Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κεντροαριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κεντροαριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6.3.17

Grexit ή Alexit?

Αυτός ήταν ο πιο δύσκολος χειμώνας της κρίσης. Όχι μόνο μετεωρολογικά, καθώς το κρύο ήταν για σχετικά μεγάλα διαστήματα τσουχτερό και εξάντλησε τους πολίτες με τα παγωμένα σπίτια, αλλά συνολικά από πλευράς οικονομικών και ψυχολογικών αντοχών, όπως και από πλευράς εύρυθμης λειτουργίας της καθημερινής ζωής.

Η υπερφορολόγηση, που εφαρμόστηκε μαζί με τη στάση πληρωμών προς προμηθευτές του δημοσίου, ώστε να εμφανιστεί δημοσιονομικό πλεόνασμα, έφερε την απόλυτη κατήφεια στην πραγματική οικονομία. Χωρίς επιχειρήσεις και ελεύθερα επαγγέλματα, η όποια ανάπτυξη ασφυκτιά και είναι στην ουσία πλαστή. Και μαζί με τη γενικότερη διάλυση του κράτους, όπως αυτή εκφράζεται με την επαπειλούμενη χρεοκοπία δημοσίων οργανισμών, τις ελλείψεις στα νοσοκομεία, την πλήρη διάλυση στους στόλους οχημάτων έκτακτης ανάγκης και τα γιουρούσια στα μέσα μεταφοράς, ολοκλήρωσε την εικόνα της διολίσθησης προς ένα failed state.

Η συσσώρευση της κόπωσης από 7 χρόνια μνημονίων γεμάτα παλινωδίες, με άρνηση συνειδητοποίησης για το τι έφταιξε, χωρίς σχέδιο και ουσιαστική μεταρρυθμιστική προσπάθεια, οδηγεί μια κοινωνία στο μοιραίο, στην παραίτηση: “Τίποτα δεν αλλάζει, τίποτα δεν δουλεύει, οι άλλοι φταίνε, ας φύγουμε από την Ευρώπη”. Εννοούν από τα “κακά” της Ευρώπης. Γιατί από τα καλά, κατά βάθος δεν θέλει να φύγει κανείς…

Η βαθύτερη επίπτωση της διακυβέρνησης των δύο τελευταίων ετών είναι ο αντιευρωπαϊσμός και η μετριοκρατία, που έχουν απλωθεί παντού σαν επιδημία. Οι λιγότερο ικανοί, φτάνει να “είναι παιδιά του λαού” (λες και αν είσαι λαϊκής καταγωγής δεν μπορείς να έχεις προσόντα), ανταμείβονται ώστε να υπάρχει πλήρης ισοπέδωση της αξίας και της διάκρισης. Σε μια χώρα που το βιογραφικό δεν έγινε ποτέ πραγματικά αποδεκτό, η τελευταία συμπλεγματική προσπάθεια είναι να δαιμονοποιηθεί κιόλας.

Τα αποτελέσματα της “περήφανης διαπραγμάτευσης” του 2015, τώρα πληρώνονται. Τα capital controls, σχεδόν εδώ και ενάμιση χρόνο, δεν αφήνουν την Ελλάδα να θυμίζει δυτικό κράτος, με ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων. Και η κυβέρνηση μην έχοντας να επιδείξει καμμία σχεδόν επιτυχία, ούτε καν στο αυτονόητο για αριστερά επίπεδο των δικαιωμάτων (πλην ίσως του νομοσχεδίου για την ιθαγένεια) και του χωρισμού κράτους-εκκλησίας, παραπαίει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, μαζί με τη χώρα. Τα δύο χρόνια διακυβέρνησης Συριζανέλ με άνεση ξεπερνούν την μέχρι τώρα χειρότερη διακυβέρνηση της μεταπολίτευσης, την τελευταία διετία Καραμανλή, που άφησε τη χώρα να διολισθήσει στην υπερχρέωση και τελικά τη χρεοκοπία…

Ανεξαρτήτως του αν το Μαξίμου επιθυμεί ή όχι την εξαθλίωση της χώρας για να εφαρμόσει ένα σχέδιο Grexit και κατάλυσης της αστικής δημοκρατίας (ώστε να παραμείνει εσαεί στην εξουσία, αντί να ηττηθεί κατά κράτος στις επόμενες εκλογές) ή αδυνατεί λόγω ιδεοληψιών και ανικανότητας να κάνει κάτι διαφορετικό από το απίστευτο αυτό σύρσιμο, το αποτέλεσμα είναι απαράδεκτο. Η δεύτερη αξιολόγηση έπρεπε να κλείσει τον Φεβρουάριο του 2016 και ακόμα και η κυβέρνηση παραδέχεται τόσον καιρό τη σημασία του να μην ξεχειλώσει χρονικά η διαδικασί. Προς το παρόν, πήραμε μία ακόμα παράταση, που απέτρεψε την καταστροφή, αλλά δεν εγγυάται καθόλου το κλείσιμο της συμφωνίας.

Κάποιοι μετρούν το ποσοστό της ευθύνης των δανειστών σε αυτή την παθογόνα καθυστέρηση. Όπως και να έχει, το φλερτ με την ταμειακή ασφυξία και την αδυναμία δανεισμού είναι ένα εξαιρετικά επικίνδυνο παιχνίδι - και από γεωπολιτικής άποψης, δεδομένης της “φλεγόμενης” γειτονιάς μας και της αλλαγής των παγκόσμιων ισορροπιών. Το ευρώ δεν είναι απλώς ένα νόμισμα και η απομάκρυνση από την προστασία (οικονομική και εθνική) που προσφέρει, με πρόσχημα τους πιθανούς κλυδωνισμούς του τα επόμενα χρόνια, είναι εγκληματική.

Η κουτοπόνηρη τακτική των κυβερνώντων δε είναι η ακόλουθη: Τραβάμε το σκοινί όσο δεν πάει, πετυχαίνουμε τελικά το χειρότερο και μετά γυρνάμε στους αντιπάλους μας και λέμε “μα εσείς παρακαλούσατε να υπογράψουμε πάση θυσία”. Προφανώς παρακαλούσε η κοινωνία, γιατί κάθε καθυστέρηση ισοδυναμεί με χειροτέρευση - και η απουσία συμφωνίας με απόλυτη ασφυξία. Μόνο που οι ευθύνες μιας κυβέρνησης δεν είναι το πινγκ-πονγκ ανακοινώσεων, που παίζει με την αντιπολίτευση και το παρελθόν της, αλλά οι εξηγήσεις που οφείλει να δίνει στους πολίτες της χώρας.

Με δεδομένο οτι το Μαξίμου και οι κυβερνητικοί βουλευτές θα κάνουν το παν να μην χάσουν την εξουσία, το ερώτημα είναι πώς θα αποφευχθούν οι περαιτέρω συνέπειες της υποβάθμισης της κοινωνίας και της χώρας σε όλα τα επίπεδα. Εάν ο Αλέξης Τσίπρας για κάποιο λόγο δεν συμφωνήσει να υπογράψει όλα τα μέτρα των δανειστών, θα πρέπει να κάνει εκλογές, που είναι βέβαιο οτι θα χάσει με μεγάλη διαφορά, οπότε θα τις αποφύγει πάση θυσία. Εάν προτιμήσει τον τρίτο δρόμο της καθυστέρησης μέχρι το καλοκαίρι (οπότε και λήγουν κρίσιμα ομόλογα) ή το φθινόπωρο, περιμένοντας “να αλλάξουν οι συσχετισμοί στην Ευρώπη” και “να νικήσει ο Σούλτς τη Μέρκελ και τον Σόϊμπλε”, θα εφαρμόσει ένα σενάριο αργής αυτοκτονίας.

Το σενάριο του (από πάσης πλευράς επιβλαβούς) δημοψηφίσματος φαίνεται να απομακρύνεται, καθώς η πλειοψηφία υπέρ της δραχμής δείχνει δύσκολη και μεταξύ άλλων ο αιφνιδιασμός έχει “καεί”. Σε μια τέτοια απευκταία περίπτωση, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα πρέπει να αρνηθεί ή να παραιτηθεί, προκαλώντας εκλογές. Αλλά και οι πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης θα έπρεπε να ήταν ήδη έτοιμες να δώσουν τέλος στη τραμπάλα της αστάθειας. Εκεί βρίσκεται ένα από τα μυστικά της ανοχής, της οποίας χαίρει ακόμα ο πιο κυνικός πρωθυπουργός της μεταπολίτευσης.

Η Νέα Δημοκρατία δείχνει ακόμα ανίκανη να συνεγείρει πλειοψηφικές μάζες, καθώς τα εκσυγχρονιστικά ανοίγματα προς το κέντρο του Κυριάκου Μητσοτάκη έχουν να αντιμετωπίσουν τα ακροδεξιά και εθνικιστικά βαρίδια μιας παράταξης, που κατά το ήμισυ τουλάχιστον δεν είναι ευρωπαϊκή. Η θεωρία οτι η συντηρητική παράταξη θα διεισδύσει και θα αλιεύσει ψηφοφόρους της κεντροαριστεράς, όταν βουλευτές της συμπαρατάσσονται με Νικολόπουλο και Καμμένο για το “τάμα του έθνους” είναι εξαιρετικά αδύναμη. Ο ίδιος δε ο αρχηγός της πρέπει να βελτιώσει σημαντικά τη “σκηνική” του παρουσία, αν θέλει να γίνει ο υπεύθυνος πρωθυπουργός που θα ψηφιστεί και από μη δεξιούς.

Αυτό που θα μπορούσε να κάνει η ΝΔ είναι να κυβερνήσει μαζί με προσωπικότητες, κάνοντας ένα άνοιγμα στον πέρα του κέντρου χώρο. Ιδιαίτερη σημασία έχει όμως ποιός θα απορροφήσει τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ και σε τι ποσοστό. Από αυτό θα εξαρτηθεί η κατάταξη των κομμάτων και η αντιπολιτευτική δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ την επόμενη μέρα, αλλά και η ακύρωση της “δεξιάς παρένθεσης” που θα επιθυμούν, πιθανότατα μάταια και αυτοί (με τη σειρά τους).

Η Δημοκρατική Συμπαράταξη πήρε πόντους σε κάποιες δημοσκοπήσεις, μετά τις πρόσφατες διευρύνσεις. Ωστόσο, η “αντιμνημονιακή” στροφή και η μεθοδική όξυνση της δήθεν πατριωτικής ρητορικής το τελευταίο διάστημα, δείχνει οτι η Φώφη Γεννηματά όχι μόνον έχει διαλέξει λάθος δρόμο, αλλά έχει βαθιές ρίζες στον λαϊκισμό, όπως τις κατήγγειλε και ο Θανάσης Χειμωνάς αποχωρώντας. Προπαθώντας να αλιεύσει πίσω τους ψηφοφόρους του βαθέος ΠΑΣΟΚ που διόγκωσαν τον ΣΥΡΙΖΑ, δυναμιτίζει όλη τη φιλοευρωπαϊκή υπευθυνότητα που θα όφειλε να έχει ένας κεντροαριστερός συνασπισμός. Μια μετεκλογική συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ θα εξαφάνιζε τελείως αυτή τη φυσιογνωμία. Ο τόπος δεν χρειάζεται δύο ΠΑΣΟΚ των χειρότερων υλικών.

Και ναι μεν καλά κάνει και κρατάει τις αποστάσεις από τη ΝΔ, δεν θα πρέπει όμως να ξεχνάει οτι συγκυβέρνησε μαζί της. Θα ήταν ευχής έργο να έρθει τρίτο κόμμα η Συμπαράταξη, αφήνοντας πίσω το ναζιστικό μόρφωμα (αν οι δημοσκοπήσεις αυτές αποτυπώνουν την αλήθεια και όχι το ανειλικρινές κρύψιμο των χρυσαυγιτών ψηφοφόρων). Αλλά αυτό δεν φτάνει. Η χώρα χρειάζεται πάνω από όλα μια ισχυρή κεντροαριστερά (όπως και μια ισχυρή κεντροδεξιά), που θα μπορέσει να πρωταγωνιστήσει και να στείλει τα άκρα στο περιθώριο του πολιτικού φάσματος, που τους αναλογεί.









Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Το σκίτσο είναι του Αρκά και η φωτό είναι από τo www.pastemagazine.com/

Το post συνοδεύεται από το "Come Undone", από τη Σκωτσέζα Isobel Campbell & τον Αμερικανό Mark Lanegan.

buzz it!

1.9.16

“Δρόμοι ζωής” ενός εκσυγχρονιστή ηγέτη

Το 1996 είχα τσακωθεί με όλους τους πολιτικούς συντάκτες που γνώριζα: Επέμεναν οτι ο Άκης Τσοχατζόπουλος έχει τον μηχανισμό και τα “κουκιά” ώστε να εκλεγεί. Εγώ επέμενα οτι η κοινωνία και το κόμμα θα πίεζαν, ώστε να επιβληθεί η δουλειά και η σοβαρότητα, μετά την παρακμή, που χαρακτήρισε τους τελευταίους μήνες της ζωής του Ανδρέα Παπανδρέου. 

Συνάντησα τον Κώστα Σημίτη δύο χρόνια μετά, στην καθιερωμένη δεξίωση στο Μαξίμου για τους εκπροσώπους του τύπου. Από κοντά αυτός ο συνεσταλμένος, αλλά αυστηρός, πολλές φορές, πολιτικός σου έδινε την εντύπωση οτι ζούσε σε έναν δικό του, παράλληλο κόσμο. Λίγους μήνες αργότερα, μου προκάλεσε το μεγαλύτερο καρδιοχτύπι πάνω στη δουλειά: Μετέφραζα απευθείας για την ΕΡΤ, όταν ανέβηκε στο βήμα της πανηγυρικής 50ής Συνόδου του ΝΑΤΟ, στη σκιά των βομβαρδισμών στη Γιουγκοσλαβία - και αντί να εκφωνήσει ένα τυπικό δίλεπτο, όπως όλοι οι ηγέτες, άρχισε να αφηγείται μια παραβολή, από το σκηνικό του εμφυλίου στην Ελλάδα. Για αρκετά δευτερόλεπτα, κανείς δεν καταλάβαινε “πού το πήγαινε”.

Και μάλλον πολλές φορές, πολλοί δεν καταλάβαιναν “πού το πήγαινε”, αυτός ο “επίμονος κηπουρός” της πολιτικής. Όχι γιατί δεν ήταν άνθρωπος της πιάτσας. Αλλά μάλλον γιατί δεν δεχόταν οτι η πολιτική είναι φανφάρες στο μπαλκόνι και στο στούντιο, παρέκκλιση δηλαδή από δημοκρατικές αρχές, προγράμματα, σχέδια, ουσία, πολιτικές. Ιδρυτικό μέλος του ΠΑΣΟΚ με αταλάντευτη αφοσίωση, αλλά ποτέ με ομαδοποιήσεις, ο “καθηγητής που έβαζε βόμβες”, μπορούσε να είναι μειλίχιος και να ακούει τους πάντες, αλλά να μη δέχεται και μύγα στο σπαθί του. Η προγραμματική αντίθεση και η παραίτηση ήταν τα πιο συχνά του όπλα - και δεν ήταν μικροπολιτικοί ελιγμοί. 

Όλα αυτά τα αφηγείται στην πολιτική αυτοβιογραφία του, με τίτλο “Δρόμοι Ζωής”, λίγο πριν κλείσει τα 80 του χρόνια. Οι καταβολές του και τα θραύσματα προσωπικής ζωής που παραθέτει, από τα νιάτα του εως την εκλογή του στην πρωθυπουργία της χώρας και την προεδρία του ΠΑΣΟΚ, το 1996, είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες πλευρές του βιβλίου. Γιατί βοηθούν να εξηγηθεί ο χαρακτήρας, η κοσμοθεωρία και η συνεπακόλουθη πράξη. 

Η αφήγηση του είναι γραμμική, απλή, κατανοητή, εξαντλητική μερικές φορές - και σίγουρα αποστασιοποιημένη, χωρίς εμπάθειες. Είναι σαφές οτι ο Κώστας Σημίτης θέλει να γράψει την ιστορία, όπως εκείνος την προσλαμβάνει. Να εξηγήσει, ενδεχομένως σε συνοδοιπόρους του, κάποιες από τις κινήσεις της πολυκύμαντης πολιτικής του διαδρομής. Να περιγράψει στους σημερινούς αναγνώστες πώς ήταν η Ελλάδα και πώς άλλαξε. Να βοηθήσει να βρούμε το δρόμο μας ως κοινωνία. Δεν γράφει μυθιστόρημα, αφήνει παρακαταθήκες. 

Ο Κώστας Σημίτης υπερασπίζεται τις επιλογές του με πάθος, αλλά μοιάζει πολλές φορές και να απολογείται στον ιστορικό του μέλλοντος: Ναι μεν η διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80 υποκατέστησε ένα τρικοσμικό και εμφυλιακό κράτος της δεξιάς, που χαρακτηρίστηκε από διώξεις και αδικίες, αλλά δεν θέλησε να επιβάλει έναν μηχανισμό αξιοκρατίας, ώστε οι ανισότητες να μην αντικατασταθούν από ισοπεδωτική επικράτηση της μετριότητας. Χαρακτηριστικό είναι ένα από τα πολλά επεισόδια που διηγείται:

[Υπουργός και μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου υποστήριζε, εκείνη την εποχή, οτι δεν θα έπρεπε να απαιτείται η γνώση ξένης γλώσσας από τους νεοπροσλαμβανόμενους υπαλλήλους της Διπλωματικής Υπηρεσίας! Η απαίτηση των δύο γλωσσών ευνοούσε, κατά την άποψη του, τα παιδιά των μεγαλοαστών. Θεωρούσε λοιπόν σημαντικότερο ζήτημα την κατάργηση των προσόντων, εν ονόματι της ισότητας. Στην πραγματικότητα, όμως, επιδίωκε να διευρύνει τον κύκλο των εξυπηρετήσεων τις οποίες θα μπορούσε να παρέχει].

Ο Κώστας Σημίτης στηλιτεύει με κάθε ευκαιρία τις αντιδημοκρατικές πρακτικές, τον συντεχνιασμό και τον πελατειασμό, τον οπαδικό ανταγωνισμό και την εχθρότητα, το “συντηρητικό βαθύ” όπως το αποκαλεί. Διαβάζοντας τον, περνάνε μπροστά από τα μάτια σου όλες οι παθογένειες της Ελλάδας, όλη η υστέρηση της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες. Έμβλημα του ήταν το σύστημα, με την έννοια που έπρεπε να αναζητά η Ελλάδα: Αυτήν του συστηματικού πολιτικού άνδρα- και όχι του “συστημικού”, όπως αρέσκεται να αφορίζει η καφενειακή μας επιπολαιότητα. 

Ευρωπαϊστής από την έναρξη της πορείας του, ακόμα κι όταν ηχούσαν τα λαϊκίστικα συνθήματα “ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο” και “να φύγουν οι βάσεις του θανάτου” (που έφυγαν από μόνες τους, αφού είχε υπογραφεί μια ακόμα παράταση της συμφωνίας παραμονής τους), επεδίωξε πάντοτε την αναβάθμιση της χώρας, μέσα από την ευρωπαϊκή συνεργασία. Πάντοτε “αντάρτης”, από την εποχή του ομίλου Παπαναστασίου και της “Δημοκρατικής Άμυνας”, κατηγορήθηκε συχνά ως “σοσιαλδημοκράτης” και “δεξιός”, εν μέσω πομφολύγων του “τριτοδρομικού” ΠΑΣΟΚ. 

Κατήγγειλε πάντοτε το παλαιοκομματικό σύστημα, που αδιαφορούσε για τις γενικότερες πολιτικές και φρόντιζε μόνο να επιλύει τα τοπικά προβλήματα. Βλέποντας μπροστά, τάχθηκε από πολύ νωρίς κατά του σταυρού προτίμησης, που δημιουργεί εμφύλιο ανταγωνισμό στον εκλογικό αγώνα. Στάθηκε, με κόστος, απέναντι τον αρχηγισμό (και τον εθνικισμό) του Αντρέα και του ΠΑΣΟΚ που εκπροσωπήθηκε από τον Κουτσόγιωργα και τον Τσοχατζόπουλο μέχρι τη Δήμητρα Λιάνη και τον Χρήστο Παπουτσή. Και κυρίως στάθηκε απέναντι στο χυδαίο φαινόμενο του αυριανισμού. 

Το επίτευγμα του διαγράφεται ανάγλυφο: Πιστεύοντας στις αξίες και στα προσόντα, ο Κώστας Σημίτης φαίνεται να έχει φτιαχτεί από το σπάνιο εκείνο μέταλλο των ανθρώπων, που δεν δέχονται να αποκλειστούν από πουθενά. Δεν χαρίζει την εξουσία και την πρόσβαση σε αυτήν, ούτε στα “τζάκια” και στους μεγαλοαστούς που είχαν το κοινωνικό προβάδισμα, αλλά ούτε και στους “λαϊκούς εκφραστές και αγωνιστές”, που χρησιμοποίησαν τα κοινωνικά αιτήματα, για να φτιάξουν καριέρες. Το αουτσάιντερ, που κέρδισε την πιο μακρόχρονη πρωθυπουργία και την προεδρία του κόμματος του, σε μια έξαρση απογαλακτισμού του εκλογικού σώματος από τις τρείς παραδοσιακά ισχυρές πολιτικές οικογένειες της χώρας, λοιδορήθηκε ως ο “άχαρος” - λες και οι ηγέτες πρέπει να είναι χαριτωμένοι.

[Αξιολόγηση, σχεδιασμός, μέτρηση αποτελεσμάτων, προϋπολογισμός και έλεγχος δαπανών θεωρούνταν μέσα για να παρακαμφθούν οι καθιερωμένες πρακτικές “κοινωνικής δικαιοσύνης”. Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών ή των δημοσίων υπαλλήλων παρουσιαζόταν από τους ίδιους ως μια αυθαίρετη διαδικασία καθιέρωσης ανισοτήτων]…[Κάθε ορθολογική παρέμβαση αποτελούσε κίνδυνο για όσους είχαν εξασφαλίσει ειδική μεταχείριση στο υπάρχον σύστημα. Τη δυσφημούσαν εκ των προτέρων και την απέρριπταν ρητά.]

Και φυσικά λοιδορήθηκε το κυριότερο αίτημα της πολιτικής του πορείας, κάτι που θα έπρεπε να είναι η επικεφαλίδα του Συντάγματος κάθε χώρας που θέλει να προοδεύσει: Ο εκσυγχρονισμός. Ο μεθοδικός πρωθυπουργός με το μπλοκάκι, που δεν είχε εύκολη την επικοινωνιακή ικανότητα, αντιμετωπίστηκε με δυσανεξία από μεγάλη μερίδα του εκλογικού σώματος, ανεξαρτήτως των πολιτικών του προτάσεων, γιατί ξένισε τον παραδοσιακό “ελληναρά”, που θέλει τον ηγέτη του κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν. Ακόμα και σήμερα, δύσκολα θα παραδεχθούν κάποιοι οτι “η χώρα επιβιώνει χάρη στους οικονομολόγους που αναδείχθηκαν από τον Σημίτη”, όπως μου είπε πρόσφατα καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο. 

[Αργότερα, όταν ως πρωθυπουργός θα συναντούσα πρώτη φορά τον Βούλγαρο ομόλογο μου, το Υπουργείο Εξωτερικών μου έδωσε ένα υπηρεσιακό σημείωμα για την προετοιμασία της συνομιλίας. Ως κύριο θέμα αναφερόταν η επιστροφή μιας εικόνας της Παναγίας, που την είχαν πάρει οι Βούλγαροι από την Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Οι οικονομικές και πολιτικές σχέσεις, είχαν κατά την άποψη των συντακτών του σημειώματος, δευτερεύουσα σημασία. Όπως είναι αυτονόητο, αγνόησα αυτό το σημείωμα.]

Και οι προσωπικές του ευθύνες και εξηγήσεις; Μερικές μένουν ημιτελείς. Η αφήγηση δεν περιλαμβάνει την οκταετή πρωθυπουργία του (θα χρειαζόταν ίσως ακόμα ένας τόμος), ωστόσο ο Κώστας Σημίτης παραδέχεται την αδυναμία του πολιτικού συστήματος απέναντι στον έλεγχο του πολιτικού χρήματος και στη διαφθορά, που δεν οφείλεται όμως, όπως λέει, αποκλειστικά στο ΠΑΣΟΚ - το ίδιο ισχυρίζεται και για τον λαϊκισμό. Παραδέχεται επίσης την αστοχία στην επιλογή συνεργατών, ωστόσο δεν αναλύει γιατί δεν άντλησε περισσότερους από τη δεξαμενή της αξίας και του κύρους, ως ένας από τους λίγους που πίστευαν σε αυτήν μέσα στο κόμμα του. 

Οι υψηλές ευρωπαϊκές επιδοτήσεις (42,4 δρχ στις 100 αγροτικού εισοδήματος) που πέτυχε στο τέλος της πρώτης υπουργικής του θητείας ως υπουργός Γεωργίας είχαν τελικά θετικό αποτέλεσμα, στην μετέπειτα νοοτροπία των αγροτών; Μπορεί να καταδικάζει μεν τα γαλάζια ψηφοδέλτια της εκλογής Σαρτζετάκη, αλλά να δικαιολογεί και τη στάση του ΠΑΣΟΚ, απέναντι στη ΝΔ, με το ρήμα “αναγκάστηκε”; Μπορεί απλώς να “διαπιστώνει” εκ των υστέρων τη νοθεία στις εσωκομματικές διαδικασίες ή οτι τα αντισταθμιστικά οφέλη στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς εξυπηρετούν αποκλειστικά τις μίζες; Ίσως σε μια αναθεωρημένη έκδοση χρειάζεται να δοθεί περισσότερος χώρος σε αυτές τις απαντήσεις. 

Το πώς θα καταγραφεί ο Κώστας Σημίτης στην ιστορία είναι υπόθεση του μέλλοντος. Αυτό που είναι σίγουρο είναι οτι αντιτάχθηκε σθεναρά και οργανωμένα σε φαινόμενα, που μας ταλαιπωρούν διαχρονικά και λειτουργούν ανασχετικά στην πρόοδο του τόπου. Διαβάστε την αναφορά του, όχι στο σήμερα, αλλά στην πολιτική πραγματικότητα 20 χρόνια πριν: Σας θυμίζει κάτι;

[Κατά την παρουσίαση των θέσεων του, το κόμμα ακολουθούσε σταθερά το πρότυπο της διαμάχης των δύο πόλων, του καλού και του κακού. Οι εχθροί του ήταν, ανάλογα με την περίσταση, η Δεξιά, η Άκρα Αριστερά, οι Αμερικάνοι, το κατεστημένο, οι διαφωνούντες μέσα στο κόμμα. Εκπρόσωποι του καλού ήταν, κατά περίπτωση, οι λαϊκές μάζες, το ΠΑΣΟΚ και η ηγεσία του, ο Τρίτος Κόσμος κλπ. Η υπεραπλουστευτική αυτή προσέγγιση απέκλειε κάθε αναφορά στους οικονομικούς περιορισμούς και τις υστερήσεις της χώρας, στις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές, στην επιβεβλημένη αφιέρωση πόρων στις επενδύσεις και στην ανάπτυξη. Τα πάντα έμοιαζαν δυνατά. Αν δεν πραγματοποιούνταν, έφταιγαν “άλλοι”: οι Ευρωπαίοι, οι τεχνοκράτες, οι υποστηρικτές αντιλαϊκών πολιτικών, οι δυνάμεις που δρούσαν στα παρασκήνια της πολιτικής.]

Ο Κώστας Σημίτης ανέλαβε την πρωθυπουργία μετά από την πιο παρακμιακή πολιτική περίοδο της μεταπολίτευσης (και έδωσε τη σκυτάλη σε μια νέα, αυτή τη φορά πιο επικίνδυνη κατρακύλα). Τότε η κοινωνία είχε δώσει εντολή να σηκώσουμε επιτέλους τα μανίκια και να σοβαρευτούμε. Αναρωτιέται κανείς πότε η ιστορία θα επαναλάβει αυτόν τον κύκλο… 



Άλλες παρουσιάσεις του βιβλίου:

Πάσχος Μανδραβέλης στην Καθημερινή
Σίσσυ Αλωνιστιώτου στην Καθημερινή
Αντώνης Κυριαζάνος στο Capital.gr













Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

H φωτό είναι από το βιβλίο & το εξώφυλλο από το www.openculture.com

Το post συνοδεύεται από το "September Song", του μεγάλου James Brown.

buzz it!

12.1.16

Επιτέλους ο θρίαμβος του βιογραφικού…

Η επιτυχία του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι μόνο μια υπόθεση εσωτερικών κομματικών διεργασιών και συμμαχιών με βάση το συμφέρον, που δυστυχώς αναπόφευκτα υπάρχουν πάντα στην πολιτική. Φαίνεται να είναι μια τομή στα ελληνικά πολιτικά πράγματα, κυρίως λόγω των συμβολισμών της.

Ο 47χρονος πολιτικός ξεκίνησε την πορεία του προς την αρχηγία ως outsider, δείχνοντας οτι δεν έχει τίποτε να χάσει. Στο πλεονέκτημα αυτό, που διευκολύνθηκε από το φιάσκο και την αναβολή της πρώτης εκλογικής διαδικασίας (εκεί δέχτηκε και το πρώτο πλήγμα ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης, γιατί εν μέρει το χρεώθηκε), προστέθηκε μια προσεγμένη και στοχευμένη σύγχρονη καμπάνια, που βρήκε το χρόνο να ξεδιπλωθεί: Δεν συμμετείχε σε “κατινιές", εξέφρασε σαφή και τολμηρό πολιτικό λόγο, έδειξε να μη φοβάται ούτε την ευθύνη - ούτε και κανέναν άλλον.

Έδειξε να μην φοβάται ούτε αυτά που του χρέωναν οι αντίπαλοι του ως μειονεκτήματα: Σαν ο ίδιος να ήταν “τεφάλ”, δεν κόλλησαν ποτέ επάνω του. Το σοβαρότερο, ο νεποτισμός και το βαρύ φορτίο της οικογένειας Μητσοτάκη, εκτοπίστηκαν από την εξαφάνιση του επιθέτου (μεγάλη επιτυχία το να αποκαλείται “Κυριάκος” σκέτο) και την αποστασιοποίηση (σχεδιασμένη ή όχι, δεν έχει σημασία) της αδελφής του Ντόρας Μπακογιάννη.

Ο μεγάλος θρίαμβος όμως του νέου αρχηγού της ΝΔ ήταν οτι βρήκε απέναντι του και υπερνίκησε ένα μέτωπο παλαιοκομματισμού, εθνολαϊκισμού, αναξιοκρατίας και κυρίως το αφανές αλλά απροσχημάτιστο “νταβατζηλίκι” της καραμανλικής εξουσίας στο κόμμα: Ευριπίδης Στυλιανίδης, Νικήτας Κακλαμάνης, Ευάγγελος Αντώναρος και μερικά ακόμα εξαπτέρυγα του Καραμανλισμού εκδήλωσαν την απέχθεια τους προς τον “νεοφιλεύθερο” υποψήφιο. Μαζί και η αριστερά του Αλέξη Τσίπρα, που προτιμούσε εμφανώς τον αντίπαλο του, με “κουμπάρο” τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον οποίον είχε τολμηρά αρνηθεί να ψηφίσει, μόνος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Όλο αυτό το τοπίο, ήταν και το μοιραίο λάθος. Όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν με υποψήφιους που θεωρήθηκε οτι στηρίζονται από τη διαπλοκή, μεγάλη μερίδα των ψηφοφόρων της ΝΔ αντέδρασε στην προσπάθεια για συνέχιση μιας μίζερης παλαιοκομματικής νομιμότητας. