθούν τα αδικαιολόγητα. κάποιος που κινείται στο χώρο των “μετριοπαθών άκρων”…

Μπορεί στην Ελλάδα να μην έχουμε σοβαρή κεντροδεξιά ή κεντροαριστερά, με την έννοια της κομματικής έκφρασης. Αλλά και αριστερά δεν έχουμε σχεδόν καθόλου. Τουλάχιστον με την έννοια της αξιοπρέπειας, της ποιότητας και του ήθους, που συνοδεύει της ιστορία της δημοκρατικής αριστεράς στη χώρα. Είναι απολύτως ανάλογη της αυταρχικής και παλαιοκομματικής δεξιάς, που καταγγέλει - tale quale.

Ένα συνονθύλευμα από μίζερες, κομπλεξικές, φανατικές (από αριστερίστικες ως διεφθαρμένα βαθυπασοκικές), υποκριτικές και βαθύτατα αντιδημοκρατικές αντιλήψεις ετοιμάζονται να δώσουν τον τόνο στην κυβερνητική εξουσία, με κύριο και σοβαρό επιχείρημα την απαλλαγή από μια άθλια διακυβέρνηση. Μόνο που η αριστερά, που θα έπρεπε να είναι ο πρώτιστος υπέρμαχος των δημοκρατικών αντιλήψεων, απλώς δεν είναι πια - στην Ελλάδα τουλάχιστον. Η δημοκρατία, για την έλλειψη της οποίας, τόσο πολύ κατηγορεί η αριστερά τους άλλους (δικαίως ή αδίκως), απουσιάζει και από το δικό της “στρατόπεδο”. Και όλοι εμείς ανάμεσα, δεν έχουμε ακόμα βρει τη διέξοδο από την παγίδα…










Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Το λογότυπο είναι της Athens Voice και το εξώφυλλο είναι από τη www.wikipedia.org

To post συνοδεύεται από το εκπληκτικό βίντεο του "Tous Les Mêmes", από τον Βέλγο Stromae.

buzz it!

13.2.14

Article: Μιά έκθεση άρθρων...

Μπορεί κανείς να βρει την τέχνη σε ένα άρθρο; Είναι η "τέχνη" της γραφής ή κάτι άλλο; Ομολογώ οτι η ιδέα της Βασιλικής Γραμματικογιάννη (όπως και ο τίτλος) είναι πρωτότυπη: Μια έκθεση με (τεράστια) άρθρα για την κρίση, αναρτημένα όχι στο ίντερνετ, αλλά σε μια αίθουσα τέχνης, στη Gallerie Genesis, Χάριτος 35, καθημερινά 11.00-22.00, Τετάρτη και Σάββατο 11.00-15.00.

Δεν ξέρω αν έχει νόημα, αλλά συμμετέχω κι εγώ με ένα άρθρο μου. Ο αρχικός του τίτλος ήταν "It 's the economy, stupid". Αλλά τώρα που το σκέφτομαι, it may be the art....










H φωτό είναι από την έκθεση και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από την πολύ τρυφερή διασκευή του "Let Her Down Easy", του Terence Trent D' Arby, από τον George Michael

buzz it!

22.9.13

Μια συνέντευξη για το τέλος μιας συζήτησης


O μόνος λόγος που καταχωρώ αυτή τη συνέντευξη στο “Κάππα” της Καθημερινής, είναι για λόγους αρχείου - άλλωστε η ελληνική κοινωνία έχει πολύ πιο σημαντικά προβλήματα να συζητήσει αυτές τις μέρες. Επ’ ουδενί δεν θέλω να συνεχιστεί η ίδια αντιπαραγωγική, φανατική και επιδερμική κουβέντα. Η ΕΡΤ και η συνέχεια της έγιναν πεδίο σύγκρουσης των 2 εξτρέμ της (εντός συνταγματικού τόξου) πολιτικής: Αυτών που θεώρησαν έξυπνο και παραγωγικό να την κλείσουν και αυτών που το είδαν ως αφορμή για έναν ανένδοτο αγώνα, χωρίς διέξοδο και προοπτική.

Αναπόφευκτα, σε μια συνέντευξη δεν χωρούν όλα όσα θέλεις να πεις. Για παράδειγμα, δεν χώρεσε οτι δεχτήκαμε απίστευτη λάσπη, οι 1800 απολυμένοι της ΕΡΤ, που έκαναν αίτηση στη ΔΤ. Ίσως εγώ λίγο παραπάνω, γιατί είμαι το “πρόσωπο που βγαίνει μπροστά στο γυαλί”. Ίσως από δικό μου λάθος, γιατί βγήκα μπροστά και εξήγησα τους δισταγμούς και τις αμφιβολίες μου. Ίσως γιατί με το προηγούμενο άρθρο που είχα γράψει επικρίνοντας τη διαδικασία προσλήψεων, δεν είχα κάνει σαφές οτι κι εγώ είχα κάνει αίτηση. Όποιος όμως διάβαζε με προσοχή καταλάβαινε - και δεν “μετέφραζε” όπως βόλευε το δικό του τρόπο σκέψης. Και πάντως δεν έγραψα πουθενά οτι δεν έκανα.

