Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΜΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΜΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14.11.16

Μια τρύπα στο νερό...


Επί πέντε μήνες, το success story της κυβέρνησης ήταν η τακτοποίηση της ραδιοτηλεοπτικής αγοράς και η πάταξη της διαπλοκής. Ήταν διάφανο εξ αρχής οτι η στόχευση ήταν η δημιουργία ενός φιλικού τηλεοπτικού τοπίου, με ελάχιστους αντιπολιτευόμενους για “ξεκάρφωμα”.

Η “δημοπρασία του ράντζου”, το φιάσκο Καλογρίτσα, ο “λαγός” Σαββίδης, η απουσία κάθε πρόβλεψης για χρήμα από τον υπόκοσμο, το Ινστιτούτο της Φλωρεντίας που επέτρεπε μόνο 4 άδειες (που μετά τις “επέτρεπε” η διαφημιστική πίτα), η δημαγωγική σύνδεση μιας μνημονιακής υποχρέωσης με τη δήθεν κοινωνική πολιτική ήταν μερικά μόνον από τα αλλεπάλληλα λάθη.

Η κυβέρνηση, με χαρακτηριστική οίηση, εμπιστεύθηκε όσους την έπεισαν οτι θα περνούσε μια ρύθμιση, που “έμπαζε” από παντού - λίγο να ήξερες από τηλεοπτικά και νομικά (πόσο μάλλον να είχες πολιτικό κριτήριο), το καταλάβαινες. Προσπάθησε απροσχημάτιστα να προσεταιριστεί την ηγεσία των δικαστικών. Κατάφερε να κάνει όλους τους ενδιαφερόμενους εχθρούς, φέρνοντας απέναντι της και τα πιο φιλικά της κανάλια και φυσικά όλους τους εργαζόμενους τους.

Η κυβερνητική προπαγάνδα στηρίχθηκε κυρίως στην αντίληψη οτι το σημαντικό είναι να εισπραχθούν εκατομμύρια, από τους καναλάρχες που δεν πλήρωναν τίποτα για 27 χρόνια. Μόνο που αυτό ήταν το τελευταίο ζητούμενο, σε ένα τοπίο που πραγματικά έχρηζε προδιαγραφών λειτουργίας και ποιότητας. Η κυβέρνηση απευθύνθηκε στο θυμικό των ψηφοφόρων, με το επιχείρημα “τους κλείσαμε μέσα τρία μερόνυχτα και τα έσκασαν”. Μόνο που και αυτό το αφήγημα έδειξε να μην αντέχει πολύ.

Όταν άρχισαν τα αμίμητα “το δικαστήριο πρέπει να ακούει τον παλμό της κοινωνίας” και διεκόπη η πρώτη συνεδρίαση του ΣτΕ, λόγω του “κλίματος που είχε διαμορφωθεί”, ο έλεγχος είχε ήδη χαθεί. Η αήθης επίθεση κατά δικαστικού για τα προσωπικά του ήταν το κομβικό παρακρατικό σφάλμα, που συσπείρωσε την οργή των δικαστών εναντίον της προσπάθειας παρέμβασης. Έτσι ήρθε μια αυτονόητα σκληρή απόφαση του ΣτΕ, που απέρριψε πρωτίστως την μεταφορά των αρμοδιοτήτων από το ΕΣΡ στον υπουργό.

Κι εκεί ήρθαν τα ανήκουστα για ευρωπαϊκή δημοκρατία, μεταξύ άλλων και με μια δημαγωγική επίθεση της κυβερνητικής εκπροσώπου, στα όρια της χυδαιότητας. “Οι αποφάσεις των δικαστηρίων είναι δεσμευτικές, αλλά όχι σεβαστές”, λες και “σεβαστές” στην ελληνική γλώσσα σημαίνει να τις εκτιμάς προσωπικά. “Η απόφαση του ΣτΕ μας γυρνάει πίσω στην ανομία”, λες και το δικαστήριο έχει ως αποστολή να αποδεχτεί ένα νομοθέτημα, επειδή πιθανώς η προηγούμενη κατάσταση ήταν χειρότερη. Αφήστε που το ενδιαφέρον για την “ανομία” (που σε άλλες περιπτώσεις είναι φιλική ή αδιάφορη) φαντάζει άκρως υποκριτικό.

Κανείς νοήμων και δημοκράτης πολίτης δεν είπε να μην ρυθμιστεί με νόμο το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο. Αλλά όχι με αυτόν τον παιδαριώδη, αυταρχικό, υστερόβουλο και αντισυνταγματικό τρόπο. Όσο για την προσπάθεια να ταυτιστεί κάθε αντίρρηση προς τους χειρισμούς της κυβέρνησης με τη ΝΔ και τη “διαπλοκή των καναλαρχών”, είναι ενδεικτική της περιφρόνησης προς τον δημόσιο διάλογο και του παλαιοκομματικού τρόπου με τον οποίον πολιτεύεται και αυτή η κυβέρνηση. Οι απαντήσεις της εξουσίας πρέπει να δίνονται πρωτίστως προς τους αδέσμευτους και σκεπτόμενους πολίτες - κι όχι να κρύβεται η αντιπαράθεση πίσω από την αντιπαλότητα των κομμάτων.

Κι έτσι η κυβέρνηση που ήταν “κάθε λέξη του συντάγματος” βρέθηκε βαρύτατα εκτεθειμένη και ανεπαρκής. Ο Πρωθυπουργός, που είχε αποφανθεί στη ΔΕΘ οτι “δεν γίνονται αυτά τα πράγματα”, βγήκε τραυματισμένος άλλη μια φορά στο πεδίο της συνέπειας και της σοβαρότητας. Και η άγνοια για τη διάκριση των εξουσιών και τη λειτουργία της δημοκρατίας εκφράστηκε πανηγυρικά και με περισσό θράσος. Η πρόβλεψη του Συντάγματος, για στελέχωση του ΕΣΡ από τα 4/5 της Βουλής, υποδηλώνει την υποχρέωση να εξευρεθεί συναινετική λύση σε σημαντικά ζητήματα - κι όχι να επιβληθεί η κυβερνητική άποψη, πχ για 4 κανάλια. Ακόμα και αυτό όμως δύσκολα γίνεται κατανοητό.

Με την απόφαση του ΣτΕ, η κυβέρνηση δέχτηκε ένα σοβαρό ράπισμα, που σε επικοινωνιακό επίπεδο ήταν δυνατό και ακαριαίο. Αυτό που δεν έδειχνε να καταλαβαίνει όμως, ήταν οτι γλύτωσε από τα χειρότερα - και οτι το άλλο “σενάριο”, θα σήμαινε ένα αργό και επίπονο αδιέξοδο, στο οποίο θα την είχαν φέρει οι εμμονές και οι χειρισμοί της.

Εάν ο νόμος Παππά περνούσε από το ΣτΕ, η αυτοπαγίδευση θα ήταν πλήρης: Η κυβέρνηση θα έπρεπε να κλείσει 5-6 κανάλια, με αποτέλεσμα να βρεθεί με 2000 εργαζόμενους, που έχουν ισχυρά ερείσματα, απολυμένους. Θα είχε φτιάξει τη “δική της ΕΡΤ”, που θα ήταν αφόρητα δύσκολο να δικαιολογήσει, στο ιδεολογικό πλαίσιο στο οποίο κινείται.

Εάν πάλι τα κανάλια χωρίς άδεια δεν έκλειναν, η διαγωνιστική διαδικασία θα κατέρρεε, εις τα εξ ων συνετέθη. Όσοι είχαν πληρώσει, εως και 75 εκατομμύρια, για να αποκτήσουν μία από τις 4 πολύτιμες άδειες που εξασφάλιζαν λιγότερο ανταγωνισμό σε ένα νέο ολιγοπώλιο, θα επέμεναν με κάθε τρόπο, νομικό και πολιτικό, να πάρουν τα λεφτά τους πίσω.

Είναι απορίας άξιο, ποιό θα ήταν το επιτυχημένο σενάριο, στο μυαλό όσων προπαγάνδισαν αυτή τη ρύθμιση τους ραδιοτηλεοπτικού τοπίου. Το μόνο που μπορεί να υποθέσει κανείς, είναι οτι το κυβερνητικό επιτελείο ήλπιζε οτι με ένα μαγικό τρόπο θα έβαζε τους νέους παίκτες στο παιχνίδι κι οτι αυτοί με εξαγορές ή συγχωνεύσεις θα διατηρούσαν τα περισσότερα παλιά κανάλια και τους εργαζόμενους τους εν ζωή, αλλά πιθανώς με άλλο όνομα - και με μια καινούργια “αντι-διαπλεκόμενη” facade. Μόνο που αυτές οι σκέψεις γίνονται αποκλειστικά από ανθρώπους που δεν ξέρουν πώς λειτουργούν η αγορά και οι επιχειρήσεις.

Η κυβέρνηση συνέχισε να χειρίζεται κουτοπόνηρα και δημαγωγικά το στραπάτσο της. Επέμενε οτι ο υπουργός θα φέρει νέο νόμο για προσωρινές άδειες, κόντρα ακριβώς στην ερμηνεία του ΣτΕ, οτι οι αρμοδιότητες με βάση το Σύνταγμα δεν ανήκουν στον υπουργό, αλλά αποκλειστικά στο ΕΣΡ. Ενδιάμεσα, μια τροπολογία για κλείσιμο των μη αδειούχων, εντός 5 ημερών, είχε αποσυρθεί άρον-άρον, από αυτούς που είχαν συνειδητοποιήσει την ανάγκη συναίνεσης.

Ο πανικός έφερε την ακόμα μεγαλύτερη γκάφα. Ο Βύρων Πολύδωρας, ένα στέλεχος που είχε εκδιωχθεί από τη ΝΔ και με άκρως βεβαρυμένο παρελθόν, προβλήθηκε ξαφνικά ως “ο Πρόεδρος του ΕΣΡ που δεν θα μπορούσε να αρνηθεί η αξιωματική αντιπολίτευση”. Η υποτιθέμενη κίνηση-ματ οδήγησε σε ένα ακόμα φιάσκο.

Πια δεν απέμενε παρά η άτακτη υποχώρηση και η αλλαγή της ατζέντας με έναν ανασχηματισμό του υπουργικού συμβουλίου, που προφανώς δεν άντεχε να έχει απέναντι του και την εκκλησία. Το σχέδιο για κατάληψη εξ εφόδου της τηλεοπτικής ενημέρωσης είχε καταφέρει δονκιχωτικά μια τρύπα στο νερό…










Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Η φωτό είναι από το www.realpolitics.gr & το εξώφυλλο του δίσκου από το www.junodownload.com

Το post συνοδεύεται από το "Fly Me To The Moon", του Γάλλου Ben L'Oncle Soul.

buzz it!

21.9.16

Όχι στις ίσες αποστάσεις...


Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη συζήτηση έχει ανοίξει μεταξύ άλλων ο νομπελίστας Paul Krugman, με αφορμή την υποψηφιότητα του λαϊκιστή, ρατσιστή και ξενόφοβου Donald Trump. Ο κατά τεκμήριο προοδευτικός οικονομολόγος επισημαίνει οτι είναι ανεύθυνη η δημοσιογραφία που κρατάει “ίσες αποστάσεις” (αυτό που αποκαλεί “bothsidesism”) από τις δύο πλευρές που αντιμάχονται σε ένα πεδίο, ανεξαρτήτως της ποιότητας, της αλήθειας ή της εντιμότητας των απόψεων τους. Και εξηγείται: Προκειμένου να μεταχειριστεί “ισότιμα” τα δύο στρατόπεδα των αμερικανικών εκλογών, ο Τύπος πολλές φορές αφιερώνει ίσο χρόνο ή χώρο στην παρουσίαση αρνητικών χαρακτηριστικών. Μόνο που έτσι, πολλές φορές, ειδικά το τελευταίο διάστημα, τα πταίσματα εξισώνονται με τα κακουργήματα.

Είτε πρόκειται για την Αμερική του Trump, τη Βρετανία του Brexit ή την Ελλάδα των μνημονίων, αυτό που παρατηρεί κανείς τα τελευταία χρόνια είναι η εξάπλωση του λαϊκίστικου λόγου, αυτού που χαϊδεύει αυτιά, αραδιάζει ασύστολα ψεύδη και υπόσχεται αφειδώς “αυταπάτες”, με πύρινους λόγους ενάντια στο “σύστημα”. Και το πρώτο πράγμα που επιχειρεί αυτός ο λαϊκίστικος λόγος είναι να επιβληθεί ως ισότιμος με όποια προηγούμενη ανάλυση, αποδομώντας την ως “συστημική”. Το μαύρο γίνεται με ευκολία άσπρο, ώστε να δημιουργηθεί πολλές φορές ένα δήθεν επιχείρημα, απέναντι στην “κατεστημένη σκέψη”. Γι αυτό και η προσπάθεια να λογίζονται ως mainstream και αποδεκτά, τα πλέον ανυπόληπτα μέσα και οι πιο ασήμαντες υπογραφές.

Προφανώς και το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα τις τελευταίες δεκαετίες δεν αφήνει κανέναν ευχαριστημένο, εκτός από τους πολύ πλούσιους. Προφανώς και η ευρωπαϊκή πορεία δεν είναι αυτοί που θα ήθελαν οι περισσότεροι πολίτες της (πρωτίστως γιατί βιάστηκε να ακολουθήσει τη διεύρυνση χωρίς την ομοσπονδιακή εμβάθυνση) - οι “κοιλιές” όμως της ιστορίας είναι κι αυτές μέσα στη ζωή και δεν θα πρέπει να μας αποκαρδιώνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Και βεβαίως, στη μεταπολιτευτική πορεία της, η Ελλάδα κλώτσησε την “καρδάρα με το γάλα” της ευρωπαϊκής βοήθειας και αντί να φτιάξει τις υποδομές για ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, σπατάλησε χρόνο και πόρους, παραμένοντας και στην τροχιά της βαλκανικής υπανάπτυξης. Αλλά η διόρθωση δεν είναι αυτή που προτείνει ο λαϊκισμός.

Έτσι και στη χώρα μας, η μη επαγγελματική μας δημοσιογραφία και ειδικά το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, με τα χιλιάδες ελαττώματα τους, έδωσαν την ευκαιρία σε κάθε λογής “εναλλακτική” και “αντικαθεστωτική” δημοσιογραφία να ανθίσει, διεκδικώντας μια ισότιμη θέση στο δημόσιο χώρο. Μόνο που ως συνήθως συμβαίνει με τον λαϊκισμό ή την “επανάσταση εξ επαγγέλματος”, το επίπεδο, η συνέπεια και η εντιμότητα ήταν πολλές φορές χειρότερα. Μαζί με τους ανεγκέφαλους φανατικούς στα social media και τα διάφορα (πληρωμένα ή μη) troll, δημιούργησαν ένα νέο εφιαλτικό τοπίο, που τροφοδότησε την αντιμνημονιακή φούσκα. Όλες οι αποχρώσεις του πολιτικού φάσματος πακεταρίστηκαν στον απαξιωτικό όρο “φιλελέ” και θεωρήθηκαν εχθρικές, στο νέο αυτό διχασμό που καλλιεργήθηκε.

