Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23.1.17

Μια πόλη χωρίς εμπόδια


Η συζήτηση πρέπει να γίνει χωρίς έκτακτα γεγονότα, κύματα κακοκαιρίας, εορταστικές συγκυρίες και επετείους, που αφυπνίζουν πολιτικά αντανακλαστικά του προηγούμενου αιώνα. Πρωτίστως για την Αθήνα και το κέντρο της, που είναι μεταξύ άλλων η τουριστική βιτρίνα, αλλά και η οικονομική καρδιά της χώρας.

Τα τελευταία χρόνια της κρίσης, ένα βασικό δικαίωμα των πολιτών, αυτό της ελεύθερης μετακίνησης, πλήττεται βάναυσα. Όχι από το μποτιλιάρισμα, αυτό εμφανίζεται πια σπάνια και σε συγκεκριμένα σημεία σε κεντρικούς άξονες, βλεπετε οι οικονομικοί περιορισμοί έχουν και κάποιες ευεργετικές επιδράσεις στην ποιότητα ζωής στην πόλη και στον αέρα που αναπνέουμε. Αλλά από την εξάπλωση των αντικοινωνικών συμπεριφορών, που πάντοτε μας χαρακτήριζαν και τώρα έχουν προσλάβει χαρακτήρα ενδημικό.

Στο πλαίσιο της γενικότερης παράλυσης, η έννοια της τήρησης των νόμων και των κανόνων κοινής συμβίωσης έχει υποχωρήσει δραματικά. Μαζί με την σχεδόν παντελή απουσία αστυνόμευσης, η γενική αντίληψη οτι “όλα επιτρέπονται” και “τι θέλεις τώρα ρε παιδί μου, αυτό σε μάρανε;” κάνει την μετακίνηση επικίνδυνη και σίγουρα ιδιαιτέρως βλαπτική για το ηθικό και την ψυχική ηρεμία.

Τα πιο “χοντρά” είναι βεβαίως τα δολοφονικά. Είναι σχεδόν αδύνατο να γίνει κόκκινο ένα φανάρι, χωρίς να περάσει καθυστερημένα τουλάχιστον ένας ή και περισσότεροι, που υπολογίζουν φυσικά στο ελάχιστο παράθυρο του χρόνου, πριν ξεκινήσουν όσοι είναι στον εγκάρσιο δρόμο. Πολλές φορές βέβαια, ο υπολογισμός είναι λανθασμένος ή ακόμα χειρότερα, ο παραβάτης επιβάλλει “νταβατζήδικα” τη φόρα του, υποχρεώνοντας τους άλλους να περιμένουν για να μην τον τρακάρουν. Το πράσινο δεν εγγυάται τίποτα πια.

Με αυτή την “επαναστατική λογική”, ο καθένας αισθάνεται ελεύθερος να κάνει και άλλα κόλπα του Ταρζάν στην άσφαλτο. Αυτοκίνητα πετάγονται από παντού και διασχίζουν κάθετα λεωφόρους, οδηγοί κάνουν σφήνες θεωρώντας οτι όταν αλλάζουν λωρίδα αυτοί προηγούνται, λεωφορεία επιδεικνύουν τις ικανότητες του “πιλότου” τους που νομίζει οτι οδηγάει φόρμουλα κι όχι ένα όχημα αρκετών τόνων. Η προτεραιότητα είναι λέξη άγνωστη στους περισσότερους, όταν δεν αφορά τους ίδιους.

Είναι σπάνιο πια να μη συναντήσεις αρκετές φορές την ημέρα, ιδίως σε πολυσύχναστους δρόμους, κάποιον να κινείται ανάποδα. Συνήθως είναι δίκυκλα, χωρίς να αποκλείεται και ένας χοντρόπετσος γιωταχής. Η διευκόλυνση που καλείσαι να του προσφέρεις είναι στο πλαίσιο της γνωστής κίνησης των δαχτύλων “ένα λεπτό βρε αδερφέ, τι σε πειράζει”. Όταν βέβαια επιμένεις να μην υποχωρείς, γιατί απλούστατα ο άλλος παρανομεί, μπορεί να είσαι και “αρτηριοσκληρωτικός”.

Η απαίτηση της “διευκόλυνσης” είναι δε καθολική: Από τον απίθανο πεζό που διασχίζει (εκτός διάβασης φυσικά) δρόμο ή και λεωφόρο και όταν τον προειδοποιείς με φώτα και κλάξον σου κάνει νόημα να κόψεις ταχύτητα και σε επιτιμά “γιατί τρέχεις”. Από τον δικυκλιστή, που θεωρεί οτι οφείλεις να τον διευκολύνεις να περάσει ανάμεσα στα αυτοκίνητα και μετά έρχεται και κάθεται μπροστά σου πρώτος στο φανάρι ή σε κλείνει για να στρίψει, αδιαφορώντας αν θα σε καθυστερήσει (όχι, ΔΕΝ έχει προτεραιότητα το μηχανάκι που έρχεται από πίσω μας). Από τον ταξιτζή που κινείται σα σαλιγκάρι για να πιάσει τον πελάτη, σταματάει χωρίς αλάρμ στη μέση του δρόμου ενώ μπορεί να παει στο πλάι και χώνεται ύπουλα και κουτοπόνηρα χωρίς φλας στη λωρίδα σου, αντί να περιμένει. Από τον γιωταχή που δεν κοιτάει ποτέ τους καθρέφτες του, παραβιάζει τον πεζόδρομο ή δεν ξέρει στοιχειωδώς πώς να ανέβει μια ανηφόρα, χωρίς να υποχρεώνει όλους στην πρώτη ταχύτητα. Από τον οδηγό του βαρέος οχήματος που θεωρεί οτι έχει προτεραιότητα όταν ξεπαρκάρει από στάση και βγαίνει με θράσος (όχι, ΚΑΝΕΙΣ δεν έχει προτεραιότητα κόντρα στον ΚΟΚ, εκτός από τα οχήματα έκτακτης ανάγκης, περιπολικά, πυροσβεστικά, ασθενοφόρα κλπ).

Αυτά όμως που έχουν χειροτερεύσει αισθητά τα τελευταία χρόνια, μέσα στον ιδαίτερο μιθριδατισμό μας, είναι οι εκδηλώσεις απτής αδιαφορίας, αυτά που οι περισσότεροι οδηγοί νομίζουν οτι δεν είναι παρανομίες, οτι έχουν δικαίωμα να το κάνουν. Η πιο κλασσική είναι το παράνομο (διπλο)παρκάρισμα. Διασχίζοντας κάθε πρωί το κέντρο της Αθήνας, δεν μπορείς παρά να μην αγανακτήσεις με τα οχήματα τροφοδοσίας και τα παράνομα παρκαρισμένα στην οδό Αμερικής. (Αλήθεια, ποιός αρμόδιος θα δει ποτέ και θα διορθώσει το εγκληματικό λάθος της παραχώρησης της Σίνα στα λεωφορεία, με την ανάποδη πορεία, που αφαίρεσε μια ζωτική διέξοδο και προκαλεί έμφραγμα στη Σταδίου;)

Όταν από δύο ή τρεις λωρίδες ένας δρόμος βρίσκεται με μία, όταν διπλοπαρκάρουν ανενόχλητοι, ακόμα και από τις δύο πλευρές του δρόμου, όπως συμβαίνει στη Σόλωνος, στην Ιπποκράτους ή στη Μιχαλακοπούλου, τότε η κίνηση στην πόλη υποχρεώνεται σε ένα αργό, μακρόσυρτο καραβάνι. Η νέα μόδα μάλιστα είναι το παρκάρισμα στην αριστερή λωρίδα κομβικών δρόμων, όπως η Πανεπιστημίου. Το τρομερό είναι οτι οι παραβάτες, όχι πάντα επαγγελματίες, δεν αντιλαμβάνονται γιατί ενοχλούν, αφού “περνάει κύριε μου”. Θεωρούν δε φυσιολογικό, ακόμα και να γίνουν αυτόκλητοι τροχαίοι, όταν πρέπει να κάνουν μανούβρες για να ξεφορτώσουν ή να εκτελέσουν μια εργολαβία. Το τεράστιο επιχείρημα τους είναι “μα πώς θα κάνω εγώ κύριε μου τη δουλειά μου”. Όταν η “ιδιωτική δουλειά μας” όμως επιβαρύνει τους άλλους, τότε οι νταβατζήδες του χρόνου μας θα έπρεπε τουλάχιστον να επικρίνονται δημόσια. Ούτε αυτό δεν γίνεται.

Η αίσθηση της έλλειψης σεβασμού στον άλλον, οδηγό ή πεζό, είναι διάχυτη στην πόλη. Στα φανάρια, κανείς σχεδόν δεν σκέφτεται να σπεύσει, ώστε να περάσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι που ακολουθούν. Αντιθέτως, με χαρακτηριστική βαρεμάρα και αδιαφορία (και το κινητό στο χέρι ή στο αυτί), πολλοί καθυστερούν χαρακτηριστικά και στο τέλος, περνούν μόνο αυτοί με το κίτρινο. Στις λεωφόρους ταχείας κυκλοφορίας, κανείς δεν σκέφτεται να διευκολύνει όσους δεν κάνουν βόλτα, αλλά βιάζονται να πάνε στη δουλειά τους (όχι, η αριστερή λωρίδα, στην οποία όλοι θεωρούν οτι έχουν δικαίωμα, ΔΕΝ είναι για τους βραδυπορούντες, ούτε για τα βαρέα οχήματα). Συχνότατα παρακολουθεί κανείς φορτηγά που κινούνται στη λωρίδα αυτή από το Πεντάγωνο, γιατί θα στρίψουν αριστερά στην Αγία Παρασκευή.

Έχει την αίσθηση κανείς πια, οτι η χρήση του οχήματος γίνεται με μια γενική παραίτηση, έναν άκρατο εγωισμό και μια βρισιά στο στόμα, αν και οι συνθήκες της κίνησης στην πόλη μάλλον αποσυμφόρηση δείχνουν τα τελευταία χρόνια. “Μη με πρήζεις” είναι αυτό που αποπνέεται, “γιατί δηλαδή πρέπει εγώ τώρα να ακολουθώ κανόνες, έτσι όπως έχει γίνει η ζωή μου”. Η κρίση, είναι γνωστό, έδωσε το ελεύθερο να εμφανιστούν ξεδιάντροπες όλες οι γαιδουριές και οι αγενείς συμπεριφορές, λες και πρέπει να χάσουμε εντελώς τον πολιτισμό μας.

“Κι όμως από εκεί πρέπει να ξεκινήσουμε, από το παράνομο παρκάρισμα”, μου είχε πει κάποτε ένας εξαιρετικός δημοσιογράφος. Η Αθήνα υποφέρει από πάρα πολλά και χάνει ανεπιστρεπτί την λάμψη και τη γοητεία της. Οι διαδηλώσεις και οι αποκλεισμοί δρόμων για ψύλου πήδημα και χάριν του πολιούχου(!) την ταλαιπωρούν αρκετά (μόνο επισκέψεις ξένων ηγετών και τρομοκρατικά χτυπήματα/ατυχήματα δικαιολογούν το κλείσιμο δρόμων σε μια σύγχρονη πόλη - και πάλι θέλει διαφορετική διαχείριση από την γραφειοκρατική αντιμετώπιση της τροχαίας).

Το τελευταίο που χρειάζεται είναι αυτή η αίσθηση οτι πάντα υπάρχει ένα μόνιμα εγκατεστημένο εμπόδιο μπροστά μας, οτι δύσκολα αφήνουμε ο ένας τον άλλο να κινηθεί απρόσκοπτα προς τον προορισμό του. Όπως ακριβώς και η χώρα, που βρίσκει πάντα τρόπους να εμποδίζει ό,τι πάει να ξεπεταχθεί και να κινηθεί λίγο πιο γρήγορα…








Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Οι φωτό είναι από το www.athensvoice.gr & www.youtube.com

Το post συνοδεύεται από το "Smooth Operator", από τον Αμερικανό Nick Waterhouse.

buzz it!

12.1.16

Επιτέλους ο θρίαμβος του βιογραφικού…

Η επιτυχία του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι μόνο μια υπόθεση εσωτερικών κομματικών διεργασιών και συμμαχιών με βάση το συμφέρον, που δυστυχώς αναπόφευκτα υπάρχουν πάντα στην πολιτική. Φαίνεται να είναι μια τομή στα ελληνικά πολιτικά πράγματα, κυρίως λόγω των συμβολισμών της.

Ο 47χρονος πολιτικός ξεκίνησε την πορεία του προς την αρχηγία ως outsider, δείχνοντας οτι δεν έχει τίποτε να χάσει. Στο πλεονέκτημα αυτό, που διευκολύνθηκε από το φιάσκο και την αναβολή της πρώτης εκλογικής διαδικασίας (εκεί δέχτηκε και το πρώτο πλήγμα ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης, γιατί εν μέρει το χρεώθηκε), προστέθηκε μια προσεγμένη και στοχευμένη σύγχρονη καμπάνια, που βρήκε το χρόνο να ξεδιπλωθεί: Δεν συμμετείχε σε “κατινιές", εξέφρασε σαφή και τολμηρό πολιτικό λόγο, έδειξε να μη φοβάται ούτε την ευθύνη - ούτε και κανέναν άλλον.

Έδειξε να μην φοβάται ούτε αυτά που του χρέωναν οι αντίπαλοι του ως μειονεκτήματα: Σαν ο ίδιος να ήταν “τεφάλ”, δεν κόλλησαν ποτέ επάνω του. Το σοβαρότερο, ο νεποτισμός και το βαρύ φορτίο της οικογένειας Μητσοτάκη, εκτοπίστηκαν από την εξαφάνιση του επιθέτου (μεγάλη επιτυχία το να αποκαλείται “Κυριάκος” σκέτο) και την αποστασιοποίηση (σχεδιασμένη ή όχι, δεν έχει σημασία) της αδελφής του Ντόρας Μπακογιάννη.