Δέχθηκα και δέχομαι επιθέσεις και από τα αριστερά και από τα δεξιά. Γιατί η πολιτική μας ζωή και η κοινωνική μας (αν)ωριμότητα κάνει πολλούς ανθρώπους να μην καταλαβαίνουν οτι μπορεί κάποιος ταυτόχρονα να επικρίνει και την κυβέρνηση για το κλείσιμο της ΕΡΤ και τις τρομερές ελλείψεις της ΔΤ, αλλά και τους εργαζόμενους που απέφυγαν να επιδιώξουν μια λύση και επιμένουν να παραμείνουμε σε ένα αδιέξοδο, χωρίς δημόσια ραδιοτηλεόραση. Δεν υπάρχει πιο συνεπής στάση από το να θέλεις η χώρα σου να έχει οπωσδήποτε ανοιχτή και λειτουργούσα τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, όπως επιτάσσουν οι συνταγματικές και ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις. Ανεξαρτήτως του ποιά κυβέρνηση έχει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Κάποιοι θεωρούν οτι είμαστε σε πόλεμο, οτι οι άνθρωποι πρέπει να είναι σε στρατόπεδα. Εγώ εμφύλιο μεταξύ συναδέλφων, αλλά και γενικώς, δεν δέχομαι. Δεν είναι δυνατόν να μην μπορείς να εκφράσεις την άποψη σου και αυτομάτως να δέχεσαι άναρθρες επιθέσεις, επειδή “πρόδωσες τον αγώνα", τον οποίον φαντασιώνονται κάποιοι (ο οποίος "αγώνας" πήρε μια κατεύθυνση με την οποία διαφωνείς πλήρως). Είναι ένα είδος τρομοκρατίας ενός αριστερού κομφορμισμού και σε πιο ακραία εκδοχή, ενός καφενειακού διχαστικού και εμφυλιοπολεμικού λόγου.

Το πιο λυπηρό είναι οτι ΚΑΝΕΙΣ δε αντέταξε (έστω) ένα επιχείρημα. Κανείς δεν εξήγησε πώς θα λειτουργήσει ξανά η Δημόσια Ραδιοτηλεόραση. Και κριτική χωρίς επιχειρήματα, δεν είναι κριτική.


Είναι ο πρώτος παρουσιαστής του κεντρικού δελτίου ειδήσεων της νεοσύστατης δημόσιας τηλεόρασης και για αυτόν τον λόγο δέχθηκε επιθέσεις ένθεν κακείθεν. Αφενός από πρώην συναδέλφους του που διατυπώνουν ενστάσεις για τον μεταβατικό φορέα και, αφετέρου, επειδή η δημόσια τηλεόραση στην Ελλάδα λειτουργεί κατά παράδοση χωρίς τα εχέγγυα μίας ανεξάρτητης διοίκησης. Η νέα ΕΡΤ, έτσι όπως στελεχώνεται, μπορεί να υπηρετήσει την αξιοκρατία ή αποτελεί συνέχεια των παλιών αμαρτιών; Και πού βάζει τα προσωπικά του όρια ένας παρουσιαστής ειδήσεων; Ο Προκόπης Δούκας εργαζόταν άλλωστε επί 16 χρόνια στην ΕΡΤ πριν από την αιφνίδια παύση όλων των λειτουργιών της φέτος το καλοκαίρι και τα τελευταία 15 χρόνια διετέλεσε παρουσιαστής του κεντρικού δελτίου ειδήσεων είτε της ΝΕΤ στις 9 μμ, είτε της ΕΤ1 στις 11 μμ. Παραδόξως, δεν σπούδασε δημοσιογράφος, αλλά μηχανικός στο Πολυτεχνείο της Πάτρας.



-Γιατί μοιάζατε αγχωμένος στο πρώτο δελτίο ειδήσεων του νέου φορέα;

Γενικά δεν έχω άγχος. Όμως, εκείνη την ημέρα – επειδή το δελτίο κρεμόταν από μία κλωστή από πλευράς τεχνικών μέσων διότι ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας της χώρας είναι στεγασμένος σε ένα μικρό κομμάτι των εγκαταστάσεων της ΕΡΤ– φοβόμουν, όπως όλοι, για το αποτέλεσμα.

-Ήταν και ο διευθυντής του γραφείου τύπου του πρωθυπουργού Γιώργος Μουρούτης στο κοντρόλ την πρώτη μέρα όπως γράφτηκε σε κάποια blogs;

Όχι βέβαια! Δεν υπάρχουν παρεμβάσεις πολιτικών παραγόντων από το κοντρόλ! Στη δημόσια ραδιοτηλεόραση της χώρας, επειδή ποτέ δεν ήταν απολύτως και όπως έπρεπε ανεξάρτητη –και φοβάμαι ότι ούτε τώρα θα γίνει γιατί το εποπτικό συμβούλιο της ΝΕΡΙΤ δεν είναι όπως το εκπόνησε η επιτροπή Αλιβιζάτου – οι παρεμβάσεις μπορεί να γίνονται είτε με αυτολογοκρισία, είτε με το να εμφυσείται μία αντίληψη για τις ειδήσεις, προστασίας της εξουσίας μέσω της διοίκησης.

-Φοβάστε ότι η νέα δημόσια τηλεόραση δεν θα είναι ούτε τώρα πραγματικά ανεξάρτητη;


Δεν το βλέπω στο αποτέλεσμα. Η επιτροπή Αλιβιζάτου πρότεινε ένα συγκεκριμένο σχήμα ανεξαρτησίας της ΕΡΤ το οποίο τώρα για λόγους βιασύνης εγκαταλείφθηκε. Για αυτό και ο ίδιος ο Αλιβιζάτος δεν δέχθηκε να συμμετάσχει στο εποπτικό συμβούλιο.

-Αυτό δεν δημιουργεί πρόβλημα στην ανεξαρτησία ενός δημοσιογράφου;


Εγώ υπερασπιζόμουν πάντα την ΕΡΤ γιατί κοιμάμαι ήσυχος. Έχω ασχοληθεί με ένα σοβαρό δελτίο που ιεραρχεί ειδήσεις σωστά. Δεν έχω ασχοληθεί με την φούστα του καλλιτέχνη και εάν έκανε διακοπές στη Μύκονο, δεν έχω ασχοληθεί με τις πολιτικές, επιχειρηματικές ή κοσμικές επιδιώξεις ιδιωτών, ούτε με την ευτέλεια που επιβάλει πολλές φορές το κυνήγι του ανταγωνισμού και της εμπορικότητας.

-Έχετε όμως κάνει κυβερνητική προπαγάνδα;


Έχω αναγκαστεί να κάνω μία θεσμική ιεράρχηση των πραγμάτων που πάντα βεβαίως βολεύει την εκάστοτε εξουσία ή να μην αγγίξω πράγματα που θα ενοχλούσαν την εξουσία. Όμως τουλάχιστον προς συμφέρον εκλεγμένων εκπροσώπων του ελληνικού λαού. Και όχι μη θεσμικών παραγόντων. Και επίσης θέλω να θυμίσω ότι η ΕΡΤ είχε και πάντα θα έχει τη μεγαλύτερη πολυφωνία από όλα τα κανάλια.

-Τότε ο κόσμος γιατί δεν επιλέγει να την δει;


Δεν είμαστε ολοκληρωμένο κανάλι τώρα. Η ΕΡΤ σε μία περίοδο που αφέθηκε πραγματικά να λειτουργήσει επαγγελματικά – και μιλάω για το τρίμηνο το περσινό των εκλογών – έκανε θαύματα στην τηλεθέαση. Έκανε εκπομπές και δελτία με τηλεθέαση απολύτως συγκρίσιμη των πιο πετυχημένων ενημερωτικών εκπομπών στην ιδιωτική τηλεόραση

-Σας στενοχωρεί που το δικό σας δελτίο έχει τόσο χαμηλή τηλεθέαση;


Άντε καλέ! Εδώ είμαστε σε ένα κανάλι που είναι στο μηδέν. Την τηλεθέαση θα κοιτάμε; Το θεωρήσαμε και άθλο που το πρώτο δελτίο έπιασε 6,5% στις έξι η ώρα το απόγευμα. Ούτε πρόκειται να έχει τηλεθέαση το δελτίο αυτό εάν δεν γίνει σοβαρό κανάλι και εάν δεν αποκτήσει τις δυνατότητες της Αγίας Παρασκευής.

-Τι έχετε να πείτε στους συναδέλφους σας που παραμένουν στην Αγία Παρασκευή;

Σέβομαι πάρα πολύ την αυταπάρνηση πολλών. Και εγώ ήμουν στην ΕΡΤ για ένα μήνα γιατί οι πολιτικές εξελίξεις ήταν ρευστές και υπήρχε η πιθανότητα να αλλάξουν οι ισορροπίες και να ξανανοίξει η ΕΡΤ. Η κριτική που έχω να κάνω μόνο είναι ότι την κρίσιμη στιγμή οι φωνές όπως η δική μου για πιο ώριμη και ουσιαστική διαπραγμάτευση για το μέλλον της ραδιοτηλεόρασης δεν ακούστηκαν και επικράτησαν πιο αδιάλλακτες και άκαμπτες φωνές.

-Παρατυπίες στις προσλήψεις έγιναν;

Έγιναν και τις κατήγγειλα και εγώ.

-Οπότε επιλεγήκατε να είσαστε κεντρικός παρουσιαστής από μία μη αξιοκρατική διαδικασία;


Το βαφτίζετε με έναν τρόπο που δεν μου αρέσει. Επελέγην να είμαι κεντρικός παρουσιαστής γιατί από όλους τους συναδέλφους που είναι διαθέσιμοι αυτή τη στιγμή είμαι ο πιο έμπειρος και αυτός που κάνει δεκαπέντε χρόνια κεντρικό δελτίο και άρα εκ των πραγμάτων το πρώτο βιολί μεταξύ των παρουσιαστών. Η σειρά κατάταξης – διότι μάλιστα ήμουν επιλαχών – δεν μπορεί να υπαγορεύσει και τη χρησιμοποίηση του καθενός.

-Ποιος σας επέλεξε;


Ο γενικός διευθυντής. Ο Βασίλης Θωμόπουλος. Είμαι κεντρικός παρουσιαστής στην ΕΡΤ από το 1998. Όταν έρχεται ένας πιο έμπειρος και με άλλα μίλια γραμμένα στον κοντέρ, όπως ήρθε η Μαρία Χούκλη ή η Έλλη Στάη, αυτομάτως το λογικό είναι να υποχωρώ. Απλώς το ίδιο απαιτώ και για εμένα από την ανάποδη πλευρά.

-Εσείς πώς πήγατε στην ΕΡΤ;


Με κανόνες αγοράς. Το 1997 σε μία εποχή που η ΕΡΤ είχε περάσει μία περίοδο απαξίωσης.

-Και γίνατε αμέσως παρουσιαστής χωρίς μέσο και εμπειρία;


Ναι. Τότε έψαχναν άνδρες και εγώ είχα μία εμπειρία δεκαετή στο ραδιόφωνο.

-Το θεωρείτε μειονέκτημα το ότι δεν έχετε περάσει από τον ιδιωτικό τομέα;


Όχι ιδιαίτερα. Θα μπορούσα. Με είχε επιλέξει ο Αντέννα αλλά δεν ήθελα τότε γιατί μου άρεσε πολύ η ραδιοφωνική μου δουλειά.

-Το ότι κάνατε αίτηση τώρα στο νέο φορέα ήταν και ζήτημα προσωπικής επιβίωσης;


Ναι. Και μόνο ο αριθμός που έκαναν αίτηση στη Δημόσια Τηλεόραση αυτό δείχνει. Ποιος είναι αυτός που δεν έχει ανάγκη από δουλειά; Και σε μία αγορά τρομερά κλειστή και καθημαγμένη που μόνο απολύει;

-Ποιες θα είναι οι αμοιβές σας;


Δεν ξέρουμε ακόμη. Λογικά θα είναι οι αμοιβές του ενιαίου μισθολογίου.

-Πολιτικά πού πρόσκεισθε;


Θα έλεγα ότι πάντα βρισκόμουν στον ευρύτερο χώρο της κεντροαριστεράς αλλά δεν ήμουν ποτέ κομματικά οργανωμένος.

-Γιατί αλλάξατε το όνομα σας από Καθαροσπόρης σε Δούκας;


Από την αρχή της καριέρας μου μού ζητήθηκε να το αλλοιώσω και να το κόψω στη μέση γιατί δεν ήταν εύηχο. Δεν το έκανα, γιατί τιμώ πολύ τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήταν στέλεχος του ΚΚΕ και βουλευτής της ΕΔΑ το ΄58. Έδωσε τη ζωή του για την ιδεολογία του και πέθανε πικραμένος πολύ νωρίς, το ΄74. Εν μία νυκτί είπα θα πάρω το όνομα της γιαγιάς μου που λεγόταν Δούκα.

-Σας στεναχώρησαν οι επιθέσεις που δεχθήκατε;


Με στεναχωρεί διότι αισθάνομαι ότι έχει δημιουργηθεί ένα κομμάτι της κοινωνίας που θέλει πάση θυσία να λύσουμε τις διαφορές μας σε εμφυλιοπολεμικές συνθήκες. Δεν κατανοεί ότι μπορεί να υπάρχει άλλη άποψη. Υπέστην ένα είδος συναισθηματικού εκβιασμού. Δηλαδή δεν έχω το δικαίωμα να εκφράσω άλλη άποψη ή να αλλάξω άποψη, όταν αλλάζουν τα δεδομένα;
















Η συνέντευξη δόθηκε στην Κατερίνα Μπακογιάννη, για το "Κάππα" της Καθημερινής, της 15.09.13

Η φωτό είναι από το www.tumblr.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Get Misunderstood" των Γάλλων Troublemakers

buzz it!

5.9.13

Συμμετέχοντας στη Δημόσια Τηλεόραση...

Όλο το καλοκαίρι, η πρώτη κουβέντα υποδοχής, από το πρακτορείο ταξιδίων ως τη δημόσια υπηρεσία και από το καφενείο ως τη λαϊκή, ήταν: “Πότε θα σας ξαναδούμε στην τηλεόραση;” Η ερώτηση δεν ήταν προσωπική, εννοούσαν το πρόγραμμα και την ενημέρωση (κυρίως) της ΝΕΤ. Η έλλειψη έδειχνε ισχυρή - και το ενδιαφέρον μεγάλο. Για πρώτη φορά με ρωτούσαν περισσότερο για το δελτίο ειδήσεων, παρά για το ραδιόφωνο. Καθώς αγαπώ πιο πολύ τη ραδιοφωνική μου δουλεία, είχα ξεχάσει πόσο πιο δυνατή είναι η απήχηση της τηλεόρασης.

Επειδή ήδη άρχισαν οι αήθεις επιθέσεις (ένθεν κακείθεν) και τα απληροφόρητα δημοσιεύματα, ας αρχίσουμε με τα προσωπικά. Μετά από πολλή σκέψη κι ένα βασανιστικό καλοκαίρι, μετά από άπειρες ώρες τηλεφωνικών διαβουλεύσεων και καυγάδων, αποφάσισα, όπως και εκατοντάδες άλλοι εργαζόμενοι της ΕΡΤ, να κάνω αίτηση στον μεταβατικό φορέα της ΔΤ, παρά την αρχική μου αρνητική διάθεση.

Οι λόγοι κυρίως τρεις: Πρώτον, συνειδητοποίησα οτι ο μεταβατικός φορέας θα είναι πολύμηνος κι όχι δίμηνος (αρχίζει στην ουσία Σεπτέμβριο με τρομερές δυσκολίες και άγνωστο πότε θα παραχωρήσει τη θέση του στη ΝΕΡΙΤ) - σχεδόν φυσιολογική καθυστέρηση μετά την ανυπέρβλητη ζημιά που προκάλεσε η αψυχολόγητη (και άκρως δαπανηρή για τον προϋπολογισμό) απόφαση του κλεισίματος της ΕΡΤ. Δεύτερον, όλοι οι αστάθμητοι παράγοντες της πολιτικής μας ζωής και κυρίως οι πιέσεις της τρόϊκας θα μπορούσαν να αλλοιώσουν την κανονική πορεία των πραγμάτων, με αποτέλεσμα το πρόπλασμα της ΔΤ να αποτελέσει τη Δημόσια Ραδιοτηλεόραση της χώρας, σε μόνιμη βάση, χωρίς καμία άλλη ουσιαστική διαδικασία. Τρίτον, η μοριοδότηση που έδινε τη δυνατότητα στους ανθρώπους της ΕΡΤ να στελεχώσουν αξιοπρεπώς το διάδοχο δημόσιο κανάλι, σε συνδυασμό με την αποχώρηση διαφόρων “παρασίτων” της εξουσίας, προς άλλες κατευθύνσεις, απέτρεψε, σε πρώτη φάση τουλάχιστον, τη δημιουργία ενός αμιγώς κομματικού παραμάγαζου.

Οι συμβουλές των εργατολόγων μοιρασμένες: Άλλοι συνιστούσαν να κάνουμε αίτηση, γιατί μας προσφέρεται δουλειά και οφείλουμε να τη δεχτούμε - και άλλοι επέσειαν τους κινδύνους να “αδυνατίσουν” οι αγωγές μας. Από νομικής πλευράς, οι δίμηνες συμβάσεις θεωρούνται από πολλούς μια καλοσχεδιασμένη παγίδα, που θα μας εκμεταλλευτεί όσο μας χρειάζεται - και μετά θα μας πετάξει σαν στιμένες λεμονόκουπες. Το ρίσκο είναι σαφές, αλλά το να μείνεις απ’ έξω από μόνος σου, είναι ακόμη πιο σίγουρη απουσία. Είμαι απολύτως υπέρ των δικαστικών διεκδικήσεων, αλλά δεν αρκούν στη συγκεκριμένη περίπτωση: Η πραγματική ζωή διαφέρει από τη νομική υπόσχεση να δικαιωθείς (πιθανώς) σε δύο χρόνια στο Εφετείο - αν δικαιωθείς. Κι όσοι διατείνονται οτι η αποζημίωση και ο ένας χρόνος ταμείου ανεργίας (που θα αργήσει να αρχίσει να καταβάλεται) θα έπρεπε να είναι αρκετές για άγνωστο διάστημα, αγνοούν την αδήριτη πραγματικότητα της αγοράς εργασίας και τις υποχρεώσεις του καθενός.

Στην προκήρυξη για τους πρώτους 577 εργαζομένους της ΔΤ, που με τόση σφοδρότητα επέκρινα (όπως και το κλείσιμο της ΕΡΤ), ήμουν επιλαχών - ήρθα 12ος στην κατάταξη των 10 θέσεων παρουσιαστών. Δεν ήταν μόνο οτι το “Λίαν Καλώς” πτυχίο μου του 6,71 υπερκεράστηκε εύκολα από απολυτήρια Λυκείου της τάξης του 14, χωρίς φυσικά να γίνει καμία ποιοτική αξιολόγηση της γνώσης και της εμπειρίας ενός παρουσιαστή κεντρικού δελτίου επί 15 χρόνια. Ήταν και το ότι σχεδόν οι μισοί από τη δεκάδα δήλωσαν ιδιότητες που δεν είχαν: Υπήρξαν ακόμη και δημοσιογράφοι που δήλωσαν “παρουσιαστές”, με ανύπαρκτη εμπειρία, παραβιάζοντας τη σαφή απαίτηση της προκήρυξης για “ευδόκιμη (=καλά δοκιμασμένη, επιτυχημένη, διακριθείσα για όσους δεν γνωρίζουν ελληνικά, αλλά τη διεκδίκησαν παρόλα αυτά) προϋπηρεσία στη θέση για την οποία κάνεις αίτηση”.

Αποτέλεσμα της προσβλητικής αυτής διαδικασίας ήταν να μείνουν “επιλαχόντες” άξιοι συνάδελφοι - και να καλούνται εκ των υστέρων να καλύψουν τις θέσεις των “παραπλανηθέντων” και τις ανάγκες της δουλειάς. Αν σε κάποιους φαίνεται υπερβολική η απαίτηση για τήρηση των κανόνων, σε μια διαδικασία που αποκαλείται αξιοκρατική, η απάντηση είναι οτι εκτός από ζήτημα στοιχειώδους αξιοπρέπειας, πρόκειται και για άμυνα στην κοροϊδία: Εδώ κοντέψαμε να αποκληθούμε “βύσματα”, όσοι παραγκωνιστήκαμε από ψευδείς δηλώσεις - και σε κάποιες περιπτώσεις από υποψηφίους, με ισχυρή υποστήριξη από διάφορα παράκεντρα. Ίσως και 200 από τους 577 αρχικούς επιτυχόντες φαίνεται να έχουν πρόβλημα στην πρόσληψη τους, αλλά η διορθωμένη λίστα και η λίστα επιλαχόντων μάλλον δεν θα δημοσιευτεί ποτέ, προς αποκατάσταση της αλήθειας και της ακριβούς κατάταξης...

Παρά το γεγονός οτι ούτε η ΕΣΗΕΑ τόλμησε να μας υποδείξει να μην κάνουμε αίτηση για τη ΔΤ, συνάδελφοι και (εμμέσως) πολιτικοί χώροι μας κατηγορούν οτι “νομιμοποιούμε” ένα παράνομο μόρφωμα, ξεχνώντας οτι η χώρα δεν έχει εδώ και μήνες Δημόσια Ραδιοτηλεόραση, όπως οφείλει. Οι πρώτοι ελπίζουν οτι θα γίνει ένα πολιτικό θαύμα και θα αποκατασταθεί η ΕΡΤ Α.Ε., παραγνωρίζοντας οτι ακόμα και μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα μπορεί, ούτε θα θέλει να την επαναφέρει, όσο κι αν τώρα δημαγωγικά ισχυρίζεται οτι θα το κάνει. Ή ίσως θα ήθελαν να στελεχωθεί η ΔΤ με κάποιους άλλους, που δεν ξέρουν τη δουλειά, από τους 8 χιλιάδες που έκαναν αίτηση, ώστε το εγχείρημα να αποτύχει. Οι δεύτεροι παίζουν το μικροκομματικό τους παιχνίδι, ελπίζοντας να ανατρέψουν την κυβέρνηση που έκανε αυτή την άθλια κίνηση, χρησιμοποιώντας τον θεσμό της Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης, εις βάρος του φυσικά.

Στους πρώτους απαντώ οτι προσωπικά τουλάχιστον δεν εκχωρώ τη θέση που έχω κατακτήσει με τη δουλειά μου και την (όποια) αξία μου, στον διάδοχο φορέα της ΕΡΤ, όποιος κι αν είναι αυτός. Η Δημόσια Ραδιοτηλεόραση δεν είναι αυτής της κυβέρνησης, θα υπάρχει και για πολλά ακόμα χρόνια - και δεν είναι κανενός, παρά μόνο του ελληνικού λαού. Αν κάποιος αξιότερος έρθει να με αντικαταστήσει (αξιότερος όμως, όχι με υψηλότερο βαθμό απολυτηρίου ή ένα καλό “μέσο”), καλώς και δικαίως να έρθει. Αν με διώξουν γιατί δεν είμαι πολιτικά αρεστός, θα διαμαρτυρηθώ όσο αντέχει η φωνή μου. Αλλά από μόνος μου δεν κάνω τη χάρη σε αυτούς που ήθελαν να κλείσει η ΕΡΤ, γιατί ήταν γεμάτη από “πράσινα και ροζ παπαγαλάκια” - γιατί αυτός ήταν ο ουσιαστικός σκοπός τους. Και στα κόμματα που μποϊκοτάρουν τη ΔΤ, ενώ δεν είχαν τόσα χρόνια κανένα πρόβλημα με την παρουσία τους σε παράνομα λόγω έλλειψης αδείας, κίτρινα, λαϊκίστικα, διαπλεκόμενα και σεξιστικά κανάλια και τις εκπομπές τους, τους παραπέμπω στην εξαιρετική κριτική του σκιτσογράφου και γιατρού Ανδρέα Πετρουλάκη.

Η ΔΤ είναι ένα κανάλι που θα έχει πολύ φτωχά αποτελέσματα, για αρκετό διάστημα, λόγω φυσικά του αδιανόητου “ξαφνικού θανάτου” της ΕΡΤ, αλλά και με ευθύνη πιά όσων επιμένουν, μετά από 3 μήνες, να βρίσκονται στην Αγία Παρασκευή. Έχει στελεχωθεί με πολύ λίγους εργαζομένους, ενώ οι υποδομές στην Κατεχάκη, απ’ όπου μεταδίδονται τα πάντα, είναι ανεπαρκέστατες. Δείτε την αντίφαση: Η Αγία Παρασκευή εκπέμπει με τις καλύτερες τεχνικές προδιαγραφές, αλλά χωρίς επαγγελματικό πρόγραμμα και μέσα επικοινωνίας - και μόνο στο διαδίκτυο. Δυστυχώς δεν είναι πια πραγματικό δημόσιο ραδιόφωνο/τηλεόραση και απέχει πολύ από το να είναι ο θεσμός που κάποτε εκπροσωπούσε. Δημόσια Ραδιοτηλεόραση αυτοδιαχειριζόμενου τύπου (και χωρίς πομπούς) δεν υπάρχει σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα - και δεν πρόκειται ούτε για αντιδημοκράτες, ούτε για “κουτόφραγκους” εκεί. Η ΔΤ από την άλλη, θα μπορούσε να γίνει ένα αξιοπρεπές κανάλι, μόνο αν μετακόμιζε στην Αγία Παρασκευή. Όσο για τα ραδιόφωνα, μόνο από τις εγκαταστάσεις της ΕΡΤ θα μπορέσουν να εκπέμψουν.

Σέβομαι απολύτως την αυταπάρνηση όσων συναδέλφων προσπάθησαν να διαμαρτυρηθούν έμπρακτα, για τη διάλυση της ΕΡΤ - ιδιαιτέρως όσων η επιμονή δεν υπαγορεύεται από προσωπικούς λόγους, γιατί είναι κοντά στη σύνταξη ή αισθάνονται οτι έκλεισαν έναν επαγγελματικό κύκλο (δεν σέβομαι αυτούς τους λίγους που κινούνται από κομματικό φανατισμό ή από μια στρεβλωμένη ή/και διεφθαρμένη συνδικαλιστική αντίληψη). Για ένα μήνα ήμουν κι εγώ εκεί, παρά τη διαφωνία μου με πολλά “πολιτικά λουλούδια” που βρήκαν ευκαιρία να ανθίσουν, εκμεταλλευόμενα την περίσταση και την ίδια την ΕΡΤ. Λυπάμαι για όσους άξιους συναδέλφους δεν έκαναν αίτηση - και για όσους δεν βρεθούν τελικά στο διάδοχο σχήμα. Πιστεύω όμως οτι πρέπει να αναθεωρήσουν με μετριοπάθεια μια στάση που υπαγορεύεται από ακαμψία, όπως παραδέχονται πολλοί και στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις.

Δυστυχώς η υπόθεση ανατροπής της απόφασης για κλείσιμο της ΕΡΤ, χάθηκε σε πολιτικό επίπεδο, όταν ο Ευάγγελος Βενιζέλος στήριξε τον Αντώνη Σαμαρά στην πρωθυπουργία, σε αντίθεση με τη ΔΗΜΑΡ. Και στο επίπεδο της συνδικαλιστικής μας εκπροσώπησης, χάθηκε όταν οι πιο ακραίοι δεν επέτρεψαν μια πιο μετριοπαθή, έμπειρη και “ώριμη” ενίσχυση της διαπραγματευτικής ομάδας, ώστε να εξασφαλιστούν οι προδιαγραφές λειτουργίας της ΝΕΡΙΤ. Τώρα πια είναι πολύ αργά - και με ευθύνη (ως συνήθως) των γενικών μας συνελεύσεων.

Η ΕΡΤ παρουσιάζει πια τον σοβαρό κίνδυνο να αποτελέσει την τροχοπέδη της μετεξέλιξης του εαυτού της: Το αναγνώρισε και ο συλλογικός ευρωπαϊκός θεσμός της EBU, που απέσυρε τη στήριξη της - και μόνο ως όργανο της κυβέρνησης δεν μπορεί να κατηγορηθεί. Η επιμονή στην κατάληψη θα απαντά απλώς με μια παρανομία, στις πολλές που έχουν γίνει. Μετά από τρεις μήνες όμως, οι παρανομίες μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με το λόγο και τα ένδικα μέσα στη δημοκρατία - όποιες κι αν είναι οι αυθαιρεσίες της εκλεγμένης εξουσίας. Αλλά ακόμα και από την πλευρά του σεβασμού της βούλησης της πλειοψηφίας να το δει κανείς, στην ΕΡΤ παραμένουν, στην καλύτερη περίπτωση, 500 εργαζόμενοι. Για τη ΔΤ έκαναν αίτηση περίπου 1800 από τους 2700 απολυμένους. Και αυτούς οφείλουν να τους λάβουν υπόψιν όλοι, συνάδελφοι και συνδικαλιστικά όργανα.

Υπάρχουν κάποιοι σε κυβερνητικά γραφεία που χαίρονται πολύ για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί: Πρώτον γιατί δεν θέλουν επ’ ουδενί να ξαναδούν τα ίδια πρόσωπα στη Δημόσια Τηλεόραση - και η μη πρόσληψη των 1400 της δεύτερης προκήρυξης, αφού δεν αδειάζει η Αγία Παρασκευή, τους εξυπηρετεί αφάνταστα. Θέλουν ένα καναλάκι απολύτως ελεγχόμενο, το οποίο θα προσπαθήσουν να στελεχώσουν σταδιακά με τα “δικά τους παιδιά”, σε όλες τις κρίσιμες θέσεις. Και όπως (σχεδόν) όλο το πολιτικό σύστημα, δεν θέλουν μια Δημόσια Ραδιοτηλεόραση ισχυρή, που διεκδικεί το μερίδιο της από την ιδιωτική ραδιοτηλεοπτική αγορά.

Τη Δημόσια Ραδιοτηλεόραση οφείλουν να την ενισχύσουν και να την προασπίσουν, πρώτα από όλα, οι εργαζόμενοι της - και στη συνέχεια το κοινό της. Κανείς δεν θα το κάνει, αν δεν το κάνουν αυτοί. Η “ρομαντική” διάθεση περί ανατροπής του κλεισίματος της ΕΡΤ ή της “επανάστασης” με αφορμή την ΕΡΤ, δεν είναι σε αυτή την κατεύθυνση.

Όσοι δεν αντιλαμβάνονται οτι η υπόθεση της ΕΡΤ, όσο απαράδεκτα κι αν έκλεισε, δεν προσφέρεται για μανιχαϊσμούς και “χαρακώματα”, εθελοτυφλούν. Και οι συνάδελφοι δημοσιογράφοι, που καλούνται περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον να αποκωδικοποιούν την πολιτική αρένα της χώρας, ας φύγουν επιτέλους από την κοντόφθαλμη οπτική: Η πραγματική πολιτική διαμάχη στην Ελλάδα δεν είναι μεταξύ “μνημονιακών”/”συστημικών” και των αντιθέτων τους. Είναι μεταξύ των υπερσυντηρητικών οπαδών της καθυστέρησης και των ουσιαστικά προοδευτικών ανθρώπων...




Update: Από χθες το πρωί, που αναρτήθηκε αυτό το κείμενο στην Athens Voice, έχω δεχθεί αρκετές επιθέσεις, από υβριστικές, ως απλώς μανιχαϊστικές - κυρίως από ακροαριστερά, αλλά και από ακροδεξιά.