Ακόμα κι όταν η λαϊκίστικη ρητορεία συγκρούστηκε ευθέως με τον ορθό λόγο ή την πραγματικότητα και συνετρίβη, συνέχισε να επιμένει, διεκδικώντας την ισότιμη αντιμετώπιση από τους νοήμονες πολίτες. Για ιστορικούς λόγους που δεν είναι του παρόντος, στην Ελλάδα, όσο πιο αιθεροβάμων είναι μια αντίληψη, τόσο πιο “έντιμη” θεωρείται. Μόνο που οι αμετανόητοι απατεώνες της πολιτικής μας ζωής είναι πρωτίστως όσοι, για να διατηρήσουν το “μαγαζάκι” τους, υπόσχονται ανεφάρμοστους παραδείσους. Στη χώρα της ανέξοδης μαγκιάς, υπάρχουν πολλοί που επιμένουν να διαβεβαιώνουν για τη διατήρηση του βιοτικού μας επιπέδου στο υπάρχον παγκόσμιο οικονομικό σύστημα “χωρίς μνημόνια και ευρώ” ή υπόσχονται δισεκατομμύρια από Κινέζους, Ρώσους και αποζημιώσεις, που δήθεν θα απαιτήσουμε, ακόμα και για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο…

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της διεκδίκησης ισότιμης θέσης στο δημόσιο διάλογο, όσο παράλογη κι αν ήταν η άποψη, είναι η περίπτωση του “Όχι” στο περσινό δημοψήφισμα. Μετά από την παρελκυστική καθυστέρηση μηνών, με το υπάρχον τότε πρόγραμμα βοήθειας να τελειώνει, η κατάληξη ήταν το (γνωστό και προβλεπόμενο) κλείσιμο της στρόφιγγας και η ανήκεστος βλάβη στην ελληνική οικονομία. Το δημοψήφισμα, όπως αποδείχτηκε περίτρανα, ήταν το κερασάκι σε μια απόπειρα πολιτικής χειραγώγησης, που δεν είχε τίποτα το δημοκρατικό και ξέφευγε πέρα από κάθε οικονομική και πολιτική λογική, για όποιον γνώριζε στοιχειωδώς πώς λειτουργεί ο πλανήτης.

Προφανώς και τα ελληνικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα ήταν υποχρεωμένα να παρουσιάσουν και τις δύο απόψεις. Και προφανώς και έπρεπε να ελεγχθούν αρμοδίως (από το ΕΣΡ - κι όχι οι δημοσιογράφοι από την ΕΣΗΕΑ, που παρατηρούσε μέχρι τότε αδιάφορη δεκαετίες κιτρινισμού) για όποιους παραπλανητικούς ισχυρισμούς ή αλλοιώσεις της αλήθειας επιχείρησαν. Αλλά δυστυχώς, η υπόθεση πήγε στο άλλο άκρο. Δημοσιογράφοι κατηγορήθηκαν για “μονομέρεια”, σε μια προδήλως μονομερή παραπομπή, αφού δεν επιχειρήθηκε ούτε κατά διάνοια να ελεγχθούν όσοι προπαγάνδιζαν ανερυθρίαστα, από την άλλη πλευρά, την απάτη και τη χειραγώγηση.

Διότι η πλευρά του “Όχι” υποστήριζε ένα δημοψήφισμα που δεν έπρεπε να γίνει ποτέ, καθώς ήταν οι ολιγωρίες και οι μικροπολιτικοί υπολογισμοί της κυβέρνησης που το προκάλεσαν. Επιπλέον, επρόκειτο περί ενός παραπλανητικού ερωτήματος, για ένα κείμενο που είχε ήδη αποσυρθεί από το τραπέζι. Και κυρίως, υποστηριζόταν με θέρμη οτι με το “Όχι” η διαπραγματευτική μας ισχύς θα δυνάμωνε, ότι οι τράπεζες δεν θα έκλειναν, ενώ θα ήταν και δυνατό να διατηρήσουμε το ευρώ και το ευρωπαϊκό μας κεκτημένο, χωρίς δυνατότητα δανεισμού και χωρίς πρόγραμμα βοήθειας από την τρόϊκα. Ήταν ακριβώς στην ίδια γραμμή, με τα παλαιότερα “θα παίζουμε νταούλια για να χορέψουν οι αγορές”, “θα σκίσουμε τα μνημόνια με ένα άρθρο”, “δεν υπάρχει πιθανότητα ούτε μία στο εκατομμύριο να μην αποδεχθούν την πρόταση μας”. Ο νέος εχθρός μάλιστα ονομάστηκε ”μενουμευρωπαίοι".

Όλα αυτά κατέρευσαν με την απροσχημάτιστη τούμπα της κυβέρνησης, όταν σε δύο μόλις μέρες το “Όχι” έγινε ένα μεγαλοπρεπές “Ναι”, με τη σύναψη ενός νέου μνημονίου, μπροστά στο ενδεχόμενο της αβύσσου (κάτι ανάλογο έγινε με την παραίτηση των ηγετών του Brexit ένα χρόνο μετά). Ακόμα και τότε όμως, η αντιμνημονιακή ρητορική επέμενε οτι η δημοσιογραφία έπρεπε να αντιμετωπίζει ισότιμα τις δύο απόψεις. Να τις παρουσιάσει, ναι. Να τις εξισώσει ως σοβαρές, έντιμες και ειλικρινείς και τις δύο, όχι.


Δεν έπρεπε η δημοσιογραφία να αξιολογήσει; Δεν έπρεπε να υπηρετήσει πάνω από όλα (και από την “αντικειμενικότητα”) την αλήθεια; Δεν έπρεπε να προειδοποιήσει για το άλμα στο κενό, την κοροϊδία και κυρίως την καταστροφή; Δεν έπρεπε να πάρει θέση και να επικρίνει την πλευρά που θεωρούσε παρελκυστική; Και, ανεξαρτήτως των συμφερόντων που είχαν οι ιδιοκτήτες των καναλιών, ποιός έκανε περισσότερη προπαγάνδα, διαστρέφοντας την πραγματικότητα;

Και για όσους επιμένουν στην μετρημένη με ακρίβεια ισομέρεια σε κάθε πολιτική διαμάχη ή δημοψήφισμα, ας το εξετάσουμε και από την (πραγματικά) προοδευτική οπτική: Πώς αντιμετωπίζουμε δημοσιογραφικά το δράμα των Παλαιστινίων, σε σχέση με τις θέσεις των Ισραηλινών κυβερνήσεων; Ψυχρά και με “ίσες αποστάσεις”; Και γιατί στο τραπέζι του διαλόγου να είναι ισότιμες οι θέσεις όσων επικροτούν την εισβολή στην Κύπρο, έναντι όσων την καταδικάζουν;

Το ίδιο βάρος θα δώσουμε στις απόψεις του Donald Trump, του Nigel Farage, του Boris Johnson και της Marine Le Pen έναντι των αντιπάλων τους - όσο και ανυπόληπτες προσωπικότητες να είναι; Ή μήπως πρέπει η δημοσιογραφία να υποκύπτει στα θηριώδη ποσοστά δημοφιλίας καθεστώτων με ολοκληρωτικές τάσεις, όπως του Πούτιν ή του Ερντογάν; Πώς έπρεπε να αντιμετωπίζει ο γερμανικός και ο διεθνής τύπος την άνοδο του ναζισμού και πώς την επάνοδο του; Και τι θα γίνει αν μεθαύριο, σε ένα πιο καταστροφικό δημοψήφισμα, η μία απόψη εκφράζει το δημοκρατικό τόξο και η άλλη τους χρυσαυγίτες; Κι εκεί “ίση μεταχείριση”;

Η εμπειρία του περσινού καλοκαιριού εξηγεί εν πολλοίς και τις εξελίξεις στο ελληνικό ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, τις προσπάθειες χειραγώγησης και την ιδεοληπτική αντίληψη περί κατεστημένων απόψεων και μέσων. H κυβέρνηση ήθελε να σπάσει αυτό που βλέπει ως “εχθρικό καρτέλ της ενημέρωσης”, ανεξαρτήτως του αν εκείνο το βράδυ επιθυμούσε το “Ναι” ή όχι, όπως λένε κάποιες αναλύσεις. Η επιταγή του Συντάγματος χρησιμοποιείται υποκριτικά για να υποκρύψει πολιτικές σκοπιμότητες, αλλά και για το “ξέπλυμα” προσωπικοτήτων, αριστερά και δεξιά στο πολιτικό φάσμα, που θα έπρεπε να είναι στο περιθώριο της δημόσιας ζωής. Χρήσιμο όμως είναι να ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα, θυμίζοντας τα αυτονόητα:

Καθεστωτική είναι μια αντίληψη, όταν συντάσσεται με την (εκτελεστική κυρίως) εξουσία, όχι όταν είναι απέναντι της. Κύριος ρόλος των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων στην κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι να ελέγχουν και να επικρίνουν την εκτελεστική εξουσία, δηλαδή να είναι κατ’ αρχήν καχύποπτοι και αντιπολιτευόμενοι. Κάθε δημοσιογράφος έχει δικαίωμα στην άποψη του και μόνον στο πλαίσιο του ρεπορτάζ ή του δελτίου ειδήσεων είναι υποχρεωμένος να παρουσιάζει τις αντίθετες απόψεις, όχι απαραίτητα με το ίδιο βάρος. Σε κανένα ενημερωτικό προϊόν, είτε πρόκειται για ιδιωτικό έντυπο είτε για δημόσια συχνότητα, ο δημοσιογράφος δεν είναι υποχρεωμένος να είναι “ισοβαρής” απέναντι στις αντικρουόμενες απόψεις - υπάρχουν δεκάδες άρθρα και εκπομπές και κάθε μέσο μπορεί να φτιάχνει τις ισορροπίες του.

Τελευταίο και κυριότερο, “αντικειμενικότητα” στη δημοσιογραφία δεν υπάρχει, με απόλυτους όρους. Ακόμα και το τι είναι είδηση, εξαρτάται από το σύστημα αξιών του καθενός. Η δημοσιογραφία είναι μεταφορά του γεγονότος και της αλήθειας, αλλά και παραλλήλως είναι ερμηνεία της πληροφορίας, άρα άποψη. Το πόσο ψύχραιμο και αμερόληπτο είναι ένα μέσο, μια εκπομπή, ένα άρθρο ή ένας δημοσιογράφος το κρίνει πρωτίστως το κοινό - και δευτερευόντως, σε περίπτωση σοβαρής παραβίασης δεοντολογίας, το συνδικαλιστικό όργανο στο οποίο έχει επιλέξει να συμμετάσχει. Σε καμμία περίπτωση όμως η εκτελεστική εξουσία.










Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Η φωτό είναι εξώφυλλο του Economist & το εξώφυλλο του δίσκου από το www.redmp3.su

Το post συνοδεύεται από το "This Love Is Here To Stay", του Νορβηγού Thomas Dybdahl.

buzz it!

6.9.16

Η δημοπρασία του ράντζου

Αρχές δεκαετίας του ’90, δύο μέτοχοι τηλεοπτικού καναλιού, που δεν ζουν πια, παρακολουθούν στο σπίτι του πρώτου, την εκπομπή ενός από τα πουλέν τους: Πρόκειται για την πρώτη τηλεοπτική συνέντευξη, όπως διαφημίζεται, του πατριάρχη του σκυλάδικου τραγουδιού στη χώρα. Ο νεαρός τότε δημοσιογράφος, που στην ίδια καρέκλα βάζει υπουργούς και αρχηγούς κομμάτων, αντιμετωπίζει τον καλεσμένο του με ανυπόκριτο δέος και θαυμασμό, ωσάν να επρόκειτο για τον Ουμπέρτο Έκο και τη Μαρία Κάλλας μαζί. Οι δύο ιδιοκτήτες αναφωνούν: “Έχουμε τον καλύτερο”. Στις αντιρρήσεις της ομήγυρης, απαντούν το γνωστό “μα αυτά θέλει ο κόσμος”. Στην πραγματικότητα, αυτή είναι και η δική τους αισθητική, στα δικά του μπουζούκια πάνε, όταν θέλουν να διασκεδάσουν…

Κάπως έτσι χτίστηκε το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο στη χώρα. Χωρίς προδιαγραφές, χωρίς επαγγελματισμό, χωρίς καλλιέργεια, χωρίς ποιότητα - κι όταν λέμε ποιότητα, δεν εννοούμε εκπομπές για το ναρκισσισμό ή την μιζέρια μιας ισχνής μειοψηφίας. Κι όμως, τα πρώτα χρόνια, η ιδιωτική τηλεόραση όχι μόνον άνοιξε τους ορίζοντες της ενημέρωσης κόντρα στο κρατικό μονοπώλιο, αλλά κατάφερε και να είναι αξιοπρεπής: Τόσο τα (ημίωρα αρχικά) δελτία ειδήσεων, όσο και πολλές ελληνικές και ξένες εκπομπές και σειρές πέτυχαν, για μια δεκαετία περίπου, τη χρυσή τομή μεταξύ εμπορικού και ποιοτικού. Άλλωστε, το μέσο δεν προσφέρεται για περισσότερο βάθος.

Μετά είναι που χάθηκε η μπάλα. Lifestyle και “καφενειακά” δελτία ειδήσεων, σωρεία σαχλών σειρών, ατάλαντη σάτιρα, αφόρητα ρηχά reality & talent show, εξίσου καθυστερημένα πρωινάδικα και κουτσομπολίστικες εκπομπές, που ζούσαν από τα πλάνα των άλλων, σαν φτηνιάρικα βαμπίρ. Και μέσα σε όλα αυτά σπατάλες, σκάνδαλα, έλλειψη δεοντολογίας, άγνοια του μέσου. Μόνο μερικές ενημερωτικές εκπομπές ή ξένες σειρές και ταινίες, σε έκαναν να αισθάνεσαι ασφαλής.

Το τηλεοπτικό τοπίο στην Ελλάδα συνεχώς έρεπε προς την κυριολεκτική και μεταφορική φτήνεια. Με ευθύνη και του κοινού, διαμόρφωνε και διαμορφωνόταν - τα “σαραντάρια” της θεαματικότητας δεν πήγαιναν ποτέ βεβαίως στα ποιοτικά προγράμματα. Το νοήμον κοινό εγκατέλειπε την τηλεόραση, οι νεότεροι στράφηκαν μαζικά προς το ίντερνετ, η κρίση ήρθε να συρρικνώσει τη διαφημιστική πίτα στο 25% των παλιών ένδοξων ημερών. Τα τελεμάρκετινγκ ήταν πια εδώ, ακόμα και στις πιο ακριβές διαφημιστικές ζώνες.

Και η πιο απροκάλυπτη αποστασιοποίηση από τον επαγγελματισμό: αφόρητη προσπάθεια χειραγώγησης, καρτέλ στον κιτρινισμό, επιδίωξη του καυγά αντί της ουσιαστικής συζήτησης, απλοϊκή ανάγνωση της πραγματικότητας, άθλια ελληνικά, λαϊκισμός και κολακεία του “κοσμάκη”. Ολόκληρη σχολή παρουσίασης με γουρλωμένα μάτια και τρομολαγνικά κλισέ. Εκφωνήσεις και stand-up με οσκαρικές αναζητήσεις τετάρτης κατηγορίας. Ρεπορτάζ για την κοινωνική δράση του μεγαλομετόχου, που είναι “τόοοοσο φιλάνθρωπος”. Και άδειες που άλλαζαν χέρια, σε ένα κλειστό γαϊτανάκι μιας φούσκας εκατομμυρίων ευρώ.