Ο μεγάλος θρίαμβος όμως του νέου αρχηγού της ΝΔ ήταν οτι βρήκε απέναντι του και υπερνίκησε ένα μέτωπο παλαιοκομματισμού, εθνολαϊκισμού, αναξιοκρατίας και κυρίως το αφανές αλλά απροσχημάτιστο “νταβατζηλίκι” της καραμανλικής εξουσίας στο κόμμα: Ευριπίδης Στυλιανίδης, Νικήτας Κακλαμάνης, Ευάγγελος Αντώναρος και μερικά ακόμα εξαπτέρυγα του Καραμανλισμού εκδήλωσαν την απέχθεια τους προς τον “νεοφιλεύθερο” υποψήφιο. Μαζί και η αριστερά του Αλέξη Τσίπρα, που προτιμούσε εμφανώς τον αντίπαλο του, με “κουμπάρο” τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον οποίον είχε τολμηρά αρνηθεί να ψηφίσει, μόνος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Όλο αυτό το τοπίο, ήταν και το μοιραίο λάθος. Όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν με υποψήφιους που θεωρήθηκε οτι στηρίζονται από τη διαπλοκή, μεγάλη μερίδα των ψηφοφόρων της ΝΔ αντέδρασε στην προσπάθεια για συνέχιση μιας μίζερης παλαιοκομματικής νομιμότητας. Ακόμα περισσότερο, με τον πυκνό πολιτικό χρόνο του τελευταίου έτους, πολλοί αντέδρασαν ακόμα και στην ιδέα της συναίνεσης με την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Αν και γενικά μετριοπαθής, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έπαιξε έξυπνα το παιχνίδι του ασυμβίβαστου. Σε μια χώρα που μερίδα της αριστεράς αλλά και της δεξιάς θεωρεί με άγνοια και αφέλεια οτιδήποτε προέρχεται από τη δύση, ως “νεοφιλελεύθερο” (ακόμα κι αν συνοδεύεται από καταιγισμό φόρων), ήταν τελικά εύκολη δουλειά για το νέο αρχηγό να αντιτάξει το νέο και σύγχρονο, απέναντι στο λαϊκίστικο.

Μία ακόμα κατηγορία, που θα μπορούσε να απωθήσει τους προοδευτικότερους από τους υποστηρικτές του, οτι δηλαδή συνεργάστηκε με τους προερχόμενους από την ακροδεξιά Γεωργιάδη και Βορίδη ή τον Τζιτζικώστα, έπεσε στο κενό. Είχε φροντίσει να την ακυρώσει η δις μετεκλογική συνεργασία του ΣΥΡΙΖΑ με ένα κόμμα, στην άλλη άκρη του πολιτικού φάσματος, που αφήνει παρασάγγας πίσω του τη ΝΔ στον ακροδεξιό λαϊκισμό. Άλλωστε, και ο Μειμαράκης να έβγαινε, με τους ψήφους των δύο άλλων υποψηφίων θα τα κατάφερνε. Ακόμα και ο Αντώνης Σαμαράς, που στήριξε στον β’ γύρο τον Μητσοτάκη, συγκαταλέγεται στους χαμένους της αναμέτρησης: Στην αρχή μοίρασε τις δυνάμεις του μεταξύ Τζιτζικώστα και Γεωργιάδη - και στη συνέχεια δεν πιστώθηκε τίποτα, αποτυγχάνοντας με μαεστρία, ακόμη μια φορά.

Η συντηρητική παράταξη, βρέθηκε σε μια καμπή της ιστορίας της, σε παρόμοια θέση με αυτήν του ΠΑΣΟΚ, όταν έπρεπε να διαλέξει μεταξύ του εκσυγχρονιστή και “αντάρτη” Σημίτη και του πανίσχυρου κομματικά και “νομιμόφρονα” Τσοχατζόπουλου (που εθεωρείτο από όλους, πλην ολίγων διορατικών, το ακλόνητο φαβορί). Και κατ’ αναλογία, λειτούργησε το ένστικτο της αυτοσυντήρησης της. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδειξε οτι μπορεί να διεισδύσει στον κεντροαριστερό χώρο και να κινητοποιήσει μερίδα του κόσμου του. Και αυτός ο φόβος, είναι που λειτουργεί στο απέναντι στρατόπεδο, ενθουσιάζοντας τους οπαδούς της ΝΔ: οτι στις επόμενες εκλογές, προκειμένου να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι πολύ πιθανό να ψηφίσουν για πρωθυπουργό τον Μητσοτάκη, ακόμα και ψηφοφόροι που δεν έχουν ποτέ στη ζωή τους διανοηθεί να μετακινηθούν προς τη συντηρητική παράταξη.

Το “crossover” αυτό οφείλεται σε βαθύτερες διεργασίες στην ελληνική κοινωνία - και στην ουσία στον διχασμό, που μας ταλανίζει τα τελευταία χρόνια: Μεταξύ ενός απομονωτικού και αντιευρωπαϊκού λαϊκισμού και της αγωνίας να παραμείνουμε μια χώρα με δυτικό τρόπο ζωής, εμβαθύνοντας το ευρωπαϊκό κεκτημένο, αντί να το αποδομήσουμε - όσο και αποπροσανατολισμένη να είναι η Ευρώπη, τον τελευταίο καιρό.

Η κουτοπόνηρη προσπάθεια να περιοριστεί το εκλογικό σώμα στους ακραιφνείς νεοδημοκράτες, με την υπογραφή ενός κειμένου περί ακλόνητων αρχών της Νέας Δημοκρατίας - ποιές είναι αυτές άραγε, ο “Καραμανλισμός” που εξέπεσε; - ήταν ένα ακόμα εμπόδιο, γι αυτόν που πρέσβευε ένα σύγχρονο, ανοιχτό, ουσιαστικά φιλοευρωπαϊκό κόμμα, το οποίο δεν περιχαρακώνεται στα μέλη του. Οι εποχές όμως προχωρούν και η κληρονομιά της ανοιχτής ψηφοφορίας για τον ΓΑΠ έκανε πολλούς που δεν ήταν οπαδοί, να σπεύσουν να συμμετάσχουν.

Το κομμάτι της κοινωνίας που δεν διαπραγματεύεται τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, όπως εκφράστηκε και με το “Ναι” στο δημοψήφισμα του Ιουλίου, δεν έχασε την ευκαιρία να στηρίξει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τον υποψήφιο που θεωρεί οτι μπορεί να διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο για τη χώρα. Τα τραύματα άλλωστε μιας περιπετειώδους χρονιάς που έπαιξε στα ζάρια την ευρωπαϊκή μας υπόσταση, ο φόβος για ένα γεωπολιτικό περιβάλλον όλο και πιο επικίνδυνο και η ανάγκη να μην επαναληφθούν ή επιδεινωθούν φαινόμενα όπως το κλείσιμο των τραπεζών και οι περιορισμοί κεφαλαίων, οδήγησαν χιλιάδες νέους ψηφοφόρους στην κάλπη, αλλά και πολλούς παλαιότερους να σκεφθούν πιο τολμηρά.

Κι εδώ είναι ο ακόμα πιο σημαντικός συμβολισμός: Απέναντι σε έναν πρωθυπουργό που με δυσκολία κινείται σε διεθνές περιβάλλον, τόσο από πολιτική κουλτούρα όσο και από εργαλεία κατανόησης του πώς λειτουργεί ο πλανήτης, οι ψηφοφόροι του Κυριάκου Μητσοτάκη έδειξαν να κατανοούν την ανάγκη να υπερβούν τις αδυναμίες των πατεράδων τους (ή και των ίδιων τους των εαυτών) και να επιλέξουν όχι έναν πολιτικό που είναι (κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν) μέτριος ή “χαρισματικός”, αλλά την αξιοκρατία ενός λαμπερού βιογραφικού. Ακόμα κι αν αυτό δεν αρκεί από μόνο του για να κυβερνήσεις σωστά, έχει γίνει πια αντιληπτό οτι μια χώρα σε βαθειά κρίση δύσκολα θα βγει από το τέλμα, όταν είναι είδηση για τα διεθνή μέσα οτι ο νέος αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ξέρει καλά πολλές ξένες γλώσσες κι έχει πλούσιες διεθνείς σπουδές και επαγγελματική εμπειρία, αντί κομματικών και “αγωνιστικών” περγαμηνών.

Υπό μία έννοια, αυτοί που πρέπει κυρίως να φοβούνται, μετά την επικράτηση Μητσοτάκη, είναι τα όμορα κόμματα, όπως το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ, που κινδυνεύουν να απωλέσουν μέρος των ψηφοφόρων τους, στον επερχόμενο διπολισμό. Πρώτη αντέδρασε, με μια αμυντική δήλωση περί “νεοφιλελευθερισμού”, η Φώφη Γεννηματά - κάνοντας το χειρότερο που θα μπορούσε.

Γιατί όταν έχεις απουσιάσει από την ιστορικά καθυστερημένη ψηφοφορία στη Βουλή και ο νέος αρχηγός της συντηρητικής παράταξης έχει δηλώσει εξ αρχής τολμηρά οτι θα ψηφίσει υπέρ του Συμφώνου Συμβίωσης των ομοφύλων ζευγαριών, δύσκολα μπορείς να πείσεις οτι είσαι προοδευτικότερη του αντιπάλου σου. Αντιθέτως, αν διατυπώσεις με σαφήνεια μεταρρυθμιστικό λόγο και δημιουργήσεις την απαραίτητη ανανέωση και δυναμική, όπως έκανε στο χώρο του ο Κυριάκος Μητσοτάκης, δεν έχεις να φοβηθείς, ούτε την ώσμωση των ιδεών, ούτε την απορρόφηση των ψηφοφόρων σου.

Άν όμως δεν έχεις σαφές πολιτικό στίγμα ή φλερτάρεις με τον βαθύ λαϊκισμό μιας βαλκανικής κοινωνίας που δεν θέλει να απωλέσει τα ευρωπαϊκά της προνόμια, τότε δύσκολα θα αποφύγεις τη συρρίκνωση ή την εξαφάνιση. Κάτι που πρέπει να σκεφτούν πολύ καλά και στο Μέγαρο Μαξίμου, μελετώντας το πώς διογκώθηκαν από το 4% στο 36%. Και επιπλέον, αν η κληρονομιά της ρητορικής τους (που ακόμα συνεχίζεται) επιτρέπει την επί μακρόν την κατάληψη του χώρου, που η σύγχρονη κεντροδεξιά του Κυριάκου Μητσοτάκη μας ξαναθύμισε οτι υπάρχει (ακόμα και με ελάχιστη κομματική έκφραση), αριστερότερα του κέντρου.










Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

O πίνακας είναι από τη wikipedia, το σκίτσο από την www.kathimerini.gr και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

Το post συνοδεύεται από το κορυφαίο πολιτικό κομμάτι του μεγάλου απόντα, Thin White Duke: "Young Americans"

buzz it!

15.11.15

Greece in Crisis: the Effects of Social Media

— The extensive use of social media in Greece coincided with the greek crisis. But not only the financial crisis. On the 6th of December 2008, a 16-year old pupil, Alexis Grigoropoulos, was shot by a policeman in the district of Exarchia. The following days, the centre of Athens was in flames - there was extensive damage to traditional and government buildings, arson and even looting in some cases. The rage in the internet was apparent - and twitter (together with mobile phones’ SMS) helped spread the word. The police remained inactive, following orders, in order to avoid a second death. The same was repeated - not to that extent though - the following years, on December 6th.


— Before that, the first “publishers” in the greek internet were the bloggers (largely on Google and much less on Wordpress, reserved for the more sophisticated) and the YouTube users. Then, Facebook became extremely popular. And in the following years, more and more internet users became familiar with Twitter. Nowadays, there are almost 4 million Facebook users, 36% of the population - but actually more than half of the active/voting population. Twitter seems to be slower - only 467 thousand. The rest (Instagram, LinkedIn etc have a more “specialised” popularity in young or professional users). The most popular twitter accounts (except former Finance Minister Yannis Varoufakis’ who is the first with 600 thousand, but obviously not only greek followers) are singers and tv entertainment personalities (especially female and pretty), traditional media, some journalists - and of course trolls.

— Facebook use is divided between social (non political) use and political commentary. A lot of people just share music, pictures and everyday activities. But for a lot of others, Facebook is the substitute for alternative info or the “kafeneion”, the traditional cafe talks - usually not that deep. It seems that the traditional media, such as TV are not the sole substitutes for the “agora”, the ancient assembly of the municipality, the “demos” - that gave us “democracy”. Actually, the traditional media have a great handicap: They are not (really) interactive, although some talk-shows give a little time to the questions of the public - usually through twitter, which is faster and more political.

— Facebook is much more personal, than Twitter: You can have of course a pseudonym, but mostly users are posting with their name and picture. To our dismay though, there is a large number of eponymous users that use extremely foul language against what they think are their “enemies”: For example, greek users attacked with vulgarity and sexism, when Sofia Vergara, the famous actress and model, dared to support the national team of Colombia, in the 2014 Mundial game between the two countries. Nationalist and populist Greeks, called the “ellinares” (i.e. “greek in the superlative”) have the same attitude against any historian, scientist or politician that dares to question the national myths, which are taught in history classes at school. Recently, in a not-so-surprising exhibit of our national introvert ignorance, at a TV game that asks people ’s point of view, out of a 100, the 57 answered that “the most civilised people in Europe are Greeks”.

— Please note that very few modern Greeks have the habit of reading books or writing their views in letters and articles. Actually, we do not have the tradition of expressing our views or sentiments in writing. The greek financial crisis, which is still NOT decoded by the majority of the greek people (i.e. they have not attributed the causes of our crisis but to the vile and hostile “foreigners”), gave the opportunity to a vast minority to express their blind anger in the most foul manner - and to behave like a hooligan, with a new “toy”: The written form of the gutter talk with a new “audience”.