Κοινός τόπος αυτών που προσπαθούν κάπως ψύχραιμα να συζητήσουν, είναι η αδυναμία να αντιληφθούν πώς ταυτόχρονα μπορώ να έχω υπάρξει επί ένα μήνα στην "επαναστατική ΕΡΤ" και τώρα να πηγαίνω στον "αντίπαλο", λες και η εύλογη διαμαρτυρία, όταν η κυβερνητική κρίση ήταν σε εξέλιξη και οι συνδικαλιστικές μας δυνατότητες σχετικά ισχυρές, σημαίνει οτι πρέπει να παραμείνουμε επί μήνες έγκλειστοι στην Αγία Παρασκευή, ακόμα κι αν διαφωνούμε με την επικράτηση ακραίων και την παρουσία όσων (απ' έξω) προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την ΕΡΤ, ακόμα κι αν έχουμε χάσει τη δυνατότητα να επηρεάζουμε τις εξελίξεις, ακόμα κι αν δεν υπάρχει τίποτε πια να διεκδικήσουμε, παρά μόνο να προσπαθούμε και να ευχόμαστε "να αποτύχει η ΔΤ, για να αναγκαστούν να μας ξανανοίξουν, με βάση την απόφαση του ΣτΕ".

Δεν μπορούν να συλλάβουν πώς μπορεί να χτυπάω μια στο καρφί και μια στο πέταλο, να επικρίνω ταυτόχρονα και το κλείσιμο της ΕΡΤ και τη σημερινή κατάσταση εκεί, αλλά την κυβερνηση και για τη ΔΤ - και να καταγγέλω τις πολλαπλές απόπειρες να παραβιαστεί η αξιοκρατία. Αλλα όταν η αξιοκρατία αποκαθίσταται, έστω και μερικώς, απαιτούν να μην την αποδεχτώ, εάν δεν υπάρξει ένα συνολικά "αγγελικά πλασμένο" κανάλι - λες και στην ΕΡΤ δεν είχε καταπατηθεί χιλιάδες φορές η αξιοκρατία. Και απορούν πώς μπορεί να έχω αποκαλέσει τη ΔΤ "καρικατούρα" και να συμμετέχω σε αυτήν.

Μα, καρικατούρα θα συνεχίσει να είναι, αν δεν γίνει προσπάθεια να αποκτήσει η χώρα σοβαρή Δημόσια Ραδιοτηλεόραση, όποια κι αν είναι η κυβέρνηση (με ευθύνη της οποίας δυστυχώς εγκαταλείφθηκε η πρόταση Αλιβιζάτου για πραγματικά ανεξάρτητο Εποπτικό Συμβούλιο της ΝΕΡΙΤ, μετά από διαδικασία βιογραφικών). Ακόμα και απολύτως λάθος να έχω κάνει, η "ηθικολογία", η εκτόξευση ύβρεων και ο φανατισμός υποσκάπτει την κριτική και ακυρώνει τα όποια επιχειρήματα θα μπορούσαν να υπάρξουν για να αντικρουστούν αυτά που παραθέτω. Εντύπωση (που λέει ο λόγος) μου κάνει οτι μερικά σημεία περνούν εντελώς ασχολίαστα:

1. Κανείς δεν απαντά ποιά είναι η ρεαλιστική επιδίωξη της παραμονής στο Ραδιομέγαρο - και αν αυτή είναι αμιγώς πολιτική και κομματική, γιατί πρέπει να γίνεται δεκτή εις βάρος της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης.

2. Κανείς (ενώ όλοι είναι υποτιθέμενοι υπερασπιστές, μέχρι φανατισμού, της ύπαρξης της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης) δεν εξηγεί πώς θα αποκατασταθεί η λειτουργία και η συνέχιση της, με οποιαδήποτε μορφή - εκτός φυσικά από το ευχολόγιο "να ξανανοίξει η ΕΡΤ".

3. Κανείς δεν απαντά στο επιχείρημα οτι η ΔΤ θα σχηματιζόταν, ούτως ή άλλως, έστω ακόμα πιο δύσκολα και ερασιτεχνικά, ακόμα κι αν δεν έκαναν αίτηση οι συντριπτικά περισσότεροι πρώην εργαζόμενοι της ΕΡΤ. Κι ότι αν είχε γίνει αυτό, απλώς θα είχαμε εκχωρήσει τις δουλειές μας, χωρίς να ιδρώσει (μακροπρόθεσμα) το αυτί κανενός...

4. Κανείς δεν σχολιάζει τις αντικρουόμενες, εντός κυβέρνησης, επιθυμίες, μετά και τη συμφωνία Σαμαρά - Βενιζέλου, για τον μεταβατικό φορέα, με τα 2000 άτομα - και το οτι κάποιους συμφέρει αυτή η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί. Όλα είναι "ένα μπλοκ", γιατί φυσικά βολεύει σε έναν "οπαδικό", μανιχαϊστικό τρόπο σκέψης, που αποκλείει αποχρώσεις και αναλύσεις.

















Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Η φωτό είναι ανεβασμένη στο facebook από την Ελένη Χρονά και το εξώφυλλο από το www.bryanferry.com

To post συνοδεύεται από το εύγλωττο "I Thought" του Βρετανού Bryan Ferry.

buzz it!

ShareThis