“Το επίπεδο του πολιτικού βίου μιας χώρας διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από τον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό λόγο”, μου είπε κάποτε, προσκεκλημένος σε εκπομπή, καθηγητής πολιτικών επιστημών σε μεγάλο αμερικανικό πανεπιστήμιο. Αμφιβάλλει κανείς οτι η ιδιωτική τηλεόραση έχει συμβάλει, σε μέγιστο βαθμό, στην ανάδειξη ενός πολιτικού προσωπικού και μιας ατζέντας, που μας απογοητεύει καθημερινά;

Όλοι έτσι ήταν λοιπόν στα ελληνικά ΜΜΕ; Όχι, υπήρχαν αρκετές εξαιρέσεις. Νησίδες επαγγελματιών που δούλευαν αθόρυβα, καλοφτιαγμένα δελτία ειδήσεων, εκπομπές ντοκιμαντέρ και έρευνας που ήταν αριστουργήματα, συναρπαστικές στιγμές συζητήσεων και μεταδόσεων: Η τηλεόραση είναι ένα μέσο που θέλει πολλά λεφτά για να ζήσει, αλλά δεν έχει πεθάνει ακόμα. Ήθελε πράγματι θεσμική τακτοποίηση. Αλλά οι εγκληματικές αμέλειες των προηγούμενων δεν δικαιολογούν να πηγαίνεις στο χειρότερο, επιχειρώντας να κερδίσεις από τον συμψηφισμό.

Θα περίμενε λοιπόν κανείς, οτι το πρώτο πράγμα που θα ενδιέφερε μια κυβέρνηση που επαγγέλλεται αριστερές αξίες, θα ήταν να εξυγιάνει το τηλεοπτικό τοπίο, προσπαθώντας να διασφαλίσει την ποιότητα και τον επαγγελματισμό (μαζί με τις θέσεις εργασίας), σε δύσκολους καιρούς - κλείνοντας βεβαίως την πόρτα στον υπόκοσμο. Και φυσικά να ενισχύσει την πολυφωνία, εξισορροπώντας το τηλεοπτικό τοπίο, με ακόμα περισσότερες αντιλήψεις και οπτικές.

Αντιθέτως, μάλλον ήθελε αποκλειστικά να φιμώσει και να παραμυθιάσει. Στην αρχή, οτι ένα αμφιβόλου κύρους Ινστιτούτο της Φλωρεντίας απεφάνθη (μετά από στοιχεία που άντλησε από την ίδια την κυβέρνηση!) υπέρ της ύπαρξης μόνο 4 πανελλαδικής εμβέλειας καναλιών, όταν η τεχνολογία έχει προχωρήσει τόσο πολύ, που χωράει αναρίθμητες επιλογές.

Στη συνέχεια, οτι κίνητρο της ήταν η προσαρμογή στη συρρίκνωση της διαφημιστικής πίτας, λες και σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία δικαιούται η κυβέρνηση να υποκαθιστά τις λειτουργίες (μιας υγιούς, χωρίς θαλασσοδάνεια) αγοράς. Ταυτοχρόνως δε, προσπάθησε να πείσει οτι είναι δυνατόν να είναι ειλικρινής η εκτελεστική εξουσία που επιθυμεί να διανείμει η ίδια τις άδειες, χωρίς τη συνταγματική υποχρέωση να παρεμβάλλεται ανεξάρτητη αρχή. Η προσπάθεια ανατροπής και χειραγώγησης ενός αντιπολιτευτικού τηλεοπτικού τοπίου ήταν προφανής: Ας προλάβουμε να αλλάξουμε προσωρινά τα πράγματα και μετά βλέπουμε…

Αντί λοιπόν να αναθέσει στο ΕΣΡ να ετοιμάσει προδιαγραφές προγράμματος και ποιότητας, εύλογο τίμημα για κάθε άδεια και διαδικασία με εκ των προτέρων γνωστό τον πλήρη χάρτη των υπό προκήρυξη πανελλαδικών, θεματικών και περιφερειακών αδειών, άρχισαν τα “βλέποντας και κάνοντας” και οι παλινωδίες με την 5η άδεια και τις θεματικές. Το παιχνίδι δεν ήταν καθαρό και άλλη ήταν η στόχευση. Χαρακτηριστική είναι η επίκληση του ΕΣΡ, κατόπιν εορτής.

Έτσι φτάσαμε σε μια τραγελαφική και εκβιαστική ριάλιτι διαδικασία, που μόνο στόχο είχε να ταπεινώσει τους συμμετέχοντες και να ταίσει σανό το πρόθυμο ακροατήριο. Με πλήρη αδιαφάνεια επί 4 ημέρες, η “δημοπρασία του ράντζου” ήταν φτιαγμένη για καζίνο σε κάποια μπανανία - πουθενά στον αναπτυγμένο κόσμο δεν έχει ξαναγίνει. Και μόνο το “καψώνι” να αφήσεις μερικές δεκάδες εκπροσώπους επιχειρήσεων και μέλη επιτροπής άπλυτους τόσα 24ωρα, δείχνει την απόσταση της σκέψης αυτής της κυβέρνησης από το σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Είχε προηγηθεί η ανερυθρίαστη δήλωση του αρμόδιου υπουργού οτι “το μόνο που χωρίζει τους επιχειρηματίες από την απόκτηση άδειας είναι το πορτοφόλι τους”. Λες και το κράτος εκποιούσε τίποτα παλιοσίδερα από τις αποθήκες του, σε καλή τιμή. Χωρίς καμία ποιοτική προδιαγραφή, χωρίς να ενδιαφέρει αν έτσι θα είναι πιο εύκολο να αποκτηθεί η άδεια από κάποιον που θέλει να ξεπλύνει μαύρο χρήμα, όπως ένας έμπορος ναρκωτικών. Τα “βοθροκάναλα”, κατά την υποκριτική ρήση του άλλου, απολωλότος υπουργού, είναι εντάξει, εφόσον είναι δικά μας…

Ο σκοπός της προκήρυξης ραδιοτηλεοπτικών αδειών δεν είναι η συγκέντρωση χρημάτων, αλλά η τακτοποίηση του τοπίου, με βάση αρχές και κανόνες, προς όφελος του δημοσίου διαλόγου και της ψυχαγωγικής (με την πλήρη έννοια της λέξης) αποστολής των ηλεκτρονικών ΜΜΕ. Αν η κυβέρνηση ήταν ειλικρινής, θα είχε επιδιώξει τη συναίνεση, θα είχε προκηρύξει άδειες μέσω ΕΣΡ με σταθερό ή μεταβλητό τίμημα (και όχι βέβαια 3 εκατομμύρια που υπαινίχθηκε ως εναλλακτική ο κύριος Τσίπρας στο Κιάτο) και θα είχε ανοίξει προς όλους το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, μειώνοντας της επιρροή της “διαπλοκής” και κερδίζοντας περισσότερα χρήματα, για τα ταμεία του κράτους.

Τώρα διαφημίζει πανηγυρίζοντας, ως άλλος Ρομπέν, οτι θα διανείμει στις ευπαθείς ομάδες λεφτά που θα λάβει τμηματικά και που είναι εγγεγραμμένα στο μνημόνιο - αν βεβαίως καταφέρει να τα εισπράξει, μετά τους ελέγχους “πόθεν έσχες” και αφού παρέσυρε τους συμμετέχοντες σε πονταρίσματα τόσο υψηλά, που είναι αμφίβολο αν θα επιτρέψουν τη βιωσιμότητα κάποιων καναλιών. Και βεβαίως, με κίνδυνο η άκρως αμφιλεγόμενη αυτή διαδικασία να ανατραπεί από το ΣτΕ, τα ευρωπαϊκά όργανα ή την επόμενη κυβέρνηση. Και τότε, τι θα πει η πολιτεία σε κάποιον που εκταμίευσε μερικές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ;

Και ποιός θα πληρώσει το “μάρμαρο”; Προφανώς οι εκατοντάδες εργαζόμενοι, που όσες συγχωνεύσεις και αν γίνουν, θα μείνουν στο δρόμο ή θα δουλεύουν με πολύ λιγότερα, εις βάρος της αξίας και της αξιολόγησης των καλύτερων (κόντρα σε όσα ισχυρίζεται σε non paper το Μαξίμου, τα κανάλια που δεν πήραν άδεια, δεν μπορούν να αντέξουν διαφημιστικά χωρίς τη συμμετοχή στο μπουκέτο της Digea, με τόσους δημοσιογράφους και τεχνικούς). Και φυσικά οι τηλεθεατές και το επίπεδο της αισθητικής και του πολιτικού λόγου στη χώρα, γιατί το μέσο θα γίνει ακόμα πιο φτηνό.

“Καλά κάνανε και τα σκάσανε οι διαπλεκόμενοι” ακούγεται συχνά, στη καθημερινή καφενειακή ανάλυση γύρω μας. Ποιοί ακριβώς; Η κυβέρνηση δεν πήρε φράγκο από τα συγκροτήματα των κυρίων Μπόμπολα, Ψυχάρη και Βαρδινογιάννη, που κατηγορούσε τόσα χρόνια. Κανένα από τα υπάρχοντα κανάλια που εξασφάλισε άδεια δεν είναι ιδιοκτησίας προμηθευτών του δημοσίου - αντιθέτως, προστέθηκαν νέοι εργολάβοι. “Τουλάχιστον αυτοί προσπάθησαν”, είμαι βέβαιος οτι θα ακούσουμε στο τέλος. Όχι δεν προσπάθησαν, τη δική τους διαπλοκή ήθελαν να φτιάξουν, εκτρέποντας την προσοχή από τα δύσκολα, με ένα λαϊκίστικο αφήγημα.

Μόνο που τα κανάλια δεν τα κλείνεις, τα ωθείς σε εκσυγχρονισμό και σε λειτουργία με κανόνες. Μόνον ολοκληρωτικά καθεστώτα και οι μιμητές τους επιχειρούν να κλείσουν ή να περιορίσουν αντίπαλα ή ενοχλητικά ΜΜΕ. Το αν θα καταφέρουν να ξεπεράσουν την κυβέρνηση Σαμαρά που έκλεισε με επαρχιακό αυταρχισμό της δεκαετίας του ’50 την ΕΡΤ και ρίξουν (με λίγο πιο κουτοπόνηρο τρόπο) “μαύρο” σε 3-4 τηλεοπτικούς σταθμούς, θα το δείξει το άμεσο μέλλον. Υπάρχουν ακόμα πολλά επεισόδια στο κακοστημένο αυτό σίριαλ…












Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Το σκίτσο είναι του Ανδρέα Πετρουλάκη από την www.kathimerini.gr & το εξώφυλλο από το www.genius.com

Το post συνοδεύεται από το "Lost On You", της Αμερικανίδας Laura Pergolizzi.

buzz it!

29.11.14

Ενας Kosmos με χαρακτήρα...

Ο Kosmos 93,6 & 107 υπήρξε το πιο επιτυχημένο προιόν της ΕΡΑ, από τον Οκτώβριο του 2001 ως τον Ιούνιο του 2013, με ακροαματικότητα που άγγιξε το 7% στην Αττική (υψηλότερα από κάθε άλλο δημόσιο ραδιόφωνο) και εξαιρετικά δημογραφικά στοιχεία (μορφωτικό επίπεδο ακροατών, οικονομική κατάσταση, περιοχές, ηλικίες).

Με ένα από τα ωραιότερα λογότυπα και διακριτό world music στίγμα, το οποίο δεν επιχείρησε να μιμηθεί κανένα από τα ανταγωνιστικά ραδιόφωνα, άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό στη ραδιοφωνική αγορά, με το κλείσιμο της ΕΡΤ.


Ο Kosmos όμως είναι κάτι παραπάνω από ένα ραδιόφωνο με world music χαρακτήρα. Είναι πρωτίστως (και εξ ορισμού) το πιο αντιρατσιστικό, ανοιχτόμυαλο και κοσμοπολίτικο ραδιόφωνο, που φέρνει στους ακροατές του όσο μπορεί περισσότερες γλώσσες, ήχους και κουλτούρες από όλον τον πλανήτη, από τη latin παράδοση ως το σύγχρονο ευρωπαϊκό ήχο. Και επιπλέον, είναι το ραδιόφωνο για όλες τις “άστεγες” μουσικές στο ραδιοφωνικό τοπίο (και τους ακροατές τους): Jazz, blues, reggae, funk, soul, hip hop, R&B και όλα τα υβρίδια τους - μαζί με χορευτικά classics, swing αναμνήσεις και αναβιώσεις, ταιριαστά “διαμάντια” από την ιστορία του rock και επιλεγμένες στιγμές από κινηματογραφικές συνθέσεις, τη σύγχρονη pop και την ελληνική παραγωγή, όλα στη σωστή δοσολογία.

Ταυτόχρονα, πρώτη φορά με σχεδόν πανελλαδική κάλυψη, επιχειρεί να προσφέρει στους ακροατές τους πληροφορίες για όλα όσα συμβαίνουν στη μουσική σκηνή της χώρας μας, στις θεατρικές και κινηματογραφικές αίθουσες, στα μουσεία και στις γκαλερί, στα μπαράκια, στους συναυλιακούς χώρους και στις μικρές ή μεγάλες φεστιβαλικές εκδηλώσεις - ό,τι μπορεί να ενδιαφέρει από τον πολιτισμό και την καθημερινότητα της ζωής μας.

Μετά από προσπάθειες μηνών, κόντρα σε αυτούς που δεν αναγνωρίζουν την αξία ενός τέτοιου εγχειρήματος, ο Kosmos είναι και πάλι έτοιμος να τεθεί στην κρίση σας, από τη Δευτέρα 1η Δεκεμβρίου. Με σήμα τον jazz τσοπανάκο που τόσο ευφυώς διασκεύασε ο μεγάλος Μίμης Πλέσσας, με συνεχή ροή ζωντανού προγράμματος από τις 8 το πρωί ως τις 2 τη νύχτα, με έμπειρους παραγωγούς και φρέσκες φωνές, λιτή και μεστή πληροφόρηση που δεν αγνοεί την πραγματικότητα της ζωής μας και συνεχή επικοινωνία μαζί σας, ο Kosmos φιλοδοξεί να γίνει ο "προσωπικός" σας dj, όλο το 24ωρο.

Ακούστε τον με πάθος...











Η αφίσα είναι από το Kosmos και το εξώφυλλο από το www.amazon.fr

To post συνοδεύεται από το "Caractère" της Γαλλίδας Joyce Jonathan

buzz it!

25.11.14

Όλοι μαζί τους ψηφίσαμε;

“Η κοινωνία πάσχισε να προσαρμοστεί – δεν είχε επιλογή. Εμεινε, όμως, πεισματικά απροσάρμοστο το πολιτικό σύστημα.”

Με τη φράση αυτή κλείνει το κατά τα άλλα εξαιρετικό άρθρο του ο Κώστας Καλλίτσης, στην Καθημερινή της Κυριακής. Δεν θα διαφωνήσω διόλου για το πολιτικό σύστημα.

Πράγματι, η σύγχρονη κατρακύλα άρχισε όταν ένας εμφανώς υποκριτής και ανεύθυνος πρωθυπουργός έπεισε οτι “θα αναμορφώσει το κράτος” (γεμίζοντας το με δεκάδες χιλιάδες παραπονεμένους και συνήθως χωρίς στοιχειώδη προσόντα ημετέρους) και εφάρμοσε ένα ανερυθρίαστο “Αλογοσκούφη δώστα όλα”, εκτινάσσοντας το ελληνικό δημόσιο στην τροχιά της άτακτης χρεοκοπίας.

Το πολιτικό σύστημα συνέχισε να κινείται στη σφαίρα του φαντασιακού, αρνούμενο να χτυπήσει γενικό προσκλητήριο συνεργασίας και υποσχόμενο “ζάππεια” και “αντιμνημονιακούς τσαμπουκάδες”. Αλλά και όταν το έκανε, αποδέχτηκε και”ξέπλυνε” ακροδεξιούς παίκτες, που πολύ γρήγορα απέδειξαν πόσο συνώνυμος είναι ο ψευδοπατριωτισμός και η εθνοκαπηλεία με τη λαμογιά. Ταυτοχρόνως, νέα φρούτα ξεπετάχτηκαν, ψεκασμένα από τις ορμόνες της καφενειακής μπουρδολογίας, τόσο από τα αριστερά, όσο και από τα (εως και φασιστικά) δεξιά.

Κι όσο κι αν κατάφερε να συμμαζέψει το δημοσιονομικό εκτροχιασμό, το πολιτικό σύστημα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, συνέχισε να παίζει το αιώνιο “κατενάτσιο της κοροϊδίας” - ή όπως εύστοχα γράφει ο Καλλίτσης την “αδιέξοδη πολιτική τροχάδην επιτόπου”.

Αλλά μόνο του τα έκανε όλα αυτά το πολιτικό σύστημα; Σε ποιά πρόθυμα αυτιά απευθύνθηκε αυτή η ρητορική; Και ποιες δημοσκοπήσεις ακολούθησε και ακολουθεί το πλέγμα των διαμορφωτών γνώμης, για να κάνει τις επιλογές του; Πόσες κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες δεν αντέδρασαν σθεναρά σε οποιαδήποτε προσπάθεια μεταρρύθμισης και αλλαγής του οικονομικού μοντέλου (όταν βέβαια αυτές ήταν ουσιαστικές και δεν βαφτίστηκαν κατ’ ευφημισμόν “μεταρρυθμίσεις”); Σε πόσες περιπτώσεις δεν “ροκανίστηκε” συστηματικά η όποια προσπάθεια ουσιαστικών αλλαγών που έχει ανάγκη μια οργανωμένη κοινωνία, που παραπαίει σε όλα τα επίπεδα; Ποιές καθημερινές πολιτικές ενέργειες και αντιλήψεις αλληλοδιαμορφώνουν τις πράξεις της εξουσίας;

Ουδέποτε προσαρμόστηκε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας - και καθρέφτης του είναι το πολιτικό σύστημα. Διότι ουδέποτε, πρώτα από όλα, δέχτηκε να κοπιάσει για να αντιληφθεί και εξηγήσει τι του συνέβη με τη λεγόμενη “κρίση”. Αποδέχτηκε τις πιο εύκολες και επιφανειακές εξηγήσεις, δίνοντας ακροαματικότητες και θεαματικότητες του 40%, στις πρωινές κραυγές του ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού λαϊκισμού, που απλώς έβριζαν τη Μέρκελ.

Αντί να πέσει με τα μούτρα στην ανάλυση και στην ανάδειξη νέων φωνών και τρόπων σκέψης, ψήφισε την χειρότερη ποιότητα βουλευτών, που είχε δει ποτέ το ελληνικό κοινοβούλιο. Με πρωταγωνιστές υπόδικους, δημαγωγούς του αισχίστου είδους, πρωταθλητές της σαχλαμάρας και της ρηχότητας - που μόνο τους μέλημα είναι να “μη μείνουν άνεργοι”.

Ανέδειξε σε υπολογίσιμες δυνάμεις κόμματα που θα έπρεπε να έχουν περιθωριακό ή ανύπαρκτο ρόλο, σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατία. Στη μανία του να αποκαθηλώσει πρόσωπα και πράγματα, ανέχτηκε (και ανέχεται) δημοσιογράφους και πολιτικούς, ακόμα χειρότερους από τους προηγούμενους. Και στην ανάγκη του να αναμορφώσει το πολιτικό τοπίο της χώρας, βρέθηκε ανάμεσα στις συμπληγάδες ενός ακραίου λαϊκισμού - και από τις δυό πλευρές του πολιτικού φάσματος.

“Μα όλοι μαζί τα φάγαμε;” θα αναρωτηθεί ο καλοπροαίρετος αναγνώστης. “Όλοι μαζί επιτρέψαμε αυτό το κύμα απελπισίας να μας πνίξει, λες και δεν είμαστε μια χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης”; Όχι βέβαια. Αλλά στη δημοκρατία, δυστυχώς ή ευτυχώς, μετράνε τα “ναι” και όχι τα “όχι”. Κι όταν δεν αντιπαρατάσσουμε κάτι πιο δημιουργικό από τη βούληση της εκάστοτε ανεύθυνης μειοψηφίας, τότε την ευθύνη την έχουμε όλοι.

Όταν λίγες χιλιάδες ή ακόμα και εκατοντάδες ψήφοι είναι ικανές να στείλουν κάποιον καραγκιόζη στο κοινοβούλιο, τότε την ευθύνη την έχουμε όλοι μας, που δεν αναδεικνύουμε κάποιους καλύτερους στη θέση τους. Όταν “ψηφίζουμε” τη γελοία και όχι τη σοβαρή εκπομπή, ενισχύουμε την κατρακύλα. Όταν καταφεύγουμε στους επαγγελματίες λαϊκιστές, γιατί δεν κοπιάζουμε αρκετά ώστε να αναδείξουμε νέες δυνάμεις, αξιόλογες και ακέραιες, που θα εμπλουτίσουν το πολιτικό φάσμα, ολιγωρούμε επικίνδυνα.

Μα πώς θα επιλέξουμε καλύτερο πολιτικό προσωπικό, όταν η πλειονότητα επιβάλλει ένα πλέγμα δημαγωγίας, λαμογιάς και εξευτελισμού της σοβαρότητας, της δημοκρατίας και του διαλόγου; Πώς θα μπουν οι πιο αξιόλογοι σε αυτό το σύστημα, αφού τώρα είναι ακόμα πιο δύσκολο και απωθητικό; Πώς θα φύγουμε από τον φαύλο κύκλο του πολιτικού, συνδικαλιστικού και μιντιακού “πολτού”, που έχουμε φτιάξει;

Τους “καλύτερους”, δεν θα μας τους φέρουν “εισαγόμενους” οι φίλοι μας οι Γάλλοι ή οι Σουηδοί. Καλώς ή κακώς, μόνοι μας πρέπει να να τους αναδείξουμε και να τους επιβάλουμε.

Ας σκεφτούμε λοιπόν ποιούς επιβραβεύσαμε μέχρι τώρα. Με πόσα συμπλέγματα αντιμετωπίζουμε τους πιο αξιόλογους - πόσους στείλαμε σπίτι τους, απογοητευμένους. Και πόσους γελοίους ανεχτήκαμε και ανεχόμαστε ακόμα, “κράζοντας” πολλές φορές τους λάθος ανθρώπους. Και μετά ας ανοίξουμε τον τηλεοπτικό δέκτη, για να δούμε τον καθρέφτη των επιλογών μας…













Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

H φωτό είναι από το www.tumblr.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το υπέροχο βίντεο-κλιπ του "Loop De Li" του νέου τραγουδιού του Βρετανού Bryan Ferry (στα 69 του).

buzz it!

13.11.14

Tale quale

Προσπαθείς να είσαι στη “μέση”. Να μην αποδεχτείς κανέναν αυταρχισμό και καμία αυθαιρεσία μιας (πολλές φορές) ακροδεξιάς και διεφθαρμένης εξουσίας. Να καταδικάζεις την αστυνομική βία με κάθε ευκαιρία, το τριτοκοσμικό πλιάτσικο που επιβάλλουν οι ισχυροί στον πλούτο των πολλών, την άρνηση κάθε είδους δημοκρατικού κανόνα και διαφάνειας, που εμποδίζουν την κοινωνία και τη χώρα από το να γίνει επιτέλους σύγχρονη και ευρωπαϊκή. Πιο αντιρατσιτής και αντιφασίστας δεν γίνεται. Πιστεύεις στους θεσμούς, στο παράδειγμα των άλλων που δεν είναι “κουτόφραγκοι”, στην καταδίκη της επαρχιώτικης εσωστρέφειας, της κομματικής υποκρισίας. Πιστεύεις στο διάλογο. Δημοσιεύεις κάθε δημοκρατική άποψη και δίνεις βήμα σε κάθε δημιουργική πολιτική προσπάθεια, από της παρυφές της αρτηριοσκληρωτικής δεξιάς μέχρι τις αντίστοιχες της αριστεράς - συνήθως με περισσότερη συμπάθεια προς τη δεύτερη.

Αλλά ταυτόχρονα, δεν αποδέχεσαι τον μανιχαϊσμό του δήθεν “αντισυστημισμού”, τον βολικό διαχωρισμό σε “μνημονιακούς-αντιμνημονιακούς”, την υποκρισία της συντήρησης, σε όποιο σημείο του πολιτικού τόξου κι αν φωλιάζει. Αρνείσαι τα στρατόπεδα και το εμφυλιοπολεμικό κλίμα, που πάντα βολεύει τους ακραίους. Αρνείσαι την ισοπέδωση των εννοιών και των λέξεων, δεν βαφτίζεις “βία” κάθε αδικία, επικρίνεις αυτούς που μιλούν για “πόλεμο”, για “χούντα”, για “ κατοχή” - προφανώς μην έχοντας ζήσει τίποτε από όλα αυτά ή διαστρέφοντας πλήρως την ιστορία, για χάρη του λαϊκισμού τους. Όλα αυτά τα καταγγέλλεις μάλιστα, ως πλευρές του ίδιου νομίσματος, ως μέρος ενός πελατειακού πολιτικού συστήματος που δεν έχει καταλάβει τίποτα από την κρίση, που επιμένει να ζητά την επιστροφή στο παρελθόν, παριστάνοντας οτι αποζητά την πρόοδο. Κι αυτό φαίνεται οτι ενοχλεί πιο πολύ από όλα.

Προφανώς δεν έχεις το αλάθητο, ούτε αυτά που φιλοξενείς είναι πάντα υψηλού επιπέδου - πού είναι άλλωστε; Προσπαθείς όμως να αποκωδικοποιήσεις την πραγματικότητα, με όπλο τις αξίες της φιλελεύθερης (και όχι “νεοφιλελεύθερης”) δημοκρατίας. Αλλά στη χώρα, όπου έχουν επιβιώσει, 25 χρόνια μετά την πτώση του Τείχους, σε πείσμα του υπόλοιπου προηγμένου κόσμου, οι πιο απολιθωμένες οπτικές, η πιο ξύλινη γλώσσα και οι περισσότερες θεωρίες συνωμοσίας, τίποτα δεν είναι “τυχαίο”. Καμία άποψη δεν είναι αβίαστα δική σου, δεν είσαι τίποτε άλλο παρά ένας “πληρωμένος κονδυλοφόρος”, ένας “υπηρέτης του συστήματος”, ένας “ταξικός εχθρός”, ένας “φιλελές”.

Όταν φτάνει η ώρα, κάποιοι τραμπούκοι να καταφύγουν στην πραγματική βία (που θα μπορούσε να είχε και θύμα, καθώς κάποια εργαζόμενη που ζούσε μακριά κοιμόταν κάποια βράδια μέσα στα γραφεία), τότε περιμένεις από όλους τους δημοκρατικούς φορείς (και κυρίως από αυτούς που δηλώνουν οι πιο προοδευτικοί) να καταδικάσουν απερίφραστα και με όλη τους την καρδιά την “εμπρηστική παρέμβαση” (τρομάρα τους, πάλι καλά που δεν την είπαν και “εικαστική”).

Όλους; Αμ δε. Επί ένα 24ωρο, οι ιθύνοντες του ΣΥΡΙΖΑ παλεύουν να συμβιβάσουν από τη μια την αυτονόητη ανάγκη για καταδίκη (“αλλίμονο, είμαστε αξιωματική αντιπολίτευση, αύριο θα είμαστε κυβέρνηση, θα δώσουμε τροφή στους αντιπάλους”) και από την άλλη την ενδημική “ξυνίλα”, αν όχι πλήρη απέχθεια, προς ό,τι εκπροσωπεί η Athens Voice. Στο τέλος (και με τα χίλια ζόρια) καταφέρνουν να αρθρώσουν μόνο μια γραμμή, ψυχρή και σχεδόν ψεύτικη, διάφανα βεβιασμένη: “Η εμπρηστική επίθεση στα γραφεία της Athens Voice είναι καταδικαστέα και βάλλει κατά της ελευθερίας του Τύπου”.

Η διαφωνία με την αισθητική, τις θέσεις ή την πολιτική μιας εφημερίδας είναι απόλυτο δικαίωμα του καθενός. Το να μην μπορείς όμως να καταδικάσεις με ειλικρίνεια μια τρομοκρατική πράξη είναι πρόβλημα. Γιατί αυτό σημαίνει, οτι η διάχυτη (στους ταλιμπάν του διαδικτύου και αλλού) ρητορική του “καλά να πάθει η καθεστωτική προπαγάνδα του Πρώκταγκον και του Γεωργαλά/Γεωργελέ” (απολύτως αντίστοιχη με το “καλά να πάθει η Κανέλλη για το χαστούκι”) επικρατεί - και με δυσκολία σου επιτρέπει να τηρήσεις τα προσχήματα. Με (ευτυχώς) τουλάχιστον μια τιμητική εξαίρεση.

Στα θρησκευτικά ή στα οικονομικά ζητήματα, μια χαρά τις κάνει τις επίσημες κωλοτούμπες η αξιωματική αντιπολίτευση. Γιατί εδώ δεν μπορεί; Γιατί είναι δέσμια των ακροτήτων που η ίδια έχει καλλιεργήσει, φιλοξενώντας και ενθαρρύνοντας κάθε είδους φανατική αντίληψη, που περιφρονεί τη νοημοσύνη, την ευγένεια, τον διάλογο, τη δημοκρατία, τον ίδιο τον πολιτισμό.

Επικεφαλής κομματικών μέσων λοιδoρούν τους συναδέλφους τους όταν δεν ακολουθούν τη δική τους επιπόλαια και υστερόβουλη θεώρηση του “αγώνα”, αλλά γίνονται ρεζίλι, όταν οι ίδιοι υφίστανται τις συνέπειες μιας απεργίας. Όψιμοι και διάσημοι κομματικοί φίλοι χαιδεύουν τα αυτιά του ασύστολου λαϊκισμού και προκαλούν τη θυμηδία, παριστάνοντας τους “αντισυστημικούς”, πνιγμένοι μέσα στα εκατομμύρια που έχουν απομυζήσει παρασιτικά από πρώην και νυν συζύγους και χορηγούς.