— But this minority does not need our support: It needs to be condemned, as all extremes. I am not very sure they understand the “weight” of the written (and simultaneously public) speech. They are just happy that the “filters” of the traditional media do not exist any more for them. Many of them think of themselves as “indignados”. The reality is that the greek crisis has brought out the worst characteristics of a nation that does not know how to discuss or conduct a public debate, except for shouting at each other and cursing.

— When the centre-left government of PASOK started to imply the first memorandum in 2010 (but never in full actually, except the horizontal cuts in salaries and pensions), the greek society was divided, with the great help of the left (SYRIZA) and the right (New Democracy) opposition, into “anti-memorandum” and “pro-memorandum” fans. Actually, the former named the latter in this way, because it was convenient for their cause. Very few people liked the memorandum and were openly for it. But many were recognising the need for an agreement with the troika, in order to get a loan with cheap interest, when the markets were reluctant to lend us any money, with interest less than 6 or 10%. The division has remained and it evolved into a “anti-european” and “pro-european” battle. The underlying layer for a part of the left is the denial of the middle-class civilisation and the values of the western way of life. But for most people it was the desperate attempt to hold on to the “benefits” of the bubble economy that Greece had up to 2009.

— The division, that poses a threat to the european course of the country and all its achievements in the past 40 years, after the fall of the military junta in 1974, found its ideal battlefield in the social media. The “anti-memorandum” side, with the support of the present government coalition parties SYRIZA & ANEL (extreme right-wing Independent Greeks, a party that relied a lot in the social media, since it was almost “founded” in Facebook) saw the opportunity: There was a battlefield they could not miss - and they conducted a passionate open or undercover campaign, even with fake accounts and (presumed) “commandos” on the payroll. Most of them were trolls - or supported by trolls. The fanatic attacks on the different opinion were extremely violent in certain cases, with “lynching” characteristics. The monster of populism was fed in every opportunity…

— The targets were usually journalists, intellectuals and opinion makers, that were thought to belong to the “system” - or just any moderate voice. University of Athens professor and writer Lena Divani was violently attacked verbally, when she expressed a different opinion about an incident with a young passenger who could not (or would not) pay the ticket in public transportation, because she used a word that implied that he “repeatedly avoided his obligations”. In some cases, it was impossible to conduct a “conversation” in the social media: You had to spend countless hours explaining or just block the malefic attackers. In Facebook, most of the people meant well, but were extremely shallow or bitter. In Twitter, you could often see the “professionalism” of the orchestrated attacks. The blocking habit could also be found with the populist opinion leaders: They, too, blocked a lot of users, but mostly when they were receiving well-documented questions, they could not answer…

— The immaturity and the shallowness of the greek public debate, combined with the anonymity, gave an unexpected boost to the hate speech, in the past 6 or 7 years of the Greek cultural, political and financial crisis. After the January 2015 elections, when the two main “anti-memorandum” parties came into power, the hate died out, gave way to disappointment or turned mostly towards the government. With a small interval in July, when the referendum gave more than 60% to the “No” (and was immediately turned into a “Yes” to the third memorandum by the Tsipras government), the fanatic accounts have been mostly mute or short-circuited by their own rhetoric. But there is still a negative legacy - and of course trolls and flamers.

— Concluding: Most of the greek public discovered the social media, amidst its greater crisis of the last half of the century. They were ideal for the desperate attempt to express the agonies and the fears that the traditional media could not (or would not) channel properly. But they were also fruitless in the attempt to promote the idea of a useful public debate, unless it was for endless sarcasm, negativity and humour of the bitterest kind.

— Are we fair, if we are that pessimist? No. The social media, with all the difficulties and drawbacks, gave voice to the different - even if the different were just the moderate. They gave way to alternative information, that helped also the professional journalists and modified the traditional media. They have helped communicate concrete views of the politicians, swiftly and directly to the public - and constantly remind us of the controversies and the unashamed lies, especially of the populist. They have been crucial in spreading the opinions and the knowledge, in a globalised world, we very often choose to ignore - not to our benefit: And the public knowledge gives strength mostly to the weak, whether they belong to a minority or not.











H ομιλία εκφωνήθηκε στο Συνέδριο της Κωνσταντινούπολης

H αφίσα είναι από το συνέδριο και το εξώφυλλο είναι από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Changing Shapes of Love" της Βρετανής Andreya Triana

buzz it!

25.11.14

Όλοι μαζί τους ψηφίσαμε;

“Η κοινωνία πάσχισε να προσαρμοστεί – δεν είχε επιλογή. Εμεινε, όμως, πεισματικά απροσάρμοστο το πολιτικό σύστημα.”

Με τη φράση αυτή κλείνει το κατά τα άλλα εξαιρετικό άρθρο του ο Κώστας Καλλίτσης, στην Καθημερινή της Κυριακής. Δεν θα διαφωνήσω διόλου για το πολιτικό σύστημα.

Πράγματι, η σύγχρονη κατρακύλα άρχισε όταν ένας εμφανώς υποκριτής και ανεύθυνος πρωθυπουργός έπεισε οτι “θα αναμορφώσει το κράτος” (γεμίζοντας το με δεκάδες χιλιάδες παραπονεμένους και συνήθως χωρίς στοιχειώδη προσόντα ημετέρους) και εφάρμοσε ένα ανερυθρίαστο “Αλογοσκούφη δώστα όλα”, εκτινάσσοντας το ελληνικό δημόσιο στην τροχιά της άτακτης χρεοκοπίας.

Το πολιτικό σύστημα συνέχισε να κινείται στη σφαίρα του φαντασιακού, αρνούμενο να χτυπήσει γενικό προσκλητήριο συνεργασίας και υποσχόμενο “ζάππεια” και “αντιμνημονιακούς τσαμπουκάδες”. Αλλά και όταν το έκανε, αποδέχτηκε και”ξέπλυνε” ακροδεξιούς παίκτες, που πολύ γρήγορα απέδειξαν πόσο συνώνυμος είναι ο ψευδοπατριωτισμός και η εθνοκαπηλεία με τη λαμογιά. Ταυτοχρόνως, νέα φρούτα ξεπετάχτηκαν, ψεκασμένα από τις ορμόνες της καφενειακής μπουρδολογίας, τόσο από τα αριστερά, όσο και από τα (εως και φασιστικά) δεξιά.

Κι όσο κι αν κατάφερε να συμμαζέψει το δημοσιονομικό εκτροχιασμό, το πολιτικό σύστημα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, συνέχισε να παίζει το αιώνιο “κατενάτσιο της κοροϊδίας” - ή όπως εύστοχα γράφει ο Καλλίτσης την “αδιέξοδη πολιτική τροχάδην επιτόπου”.

Αλλά μόνο του τα έκανε όλα αυτά το πολιτικό σύστημα; Σε ποιά πρόθυμα αυτιά απευθύνθηκε αυτή η ρητορική; Και ποιες δημοσκοπήσεις ακολούθησε και ακολουθεί το πλέγμα των διαμορφωτών γνώμης, για να κάνει τις επιλογές του; Πόσες κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες δεν αντέδρασαν σθεναρά σε οποιαδήποτε προσπάθεια μεταρρύθμισης και αλλαγής του οικονομικού μοντέλου (όταν βέβαια αυτές ήταν ουσιαστικές και δεν βαφτίστηκαν κατ’ ευφημισμόν “μεταρρυθμίσεις”); Σε πόσες περιπτώσεις δεν “ροκανίστηκε” συστηματικά η όποια προσπάθεια ουσιαστικών αλλαγών που έχει ανάγκη μια οργανωμένη κοινωνία, που παραπαίει σε όλα τα επίπεδα; Ποιές καθημερινές πολιτικές ενέργειες και αντιλήψεις αλληλοδιαμορφώνουν τις πράξεις της εξουσίας;

Ουδέποτε προσαρμόστηκε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας - και καθρέφτης του είναι το πολιτικό σύστημα. Διότι ουδέποτε, πρώτα από όλα, δέχτηκε να κοπιάσει για να αντιληφθεί και εξηγήσει τι του συνέβη με τη λεγόμενη “κρίση”. Αποδέχτηκε τις πιο εύκολες και επιφανειακές εξηγήσεις, δίνοντας ακροαματικότητες και θεαματικότητες του 40%, στις πρωινές κραυγές του ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού λαϊκισμού, που απλώς έβριζαν τη Μέρκελ.

Αντί να πέσει με τα μούτρα στην ανάλυση και στην ανάδειξη νέων φωνών και τρόπων σκέψης, ψήφισε την χειρότερη ποιότητα βουλευτών, που είχε δει ποτέ το ελληνικό κοινοβούλιο. Με πρωταγωνιστές υπόδικους, δημαγωγούς του αισχίστου είδους, πρωταθλητές της σαχλαμάρας και της ρηχότητας - που μόνο τους μέλημα είναι να “μη μείνουν άνεργοι”.

Ανέδειξε σε υπολογίσιμες δυνάμεις κόμματα που θα έπρεπε να έχουν περιθωριακό ή ανύπαρκτο ρόλο, σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατία. Στη μανία του να αποκαθηλώσει πρόσωπα και πράγματα, ανέχτηκε (και ανέχεται) δημοσιογράφους και πολιτικούς, ακόμα χειρότερους από τους προηγούμενους. Και στην ανάγκη του να αναμορφώσει το πολιτικό τοπίο της χώρας, βρέθηκε ανάμεσα στις συμπληγάδες ενός ακραίου λαϊκισμού - και από τις δυό πλευρές του πολιτικού φάσματος.

“Μα όλοι μαζί τα φάγαμε;” θα αναρωτηθεί ο καλοπροαίρετος αναγνώστης. “Όλοι μαζί επιτρέψαμε αυτό το κύμα απελπισίας να μας πνίξει, λες και δεν είμαστε μια χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης”; Όχι βέβαια. Αλλά στη δημοκρατία, δυστυχώς ή ευτυχώς, μετράνε τα “ναι” και όχι τα “όχι”. Κι όταν δεν αντιπαρατάσσουμε κάτι πιο δημιουργικό από τη βούληση της εκάστοτε ανεύθυνης μειοψηφίας, τότε την ευθύνη την έχουμε όλοι.

Όταν λίγες χιλιάδες ή ακόμα και εκατοντάδες ψήφοι είναι ικανές να στείλουν κάποιον καραγκιόζη στο κοινοβούλιο, τότε την ευθύνη την έχουμε όλοι μας, που δεν αναδεικνύουμε κάποιους καλύτερους στη θέση τους. Όταν “ψηφίζουμε” τη γελοία και όχι τη σοβαρή εκπομπή, ενισχύουμε την κατρακύλα. Όταν καταφεύγουμε στους επαγγελματίες λαϊκιστές, γιατί δεν κοπιάζουμε αρκετά ώστε να αναδείξουμε νέες δυνάμεις, αξιόλογες και ακέραιες, που θα εμπλουτίσουν το πολιτικό φάσμα, ολιγωρούμε επικίνδυνα.

Μα πώς θα επιλέξουμε καλύτερο πολιτικό προσωπικό, όταν η πλειονότητα επιβάλλει ένα πλέγμα δημαγωγίας, λαμογιάς και εξευτελισμού της σοβαρότητας, της δημοκρατίας και του διαλόγου; Πώς θα μπουν οι πιο αξιόλογοι σε αυτό το σύστημα, αφού τώρα είναι ακόμα πιο δύσκολο και απωθητικό; Πώς θα φύγουμε από τον φαύλο κύκλο του πολιτικού, συνδικαλιστικού και μιντιακού “πολτού”, που έχουμε φτιάξει;

Τους “καλύτερους”, δεν θα μας τους φέρουν “εισαγόμενους” οι φίλοι μας οι Γάλλοι ή οι Σουηδοί. Καλώς ή κακώς, μόνοι μας πρέπει να να τους αναδείξουμε και να τους επιβάλουμε.

Ας σκεφτούμε λοιπόν ποιούς επιβραβεύσαμε μέχρι τώρα. Με πόσα συμπλέγματα αντιμετωπίζουμε τους πιο αξιόλογους - πόσους στείλαμε σπίτι τους, απογοητευμένους. Και πόσους γελοίους ανεχτήκαμε και ανεχόμαστε ακόμα, “κράζοντας” πολλές φορές τους λάθος ανθρώπους. Και μετά ας ανοίξουμε τον τηλεοπτικό δέκτη, για να δούμε τον καθρέφτη των επιλογών μας…













Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

H φωτό είναι από το www.tumblr.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το υπέροχο βίντεο-κλιπ του "Loop De Li" του νέου τραγουδιού του Βρετανού Bryan Ferry (στα 69 του).

buzz it!

13.2.14

Article: Μιά έκθεση άρθρων...

Μπορεί κανείς να βρει την τέχνη σε ένα άρθρο; Είναι η "τέχνη" της γραφής ή κάτι άλλο; Ομολογώ οτι η ιδέα της Βασιλικής Γραμματικογιάννη (όπως και ο τίτλος) είναι πρωτότυπη: Μια έκθεση με (τεράστια) άρθρα για την κρίση, αναρτημένα όχι στο ίντερνετ, αλλά σε μια αίθουσα τέχνης, στη Gallerie Genesis, Χάριτος 35, καθημερινά 11.00-22.00, Τετάρτη και Σάββατο 11.00-15.00.

Δεν ξέρω αν έχει νόημα, αλλά συμμετέχω κι εγώ με ένα άρθρο μου. Ο αρχικός του τίτλος ήταν "It 's the economy, stupid". Αλλά τώρα που το σκέφτομαι, it may be the art....










H φωτό είναι από την έκθεση και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από την πολύ τρυφερή διασκευή του "Let Her Down Easy", του Terence Trent D' Arby, από τον George Michael

buzz it!

11.2.14

Και βεβαίως "δεν σας θέλουν"...

"Μας βλέπουν και δεν μας θέλουν" είπε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, αναφερόμενος σε ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας που αποστρέφεται τους ορθόδοξους ιερείς, στη χώρα μας. Κάνοντας σκληρή αυτοκριτική, ο μοναδικός μη κουτοπόνηρος προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας που θυμάται όποιος μεγάλωσε στη μεταπολίτευση, ο Ιερώνυμος θέτει επιτέλους το θέμα που θα έπρεπε πρωτίστως να απασχολεί τους ιεράρχες. Και μαζί με τον Αναστάσιο της Αλβανίας κάνει ό,τι μπορεί για να ανατρέψει τις αλγεινές εντυπώσεις που δημιουργούν οι εκπρόσωποι της εκκλησίας αυτής, τις τελευταίες δεκαετίες, με κύριο εκφραστή βεβαίως τον πρωτοπόρο του πολιτικαντισμού Χριστόδουλο.

Και βεβαίως λοιπόν δεν σας θέλουν Μακαριώτατε, παρά το γεγονός οτι εσείς προσωπικά καταβάλετε φιλότιμες προσπάθειες όχι μόνο να ακούσετε την κοινωνία (ακόμα και αυτή που βρίσκεται απέναντι σας), αλλά και να διορθώσετε τα κακώς κείμενα ενός οργανισμού που μοιάζει να διέπεται από φιλαυτία, εξουσιολαγνεία, αλαζονεία, διαφθορά και κυρίως υποκρισία και χαμηλό πνευματικό επίπεδο. Και οι λόγοι “που δεν σας θέλουν” (όχι εσάς τον ίδιο, γενικώς) είναι πολλοί:

Αρνείστε μεθοδικά και συστηματικά να εκσυγχρονιστείτε και να πάρετε τη θέση που αρμόζει σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό, φιλελεύθερο κράτος. Αντιθέτως επιμένετε κρυπτόμενοι πίσω από ένα (ξεπερασμένο από την εποχή) Σύνταγμα, να επιβάλετε την παρουσία σας ως “επικρατούσα” θρησκεία και εκκλησία. Με κάθε ευκαιρία, ιεράρχες παρεμβαίνουν στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική, εκφράζουν απαράδεκτα συντηρητικές ως και “ψεκασμένες” απόψεις για πολλά κοινωνικά θέματα, από την ομοφυλοφιλία και τον πολιτικό γάμο (για να μην χάσετε τη “μπίζνα” σας) ως την καύση των νεκρών, αδιαφορούν τριτοκοσμικά για διεθνείς συμβάσεις και δικαιώματα - και προκαλούν, κλείνοντας το μάτι σε ένα καθυστερημένο πολιτικά ακροατήριο. Υιοθετείτε, με κάθε ευκαιρία (και μιλώ γενικά και συνολικά) κάθε είδους κουτοπονηριά, εθνικισμό και λαϊκισμό υπάρχει στην πολιτική αγορά. Κάποιοι μάλιστα από τους συναδέλφους σας έφτασαν να κλείσουν το μάτι ή να υποστηρίξουν, ανερυθρίαστα τη Χρυσή Αυγή. Και αντί να προκαλέσετε την έκπτωση τους με συνοπτικές διαδικασίες, τους ανέχεστε. Εκκλησία που φλερτάρει με τους ναζί δεν επιτρέπεται, έχει αυτοακυρωθεί.

Εμφανίζεστε λοιπόν μισαλλόδοξοι προς ό,τι απειλεί τη στενόμυαλη οπτική του συμφέροντος σας. Ακόμα κι όταν η “αλληλεγγύη των θρησκειών” (η αύξηση της “πελατείας” μιας θρησκείας μάλλον ευνοεί και τη διπλανή) επιτάσσει το να βρεθείτε στην πρωτοπορία της δημιουργίας ναών για άλλες θρησκείες. Δεν ξέρετε ούτε να προσεταιριστείτε αυτούς που δεν σας επιθυμούν, αλλά ως βασικό συστατικό της σκέψης τους έχουν τον σεβασμό στην ελεύθερη φιλοσοφική ή θρησκευτική επιλογή του άλλου.

Εσείς οι ορθόδοξοι ιερείς λοιπόν, αντί να παραμείνετε σεμνά στο πλάι (ως πνευματικοί εκφραστές της ταπεινότητας) και να επιχειρήσετε με φρέσκους και χαριτωμένους τρόπους να προσελκύσετε το ακροατήριο σας (δικαίωμα σας, εφόσον δεν ενοχλείτε τους άλλους), προσπαθείτε με κάθε τρόπο να θυμίσετε οτι είστε ο “πυλώνας του έθνους” - κι ότι η θέση σας στην πολιτεία είναι “θεσμική” και απαραβίαστη. Ξέρετε πολύ καλά οτι η ουσιαστική ανταπόκριση στο μήνυμα σας είναι ελάχιστη στις παραγωγικές ηλικίες (και όπως ομολογείτε, οι περισσότεροι πάνε στην εκκλησία το Πάσχα για λόγους “φολκλόρ”), αλλά βαυκαλίζεστε οτι είστε οι επίσημοι πνευματικοί καθοδηγητές μιας κοινωνίας, που (ως δυτική) σας έχει ξεπεράσει προ πολλού.

Ωστόσο, όσο περισσότερο χάνετε το έρεισμα σας, τόσο επιμένετε να βαράτε τις καμπάνες ολοένα και πιο δυνατά, μπας και κάποιος που δεν το είχε σκοπό, να μπει αιφνιδίως μέσα στην εκκλησία (δεν φτάνει που έχουμε τόσους πολλούς κακόγουστους ναούς, πρέπει και να κάνουν αισθητή την παρουσία τους - παρά τις προσωπικές σας συστάσεις Μακαριώτατε, η οργάνωση σας σας γράφει εις τα παλαιότερα των υποδημάτων της). Και δεν το κάνετε μόνο στα χωριά όπου εύλογα υπάρχουν άλλες συνήθειες, αλλά και στις πυκνοκατοικημένες πόλεις. Και δεν σας φτάνει οτι ξυπνάτε όλον τον κόσμο πρωί-πρωί την Κυριακή και σε κάθε γιορτή, αλλά βάζετε ολοένα και περισσότερα μεγάφωνα, για να ακούει ακόμα πιο δυνατά το ταλαιπωρημένο ποίμνιο τις φάλτσες (συνήθως) λειτουργίες σας. Αν βέβαια αυτό το κάνει αργότερα ο ιμάμης από τον απέναντι μιναρέ, θα εξεγερθείτε (και δικαίως) για την ενόχληση και την προσπάθεια επιβολής της ηχορύπανσης του.

Επιπλέον, έχετε χάσει απολύτως στο γήπεδο της πνευματικότητας. Ο μέσος παπάς, μοναχός ή και ιεράρχης δεν εκπέμπει κανενός είδους ταπεινότητα, εσωτερικότητα και πνευματική γαλήνη. Συνήθως βλέπουμε ανθρώπους που τρέχουν να διεκπεραιώσουν (ρουσφετολογικώς) τις “δουλίτσες” τους, να επιδοθούν σε ίντριγκες και “επενδύσεις”, να μιλήσουν φωναχτά στο κινητό ελάχιστα δευτερόλεπτα αφού (υποτίθεται οτι) έφεραν σε πέρας ένα “μυστήριο”, που σπεύδουν κακότροπα να κάνουν παρατηρήσεις για “ησυχία στο εκκλησίασμα”, που δεν έχουν να πουν τίποτα βαθύτερο και φιλοσοφημένο, από κοινοτοπίες, που παπαγαλίζονται θρησκόληπτα. Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, δεν ενοχλεί το “τσαγανό” στον ιερέα, ούτε η ενασχόληση με τη σύγχρονη τεχνολογία, αλλά η υλιστική υποκρισία και η απουσία συναισθηματικής καλλιέργειας και βάθους. Μια θεραπεύτρια σιάτσου ή μια δασκάλα γιόγκα έχει περισσότερη μυστικιστική ωριμότητα, από αυτούς που έχετε “εκπαιδεύσει” για να παρηγορούν ψυχικά και να “καθοδηγούν” πνευματικά την κοινωνία...

Κι ερχόμαστε στο πιο ουσιαστικό: Την άρνηση σας να αποδεσμευτείτε από την κρατική εξάρτηση και τη διαφθορά. Ο ελληνικός λαός ξέρει πολύ καλά, ακόμα και όσοι πιστεύουν στην ορθοδοξία, οτι είστε μια ειδική κατηγορία χιλιάδων κρατικών υπαλλήλων, που επιλέγεται χωρίς κανένα ποιοτικό ή αξιοκρατικό κριτήριο (παρά μόνο την αυθαιρεσία του “ανωτέρου”), μισθοδοτείται με ασφάλεια εφ’ όρου ζωής - και ακόμα και τώρα που το κράτος χρεοκόπησε, δεν κινδυνεύει από κανενός είδους απόλυση, διαθεσιμότητα ή κινητικότητα. Είστε στο απυρόβλητο, παρά το γεγονός οτι πρωταγωνιστείτε στη φοροδιαφυγή - την οποία κατ’ ευφημισμό έχετε ονομάσει “τυχερά”, ενώ πρόκειται περί ανελέητης ταρίφας, χωρίς απόδειξη. Τώρα βέβαια που ο κόσμος έχει στριμωχτεί οικονομικά, "στριμωχτήκατε" κι εσείς. Η κοινωνία όμως δεν συγχωρεί οτι αρνείστε συστηματικά να υπακούσετε στους κανόνες, όπως όλοι οι άλλοι.

Σε κάθε προηγμένη και δημοκρατική πολιτεία, εξασφαλίζεται στις διάφορες εκκλησίες το περιβάλλον, για την απρόσκοπτη και ανεξάρτητη λειτουργία τους. Τίθεται όμως αυστηρό πλαίσιο ελέγχων, με κάθε οργανισμό να βασίζεται στις δυνάμεις του, στις συνδρομές των πιστών και στην περιουσία του. Εδώ, είμαστε ακόμα στο μεσαίωνα να αποδίδονται τιμές αρχηγού κράτους, με ναυλωμένα από το κράτος αεροπλάνα, για σύμβολα της πίστης σας. Ακόμα και τα κόμματα της (συντηρητικής μας) αριστεράς αποδέχονται τον παρασιτικό κρατισμό σας, “διότι επιτελείτε έργο” - αντί να σταθούν απέναντι σας, όπως θα όφειλαν, αν ψηφοθηρικά δεν είχαν τον φόβο να μη χάσουν το κοινό με σας ακροατήριο. Αυτό όμως δεν σας δίνει συγχωροχάρτι, για να μην αναλάβετε πρωτοβουλίες για την εξυγίανση σας και να επιτελείτε το (πράγματι σημαντικό σε κάποιες περιπτώσεις) κοινωνικό σας έργο με απόλυτη διαφάνεια.

Στο παρελθόν, ο οργανισμός που αξιοποιούσε την εκκλησιαστική σας περιουσία έχει κάνει θαύματα. Στο περιβάλλον της κρίσης βέβαια, θα δυσκολευτείτε. Αλλά είναι η ευκαιρία σας να τολμήσετε τον διαχωρισμό σας από το κράτος (τότε θα σας θέλουν όλοι) - και να κόψετε τον ομφάλιο λώρο, με όσα σας συνδέουν με το χειρότερο παρελθόν μας, αλλά και με όλες τις αιτίες που οδήγησαν τη χώρα σε πνευματική, πολιτική και οικονομική χρεοκοπία. Είστε κι εσείς οι ιερείς μέρος του προβλήματος. Μπορείτε να γίνετε και μέρος της λύσης;











Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

H φωτό είναι από το www.telegraph.co.uk και το εξώφυλλο από το www.music.ratsofnym.com

To post συνοδεύεται από το "Duel at Diablo" του Neal Hefti, στη διασκευή του Αμερικανού Nym

buzz it!

30.10.13

Χορεύοντας με τους λύκους...

Πολλοί αδημονούν για πιο γρήγορες εξελίξεις με τη Χρυσή Αυγή. Η δικαιοσύνη έχει τους ρυθμούς της. Αλλά και οι επίμονες περιπτώσεις Τζιτζικώστα δεν είναι “σταγονίδια”, μέσα στη συντηρητική παράταξη, που επιμένει να κλείνει το μάτι σε όσους ψηφοφόρους φλερτάρουν με τον χειρότερο φασισμό της γηραιάς ηπείρου.

Η δήλωση του Περιφερειάρχη Κ. Μακεδονίας οτι “άλλος θα μπορούσε να μην προσκαλέσει το ΠΑΣΟΚ, διότι καταδικάστηκε ο Άκης” είναι η πλήρης προσχώρηση στη χρυσαυγίτικη ρητορική. Διότι σε κανένα μη φασιστικό κόμμα δεν υπάρχει “αρχηγός” της οργάνωσης, που ενημερώνεται για τα εγκλήματα των “πρωτοπαλλήκαρων”, ούτε βεβαίως ρατσιστικά και μη μαχαιρώματα, με μεθόδους υποκόσμου.

Το χειρότερο όμως είναι, οτι στελέχη της συντηρητικής παράταξης, ακόμα κι όταν δεν εγκρίνουν τη “θεωρία των δύο άκρων”, επιμένουν σε μια λαϊκίστικη εθνικιστική αντίληψη των πραγμάτων, που παραπέμπει σε μεγαλεία του Ντούτσε, εν μέσω σκληρής οικονομικής κρίσης. Τι άλλο παρά “κλείσιμο του ματιού” στον ίδιο ψηφοφόρο είναι η επιμονή για παρέλαση των αρμάτων (“κεκλεισμένων των θυρών” μάλιστα), για χάρη ενός ψευδο-πατριωτικού φρονήματος, “που δεν κοστολογείται”;

Και μάλλον η αριστερά θα πρέπει να σταματήσει να δαιμονοποιεί την Ευρώπη (και την παγκόσμια κοινότητα, μέχρι την άλλη άκρη του Ατλαντικού έφτασε πάλι ο πόνος για τη χάρη μας) και να αποδίδει όλα τα δεινά στην κρίση, στο μνημόνιο και στον καπιταλισμό(!), διότι το πιθανότερο είναι οτι τίποτε ουσιαστικό δεν θα είχε γίνει στο αντιφασιστικό μέτωπο, αν δεν υπήρχε η συγκυρία της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα και κυρίως η άρνηση των Δυτικών μας συμμάχων να αποδεχτούν οτι μπορεί μια παρέα ναζί κατσιαπλάδων να αποσταθεροποιήσει μια μικρή χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης - και κατ’ επέκταση όλη την ευρωζώνη. Η ενδοσκόπηση μας είναι απαραίτητη και η παγκοσμιοποίηση δεν έχει μόνο κακές πλευρές...

Η θλιβερή διαπίστωση μέσα από αυτή την πολιτεία είναι οτι η κυβέρνηση (και η πλειονότητα του πολιτικού συστήματος) εξακολουθεί να αναλώνεται στην επιφανειακή προχειρότητα και στις εντυπώσεις, παίζοντας κατενάτσιο, αντί να κάνει την απολύτως απαραίτητη δουλειά σε βάθος, που χρειάζεται η ελληνική δημόσια διοίκηση. Από όλες τις εξελίξεις του τελευταίου μήνα, μεγάλο ενδιαφέρον έχει η διαφαινόμενη εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης, που λέγεται “χρυσαυγίτικη αστυνομία". Ωστόσο, κι εκεί φαίνεται να μη δόθηκε το απαραίτητο λάκτισμα, για εξελίξεις σε βάθος.

Ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί μη επαγγελματικά η αστυνομία μας, είναι η κατάθεση της περίφημης αστυνομικού, που τελικά δεν συνέλαβε τον κατ’ ομολογίαν δράστη της δολοφονίας Φύσσα, Γιώργο Ρουπακιά. Σύμφωνα με αυτήν, οι οκτώ (8) αστυνομικοί που βρέθηκαν στον τόπο του εγκλήματος εγκαίρως (αλλά δεν φρόντισαν να προλάβουν, όπως θα έκανε κάθε συνάδελφος τους σε δυτική χώρα), δεν έκαναν απολύτως τίποτα, όταν διαπίστωσαν οτι υπήρχε τάγμα εφόδου της Χρυσής Αυγής μπροστά τους, αποτελούμενο από 30-40 άτομα. Αντιθέτως, δέχτηκαν να τους καθησυχάσει παρελκυστικά υποτιθέμενος “συνάδελφος” τους (φρουρός των φυλακών Κορυδαλλού στο επάγγελμα) - και δεν κάλεσαν αμέσως ενισχύσεις, αποτελούμενες τουλάχιστον από ισόποση δύναμη. Ένας τουλάχιστον από αυτούς, φέρθηκε κατά το συνήθη κουτοπόνηρο και χρυσαυγίτικο τρόπο.

Ο τρόπος λοιπόν, με τον οποίο τίποτα δεν βελτιώνεται σε βάθος, περιγράφει το δράμα μιας χώρας, που βρίσκεται και πάλι στο χείλος του γκρεμού. Ίσως όχι πιά με την πιθανότητα της άτακτης χρεοκοπίας, αλλά με το σοβαρό ενδεχόμενο να μην αποδίδει τίποτα η οικονομική αφαίμαξη, που υφίσταται ο ελληνικός λαός.

Η κυβέρνηση αναλώνεται σε λεονταρισμούς και μια δονκιχωτική μάχη απόκρουσης των οριζόντων μέτρων, ενώ δεν τολμά (ούτε ξέρει, ούτε επιθυμεί) να κάνει ουσιαστικές διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Ούτε έναν τρόπο πραγματικής αξιολόγησης στον στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα δεν έχει αναπτύξει, ώστε να μην κλείνει συλλήβδην ολόκληρους τομείς, όπως η δημοτική αστυνομία, οι σχολικοί φύλακες ή η ΕΡΤ.

Η προσπάθεια να εμφανιστεί οτι “απευθυνθήκαμε με εικοσάλεπτη συνάντηση στους Ευρωπαίους συμμάχους, για να κατανοήσουν οτι δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια” εισπράττει, ακόμα και από την Άνγκελα Μέρκελ, μια ψυχρή παραπομπή στην τρόικα, γιατί “μιλήσαμε μόνο 5 λεπτά και όχι με λεπτομέρειες για τέτοια θέματα”. Η ενόχληση της Ευρώπης γι αυτό το παιχνίδι, παράλληλα με την προσπάθεια να εμφανιστεί οτι θα “μοιραστεί και κατι-τις, από το πρωτογενές πλεόνασμα”, είναι εμφανής.

Έτσι, η ριζική και σε βάθος προσπάθεια, χωρίς την οποία ουσιαστική ανάκαμψη δεν θα υπάρξει ποτέ, παραπέμπεται διαρκώς στις “ελληνικές καλένδες”. Η επιβάρυνση των ακινήτων, με τη συσσώρευση του ΦΑΠ τριών ετών (2011-2012-2013) και με τον ενιαίο φόρο, που αγγίζει τους πάντες, να έρχεται, έχει φτάσει τα νοικοκυριά σε οριακό σημείο. Είναι πια σχεδόν πιο συμφέρον να νοικιάζεις, από το να κατοικείς το σπίτι σου, με τις χρεώσεις που σου επιβάλλει. Και η λύση είναι μόνο η πώληση, σε ένα περιβάλλον αγοράς, που το μόνο που μπορεί να δώσει, είναι την ευκαιρία σε κάποιους να αγοράσουν “κοψοχρονιά”.

Ακόμα και το μέτρο που έδινε τη δυνατότητα στους ιδιοκτήτες να δωρίζουν τα ενοίκια που δεν εισπράττουν στην εφορία, ώστε τουλάχιστον να μη φορολογούνται γι αυτά (και να πιέζουν έμμεσα αυτούς που εκμεταλλεύονται την κρίση για να γίνουν “μπαταχτσήδες”), φαίνεται οτι θα καταργηθεί εντελώς ανεξήγητα.

“Κλέβουμε τα παιδιά, γιατί αυτό αφαιρεί την πίστη από τους ανθρώπους, τους αποκαρδιώνει”, λέει κυνικά η εκπρόσωπος του απόλυτου κακού στο “Prisoners”, που παίζεται αυτές τις μέρες στις αίθουσες. Ας ελπίσουμε οτι δεν είναι αυτή περιγραφή και της δικής μας περίπτωσης...













Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice.

H φωτό του σημαιοφόρου από τη Νιγηρία είναι από το www.protothema.gr και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Walk On The Wild Side", το αριστούργημα του Lou Reed, που πέθανε στα 71 του.

buzz it!

26.9.13

Τα πολιτικά εξτρέμ και η "θεωρία των δύο άκρων"

Ναι, στο ακραίο κομμάτι της αριστεράς βρίσκει στέγη ένας ολόκληρος κόσμος, φανατικός, που έχει χάσει το μπούσουλα. Που έχει μάθει να θεωρεί οτιδήποτε πέραν του ΣΥΡΙΖΑ, δεξιό. Που προτάσσει μια νεφελώδη, μίζερη και συμπλεγματική “αξιοπρέπεια”, προκειμένουν να εξασφαλίσει την ακινησία - και μέσω αυτής την κατάρρευση των “μνημονιακών δυνάμεων”. Που βαφτίζει όποιον του πάει κόντρα σιχαμένο, προδότη, συνεργάτη των Γερμανών. Που κάνει ανιστόρητους παραλληλισμούς με τη χούντα και την κατοχή. Που μιλάει με την ύβρι της αταλάντευτης βεβαιότητας. Που ονομάζει το Protagon “Πρώκταγκον”, τον Γεωργελέ “Γεωργαλά” και αδιακρίτως όλους τους “συστημικούς” δημοσιογράφους “Μπάμπηδες”. Που ονομάζει κάθε αδικία “βία” και κάθε συναισθηματική θεώρηση “ανάλυση”. Που θέλει να προπηλακίσει, να λιντσάρει και να εκτονώσει την τυφλή οργή, χωρίς ίχνος αυτοκριτικής. Που λατρεύει την υπερβολή, τη δημαγωγία και τον λαϊκισμό. Που μιλάει για “πόλεμο” και στρατόπεδα και που έστρωσε το δρόμο, για να γίνουν αποδεκτές φασιστικές πρακτικές. Που αγνοεί οτι στη μέση των εμφυλιοπολεμικών “στρατοπέδων” υπάρχει ένας ολόκληρος (πολύ περισσότερος) κόσμος που εμφορείται από μετριοπάθεια και πιο δημιουργικές και ουσιαστικά προοδευτικές ιδέες.

Και ναι, πολλές φορές οι επίσημες ηγεσίες των κομμάτων που προσφέρουν καταφύγιο σε αυτό το συνονθύλευμα, κάνουν το παν για του χαϊδέψουν τα αυτιά. Με ανιστόρητες υπερβολές, διχαστικά συνθήματα, αγένεια και θράσος στη δημόσια τοποθέτηση τους. Καλλιεργώντας την εχθρότητα, τη μη αναγνώριση των κανόνων της δημοκρατίας, την άκριτη υπεράσπιση κάθε είδους “λαϊκής” απαίτησης. Έτοιμες να συνομιλήσουν, προς χάριν του “αντιμνημονιακού μετώπου”, ακόμα και με αυτούς που θα έπρεπε να είναι οι βασικότεροι της αντίπαλοι.

Αλλά όλα αυτά δεν δικαιολογούν επ’ ουδενί την ανιστόρητη “θεωρία των δύο άκρων”. Τουλάχιστον όχι αυτή που εξισώνει την εγκληματική συμμορία των ναζιστών, με όποιον έχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Γιατί δεν μπορείς να συγκρίνεις την κοινοβουλευτική αριστερά με μια ρατσιστική συμμορία ή μια οργάνωση που εμπίπτει στο κοινό ποινικό δίκαιο.

Τα δύο πολιτικά εξτρέμ υπάρχουν, αλλά εντός του λεγόμενου “συνταγματικού τόξου”. Και δυστυχώς, αυτοί που αποτελούν τον έναν πόλο, αναλώνονται στο να καταγγέλουν τον άλλο. Αλλά δεν πείθουν, γιατί τα έργα και οι ημέρες τους δείχνουν ανάγλυφα πόσο το αλλοιθώρισμα προς την φασιστική ακροδεξιά, ευνόησε την ανάπτυξη της.

Αν η δολοφονία του Παύλου Φύσσα είχε μια άμεση επίπτωση στο πολιτικό σκηνικό, αυτή ήταν η παταγώδης αποτυχία του φλερτ της ακροδεξιάς πτέρυγας της Νέας Δημοκρατίας με τη Χρυσή Αυγή. Κι αν αποδοκιμάστηκε η τακτική αυτή, αυτό δεν σημαίνει οτι το ακραίο κομμάτι των εθνικιστών και πατριδοκάπηλων, που έβλεπαν τη Χρυσή Αυγή ως “αδελφό κόμμα”, δεν φέρει ακέραια την ευθύνη για τη γιγάντωση της άθλιας οργάνωσης, που σκοπό έχει να μαχαιρώνει για να επιβεβαιωθεί.

Γιατί χρειάστηκαν τόσα χρόνια για να αντιμετωπιστεί η Χρυσή Αυγή, με βάση το ποινικό δίκαιο; Γιατί κανείς δεν είχε συνδέσει μέχρι τώρα όλες αυτές τις υποθέσεις, ώστε να τεκμηριωθεί η δράση της εγκληματικής οργάνωσης; Έπρεπε να φτάσουμε σε μια δολοφονία, που δεν μπορούσε να αποκρυβεί; Γιατί όσοι φώναζαν οτι ο σημαντικότερος κίνδυνος για τη χώρα είναι ο εκφασισμός κατηγορήθηκαν (από δεξιά και από αριστερά), οτι εξέτρεπαν την προσοχή από το κυρίαρχο οικονομικό πρόβλημα;

Μια ματιά σε πιο εμβριθείς αναλύσεις δείχνει οτι ο δρόμος για το ναζισμό δεν στρώθηκε από την κρίση, που ήταν ο καταλύτης, αλλά από συγκεκριμένες εξάρσεις εθνικιστικού λαϊκισμού και “αντιμνημονιακής” ρητορείας, που έκανε την τεράστια αναδίπλωση. Και η χαρακτηριστική ανοχή, όχι μόνο της αστυνομίας, αλλά και συγκεκριμένων πολιτικών εκπροσώπων και μέσων οδήγησε στο “ξέπλυμα” του ακροδεξιού φασισμού.

Ακραίο λοιπόν είναι το γεγονός οτι “μετανοημένοι ακροδεξιοί” όπως οι Βορίδης και Γεωργιάδης είναι επίλεκτα μέλη της κυβερνώσας παράταξης. Ακραίο είναι το να υπάρχουν μέλη του “Δικτύου 21” τόσο κοντά στην κορυφή της εξουσίας. Ακραία είναι η κουτοπονηριά και η υπεράσπιση μιας αστυνομίας που ψηφίζει κατά το ήμισυ Χρυσή Αυγή, δεν εξιχνιάζει παρά ελάχιστες υποθέσεις ρατσιστικής βίας, κάνει τα στραβά μάτια στους “αγανακτισμένους” ακροδεξιούς, ασκεί ανεξέλεγκτη βία έχοντας πάρει διαζύγιο με τον επαγγελματισμό, βγάζει ανακοινώσεις-μνημεία όπως η ζαρντινιέρα και δημοσιεύει φωτογραφίες των ξυλοδαρμένων συλληφθέντων για τρομοκρατία, που δήθεν “έφαγαν κάτι μπουνιές στη συμπλοκή”.

Ακραία είναι η επιμονή για αξιωματικούς “ελληνικού γένους”. Ακραία είναι η με κάθε τρόπο αποφυγή της αντιρατσιστικής νομοθεσίας, παρά τις πιέσεις και της Ευρώπης. Ακραία είναι η ολιγωρία στην αντιμετώπιση του φασιστικού τραμπουκισμού (ενδεικτική η νοοτροπία “ε, όχι και μαχαίρι”), η δραματική καθυστέρηση σε κάθε είδους εκσυγχρονισμό, το “κλείσιμο του ματιού” στο οπισθοδρομικό κομμάτι της ιεραρχίας - ακόμα και η καινοφανής ιδέα οτι τα αρχαία ελληνικά δεν είναι νεκρή γλώσσα (παρότι η διδασκαλία τους είναι όντως χρήσιμη, στις σχετικές κατευθύνσεις).

Ακραίο είναι να μιλάς για το ενδεχόμενος συνεργασίας με μια “πιο σοβαρή Χρυσή Αυγή”, διατυπώνοντας την αντίφαση του αιώνα. Ακραίο είναι να επιτρέπεις τη λειτουργία της αστυνομίας, με την παραμικρή ανοχή στους τραμπουκισμούς των “αγανακτισμένων” χρυσαυγιτών δίπλα τους, ακόμα και μετά τη δολοφονία Φύσσα. Ακραίο είναι να υπομένεις τη διεξαγωγή δίκης χρυσαυγίτη, χωρίς την απαραίτητη προστασία και υπό συνθήκες (αν)ασφάλειας που διεκτραγωδούν κάθε έννοια δημοκρατικής ομαλότητας.

Ευθύνη για αυτό το λούμπεν κομμάτι του εκλογικού σώματος, που συγκεντρώθηκε υπό την σκέπη της Χρυσής Αυγής, είτε γιατί μπόρεσε να εκφράσει ελεύθερα τον φασισμό του, είτε γιατί θέλησε να εκδικηθεί το πολιτικό σύστημα (ακόμα και γιατί έχασε την Καγιέν του!), έχουν όλα τα κόμματα. Ακόμα και αυτά της αριστεράς, που πολλές φορές υπέθαλψαν την καφενειακή, αντιδραστική, λαϊκίστικη ψήφο, που δεν έβρισκε αλλού καταφύγιο. Και για τη μη σύμπηξη ενός δημοκρατικού αντιφασιστικού μετώπου, πάλι τα περισσότερα κόμματα φταίνε.

Αλλά την κύρια ευθύνη, τη φέρει η συντηρητική παράταξη, που αντί να ενισχύσει το σοβαρό κεντροδεξιό της πρόσωπο, διολίσθησε κουτοπόνηρα προς την ακροδεξιά της χειρότερης μορφής, δημιουργώντας δίπλα της καρκινώματα του πολιτικού συστήματος. Η πτώση της εκλογικής δύναμης της Χρυσής Αυγής κατά 30% και η μεταφορά του ίδιου ποσοστού των 2,5 μονάδων πίσω στη Νέα Δημοκρατία, το δείχνει ανάγλυφα.

Αν η σύγχρονη δεξιά δεν μπορεί να μιλήσει στο κοινό της, παρά μόνο με όρους “ασφάλειας από τους λαθρομετανάστες” (αντί για την πραγματική απειλή που είναι οι χρυσαυγίτες), ψευδοπατριωτικών εξάρσεων περί “της ορθόδοξης παράδοσης που απειλείται” και κινδύνων που “διατρέχει το έθνος από το ξαναγράψιμο της ιστορίας”, τότε η ρητορική της οδηγεί κατευθείαν στην (αυτο)καταστροφή της χώρας, για την οποία τόσο υποτίθεται οτι κόπτεται. Γιατί αυτή τρέφει (και τρέφεται από) το απέναντι άκρο, που δήθεν καταγγέλει....













Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Η "Κραυγή" του Munch είναι από το www.ethnos.gr και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Princess" του Αυστριακού Parov Stellar.

buzz it!

1.9.13

Ο εθνικισμός και η άνοδος της ακροδεξιάς

Οι τρόποι αντιμετώπισης της (ντροπιαστικής και μοναδικής για τα μεταπολεμικά ευρωπαϊκά δεδομένα) ανόδου της ναζιστικής ακροδεξιάς στη χώρα μας είναι αντικείμενο του δημόσιου διαλόγου, εδώ και καιρό. Πολλοί σηκώνουν τα χέρια ψηλά, λέγοντας οτι είναι “αργά πια για δάκρυα”, άλλοι υποστηρίζουν οτι υπάρχει ακόμα καιρός για την εφαρμογή μια πολιτική μηδενικής ανοχής.


Η Άννα Φραγκουδάκη, ομότιμη καθηγήτρια της Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης, στο βιβλίο της “Ο εθνικισμός και η άνοδος της ακροδεξιάς” δεν εστιάζει στις λύσεις, ούτε μόνο στη ναζιστική ακροδεξιά. Επιχειρεί να αναλύσει τις αιτίες που οδήγησαν σε αυτό το πολιτικό τοπίο - και ανατρέπει αρκετές από τις “ερμηνευτικές βεβαιότητες” που επικρατούν: Για την επιστημονικά τεκμηριωμένη της ματιά, η άνοδος, πρώτα του ΛΑΟΣ και στη συνέχεια της Χρυσής Αυγής, δεν οφείλεται πρωτίστως στο μεταναστευτικό. Ούτε η οικονομική κρίση είναι η γενεσιουργός αιτία, αλλά το επιστέγασμα, που επέτρεψε να εκδηλωθούν ελεύθερα οι φασιστικές αντικοινοβουλευτικές δυνάμεις, με ευθύνη που διασπείρεται σε όλο σχεδόν το πολιτικό φάσμα.

Το πρώτο μέρος αυτού του πολύ ενδιαφέροντος και βαθιά πολιτικού βιβλίου είναι μάλλον κουραστικό - και εν πολλοίς “απωθητικό”: Καταγράφει με σχολαστική λεπτομέρεια και δημοσιογραφική επιμέλεια τις δημόσιες παλινωδίες και αντιφάσεις της επιτυχίας των δύο πρόσφατων ακροδεξιών σχημάτων. Το μέγεθος της υποκρισίας είναι διάφανο και για τον πιο δύσπιστο, όταν ξεδιπλώνεται από τη μιά η προσπάθεια απόκρυψης και από την άλλη το “κλείσιμο του ματιού” ή η ξεδιάντροπη ομολογία των πιο ρατσιστικών, ξενοφοβικών και μισαλλόδοξων αντιλήψεων.

Το δεύτερο μέρος όμως είναι πραγματικά αποκαλυπτικό, στην ανάλυση του: Η συγγραφέας παραθέτει μία προς μία, τις στρεβλώσεις και τις ιδεοληψίες, που οδήγησαν στην εξάπλωση του φασιστικού υποστρώματος, σε μεγάλες κατηγορίες πληθυσμού. Η κρίση νομιμότητας των κομμάτων και η έντονη προσπάθεια αποδόμησης του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, η αδυναμία να αντιμετωπιστεί η παγκοσμιοποίηση και οι σύγχρονες συνθήκες με την έξαρση του λαϊκισμού, η αδυναμία ακόμα και (υποτίθεται) έμπειρων δημοσιογράφων να αντιμετωπίσουν φασίστες συνομιλητές και η “ηρωποίηση” τους από τα ΜΜΕ, η αποτυχία εξεύρεσης λύσεων για την έξοδο από την κρίση του πολιτικού συστήματος είναι μερικές από τις αιτίες.

Ακόμα περισσότερο όμως, το χαλί για την άνοδο της ακροδεξιάς έστρωσαν οι ακραιφνώς ιδολογικές αγκυλώσεις, που έχουν σχέση με την επικράτηση της εθνικιστικής ρητορείας και την ίδια την παιδεία που διαμορφώνει κοινωνικές συνειδήσεις: Η Άννα Φραγκουδάκη καταγράφει την επιρροή που είχαν οι “χριστοδουλικοί αγώνες” κατά της έννοιας των δικαιωμάτων στην υπόθεση των ταυτοτήτων, αλλά και τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό. Επισημαίνει πόσο βλαπτική για το πολιτικοκοινωνικό σκηνικό ήταν η ανοχή στην “αντιποίηση αρχής”, όπως αυτή εκφράστηκε με την “κατά βούληση άσκηση εξωτερικής πολιτικής”, στην υπόθεση Οτσαλάν. Λαμβάνει υπ’ όψιν της την βαθιά κρίση των ιδεών και αφιερώνει ιδιαίτερα κεφάλαια για το “Κίνημα των Νεορθόδοξων” (που αγκάλιασε εκπροσώπους από τα δεξιά ως τα αριστερά του πολιτικού φάσματος) και τον εμπρηστικό, μισαλλόδοξο, αντισημητικό και εντέλει ακροδεξιό, όπως τον αποκαλεί, λόγο του Χρήστου Γιανναρά.

Την ανάλυση της συγγραφέως διαπερνά η επιμονή στην αποκωδικοποίηση του ανορθολογισμού, του απομονωτικού εθνοκεντρισμού και των φοβικών ιδεολογημάτων για την “παγκόσμια συνωμοσία για τον αφελληνισμό της ιστορίας” και τις “κινήσεις για τη σωτηρία της γλώσσας”, που “δήθεν φτωχαίνει”. Ιδιαίτερη σημασία δε δίνει στον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες διδάσκονται επισήμως ρατσιστικές και εθνικιστικές αντιλήψεις, μέσω ξεπερασμένων εργαλείων ιστορικής ανάγνωσης όπως αυτή του “κράτους-έθνους”, της ιστορικής συνέχειας μόνο από την κλασσική Ελλάδα (με παράλληλη άρνηση των πολιτισμικών επιρροών και προσμίξεων) και της αποδοχής μιάς συμπλεγματικής εθνικής ταυτότητας, που εκφράστηκε και στο ζήτημα της ονομασίας της FYROM, ως επίσημη πολιτική.

Εδώ η Άννα Φραγκουδάκη κάνει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ανάλυση: Η επίσημη ελληνική παιδεία αποδέχεται έμμεσα την ανωτερότητα των άλλων ευρωπαϊκών πολιτισμών, με αποτέλεσμα τη δημιουργία εθνικιστικών ανακλαστικών, τα οποία, αρνούμενα τους γειτονικούς πολιτισμούς, προσπαθούν να αποκρούσουν τη δήθεν “κατωτερότητα” με εθνικά μυθεύματα και ιδεολογήματα, αντί να αποδεχθούν την κοινωνική ποικιλομορφία, τη συνεργασία και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ως το μοναδικό δρόμο συνεργασίας και ευημερίας των λαών. Η δημαγωγία και ο βαθύτατος αντιευρωπαϊσμός άλλωστε των αντιλήψεων που επικρίνει η συγγραφέας, αποτελούν και το κλειδί για την ερμηνεία της εξάπλωσης τους.

Στο τρίτο μέρος του βιβλίου, η συγγραφέας παρακολουθεί την καταιγίδα της κρίσης και τη διαχείριση της. Δεν διστάζει να θίξει ακόμα και μια παράμετρο-ταμπού για την ερμηνεία της ανόδου της ακροδεξιάς: Η πλήρης ανομία και η εμπρηστική διάλυση του κέντρου της Αθήνας μετά τη δολοφονία Γρηγορόπουλου δεν είναι άμοιρες ευθυνών για το κοινωνικοπολιτικό τοπίο που ακολούθησε, με τη διαμόρφωση του κύματος των αγανακτισμένων και το ευρύ μέτωπο μιάς “αντικοινοβουλευτικής και αντιμνημονιακής πολιτικής”.

Όπως επισημαίνει, ο χειρισμός από το σύνολο σχεδόν της πολιτικής εξουσίας, αλλά και τα ΜΜΕ, ήταν τραγικός: Κυβέρνηση και αντιπολίτευση δεν αναγνώρισαν τις πολιτικές τους ευθύνες για το συμβάν και ότι επακολούθησε, δεν αναγνωρίστηκε η απόλυτη έλλειψη επαγγελματισμού της αστυνομίας, επιτράπηκε να μετατοπιστεί η συζήτηση σε “καλή και κακή βία” - και η τακτική του να δίνεται σημασία μόνο στα μικροπολιτικά οφέλη, με αντιδημοκρατικούς εκτροχιασμούς, συνεχίστηκε και από τους διαδόχους στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, όπως με την περίπτωση της δημοσίευσης των φωτογραφιών των οροθετικών ιερόδουλων.

Στα τελευταία κεφάλαια, η Άννα Φραγκουδάκη ασκεί δριμεία κριτική στην ανεπάρκεια του πολιτικού συστήματος (επιφυλάσσοντας ιδιαίτερες αναφορές και στους Ανεξάρτητους Έλληνες που δεν συμπεριλαμβάνονται στο πρώτο μέρος του βιβλίου), που ευνόησε την εθνικιστική ρητορεία, την αλλοίωση των εννοιών, τον αντιμνημονιακό παροξυσμό περί “προδοτών” και όλα όσα ενίσχυσαν την ατζέντα της ακροδεξιάς. Δεν χαρίζεται στην αξιωματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ίσως δεν αφιερώνει αρκετό χώρο, για το πώς και η μεγαλύτερη κομματική έκφραση της δεξιάς παράταξης και η ηγετική της ομάδα ”κλείνει το μάτι” στη Χρυσή Αυγή, με απρόβλεπτες επιπτώσεις. Επισημαίνει ωστόσο πόσο λιγότερο εξοπλισμένη απέναντι σε εταίρους και δανειστές είναι η εκάστοτε πολιτική ηγεσία, με την εξάπλωση της αντικοινοβουλευτικής και αντιευρωπαϊκής δημαγωγίας.

Στο επίμετρο της, η συγγραφέας κάνει τρία καταληκτικά σχόλια, που προτείνουν λύσεις από το αδιέξοδο και συνοψίζουν το βάθος του προβλήματος. Αξίζει να κρατήσουμε μια φράση: “Είναι αποκαλυπτικό οτι η ιστορία είναι το μόνο σχολικό μάθημα που έχει τόσο μεγάλη απόκλιση από την αντίστοιχη επιστήμη, με αποτέλεσμα να διδάσκει όχι μια προσαρμοσμένη ή έστω αλλοιωμένη, αλλά την αντίθετη με βάση τα επιστημονικά κεκτημένα προσέγγιση του παρελθόντος”.

Δεν είμαι σε θέση να καταλογίσω αδυναμίες, σε επιστημονικό επίπεδο, σε αυτό το βιβλίο. Ωστόσο, θα έλεγα οτι αν η συλλογιστική του έμπαινε με αξιώσεις στο δημόσιο διάλογο, οι ελπίδες για μια καλύτερη Ελλάδα μετά την κρίση, θα ήταν αυξημένες...














Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Το εξώφυλλο του βιβλίου είναι από το www.biblionet.gr και του άλμπουμ από το www.sodwee.com

To post συνοδεύεται από το εντυπωσιακό βίντεο του "I Love You", του Γάλλου Woodkid.

buzz it!

22.8.13

Η ηγεμονία του άκοπου...

Τους θυμάμαι σαν τώρα: Περιφέρονταν ανάμεσα στις (ρεζερβέ) ξαπλώστρες των πλαζ, ενίοτε και με πούρο στο χέρι (λες και μεγάλωσαν με αυτό) φωνάζοντας πνιχτά εντολές του τύπου “πούλα” ή “αγόρασε τη μεγαλύτερη φούσκα”. Η φρενίτιδα του εύκολου πλουτισμού, με το μεγαλύτερο δυνατό ρίσκο, είχε καταλάβει “μικρούς” και “μεγάλους”, εκείνο το καλοκαίρι του 1999.

Όλοι ξαφνικά είχαν γίνει ειδικοί στις ροζ σελίδες. Νέοι άνθρωποι παρατούσαν τις δουλειές τους, συνάδελφοι με “βασικούς” μισθούς έπαιζαν τα δίδακτρα του παιδιού τους, άλλοι έψαχναν να πουλήσουν οικοπεδάκια για να “επενδύσουν” στον τζόγο. Με κάτι φίλους είχα τσακωθεί όταν προσπαθούσαν να με πείσουν ότι αυτή είναι η “νέα οικονομία”, ότι “έτσι γίνονται πλέον τα πράγματα”, οτι “αυτό είναι το μέλλον”. Μια ολόκληρη κοινωνία πιάστηκε στα γρανάζια μιάς πυραμίδας, αυτή η ίδια που λοιδορούσε τους “απολίτιστους Αλβανούς”, όταν έπεσαν στη δική τους παγίδα, στο δικό τους “αεροπλανάκι”...

Ενστικτωδώς, αλλά και από πεποίθηση, είχα αρνηθεί κάθε είδους σχέση με αυτή την τρέλλα. Από τις διάφορες δημόσιες παραινέσεις, που μετέδιδα κάθε βράδυ στο δελτίο ειδήσεων, κρατούσα μόνον αυτές που προειδοποιούσαν οτι “το χρηματιστήριο δεν είναι τζόγος για τους πολλούς” - και όχι αυτές που παρουσίαζαν τη χρηματιστηριακή άνθηση ως ένδειξη μιάς ισχυρής οικονομίας και μιάς νέας εποχής. Ούτε η δημοσιογραφία του limit up, αλλά ούτε το boom των χρηματιστηριακών σπουδών μου φάνταζαν ως η επιθυμητή εξέλιξη της χώρας.

Ενα νήμα διέτρεχε όσους αντιστάθηκαν, από τους διάφορους γνωστούς και φίλους (χωρίς αυτό να σημαίνει οτι πολλοί που ενέδωσαν δεν είχαν αυτά τα χαρακτηριστικά): Η παιδεία και η καλλιέργεια. Οι διαφορετικές αξίες στις οποίες προσέβλεπαν, ο συνολικός πολιτισμός της ζωής τους δηλαδή, ήταν αυτά που προστάτευσαν πολλούς, από όσους είχαν την οικονομική δυνατότητα του ρίσκου, να μην υποστούν την ταπείνωση της απώλειας. Όλοι θέλουμε να αποκτήσουμε περισσότερο πλούτο, αλλά αν μας ενδιαφέρουν και άλλα πράγματα εκτός από το τελευταίας τεχνολογίας αυτοκίνητο, έχουμε περισσότερες πιθανότητες να είμαστε θωρακισμένοι.

Το σχετικό αφιέρωμα των Νέων μου θύμισε το κλίμα αυτό, 14 χρόνια μετά. Και δυό σελίδες πριν, ένα εξαιρετικά καλογραμμένο άρθρο, με θαυμαστά επιτηδευμένη γλώσσα, με έφερε στον προβληματισμό του σήμερα, με αφορμή τα διάφορα κωμικοτραγικά που έλαβαν χώρα τον τελευταίο καιρό, γύρω από αφορολόγητες σκυλάδικες και “αντιστασιακές” συναυλίες : “Δημοκρατία σημαίνει και φορολογία και ποπ σκυλάδικο” , του επίκουρου καθηγητή Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Παναγή Παναγιωτόπουλου.

Σύμφωνα με αυτό: “Με αφετηρία την ορθή διαπίστωση ότι το μαύρο χρήμα και η κρατικοδίαιτη προσοδοθηρία (μεγάλων και μικρών) προκαλούν ανυπόφορες κοινωνικές ανισότητες, ορισμένοι ανομολόγητοι ελιτιστές τακτοποιούν ανοικτούς λογαριασμούς τους με την «μπας κλας» κουλτούρα της ανώτερης και της μεσαίας τάξης. Αξιόλογοι και έντιμοι άνθρωποι, με μέριμνα για μια δημοκρατική και δίκαιη υπέρβαση της κρίσης, διολισθαίνουν στην ηθική αστυνόμευση της ζωής, στον στιγματισμό αυτού που οι ίδιοι θεωρούν όχι απλώς ευτελές, αλλά και καταγωγή των χρεοκοπικών μας δεινών. Αθελά τους συμβάλλουν στη νεοσυντηρητική περικύκλωση της δημοκρατίας και στον εξαγνισμό της φτώχειας. Το κάνουν προβαίνοντας σε μια (ελπίζω ασύνειδη) πνευματική λαθροχειρία. Συγχέουν τα ηθικά συναισθήματα και τον τρόπο ζωής των ατόμων με τις δημόσιες οικονομικές υποχρεώσεις των πολιτών. Ωστόσο τίποτα δεν αποδεικνύει ότι η ενδημική φοροδιαφυγή είναι σύμφυτη με τον πολιτισμό και τους συμβολισμούς της σπατάλης.”

Και καταλήγει: “Ο δίκαιος φορολογικός επιμερισμός για την επίτευξη πλεονασματικών προϋπολογισμών αποτελεί επαρκέστατο δημοκρατικό πρόταγμα που δεν χρειάζεται κανένα ηθικολογικό συμπλήρωμα - η φοροδιαφυγή είναι εγκληματική και κοινωνικά ανάλγητη αφʼ εαυτής. Απεχθής φοροφυγάς είναι και αυτός που γελοιοποιείται πίνοντας σαμπάνια στην υγεία του «ανάπηρου δυνάστη» και ο «άγιος» γονιός που χρηματοδοτεί τριπλές, παρατεταμένες, αντιπαραγωγικές σπουδές «τέχνης» των τέκνων του στη Βρετανία ή σε άλλους γνωστικούς παραδείσους.”

Δεν ξέρω αν αναφέρεται μόνο στον Κούρτοβικ (δυστυχώς τα άρθρα των “Νέων” είναι κλειδωμένα) ή και σε άλλους. Αυτό που έχω να παρατηρήσω, σε ένα άρθρο που με βρίσκει σε πολλά σύμφωνο, είναι οτι ο συγγραφέας του μιλάει κατεξοχήν πολιτικά - και όχι κοινωνιολογικά. Αν το άρθρο γράφτηκε για να μας θυμίσει οτι στη φιλελεύθερη δημοκρατία είναι αδιανόητο να απαγορεύεις ή να περιορίζεις κάποιες νόμιμες επιχειρηματικές δραστηριότητες και εκφράσεις του λόγου ή της τέχνης, καλώς. Και πράγματι, το αδίκημα της φοροδιαφυγής δεν εξαγνίζεται, αν είναι για “καλλιεργημένο” σκοπό - είναι αυτονόητο.

Δεν έχω την επιστημονική κατάρτιση, για να αντιμετωπίσω έναν τόσο πυκνό και κατασταλαγμένο λόγο. Έχω όμως την εντύπωση οτι στην προσπάθεια του να μην επιβληθεί μια περιρρέουσα “ηθικολογία”, ο συγγραφέας ξεχνάει τη σημασία που έχουν οι κοινωνικά διάχυτες νοοτροπίες. Άλλο η απαγόρευση - και άλλο η μη αποδοχή (ή αλλιώς καταδίκη), σε κοινωνικό επίπεδο.

Διότι φαντάζομαι οτι ο συγγραφέας δεν (μπορεί να) παραγνωρίζει οτι η σκυλάδικη αισθητική έχει συμβάλει τα μάλα, στην υποστήριξη των αντιλήψεων που αθωώνουν την απουσία κάθε είδους φορολογικής και άλλης υπευθυνότητας μας, ως πολίτες. Θα μπορούσε βέβαια κανείς να συζητήσει οτι αυτή η αισθητική είναι απλώς έκφραση της ανευθυνότητας, ως μέρους ενός φαύλου κύκλου (αλλά ας το αφήσουμε αυτό στην επιστήμη του).

Και παρόλο που δεν αποδέχεται στο κείμενο του τη συνάρτηση πολιτισμού και υπευθυνότητας, θα έχει παρατηρήσει φαντάζομαι τη στενή σχέση μεταξύ των απολιτίκ αντιλήψεων (γενεσιουργών και της διολίσθησης προς τον φασισμό) και της μορφής αυτής της μουσικής βιομηχανίας, που εξαντλείται στο ευτελές, στο άκοπο και στην “αρπαχτή”. Αν έχει έστω και ελάχιστη σχέση με τη μουσική, θα έχει διαπιστώσει πόσο προσβλητικές για την έννοια της ποιότητας και της προετοιμασμένης δουλειάς (για να μη μιλήσω για διανοητικές απαιτήσεις) είναι οι δήθεν καλλιτεχνικές αυτές εκφράσεις, της κατηγορίας “κόπτεται κιμάς παρουσία του πελάτη”.

Θα έχει επισκεφθεί φαντάζομαι τα διάφορα κοινωνικά media και θα έχει παρατηρήσει με πόση σιγουριά, ρηχότητα και υποκρισία εκτοξεύονται διάφορες καφενειακές και “αντιμνημονιακές” κορώνες βαθιάς σοφίας (αλλά μεγάλης επιρροής), από στιχουργούς και καλλιτέχνες με εκατοντάδες χιλιάδες followers, κατ’ εξοχήν εκφραστές της νεόπλουτα χλιδάτης Ελλάδας του μαύρου χρήματος, που παλεύει απεγνωσμένα να μη χαθεί. Και θα έχει παρατηρήσει πόσο πιο εύκολο είναι να επιβάλονται, χωρίς αντιστάσεις στους χώρους αυτούς, τα πρότυπα της κακόγουστης επίδειξης, με το πανάκριβο ογκώδες αυτοκίνητο, την νεοπλουτική σπατάλη σε χώρους διασκέδασης και την αισθητική τη σιλικόνης.

Το “δε βαριέσαι” και το “έλα τώρα μεγάλε”, η εξύμνηση της παραοικονομίας και η άκοπη ευζωία (αλήθεια πώς θα αποκτηθούν τα χρήματα που θα την εξασφαλίσουν για όλους, αν όχι από τη φοροδιαφυγή;), ο εσωστρεφής επαρχιωτισμός της αμεριμνησίας και ο περιφρονητικός προς τις ευρωπαϊκές αξίες και αρχές εξυπνακιδισμός, το θράσος και η απόλυτη άρνηση για αυτοβελτίωση, η αποφυγή της εμβάθυνσης στη ζωή και στα προβλήματα (για να μη μιλήσω για την πολιτική), όταν αγοράζεις δυό-δυό τα ιλουστρασιόν κουτσομπολίστικα περιοδικά γύρω από ευτελείς προσωπικότητες, είναι όλα άρρηκτα συνδεδεμένα με την αισθητική του σκυλάδικου - και δη του σκυλοπόπ.

Όλοι έχουμε φιλότιμο και είμαστε “καλά παιδιά”, αλλά όταν πρόκειται για κουτοπόνηρες υποχωρήσεις από τη στάση του ευσυνείδητου πολίτη, είναι πολύ πιο εύκολο να το παίζεις ανήξερος ή “αντιστασιακός”, μεταξύ ποδοσφαιρικής φυλλάδας, καταγγελίας των πολιτικών και μεσημεριανάδικης κουτσομπολίστικης εκπομπής.

Η αισθητική του σκυλάδικου λοιπόν, υπήρξε ένας από τους βασικούς πυλώνες για την ανάπτυξη μιας σειράς αντιλήψεων, που δίνουν άλλοθι σε πλείστες όσες αντικοινωνικές συμπεριφορές και αποτελούν μεγάλο μέρος της κοινωνικής μας παθογένειας. Ένας από τους λόγους που φτάσαμε σε τόσο βαθιά κρίση ήταν και το “γιατί όχι κι εγώ”: Εκατομύρια άνθρωποι εκτίμησαν οτι δικαιούνται να ζήσουν πέρα από όσο τους επέτρεπε το πάπλωμα τους και να επιδειχθούν κακόγουστα, ακόμα κι αν η νεόπλουτη “κούρσα” ή τα σινιέ ρούχα φάνταζαν τελείως ξένα επάνω τους.

Το μέτρο (που απωλέστηκε), η σεμνότητα, η εγκράτεια, ο επαγγελματισμός, ο (καλλιτεχνικός) κόπος και ο σεβασμός προς τους άλλους και το δημόσιο χώρο δεν είναι ούτε “καλβινιστικό πρότυπο των Βορείων”, ούτε ηθικολογία, ούτε ελιτισμός. Είναι αξίες κόντρα στη φτήνεια, που συγκρατούν μια κοινωνία (όπως η νεοελληνική), από το να χάσει τελείως το μπούσουλα. Και οι καλλιτέχνες ή οι πολίτες που τα σέβονται δεν είναι οι βλάκες της υπόθεσης.