Στρατευμένοι κομματικοί αρθρογράφοι αποκαλούν τους άλλους ”ντόπερμαν της εξουσίας” - ακόμα κι αν έχουν δίκιο, ξεχνούν πόσο άκυρος είναι ο χαρακτηρισμός όταν προέρχεται από ένα πιστό κομματικό φύλακα του δικού τους “συστήματος” (κοινώς κομματόσκυλο). Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έχουν αναπτύξει κι ένα εκπληκτικό newspeak, που καταργεί κάθε έννοια πολιτικής γεωγραφίας (οι Γάλλοι είναι “κουτόφραγκοι”, όταν αποκαλούν αριστερά και τους σοσιαλιστές), σύμφωνα με το οποίο όλα πέραν της ΔΗΜΑΡ είναι “δεξιά”, ενώ “δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κινούνται στο χώρο του εξτρεμιστικού κέντρου (και ψηφίζουν π.χ. Ποτάμι)”. Προφανώς, αυτό σκέφτηκε, μέσα στην προσπάθεια να δικαιολογηθούν τα αδικαιολόγητα. κάποιος που κινείται στο χώρο των “μετριοπαθών άκρων”…

Μπορεί στην Ελλάδα να μην έχουμε σοβαρή κεντροδεξιά ή κεντροαριστερά, με την έννοια της κομματικής έκφρασης. Αλλά και αριστερά δεν έχουμε σχεδόν καθόλου. Τουλάχιστον με την έννοια της αξιοπρέπειας, της ποιότητας και του ήθους, που συνοδεύει της ιστορία της δημοκρατικής αριστεράς στη χώρα. Είναι απολύτως ανάλογη της αυταρχικής και παλαιοκομματικής δεξιάς, που καταγγέλει - tale quale.

Ένα συνονθύλευμα από μίζερες, κομπλεξικές, φανατικές (από αριστερίστικες ως διεφθαρμένα βαθυπασοκικές), υποκριτικές και βαθύτατα αντιδημοκρατικές αντιλήψεις ετοιμάζονται να δώσουν τον τόνο στην κυβερνητική εξουσία, με κύριο και σοβαρό επιχείρημα την απαλλαγή από μια άθλια διακυβέρνηση. Μόνο που η αριστερά, που θα έπρεπε να είναι ο πρώτιστος υπέρμαχος των δημοκρατικών αντιλήψεων, απλώς δεν είναι πια - στην Ελλάδα τουλάχιστον. Η δημοκρατία, για την έλλειψη της οποίας, τόσο πολύ κατηγορεί η αριστερά τους άλλους (δικαίως ή αδίκως), απουσιάζει και από το δικό της “στρατόπεδο”. Και όλοι εμείς ανάμεσα, δεν έχουμε ακόμα βρει τη διέξοδο από την παγίδα…










Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Το λογότυπο είναι της Athens Voice και το εξώφυλλο είναι από τη www.wikipedia.org

To post συνοδεύεται από το εκπληκτικό βίντεο του "Tous Les Mêmes", από τον Βέλγο Stromae.

buzz it!

15.7.13

Κεφαλαιώδης παραπληροφόρηση

Μερίδα της κοινής γνώμης έχει πειστεί οτι η υπόθεση της ΕΡΤ θα είναι μια “ιστορία αξιοκρατίας με happy end για το κοινό και τους εργαζομένους”. Το ζήτημα είναι περίπλοκο και λόγω αδιαφορίας, προπαγάνδας ή δικαιολογημένης άγνοιας, η άποψη που επικρατεί είναι οτι η ΕΡΤ θα εξυγιανθεί και οι περισσότεροι εργαζόμενοι θα γυρίσουν πίσω σε αυτήν - ή καλύτερα στη διάδοχη κατάσταση που θα λέγεται ΝΕΡΙΤ ή κάπως αλλιώς.

Άλλο όμως η “κοινή γνώμη” και άλλο η γραπτή άποψη του συντάκτη ή αρθρογράφου ενός (υποτίθεται) εξειδικευμένου οικονομικού site, που οφείλει να ερευνά τα στοιχειώδη. Ιδού λοιπόν πώς αρχίζει άρθρο του www.capital.gr, με τίτλο “Μονά ζυγά για τα δικά τους παιδιά στην ΕΡΤ...” , θέλοντας προφανώς να κάνει λογοπαίγνιο με το “μονά-ζυγά δικά τους”:

“Περί τα 120 εκατ. ευρώ προβλέπει το σχετικό σχέδιο νόμου για το κόστος της απόλυσης των 2.600 εργαζομένων της ΕΡΤ. Αν διαιρέσουμε το ποσό αυτό αναλογούν περίπου 45.000 ευρώ κατ’ άτομο...

Εάν συναρμολογήσουμε ολόκληρη την εικόνα όμως, το ποσό αυτό μοιάζει περισσότερο με bonus παρά με αποζημίωση, καθώς οι 2.000 από τους 2.600 απολυμένους  προβλέπεται να επαναπροσληφθούν.

Την ίδια ώρα περίπου 1.000 Έλληνες καθημερινά χάνουν τη δουλειά τους στον ιδιωτικό τομέα και προστίθενται στη «χωματερή» του 1,5 εκατ. των ανέργων...

Καθώς οι περισσότεροι από αυτούς απολύονται από επιχειρήσεις που βάζουν λουκέτο, δεν λαμβάνουν καμιά αποζημίωση και φυσικά δεν υπάρχει πουθενά στον ορίζοντα η πιθανότητα της επαναπρόσληψης.”


Ας δεχτώ λοιπόν οτι ο συντάκτης είναι απληροφόρητος, αν και δεν θα έπρεπε, εφόσον καταπιάνεται με το θέμα. Αν είχε λοιπόν εμβαθύνει ελάχιστα, θα του είχε διευκρινιστεί οτι ο αριθμός των 2.000 εργαζομένων είναι ένας (αυθαίρετος, εν τη απουσία οργανογράμματος) αριθμός, που αποτελεί προϊόν της συμφωνίας των δύο πολιτικών αρχηγών (και ελέχθη και από τον αρμόδιο υφυπουργό), αλλά ισχύει ΜΟΝΟ για το λεγόμενο “ενδιάμεσο στάδιο”, που θα κρατήσει δύο ή τρεις μήνες, μέχρι τη λειτουργία της “ανανεωμένης” ΝΕΡΙΤ. Αν ισχύσει και εκεί...

Η μόνιμη φάση της διάδοχης κατάστασης της ΕΡΤ, που δεν ξέρουμε ακόμα ποιά θα είναι (και είναι, όπως όλο το “σχέδιο”, στον αέρα), είναι αμφίβολο αν θα απασχολεί περισσότερους από μερικές εκατοντάδες εργαζόμενους. Είναι αμφίβολο επίσης αν οι περισσότεροι από αυτούς θα είναι πρώην εργαζόμενοι της ΕΡΤ, καθώς είναι πολύ πιθανό να υπερισχύσουν τα “δικά μας παιδιά” (εγκεκριμένα από το κομματικό παρακράτος) ή οι άνεργοι από την αγορά που θα πιέσουν με κάθε “μέσο” για να μπουν στο νέο φορέα.

Στην πράξη, δεν ξέρουμε καν αν θα εφαρμοστεί το περίφημο “μεταβατικό στάδιο”, καθώς ο χρόνος του καλοκαιριού τρέχει - και υπάρχουν, όπως φαίνεται, ανυπέρβλητα νομικά εμπόδια, τόσο για όσους εργαζόμενους αρνούνται να υπογράψουν, όσο και για την κυβέρνηση, μετά την ανεκδιήγητη κίνηση για κλείσιμο της ΕΡΤ. Οι δίμηνες συμβάσεις που αυτό προέβλεπε άλλωστε, όπως είμαι βέβαιος οτι θα πρέπει να γνωρίζει ο συντάκτης, δεν συνιστούν καμία συνέχιση εργασιακού δικαιώματος, που θα μπορούσε να δικαιολογεί την μη καταβολή της αποζημίωσης. Με απλά λόγια, όποιος προσληφθεί μόνο για δύο μήνες, δεν είναι δυνατό να χάνει την αποζημίωση του για 10, 20 ή 30 χρόνια δουλειάς.

Αλλά ακόμα και στη μόνιμη κατάσταση της νέας ΕΡΤ (ή ΝΕΡΙΤ), εάν υπήρχε η πιθανότητα της πρόσληψης των 2.000 εργαζομένων, με ποιά δικαιολογία δεν θα δίνονταν αποζημιώσεις; Πολλές συμβάσεις άλλωστε θα είναι έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου και είμαι σίγουρος οτι όποιος ξέρει στοιχειωδώς τα εργασιακά, καταλαβαίνει οτι όταν προσλαμβάνεσαι από μιά νέα εταιρεία, ο χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης “μηδενίζεται”. Εν ολίγοις, αν κάποιος προσληφθεί από τη ΝΕΡΙΤ και απολυθεί μετά από ένα χρόνο, δεν θα αποζημιωθεί βεβαίως για την προϋπηρεσία του στην ΕΡΤ. Αυτή η αποζημίωση θα πρέπει να έχει ήδη καταβληθεί, με την απόλυση από το παλαιό φορέα. Εάν δε έχει επανέλθει στη θέση του μετά από δικαστική απόφαση, η αποζημίωση (όπως θα βεβαίωνε οποιοσδήποτε εργατολόγος) συμψηφίζεται με τους μισθούς υπερημερίας, στην ουσία δηλαδή δεν καταβάλλεται.

Τι εισηγείται λοιπόν, επικαλούμενος τη γνωστή “δημαγωγία της αγοράς”, ο συντάκτης; Επειδή οι περισσότεροι εργοδότες δεν καταβάλλουν τις νόμιμες αποζημιώσεις στους απολυόμενους, οτι το ίδιο οφείλει να πράξει και το δημόσιο - να παρανομήσει δηλαδή; Είναι ή δεν είναι απόλυτη υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλει αποζημιώσεις, ειδικά όταν απολύει χωρίς καμία προειδοποίηση;

Βεβαίως, όλη αυτή η “μαύρη τρύπα” (που μαζί με την καταστρατήγηση συμφωνιών, τις απαιτήσεις τρίτων και τα διαφυγόντα κέρδη υπολογίζεται από τους εργαζομένους τουλάχιστον στα 300 εκατομύρια ευρώ), θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, αν δεν υπήρχε αυτή η συγκλονιστικής έμπνευσης μικρονοϊκή γκάφα του κλεισίματος, που ξεσήκωσε την Ελλάδα και την Ευρώπη. Αλλά το να εμφανίζονται ως ωφελημένοι οι εργαζόμενοι από αυτήν (ή ακόμα χειρότερα ως εμπνευστές, όταν οι ίδιοι την καταγγέλουν σε όλους τους τόνους), είναι τουλάχιστον “σουρεαλιστικό”, αν όχι κακόβουλο συμπέρασμα. Είναι προφανές οτι ουδείς εργαζόμενος της ΕΡΤ θα επιθυμούσε οτιδήποτε άλλο, παρά τη συνέχιση της ομαλής εργασιακής του σχέσης με την εταιρεία, χωρίς καμία φυσικά αποζημίωση.

Στην πραγματικότητα, η ιστορία κακοφορμίζει μέρα με τη μέρα. Και γι αυτό δεν φταίει μόνο το “ενός (τραγικού) λάθους μύρια έπονται”, αλλά (όπως διαφαίνεται) και η απουσία οποιασδήποτε πρόθεσης να υλοποιηθεί η πολυδιαφημισμένη εξυγίανση της ΕΡΤ. Το αρμόδιο κυβερνητικό επιτελείο έχει εγκλωβιστεί στην ανυποχώρητη εκδικητικότητα του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος, που προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, με επιχειρήματα του τύπου “κατεβάσαμε τους διακόπτες γιατί οι εργαζόμενοι κατέλαβαν την ΕΡΤ” ή “δεν μπορούμε να ανοίξουμε την ΕΡΤ γιατί την έχουν καταλάβει οι εργαζόμενοι”, οι οποίοι απλώς επιμένουν στο να μη διακοπεί ούτε λεπτό το πρόγραμμα. Είναι χαρακτηριστικό οτι το ανυπόγραφο χαρτί της υποτιθέμενης απόλυσης καλούσε τους εργαζομένους να διαφυλάξουν τα υλικά που έχουν χρεωθεί και να τα παραδώσουν (διαδικασία που θέλει μήνες), αλλά ταυτόχρονα να έχουν εγκαταλείψει το κτήριο, προφανώς χωρίς να τα έχει παραλάβει κανείς...

Η αλήθεια είναι οτι δεν υπάρχει ούτε μια κίνηση που να μην χαρακτηρίζεται από προχειρότητα - και πολλές φορές από κακόγουστη, αδέξιας αισθητικής, τσαπατσουλιά, χαρακτηριστική των ανθρώπων με τον συγκεκριμένο εθνικιστικό ιδεολογικό προσανατολισμό. Όπως έδειξε το τεράστιο φιάσκο της ΕΔΤ (που έγινε μέσα σε μια μέρα ΔΤ), είναι τουλάχιστον κωμικοτραγικό να υποτιμάς τη νοημοσύνη των πολιτών και του ΣτΕ, προσπαθώντας να υποκαταστήσεις την ΕΡΤ με ένα “παραμάγαζο” ιδιωτικών συμφερόντων και ελεγχόμενο από τον εισαγγελέα, για αμαρτωλές εκπομπές κυβερνητικής παρέμβασης στην ΕΡΤ.

Το χειρότερο όμως είναι οτι διαφαίνεται η διάθεση κάποιων εγκεφάλων που βρίσκονται στο παρασκήνιο, να μη δοθεί ποτέ λύση στο ζήτημα της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης. Αρκεί να αφεθεί να “σαπίσει” η πληγή της ανοιχτής ΕΡΤ και στη θέση της να φτιαχτεί κάπου αλλού ένα “μαγαζάκι”, πλήρως ελεγχόμενο, με μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες “ημετέρους” - που φυσικά δεν θα έχει καμία πολιτική ή πολιτιστική παρέμβαση και ουδόλως θα ενοχλεί τους ανταγωνιστές στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, που ήδη απολαμβάνουν το απρόσμενο δώρο της (χαμένης από την ΕΡΤ) θεαματικότητας και ακροαματικότητας...














Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

H φωτό είναι από το www.techhive.com και το εξώφυλλο από το www.culturewok.com

To post συνοδεύεται από το "Sunny (Mercury Edit II)", με τη φωνή του μεγάλου Αμερικανού αναμορφωτή της soul Marvin Gaye.

buzz it!

10.7.13

Μεταρρύθμιση γιόκ!


Εν αρχή, ήταν η καραμέλα Καραμανλή: Κάθε εβδομάδα εξήγγειλε ή υλοποιούσε και μια “μεταρρύθμιση”. Αναφερόμενος στις ομιλίες του στο δελτίο ειδήσεων, αναπόφευκτα μετέφερα τη λέξη, απορώντας πού διοχετεύεται όλος αυτός ο μεταρρυθμιστικός οίστρος.

Πολύ σύντομα, τσακώθηκα με δύο φίλους οικονομολόγους, για την πορεία της (μεταολυμπιακής) οικονομίας και τις επιδόσεις Αλογοσκούφη. Αυτοί, καλοπροαίρετα, διάβαζαν τα μαγειρεμένα greek statistics και θεωρούσαν οτι “γίνεται πολύ καλή δουλειά”. Εγώ πάλι, βλέποντας δίπλα μου τη διόγκωση της ΕΡΤ, αλλά και συνολικότερα του ευρύτερου δημοσίου, διαισθανόμουν οτι αντιθέτως, τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά. Η εγκατάλειψη και η υποβάθμιση του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, που παρατηρούσα από πρώτο χέρι, μου επέτεινε την εντύπωση αυτή.

Χρειάστηκε να περάσουν μερικά χρόνια, για να διαπιστωθεί πλήρως οτι η άσκηση της πολιτικής ισοδυναμούσε με έναν απίστευτο βερμπαλισμό και δημαγωγία, οτι η πολιτική για τις σύγχρονες γενιές πολιτικών, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, σήμαινε απλώς μια καλή εμφάνιση στο μπαλκόνι και στα τηλεοπτικά πάνελ, ενώ από πίσω έτρεχαν η διαφθορά και τα ρουσφέτια. Το ίδιο, με παραλλαγή ως προς τη ντουντούκα και την εξαλλοσύνη, ίσχυε και για την πλειονότητα των συνδικαλιστών του λαϊκισμού. Το πώς βίωσε η Ελλάδα τη διεθνή κρίση ήταν η απόδειξη.

(Ακόμα και σήμερα, η υποκρισία ξεπερνάει τα όρια: Ενας πρωθυπουργός που καταργεί το νόμο Ραγκούση για την ιθαγένεια των μεταναστών δεύτερης γενιάς, δεν διστάζει να καλέσει στο Μαξίμου τον μπασκετμπωλίστα που την έλαβε κατ’ εξαίρεση, για λόγους πολιτικού μάρκετινγκ και εθνικισμού.)

Όταν η φούσκα έσκασε και αποκαλύφθηκαν όλα όσα μας οδήγησαν μια ώρα αρχύτερα στα μνημόνια, διαφάνηκε οτι το μόνο που μπορεί να μας σώσει είναι οι βαθιές τομές και μεταρρυθμίσεις. Δυστυχώς, από τις “μεταρρυθμίσεις” της απόλυτης απραξίας της εποχής Καραμανλή, περάσαμε στις “μεταρρυθμίσεις” της σπασμωδικής και ανερμάτιστης αφαίρεσης κομματιών του δημόσιου τομέα.

Το να συζητιέται η αδρανοποίηση ολόκληρων τομέων του δημοσίου συμφέροντος, επειδή δεν υπήρξε ούτε μια σοβαρή προσπάθεια εξορθολογισμού (και αυτό να ονομάζεται “μεταρρύθμιση”), αποτελεί βαλκανικό ευφημισμό της χειρίστης κουτοπονηριάς. Το να κλείνει εκδικητικά η ΕΡΤ, λες και πρόκειται για την ΕΒΓΑ της γειτονιάς, σε κάποιο χωριό στην Καλαμάτα, στη δεκαετία του ’50, κερδίζει το βραβείο επαρχιώτικης στενομυαλιάς. Και το να καταφεύγει κανείς στην κατάργηση ενός θεσμού, όπως αυτός της δημοτικής αστυνομίας, που υπάρχει σε κάθε ευρωπαϊκή μεγάλη πόλη και με κόπους επιβλήθηκε τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα, αποτελεί μνημείο προχειρότητας και ανικανότητας.

Όταν οποιοσδήποτε μιλάει σοβαρά για μεταρρυθμίσεις στο δημόσιο τομέα, χωρίς να διαστρέφει τη γλώσσα, εννοεί οτι θα εφαρμοστούν διαφάνεια και αξιοκρατία στις προσλήψεις και στη λειτουργία. Οτι θα μηχανογραφηθούν πλήρως όλες οι υπηρεσίες, κόντρα στη διαφθορά που προσπαθεί να το αποτρέψει. Οτι θα αναζητηθούν κριτήρια, μέθοδοι και καινοτόμες ιδέες, ώστε να αξιολογηθούν και να λειτουργήσουν όλα καλύτερα για τον πολίτη και το κοινό καλό. Οτι θα καταπολεμηθούν νοοτροπίες, κακές συμπεριφορές, αμορφωσιά και λούφα. Όχι οτι θα κλείσουμε απλώς έναν χρήσιμο και ουσιαστικό τομέα εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος.

Όπως μεταρρύθμιση δεν είναι η διατήρηση συνδικαλιστικών κεκτημένων και ντροπιαστικών για τη νοημοσύνη επιδομάτων, έτσι δεν είναι και οι απολύσεις, χωρίς κανένα όφελος για τα δημοσιονομικά ή την εξυπηρέτηση του πολίτη. Όσο ακραία βλαπτικοί είναι όσοι προπηλακίζουν και τραμπουκίζουν, στο πλαίσιο μιας διαστροφής της συνδικαλιστικής λειτουργίας, άλλο τόσο καταστροφικοί είναι και αυτοί που αποφασίζουν να καλύψουν την απουσία εκσυγχρονισμού με δήθεν “τομές”, αποκλειστικά για λόγους εντυπωσιασμού ή στριμώγματος από την τρόϊκα.

Αυτοί που αγωνίζονται για να μην αλλάξει τίποτα είναι η άλλη πλευρά του νομίσματος, αυτών που θεωρούν οτι θα πασαλείψουν μια “μεταρρύθμιση”, με την κατάργηση ενός δημόσιου τομέα, επειδή είναι απολύτως ανίκανοι και διεφθαρμένοι, ώστε να ακυρώσουν το πελατειακό κράτος και να κάνουν μια αναδιοργάνωση σε βάθος.

Ο εθισμός στις ακραίες λογικές του ενός, δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τις ακρότητες του άλλου. Η άσκηση της πολιτικής δεν υπάρχει για να δίνει δήθεν λύσεις σε “γόρδιους δεσμούς”, που οφείλονται στη συσσωρευμένη έλλειψη πολιτικής βούλησης, εντιμότητας και ικανότητας. Ούτε μπορεί να αθωώνονται, σε έναν αέναο συμψηφισμό, οι λογικές του “πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι”, επειδή δήθεν “προσπαθήσαμε πολλές φορές, αλλά το τέλμα παραμένει” ή επειδή “όλοι έχουμε τις ευθύνες μας”. Η πικρή αλήθεια είναι οτι οι προσπάθειες ήταν στην καλύτερη περίπτωση για το φαίνεσθαι - και στην χειρότερη, απλώς γελοιότητες. Και μια κυβέρνηση υπάρχει για να δίνει βιώσιμες λύσεις, όχι για να επικαλείται τον “νοσηρό συνδικαλισμό που την εμποδίζει”. Αν δεν μπορεί να πράξει το σωστό, ας πάει σπίτι της.

Αν δεν το αντιληφθεί αυτό η ελληνική κοινωνία, τότε θα διανύσει πολλά ακόμα χρόνια ύφεσης και μνημονίων. Όχι γιατί “μας έχουν βάλει στο στόχαστρο”, αλλά γιατί αδυνατεί να επιβάλει το δέον στην εφαρμογή της πολιτικής. Γιατί δεν ζητάει τη πραγματική οργάνωση και δουλειά - είτε γιατί βολεύεται χωρίς αυτήν, είτε γιατί βαυκαλίζεται οτι θα ξορκίσει το κακό με κινήσεις εντυπωσιασμού, κάτω από ασφυκτικές πιέσεις. Το αίτημα για σοβαρή δουλειά σε βάθος, παραμένει. Πόσοι το έχουν αντιληφθεί;













Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice.

Το σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη είναι από το www.kathimerini.gr και το εξώφυλλο από το www.thewimn.com

To post συνοδεύεται από το "Bye Bye Love", στη διασκευή της Αμερικανίδας Madeleine Peyroux, που έρχεται για συναυλία στο Λυκαβηττό, στις 15 Ιουλίου.

buzz it!

4.7.13

Ευχαριστώ, μόνο αυτό...

Αγαπητέ κ. Δούκα,

Δίστασα αρκετά πριν αποφασίσω να συνθέσω και σας στείλω το συγκεκριμένο email, καθώς υπέθεσα ότι θα είχατε ήδη λάβει αρκετά μηνύματα συμπαράστασης από κοντινούς σας ανθρώπους, αλλά και από το ευρύτερο ακροατήριο της ΕΡΤ. Θεώρησα, εσφαλμένα ίσως, οτι θα βρισκόσασταν υπό αρκετό φόρτο, συναισθηματικό αλλά και εργασιακό, και πως δεν χρειαζόταν να προστεθεί σ' αυτόν η ανάγνωση ενός ακόμη μηνύματος από ένα άτομο που δεν γνωρίζετε καν. Ίσως πάλι, η κάθε κίνηση, η κάθε φωνή ενός ανθρώπου να διεθέτει το δικό της ιδιαίτερο νόημα και σημασία. Ξεκίνησα αυτό κείμενο έχοντας ως αφετηρία αυτό το τελευταίο.

Η αλήθεια είναι ότι ένα τμήμα του συγκεκριμένου εγγράφου θα μπορούσε να απευθύνεται σε καθέναν από τους υπόλοιπους συναδέλφους σας, όσους συνεχίζουν να δουλεύουν εθελοντικά στις εγκαταστάσεις της ΕΡΤ με μια δύναμη και επιμονή που πραγματικά με καταπλήσσει. Κάθε λεπτό εκπομπής του νέου, ιδιότυπου προγράμματός σας μοιάζει με ένα μικρό θαύμα.

Παρ' όλα αυτά, επέλεξα να γράψω σε εσάς, καθ' ότι θεωρώ ότι η παρουσία σας -και η προσφορά σας στον χώρο γενικότερα- έχει καταφέρει να με επηρεάσει ως άτομο σε εμφανώς μεγαλύτερο βαθμό απ' ό,τι αυτή της πλειοψηφίας των συναδέλφων σας. Το ιστολόγιό σας ήταν από τους πρώτους χώρους, σχετικά με την ελληνική πραγματικότητα και πολιτική, που συνάντησα στο διαδίκτυο. Ο καθαρός λόγος σας -συγχωρέστε με, δεν καταφέρνω να βρω μια πιο ακριβή λέξη- έμοιαζε να ξεχωρίζει από ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού ιστού και ο ασυνήθιστα πολιτισμένος τρόπος με τον οποίο διεξάγετε τις διαφωνίες σας δεν παύει να με εκπλήσσει ακόμα και σήμερα. Ήσασταν και παραμένετε για μένα μια ιδιαίτερα σημαντική φωνή της κοινωνίας, και παρ' ότι δεν θυμάμαι τον εαυτό μου να συμφωνεί με όλες τις απόψεις σας -δεν νομίζω κάτι τέτοιο να είναι δυνατόν, εξ' άλλου- ήμουν πάντα σε θέση να τις εκτιμήσω.

Αυτές οι διαδικτυακές σας τοποθετήσεις συνεισέφεραν μεταξύ άλλων στα πρώτα ψήγματα σοβαρής πολιτικοποίησής μου, κάτι για το οποίο νιώθω την ανάγκη να σας ευχαριστήσω. Όπως και για τις μουσικές που δεν παρέλειπαν να τις συνοδεύουν, αρκετές από τις οποίες μου θύμισαν ήχους παλαιότερων εποχών, και με βοήθησαν να ανακαλύψω νέους.

Η μουσική είναι και αυτό που ανακαλύπτω ότι μου λείπει περισσότερο αυτές τις μέρες. Η μουσική από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της ΕΡΤ. Για να είμαι ειλικρινής, δεν είχα ιδιαίτερη επαφή με τα ελληνικά τηλεοπτικά κανάλια τα τελευταία χρόνια, αν και τα λίγα προγράμματα που απολάμβανα ιδιαίτερα τυχαίνει να προέρχονται από την δημόσια τηλεόραση. Κάποιες από τις πρόσφατες σειρές σας, μάλιστα, είχα πρώτα την ευχαρίστηση να τις παρακολουθήσω στο BBC. Η μουσική, όμως είναι κάτι που με συνόδευε σχεδόν σε κάθε στιγμή της μέρας μου, με την βοήθεια πάντα της τεχνολογίας. Υπήρχαν -μέχρι και πριν τρεις βδομάδες- εκπομπές του δημόσιου ελληνικού ραδιοφώνου που παρακολουθούσα με μια σχεδόν ευλαβική συνέπεια, ενώ συχνά θα φρόντιζα την παράλληλη ψηφιακή ηχογράφησή τους. Η ανενεργή οθόνη της τηλεόρασης, μπορεί να σόκαρε αρχικά, ως μαύρος καθρέφτης, αλλά η σιωπή του ραδιοφώνου γίνεται όλο και πιο εκκωφαντική μέρα με την μέρα, και βρίσκω ότι ο πόνος που μου προκαλεί είναι μεγαλύτερος.

Σας μιλάω ειλικρινά όταν σας λέω ότι έχω κάνει ό,τι μπορώ, από την θέση στην οποία βρίσκομαι, ώστε να ανατραπεί αυτή η κατάσταση, ώστε να επανέλθει η ΕΡΤ. Θεωρώ φυσικά το κλείσιμό της αντιδημοκρατικό και την παράτασή του τίποτα λιγότερο από αντισυντασματική, επίθετο που χαρακτηρίζει δυστυχώς και άλλες πράξεις της ελληνικής πραγματικότητας. Έχω κάνει ό,τι μπορώ, όπως προείπα, ενέργειες και εκκλήσεις που δυστυχώς δεν μοιάζουν πολλές στο σύνολό τους, και συχνά ανησυχώ ότι δεν θα αποδειχθούν αρκετές.

Δεν γνωρίζω τι θα γίνει με την ΕΡΤ, πώς θα καταλήξει αυτή η θλιβερή και άσχημη ιστόρια, και έχω την αίσθηση ότι ούτε και σεις θα μπορούσατε να μου απαντήσετε σε κάτι τέτοιο. Δεν γνωρίζω ούτε και το μέλλον της Ελλάδας, ή αν υπάρχει καν κάτι το οποίο θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε έτσι σ' αυτήν την χώρα. Γνωρίζω όμως την σημασία του έργου που μας προσφέρετε αυτή την στιγμή, εσείς και οι συνεργάτες σας. Μπορώ μόνο να υποθέσω πόσο δύσκολο θα σας είναι να παραγάγετε το καθημερινό σας πρόγραμμα, και να διασφαλίσετε την ροή του με τα περιορισμένα μέσα που έχετε πλέον στην διάθεσή σας. Θα ήθελα όμως να σας παρακαλέσω να μην σταματήσετε. Μην παρατήσετε αυτήν σας την προσπάθεια, που σε κάθε της στιγμή καταφέρνει να με συγκινήσει βαθύτατα.

Είναι ίσως ενδεικτικό της κατάστασης στην οποία έχει φτάσει η χώρα, δεν νομίζετε, το ότι η μεγαλύτερη πράξη αντίστασης και ανυπακοής κάποιου μπορεί να βρεθεί στην απλή άσκηση της εργασίας του. Σας ευχαριστώ για τον χρόνο που μου δωρίσατε διαβάζοντας το κείμενό μου. Ελπίζω στο μέλλον να έχω την δυνατότητα να εκφράσω την ευγνωμοσύνη και την εκτίμησή μου προς εσάς και από κοντά, έστω και με την μορφή χειραψίας.

Μια ακόμη φωνή, ένας ακόμη άνθρωπος, είναι μαζί σας.



Update:

Αγαπητέ κ. Δούκα

Διάβασα στο blog σας το συγκινητικό γράμμα που λάβατε και πρέπει να πω ότι με «συν-κίνησε», με την έννοια ότι με παρακίνησε να σας εκφράσω κι εγώ την ευγνωμοσύνη μου και κάποιες σκέψεις που με απασχολούν. Ομολογώ πως κι εγώ – όπως κι ο άνθρωπος που σας έγραψε – δίσταζα να το κάνω για τους ίδιους ακριβώς λόγους που τόσο εύστοχα περιγράφει. Έχει όμως δίκιο: ίσως η κάθε φωνή, η κάθε κίνηση να έχει τη δική της σημασία.