Όπως λοιπόν και με τη χρηματιστηριακή φούσκα, έτσι και με το σκυλάδικο, η ευσυνειδησία και η κοινωνική υπευθυνότητα πάνε πολύ πιο εύκολα περίπατο, όταν αποδεχόμαστε τέτοιες νοοτροπίες και αισθητική - και ταυτόχρονα δεν επισημαίνουμε πόσο σημαντική είναι η ενίσχυση της καλλιέργειας μας. Και χωρίς να υπονοώ κανενός είδους επιστροφή σε ξεπερασμένες κουλτουριάρικες μεμψιμοιρίες, “αστυνομία του γούστου” ή αντιδημοκρατικούς περιορισμούς, θα πρέπει επιτέλους να αποφασίσουμε σε αυτή τη χώρα να καταδικάζουμε συμπεριφορές και εκφράσεις, χωρίς να σπεύδουμε αμέσως να προλάβουμε, μήπως και περιοριστεί η “ηγεμονία του άκοπου”. Γιατί οι πάσης φύσεως υπερασπιστές της καθυστέρησης αυτό περιμένουν, για να αντιδράσουν και να λοιδορήσουν (με επιτυχία) την πρόοδο, τον ουσιαστικό εκσυγχρονισμό, τους “ελιτιστές”, τους “ευρωλιγούρηδες” και τους “φωταδιστές”.

Δεν ξέρω αν η αισθητική είναι η ηθική του μέλλοντος. Αυτό που ξέρω είναι οτι το να διοργανώνεται συναυλία από εξέδρα μέσα στη θάλασσα, κόστους 25 χιλιάδων ευρώ, για να κάνει την αρπαχτή γκλαμουριά του στην Ελλάδα της κρίσης, o τάδε τραγουδιστής (λες και είναι ο Peter Gabriel στις μεγάλες δόξες του), μοιάζει πιο αμετροεπές από ποτέ. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε οτι το νεόπλουτο σκυλοπόπ έχει τόση σχέση με το γνήσια λαϊκό, όσο ο λαϊκισμός και η δημαγωγία με το σεβασμό της λαϊκής θέλησης. Είναι εύκολο, στα όρια της απάτης...















Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

H φωτό είναι από το www.tumblr.com και το εξώφυλλο από το www.sugarmount.com

To post συνοδεύεται από το "The Paris Match", από το ντεμπούτο της συνεργασίας των Βρετανών Paul Weller και Mick Talbot, στους Style Council.

buzz it!

15.8.13

Ο ευτελισμός της αξιοκρατίας

Ας το επαναλαμβάνουμε, ώσπου να το εμπεδώσουμε: Ενός (τραγικού) λάθους, μύρια έπονται. Το κλείσιμο της ΕΡΤ παράγει συνεχώς κι άλλα ολισθήματα. Και η εκχώρηση της διαχείρισης της υπόθεσης της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στο Υπουργείο Οικονομικών αποδεικνύεται καταστροφική.

Η ανακοίνωση των ονομάτων των πρώτων 577 επιτυχόντων (γιατί όχι 589 όπως είχε αρχικά ανακοινωθεί;) αποκάλυψε τα προβλήματα ενός λανθασμένου σχεδιασμού και μια πρόχειρης βιασύνης “να γίνουν όλα γρήγορα”, υπό την πίεση της προσωρινής διαταγής του ΣτΕ, χωρίς όμως να μελετηθούν όλες οι παράμετροι, από ανθρώπους που γνωρίζουν το επάγγελμα και τις ιδιαιτερότητες ενός ραδιοτηλεοπτικού μέσου.

Με την προμετωπίδα της αξιοκρατίας, το Υπουργείο Οικονομικών προκήρυξε τις θέσεις, με πολλές ελλείψεις και άλλες τόσες υπερβολές. Ας παρακάμψουμε το γεγονός οτι άνοιξαν θέσεις για 32(!) συναδέλφους μου Ηλεκτρολόγους Μηχανικούς, που είναι αμφίβολο οτι χρειάζονται σε αυτή την πρώτη φάση λειτουργίας της Δημόσιας Τηλεόρασης - και μόνο μία(1) για το αρχείο. Ας δεχθούμε επίσης, για χάρη της οικονομίας της συζήτησης, οτι δεν έγινε καμία απολύτως παρέμβαση, από κανένα κομματικό ή φιλικό προς την εξουσία κέντρο - και οτι η “επεξεργασία” των αποτελεσμάτων, που έγινε από ιδιωτικό γραφείο, είναι απολύτως καθαρή και γνήσια.

Βλέποντας το spreadsheet των αποτελεσμάτων που δόθηκε στη δημοσιότητα, η πρώτη παρατήρηση είναι οτι υπάρχουν ανεπίτρεπτα λάθη: Ποιός είναι ο “Αντικαταστήστε με όνομα”, στη θέση 16, που δεν καταχώρησε το όνομα του, αλλά καλείται προς πρόσληψη; Και ποιός είναι ο ηλεκτρονικός με το ίδιο όνομα, αλλά με διαφορετικούς αριθμούς ταυτοτήτων, στις θέσεις 229 & 230; Σε ένα άλλο επίπεδο, γιατί κρίθηκε υποχρεωτικό να δοθούν στη δημοσιότητα οι αριθμοί των δελτίων ταυτότητας, δίπλα από το όνομα, χωρίς να υπάρξει προστασία των προσωπικών δεδομένων;

Η ουσία όμως του προβλήματος είναι αλλού, σε δύο κεφαλαιώδη λάθη. Το πρώτο έχει να κάνει με την αποδοχή των “κατά δήλωση” προσόντων του κάθε υποψηφίου. Καθώς για να λειτουργήσει ξανά στοιχειωδώς μια δημόσια ραδιοτηλεόραση χρειάζεται τους ανθρώπους που ξέρουν τις ιδιαιτερότητες και ταιριάζουν με το ύφος της, η προκήρυξη αυτή πριμοδοτεί τους πρώην εργαζόμενους της ΕΡΤ, με 200 μόρια, εφόσον δούλευαν συνεχώς τα τελευταία δύο χρόνια και δεν ήταν παραλλήλως σε μισθολόγιο άλλου εργοδότη, π.χ. μιας εφημερίδας.

Πολλοί υποψήφιοι, είτε εξ αμελείας είτε εκ του πονηρού, δήλωσαν οτι είναι και αυτοί “απολυμένοι της ΕΡΤ την 11η Ιουνίου”, όπως με σαφήνεια δηλώνεται η ειδική αυτή κατηγορία, στο κείμενο της προκήρυξης. Άλλοι επικαλούνται οτι έλαβαν τέτοιες οδηγίες από το help desk που στήθηκε στο Υπουργείο Οικονομικών: Οι άσχετες υπάλληλοι έλεγαν οτι “αφού ήσασταν στην ΕΡΤ κάποιο διάστημα τα τελευταία δύο χρόνια, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούστε τα μόρια”. Αποτέλεσμα ήταν ο πίνακας των επιτυχόντων να βρίθει από υποψηφίους, που δήλωσαν ψευδή στοιχεία και εκτόπισαν άλλους, που δικαιούνται τις θέσεις.

Το δεύτερο λάθος έχει να κάνει με τον ίδιο τον αλγόριθμο αξιολόγησης μιας προκήρυξης, που είναι σαφές οτι είναι μεταποίηση άλλων παρόμοιων και είναι κατάλληλη μόνο για επιλογή υπαλλήλων γραφείου, με βάση την εκπαίδευση τους. Αντί να αξιολογήσει ποιοτικά την εμπειρία του καθενός (η ποσοτική από μόνη της δεν αρκεί, καθώς το επάγγελμα είναι γεμάτο από μέτριους με εμπειρία 30 χρόνων), η προκήρυξη δίνει μάξιμουμ 600 μόρια, για την προϋπηρεσία σε οποιονδήποτε ραδιοτηλεοπτικό φορέα (ανεξαρτήτως του αν κάποιος ήταν στο BBC ή στο Καλαμάτα TV), μέχρι διάρκειας 5 ετών. Δεδομένου οτι οι περισσότεροι υποψήφιοι την κατέχουν, η υπόθεση κρίνεται (με άλλα 400 μόρια μάξιμουμ) στις σχολικές ή πανεπιστημιακές επιδόσεις του καθενός - με λίγα ακόμα μόρια για τις γλώσσες και για κοινωνικούς λόγους (παιδιά, ασθένειες κλπ.)

Εδώ όμως είναι η απίστευτη αστοχία: Ειδικά για το δημοσιογραφικό επάγγελμα, που δεν απαιτεί πανεπιστημιακές σπουδές, η μοριοδότηση είναι ίδια για όποιον έχει απολυτήριο λυκείου και για όποιον έχει πτυχίο πανεπιστημίου (το μεταπτυχιακό πριμοδοτείται ασθενώς, ανεξαρτήτως βαθμού, με 40 ή 80 μόρια, ανάλογα αν είναι στο αντικείμενο ή όχι). Έτσι, εμφανίστηκε το φαινόμενο οι υποψήφιοι με υψηλό βαθμό στο απολυτήριο ή στο πτυχίο ΤΕΙ (πράγμα κατά τεκμήριο πιο εύκολο), να ξεπερνούν συναδέλφους τους, με πολύ απαιτητικότερες σπουδές, αλλά χαμηλότερο βαθμό.

Επιπλέον, δεν διευκρινίστηκε αν η απαιτούμενη εμπειρία είναι στη θέση, για την οποία κάνει αίτηση ο υποψήφιος. Σε συνδυασμό με την απουσία κάποιων ειδικοτήτων, λόγω ελλιπούς στελέχωσης και βιαστικού σχεδιασμού, παρουσιάστηκε το φαινόμενο να πετυχαίνουν υποψήφιοι σε θέσεις, για τις οποίες έχουν ελάχιστη ή καθόλου εμπειρία, λόγω υψηλών μαθητικών επιδόσεων - κριτήριο απαράδεκτο για να περιγράψει πλήρως τη δημοσιογραφική ή τηλεοπτική και ραδιοφωνική επάρκεια. Χώρια που για κάποιους πολύ έμπειρους συναδέλφους, το να τρέχουν να βρουν το απολυτήριο του (τότε) γυμνασίου, είναι άκρως υποτιμητικό.

Έτσι λοιπόν, η παντελής άγνοια ή η εξ επίτηδες στρέβλωση παρήγαγε “τέρατα”: Εν ολίγοις, wannabe παρουσιάστρια με πεντάχρονη εμπειρία, που ήταν σπασίκλας στο σχολείο ή τελείωσε με πολύ καλό βαθμό ΤΕΙ ιχθυοκαλλιέργειας και έχει δύο παιδιά, μπορούσε να αφήσει έξω συναδέλφους της που έχουν το εκατονταπλάσιο κύρος ή άλλους που έχουν μεταπτυχιακό στις διεθνείς σχέσεις. Κομήτες, αλεξιπτωτιστές και φαιδρές προσωπικότητες που δεν έχουν καμία σχέση με εκπομπές του 21ου αιώνα υπερκέρασαν άξιους δημοσιογράφους, που ξέρουν να στήνουν εκπομπές ή δελτία, με πολύ καλές επιδόσεις θεαματικότητας. Και “γόνοι”, στενών οικογενειακών σχέσεων με την εξουσία, διεκδικούν τα κρίσιμα για τη λειτουργία μιας ενημερωτικής τηλεόρασης πόστα του αρχισυντάκτη ή του ανταποκριτή.

Τώρα τρέχουν να προλάβουν, μέσα στο Δεκαπενταύγουστο, να συμμαζέψουν τα ασυμάζευτα, καλώντας εσπευσμένα τους “επιτυχόντες” να αποδείξουν με δικαιολογητικά την αλήθεια των δηλώσεων τους. Όσο όμως και να καταρτιστούν νέοι πίνακες (που καθυστερημένα θα περιλαμβάνουν και έλεγχο των δικαιολογητικών), η διαδικασία είναι άκρως προβληματική και προσβλητική. Όχι μόνο για τους ίδιους τους υποψηφίους, αλλά κυρίως για την έννοια της αξιοκρατίας και την αξιολόγηση, για την εφαρμογή της οποίας πολλοί κόπτονται, αλλά λίγοι εννοούν πραγματικά.

Το ακόμα πιο κρίσιμο όμως είναι με τι δημόσια ραδιοτηλεόραση θα βρεθεί η ευρωπαϊκή χώρα που λέγεται Ελλάδα, μετά τους χειρισμούς των τελευταίων μηνών. Και τι αξιοκρατία, διαφάνεια και αντικειμενικότητα θα εφαρμοστεί στην περίπτωση της ΝΕΡΙΤ, αν ακολουθηθούν μέθοδοι που δεν εξασφαλίζουν τη στελέχωση της με τους πραγματικά αξιότερους, αυτούς που έχουν την εμπειρία και ξέρουν τη δουλειά, αλλά και αυτούς (τους λίγους ίσως) που μπορούν να τη μπολιάσουν με την απαραίτητη υψηλή τεχνογνωσία, από τους προηγμένους αντίστοιχους φορείς του εξωτερικού;

Διότι αν η δημόσια ραδιοτηλεόραση διαλύθηκε απλώς για να διευκολυνθούν οι πάσης φύσεως ακατάλληλοι ή έχοντες διασυνδέσεις, από την ΕΡΤ ή την καθημαγμένη αγορά, τότε (ακόμα περισσότερο) αποκαλύπτεται το πόσο ζημιογόνα ήταν εξ αρχής η ιδέα αυτή...















Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

H αφίσα είναι από το www.canstockphoto.com και το εξώφυλλο από το www.open.spotify.com

To post συνοδεύεται από το "What A Wonderful World" του Αμερικανού Sam Cooke

buzz it!

ShareThis