Νιώθω ήδη από πολύ καιρό (πολύ πριν τα απερίγραπτα γεγονότα του τελευταίου μήνα) την ανάγκη να σας ευχαριστήσω για τη σημαντική σας παρουσία στην καθημερινότητά μου. Για την πρωινή ραδιοφωνική εκπομπή σας από τη συχνότητα του KOSMOS, με τις υπέροχες μουσικές επιλογές και την ψύχραιμη, πολιτισμένη και με εμπεριστατωμένη άποψη ματιά στην όλο και πιο «στριμωγμένη» καθημερινότητά μας. Ήταν ένα ωραίο και δυνατό πρωινό ξύπνημα που με έκανε να νιώθω άνθρωπος, μια ιδιότητα που τα τελευταία χρόνια νιώθω να μου την κλέβουν κάθε μέρα και περισσότερο. Πραγματικά με βοηθούσατε να αντέξω άλλη μια μέρα μέσα στην περιρρέουσα βαρβαρότητα και σας ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου γι’ αυτή τη βοήθεια. Ήδη μου λείπει πάρα πολύ και θα συνεχίσει να μου λείπει.

Επίσης σας ευχαριστώ, που ανάμεσα στα δελτία ειδήσεων – οχετό που ξεβράζεται στο σαλόνι και στην απρόσωπη και χαώδη ενημέρωση από το διαδίκτυο, μου προσφέρατε και την επιλογή μιας εμπεριστατωμένης, έγκυρης και χαμηλών τόνων ενημέρωσης με πρόσωπο. (Και τι πρόσωπο! Ικανό να εκφράσει τα πιο λεπτά και διεισδυτικά σχόλια πάνω από τις λέξεις – για τον έχοντα ώτα ακούειν φυσικά!)

Όπως ήδη σας είπα, νιώθω εδώ και καιρό ότι μου κλέβουν από παντού την ανθρωπιά και τον πολιτισμό από την ζωή μου, και βέβαια μετά τα γεγονότα του τελευταίου μήνα, η οργή και ο θυμός μου έχουν ξεπεράσει κάθε όριο. Δυστυχώς, στο προαύλιο της ΕΡΤ, όπου βρίσκομαι όσο περισσότερο μπορώ, από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε το άκρον άωτον της παράλογης βίας απέναντι στην ανθρωπιά και τον πολιτισμό, στην οργή και το θυμό μου προστέθηκε και κάτι χειρότερο: η μοναξιά. Νόμιζα ότι εκεί θα βρισκόμουν με άλλους και θα διαμαρτυρόμασταν όλοι μαζί για την αρπαγή του πολιτισμού από την καθημερινότητά μας. Δυστυχώς γρήγορα κατάλαβα, ανάμεσα στα κομματικά πανό και τα συνθήματα, ότι πολλοί απ’ όλους αυτούς ήταν εκεί, όχι επειδή η «σφαγή» της ΕΡΤ αποτελούσε πραγματική απώλεια για τους ίδιους και τη ζωή τους, αλλά επειδή την έβλεπαν σαν αφορμή για την αρχή του τέλους του καπιταλισμού, είτε για να πέσει η «μνημονιακή» κυβέρνηση και να έρθει η «αντιμνημονιακή», κ.λ.π. κ.λ.π..

Άρχισα λοιπόν ανάμεσα στα σχεδόν άναρθρα συνθήματα και τις κομματικές ντουντούκες να νιώθω τεράστια μοναξιά και να αναρωτιέμαι:

Είμαστε άραγε τόσο λίγοι αυτοί που πραγματικά πονάμε από την εκκωφαντική σιωπή του ραδιοφώνου, όπως γράφει ο/η φίλος/η; Που ο KOSMOS ήταν ένα σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητάς μας; Που μας λείπει ο Προκόπης Δούκας, ο Γιάννης Πετρίδης, ο Σύλλας Σεραφείμ; Που θεωρούμε απαράδεκτο να καταργούνται κρατικές ορχήστρες και μάλιστα αυτής της ποιότητας; Που φοβόμαστε για την τύχη του αρχείου που αποτελεί περιουσία μας; Φτάνει άραγε μόνο το Τρίτο Πρόγραμμα (μάλλον θα τους είπαν οι image makers να το κρατήσουν για ξεκάρφωμα) για να καλύψει τις μουσικές μας ανάγκες; Και τι μπορούμε να κάνουμε; Αρκεί το να μαζευόμαστε στην αυλή; Μπορούμε να ενώσουμε τις φωνές μας – αλλά όχι στριγκλίζοντας – και να πετύχουμε κάτι άλλο; Και τι θα μπορούσε να είναι αυτό;

Σας ζητώ συγνώμη που εκφράζω σε σας αυτά τα ερωτήματα που με πνίγουν – η αλήθεια είναι ότι δεν απευθύνονται ακριβώς σε σας – αλλά δεν ξέρω πού και πώς να τα πω! (Ίσως το blog σας θα ήταν ένα καλό σημείο για να φτάσουν και σε άλλους που μπορεί να τους απασχολούν επίσης, αλλά είναι δικό σας θέμα αν θέλετε να δημοσιεύσετε το γράμμα μου).

Τέλος πάντων, ο στόχος του μηνύματός μου είναι να εκφράσω κι εγώ την ευγνωμοσύνη μου για ό,τι μου έχετε προσφέρει και συνεχίζετε να προσφέρετε μέσα από την ΕΡΤ, την αμέριστη συμπαράστασή μου, όπως και τον τεράστιο θαυμασμό μου για τη γενναιότητα και τον επαγγελματισμό με τα οποία αντιμετωπίζετε τις τελευταίες εβδομάδες εσείς και οι συνάδελφοί σας την απαράδεκτη αυτή κατάσταση!

Μια ακόμη φωνή, ένας ακόμη άνθρωπος είναι μαζί σας.

Με θαυμασμό και εκτίμηση,

Νατάσα Παπά














Το δύο συγκινητικά αυτά γράμματα ήρθαν στο mail μου.

Η φωτό είναι από το www.drpawluk.com και το εξώφυλλο από το www.en.wikipedia.org

Το post συνοδεύεται από το θέμα της ταινίας "The Sheltering Sky", από τον Ιάπωνα Ryuichi Sakamoto.

buzz it!

26.6.13

Ομολογώ οτι δεν αντιλαμβάνομαι...

Ομολογώ οτι δεν αντιλαμβάνομαι προς τι η τόσο έντονη κριτική προς τον Πρόεδρο της ΔΗΜΑΡ, για την αποχώρηση του από την κυβέρνηση. Τι άλλο έπρεπε να κάνει ο Φώτης Κουβέλης, από το να διαμαρτυρηθεί έμπρακτα για τη (συσσωρευόμενη) επιδεικτική αδιαφορία του μεγαλύτερου εταίρου προς τις στοιχειώδες υποχρεώσεις σε μια κυβέρνηση συνεργασίας, αλλά και για τον επαρχιακό αυταρχισμό που κορυφώθηκε με τους χειρισμούς στην περίπτωση της ΕΡΤ;

Η επίκληση της “υπευθυνότητας” και της “συνεπούς μεταρρυθμιστικής δύναμης”, ως ιδιότητας της ανανεωτικής αριστεράς, απλούστατα δεν έχει καμία εφαρμογή στην περίπτωση της ΕΡΤ. Ποιά είναι η έννοια της στήριξης μιας κυκλοθυμικής και παλαιοκομματικής ακροδεξιάς υποκριτικής και (πανθομολογουμένως) καταστροφικής προχειρότητας; Και ποιό είναι το όριο της ανοχής, όταν έχει προηγηθεί η επίσης απαράδεκτη τούμπα με το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, όταν ανακαλύφθηκε αιφνιδίως οτι η επιβαλλόμενη από την Ευρωπαϊκή ‘Ενωση και υπεσχεμένη κίνηση, θα προκαλούσε απώλειες από τα δεξιά;

Η αλήθεια είναι οτι ο κύριος Κουβέλης έμοιαζε να έχει βρει το βράδυ της Πέμπτης ένα modus vivendi με τον κύριο Σαμαρά, καθώς δεν χρησιμοποίησε τη λέξη “ΕΡΤ”, αλλά αυτό ουδόλως τον δέσμευε στις διαπραγματεύσεις μιας εξ αρχής ανώφελης πολιτικής κρίσης. Άλλωστε, το ίδιο βράδυ, εκπρόσωπος του κόμματος επανέλαβε με χαρακτηριστική επιμονή από τη συχνότητα της ΝΕΤ, οτι “η θέση της ΔΗΜΑΡ είναι μόνο η επιστροφή στην κατάσταση της ΕΡΤ Α.Ε. και μετά οι κινήσεις εξυγίανσης”, θέση απολύτως δικαιολογημένη, μετά τις χωρίς καμία εκτίμηση των συνεπειών απονενοημένες κινήσεις Σαμαρά. Το οτι ο κύριος Κουβέλης ενδεχομένως πιέστηκε από την πλειοψηφία των στελεχών του να τηρήσει συνεπή στάση, ουδόλως αποτελεί κριτική για ένα δημοκρατικό κόμμα και τον ηγέτη του.

Πολλές φορές τις τελευταίες ημέρες άκουσα την εκτίμηση οτι “δεν θα μπορούσε ο Σαμαράς να ανατρέψει το λάθος του, γιατί πώς θα στεκόταν μετά ως πρωθυπουργός”. Η επίκληση αυτού του επιχειρήματος ξεχνάει οτι αυτό που ενδιαφέρει τον πολίτη είναι μεν η πολιτική σταθερότητα, αλλά πρωτίστως ποιό είναι κάθε φορά το δέον για τη χώρα. Και σε κάθε περίπτωση αυτό δεν είναι το απομειωμένο πολιτικό κεφάλαιο ενός Πρωθυπουργού, αποκλειστικά λόγω του δικού του λάθους.

Ομολογώ οτι δεν αντιλαμβάνομαι επίσης γιατί ένας πολίτης με δημοκρατική και προοδευτική συνείδηση έχει οποιονδήποτε λόγο να στηρίζει τις πρόσφατες κινήσεις του Ευάγγελου Βενιζέλου. Αυτός δεν ήταν που “πίεζε” τον κύριο Κουβέλη οτι “αν αποχωρήσει, θα αποχωρήσει και αυτός”; Προς τι η τόση συνέπεια σε αρχές και η περιφρόνηση στα μικροπολιτικά οφέλη και στις κερέκλες της εξουσίας;

Σε όσους επικαλούνται και πάλι την “υπευθυνότητα”, η απάντηση είναι οτι βεβαίως οτι η χώρα δεν είχε λόγο να πάει σε εκλογές, εξ αφορμής μιας απίστευτης γκάφας του κυβερνητικού επιτελείου. Το όπλο όμως του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ ήταν να πιέσουν από κοινού, ώστε να μην έχει τη στήριξη τους ο αυτουργός αυτής της περιπέτειας, ο ίδιος ο κύριος Σαμαράς.

Η απόσυρση της στήριξης στο πρόσωπο του δεν θα σήμαινε απαραίτητα εκλογές, καθώς η προσφυγή στις κάλπες ήταν “απαγορευμένη” από κάθε μεγάλη και μικρότερη φωνή στην Ευρώπη, που άλλωστε λοιδορούσε τον Έλληνα πρωθυπουργό για την αδεξιότητα του. Ο ίδιος ο κύριος Σαμαρας δεν θα τολμούσε να τις προκαλέσει, γιατί με πολλή δυσκολία θα τις κέρδιζε οριακά, αδυνατισμένος πολιτικά σε μεγάλο βαθμό - και ακόμα και σε περίπτωση νίκης δεν θα είχε πού να στραφεί για συμμάχους, πλην της Χρυσής Αυγής, με ανυπολόγιστες επιπτώσεις για τον εναπομείναντα φιλελεύθερο χαρακτήρα του κόμματος του. Εγκλωβισμένος στην αυτοκαταστροφική του κίνηση, θα αναγκαζόταν να παραιτηθεί - και να δώσει τη θέση του σε ένα στέλεχος κοινής αποδοχής, όπως θα έπρεπε να είχε γίνει άλλωστε από πέρυσι - και χωρίς ακραίους υπουργούς, όπως διασφάλιζε η επιμονή της ανανεωτικής αριστεράς.

Ομολογώ οτι δεν αντιλαμβάνομαι παραλλήλως γιατί θα πρέπει η απόλυση τόσων εκατοντάδων εργαζομένων να τους αλλάξει την πολιτική θεώρηση των πραγμάτων, όπως επιμένει ένα κομμάτι της πέραν της ΔΗΜΑΡ αριστεράς. Λές και δεν υπάρχουν, για παράδειγμα, απολυμένοι που δεν ενστερνίζονται τις “αντιμνημονιακές” θεωρήσεις, οι οποίες βάζουν τα πάντα στο ίδιο τσουβάλι. Όταν ο ίδιος ο εργαζόμενος στην ΕΡΤ δεν ξεχωρίζει την απόλυση του ως πιο σημαντική από τις εκατοντάδες χιλιάδες που έχουν προηγηθεί στον ιδιωτικό τομέα, είναι δύσκολο να εξηγηθεί γιατί αυτό δεν εκτιμάται, αντί να επικρίνεται.

Η αντίληψη οτι “για όλα φταίει το μνημόνιο ή ο καπιταλισμός” δεν είναι υποχρεωτικό να διέπει την ανάλυση που διαχωρίζει και εκτιμά καταστάσεις διαφορετικά, παρά το γεγονός οτι η σπασμωδική κίνηση Σαμαρά είχε ως αφετηρία πίεσης την απαίτηση για δύο χιλιάδες απολύσεις. Η περίπτωση ΕΡΤ διαφοροποιείται, τόσο ως προς τα κίνητρα και τους χειρισμούς ενός εγκλωβισμένου και εκδικητικά μνησίκακου επιτελείου, που ήθελε “με ένα σμπάρο δυό τρυγόνια”, χωρίς να μπορεί να υπολογίσει την αντίδραση της ευρωπαϊκής σκέψης, με την οποία είναι ξένη, αλλά και ως προς τις επιπτώσεις μιας “πολιτικής μαγκιάς”, που βγήκε μπούμερανγκ, μετατρέποντας ένα ζήτημα εξυγίανσης σε ζήτημα δημοκρατίας και στοιχειώδους πολιτικής ωριμότητας.

Ακόμα περισσότερο, ομολογώ οτι δεν αντιλαμβάνομαι πώς ένας δημοκράτης και σκεπτόμενος πολίτης μπορεί να στηρίζει τη Νέα Δημοκρατία σε αυτούς τους χειρισμούς, τους οποίους χαρακτηριστικά αποδοκίμασε τουλάχιστον το μισό των νεοδημοκρατών ψηφοφόρων. Το να παρασύρεται κανείς από εκτιμήσεις, που λίγο-πολύ παραδέχονται οτι “ναι μεν έγινε άγαρμπα, αλλά βρε παιδί μου, αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να γίνει μια τομή και να απαλλαγούμε από τον παθογόνο συνδικαλισμό, που δεν αφήνει τίποτα να προχωρήσει”, δείχνει οτι δεν υπάρχει καμία γνώση των δεδομένων της “περίπτωσης ΕΡΤ”, αλλά κυρίως καμία εκτίμηση των επιπτώσεων που θα έχει όλη αυτή η εγκληματικά απροετοίμαστη ιστορία.

Πώς θα ξαναλειτουργήσει η ΕΡΤ, όπως επιτάσσει με σαφήνει ακόμα και το Συμβούλιο της Επικρατείας, που αρνήθηκε να καταδικάσει το κυβερνητικό επιτελείο επί της ουσίας των πολιτικών αποφάσεων, αλλά ήταν χωρίς αμφιβολία επικριτικό για τις μεθόδους της πρωτοφανούς διακοπής των συχνοτήτων; Με ποιούς εργαζόμενους θα δουλέψει, όταν δεν έχει υπάρχει καμία διαδικασία και κριτήριο αξιολόγησης και επιχειρηματικής στρατηγικής αναγκών, για αυτή την ερμαφρόδιτη μεταβατική περίοδο, στην οποία υποχρεωθήκαμε, λόγω εμμονής στη μη υποχώρηση;

Πώς θα διαχωριστούν οι εργαζόμενοι και πώς θα αποφευχθούν οι αγριότητες; Και σε τι ελεγχόμενη ΕΡΤ θα καταλήξουμε, από τα χέρια αυτών που επικαλούνται την εξυγίανση, αφού οργίασαν επί ένα χρόνο; Πώς θα εξασφαλιστεί η στοιχειώδης ανεξαρτησία, όταν υπάρχει η δηλωμένη πρόθεση στο πρώτο Εποπτικό Συμβούλιο που προβλέπει το πόρισμα Αλιβιζάτου, να τοποθετηθούν αντί προσωπικότητες με τα καλύτερα βιογραφικά από όλον τον κόσμο, συγκεκριμένα “ημέτερα” ονόματα που θα αναγραφούν στο υπό ψήφιση νομοσχέδιο; Ποιός είναι τόσο αφελής να πιστεύει οτι έτσι αποδυναμώνεται ο “παθογόνος συνδικαλισμός”, αντί να ενισχύεται - και ποιός θεωρεί οτι με το κλείσιμο της ΕΡΤ θα αλλάξει η δυνατότητα συνδικαλιστικών ενώσεων να προκυρήσσουν τις “ανεπιθύμητες” επαναληπτικές απεργίες;

Και τέλος, με ποιά λογική, αφού επιχειρήθηκε ανεπιτυχώς να στηθεί και “παραμάγαζο-παρωδία” , από τους 30 εργαζόμενους φτάσαμε στους 2000 (με σχεδιασμό “ανατολίτικο παζάρι”) κι έγινε όλη αυτή αναταραχή και ζημιά για το ελληνικό δημόσιο, που απεμπόλησε συμφωνίες, brand names και δικαιώματα, για να αποπεμφθούν τελικά μερικές εκατοντάδες μουσικοί και εργαζόμενοι στη Ραδιοτηλεόραση, χωρίς κανένα ουσιαστικό όφελος ούτε για τον προϋπολογισμό, ούτε για την ουσιαστική συρρίκνωση του δημοσίου; Για να “σπάσει ο τσαμπουκάς”;

Μέσα σε όλα τα παραπλανητικά που κυκλοφορούν, έχει αρχίζει να επιστρατεύεται και μια συκοφαντική και (δυστυχώς και με ευθύνη της αντιπολιτευόμενης αριστεράς) δημαγωγική θεώρηση της “διπλοθεσίας”: Σύμφωνα με αυτήν, υπάρχουν “εκατοντάδες διπλοθεσίτες” στην ΕΡΤ, ενώ είναι “ανήθικο” ένας δημοσιογράφος να παρέχει τις υπηρεσίες (κατόπιν νόμιμης αδείας από το ΔΣ της εταιρείας), σε ένα μη ανταγωνιστικό μέσο. Η στρέβλωση είναι τόσο μεγάλη, που ενόψει της δημιοργίας της “νέας ΕΡΤ”, μπορεί ξαφνικά να θεωρηθεί “δεύτερη δουλειά” η έκτακτη συμμετοχή σε ένα σεμινάριο ή η εβδομαδιαία αρθρογραφία σε μια εφημερίδα, που μπορεί να αποφέρει το ιλλιγιώδες ποσό των 120 ευρώ το μήνα, εάν βεβαίως πληρώνεται. Η “σοβιετοποίηση”του δημοσίου θα γίνει ακόμα πιο βαθιά, στερώντας το από τα ικανά στελέχη, που ακόμα περισσότερο έχει ανάγκη, όταν οι μισθοί έχουν αναπόφευκτα καθηλωθεί.

Οι επιπτώσεις της έκρηξης της πολιτικής τεστοστερόνης και του οπορτουνισμού είναι δύσκολο να υπολογιστούν. Αλλά ήδη, οι μηδενικές ωφέλειες διαγράφονται ξεκάθαρα. Για τις ζημιές, χρειάζεται λίγο ακόμα χρόνος για να εκτιμηθούν πλήρως...














Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

H φωτό είναι από το www.polkcitydental.co και το εξώφυλλο από το www.garycool.com

To post συνοδεύεται από το "Tainted Love" της Αμερικανίδας Gloria Jones

buzz it!

19.6.13

Επτά σημεία για να μη γίνει η ΕΡΤ "παραμάγαζο"...

Ενός (τραγικού) λάθους, μύρια έπονται. Αυτό που έγινε με την ΕΡΤ είναι μια συνολική κακοήθεια, από ανθρώπους που δεν έχουν σχέση με τον πολιτισμό.

Σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες, η ηγεσία της κυβέρνησης αποπειράται να φτιάξει ένα παραμάγαζο, με μερικές δεκάδες (ή εκατοντάδες;) εργαζομένους, προφανώς ελεγχόμενους και εκτός ΕΡΤ, που θα βγάλουν “πρόγραμμα”. Ποιός ξέρει τι θα περιλαμβάνει αυτό, ποιός θα το παρουσιάζει και ποιά “ανεξαρτησία” θα έχει.

Είναι αστείος και τραγικός μαζί ο “κλεφτοπόλεμος”, ώστε να μην ανοίξει η ΕΡΤ κανονικά, όπως λογικά θα ερμήνευε κανείς τη χθεσινή προσωρινή διαταγή του Προέδρου του ΣτΕ. Η προσπάθεια να μη φανεί οτι ο πρωθυπουργός υποχωρεί και χάνει το κύρος του, οδηγεί σε ακόμα πιο σπασμωδικές κινήσεις. Και οι αντιδράσεις των υπολοίπων κομμάτων ακόμα πιο έντονες.

Πώς θα σταθεί αυτό το μόρφωμα “ημετέρων”, που θα επιλεγούν βιαστικά, κάτω από αδιαφανείς διαδικασίες; Πού θα εργαστούν αυτοί οι “προσωρινοί” εργαζόμενοι - και πώς θα δικαιολογηθεί η χρήση ιδιωτικών στούντιο; Και ποιός στην EBU και στους ευρωπαϊκούς θεσμούς θα “χάψει” οτι αυτή είναι η κανονική, “διάδοχη” ΕΡΤ;

Και μήπως αυτές οι μεθοδεύσεις “θα μας απαλλάξουν τον παθογόνο συνδικαλισμό”; Άραγε οι εργαζόμενοι της “νέας ΕΡΤ” δεν θα είναι δημοσιογράφοι που θα ανήκουν στην ΕΣΗΕΑ - και δεν θα υπακούν στα κελεύσματα της; Άραγε οι τεχνικοί και οι άλλοι υπάλληλοι θα είναι εκτός της Ομοσπονδίας των εργαζομένων στο Ραδιόφωνο και στην Τηλεόραση; Ή μήπως θα “απαγορευθεί” ο συνδικαλισμός;

Η “πολιτική του εκκρεμούς”, που οδηγεί από το ένα άκρο στο άλλο, έχει μόνο μια λύση: Ακύρωση του κλεισίματος, επιστροφή στην αφετηρία ώστε να ομαλοποιηθεί η κατάσταση και πλήρης εφαρμογή του πορίσματος της επιτροπής Αλιβιζάτου, που προβλέπει κανονική διαδικασία επιλογής των μελών του εννεαμελούς Εποπτικού Συμβουλίου, με συλλογή βιογραφικών από τη διεθνή αγορά, ώστε να στελεχωθεί με προσωπικότητες, όπως έγινε και με την αντίστοιχη διαδικασία σε ορισμένα ΑΕΙ. Και άμεση διαβούλευση και νομοθέτηση του νέου σχήματος της ΕΡΤ, με βάση το σχέδιο Μόσιαλου.

Γιατί δεν λειτούργησε μέχρι ώρα σωστά η ΕΡΤ; Γιατί υπέφερε από τις δύο (αλληλοσυμπληρούμενες) παθογένειες: Τους πελατειακούς ασφυκτικούς εναγκαλισμούς από κυβερνήσεις και κόμματα και τις δημοσιοϋπαλληλικές νοοτροπίες. Οι δεύτερες, όπως η (σχετική) μονιμότητα, ήταν δυστυχώς απαραίτητες, όταν οι πρώτοι έδιναν την εξουσία σε άθλιες διοικήσεις, που είχαν τη δυνατότητα να κυνηγούν ή να εκτοπίζουν τους μη αρεστούς.

Η ΕΡΤ που θα θέλαμε λοιπόν, πρέπει πρώτα από όλα να διέπεται από τις εγγυήσεις της ανεξάρτητης διοίκησης, που μαζί με θεσμοθετημένα κριτήρια, εξασφαλίζει την πολυπόθητη αξιοκρατία.

Δεύτερον, πρέπει να λειτουργεί βάσει επαγγελματικών προδιαγραφών, οργανογράμματος και πολυετούς business plan - και όχι με βάση πόσους “κολλητούς” θα χωρέσουμε, φτιάχνοντας αναρίθμητες θέσεις “αναπληρωτών” διευθυντών.

Τρίτον, με καθορισμό πόσου έργου αντέχει να παράγει, με δεδομένη την οικονομική κρίση. Πρέπει ίσως να αφαιρεθεί ένα κανάλι, όπως η ΕΤ-1 ή να συγχωνευθούν κάποια ραδιόφωνα; Πρέπει η ενημέρωση των μεταναστών να ανατεθεί στον Αθήνα 9,84, με το πολύτιμο πολύγλωσσο προσωπικό του “ολυμπιακού” On Air 104,4; Πρέπει κάποιοι περιφερειακοί σταθμοί να περάσουν στους δήμους ή να συγχωνευθούν; Πρέπει η Ραδιοτηλεόραση να έχει λιγότερους εργαζόμενους; Όλα αυτά είναι θέματα προς συζήτηση, από ένα σύγχρονο και επαγγελματικό ΔΣ. Σίγουρα πάντως, δεν μπορεί να μην υπάρχει ΝΕΤ, Τρίτο πρόγραμμα, Κosmos (έστω και με κάποιο τρόπο συγχώνευσης), ένα ενημερωτικό/ελληνικής μουσικής ραδιόφωνο - και κάποια παγκόσμια αναμετάδοση του στα βραχέα, για ομογενείς και ναυτικούς. Σε κάθε περίπτωση, τα brand names που έχουν ιστορία δεν πρέπει να πεταχθούν, οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται, οι ρήτρες να μην ενεργοποιούνται και κοστίσουν έως και 300 εκατομύρια, όπως έγινε με το επαρχιώτικα άγαρμπο κλείσιμο - και κυρίως να μην αγνοούνται οι συνήθειες ακροαματικότητας και θεαματικότητας, που αποτελούν το Α και το Ω της επαγγελματικής επιτυχίας των media.

Τέταρτον
, πρέπει να λυθούν με λογική οι αγκυλώσεις, αλλά και οι καταχρήσεις. Προσωπικό Ειδικών Θέσεων πρέπει να υπάρχει μόνο για εξαιρετικές περιπτώσεις, η δυνατότητα σύναψης (πραγματικών) συμβάσεων έργου για συγκεκριμένες συνεργασίες πρέπει να είναι εφικτή, τα ραδιόφωνα πρέπει να μπορούν να ανανεώνουν μερικώς το πρόγραμμα τους. Και οι εργαζόμενοι στην ΕΡΤ πρέπει να απαλλαγούν από δημοσιοϋπαλληλικά ασυμβίβαστα, δεδομένου οτι οι μισθοί τους υπαγορεύονται από τη δημοσιονομική κρίση, αλλά και για λόγους προσέλκυσης ικανών στελεχών.

Πέμπτον, πρέπει να υπάρχει επιλογή των διοικούντων, των διευθυντών και των προϊσταμένων με αυστηρά κριτήρια επαγγελματισμού, βιογραφικού (εμπειρίας και τυπικών προσόντων). To ίδιο και για τους εργαζόμενους, με επιπλέον κριτήρια “ραδιοφωνικότητας/τηλεοπτικότητας”, για όσους εκτίθενται στο μικρόφωνο ή στο γυαλί. Δεν μπορεί ο αρχισυντάκτης του κεντρικού δελτίου να δηλώνει ανερυθρίαστα “δεν ξέρω καμία γλώσσα και δεν έχω διαβάσει ποτέ ξένη εφημερίδα/site”...

Έκτον, η ΕΡΤ μπορεί (και πρέπει) να είναι ανταγωνιστική σε πολλούς τομείς (εκτός από αυτούς που προσφέρει τον πολιτισμό, τον οποίον αρνείται η αγορά). Στον ειδησεογραφικό τομέα πρέπει να ποντάρει στη δύναμη των διεθνών ειδήσεων και των ανταποκριτών της. Στις εκπομπές πρέπει να προσφέρει την ποιότητα του Εξάντα και των talk show χωρίς ξύλινη γλώσσα. Στο πρόγραμμα πρέπει να συνεχίσει την επιτυχία της επιλογής εξαιρετικών διεθνών επιτυχιών, όπως το Downton και το Borgen, που τα ιδιωτικά κανάλια αρνούνται να πληρώσουν, δίνοντας τα ίδια και περισσότερα λεφτά για τούρκικα σίριαλ. Και αν οι οικονομικές συνθήκες το επιτρέψουν, να επεκταθεί ξανά σε ελληνικές παραγωγές.

Έβδομον και ίσως πιο σημαντικό από όλα, οι αναθέσεις και οι εξωτερικές παραγωγές πρέπει να είναι απολύτως διαφανείς - και χωρίς καμμία παρέμβαση όχι μόνο από την πολιτική εξουσία, αλλά και από τη ραδιοτηλεοπτική αγορά, που πάντοτε πίεζε (και κάτω από το τραπέζι), για να πάρει “δουλειές” από την ΕΡΤ.

Με ανεξάρτητη διοίκηση, όλα τα παραπάνω είναι απολύτως εφικτά, θα οδηγήσουν στην εκλογίκευση και στην εξυγίανση της ΕΡΤ - και θα εξασφαλίσουν επιτέλους έναν σύγχρονο ραδιοτηλεοπτικό φορέα στην Ελλάδα, όπως συμβαίνει σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα.














Το κείμενο αυτό συνοψίζει την εισήγηση μου στην ημερίδα της ΔΗΜΑΡ για το αύριο της Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης, που έγινε την Τρίτη 18 Ιουνίου.

Η φωτό είναι από το www.citypress.gr και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Cry Me A River", από την Καναδέζα Diana Krall, που έρχεται για συναυλία στην Αθήνα, την 1η Ιουλίου.

buzz it!

ShareThis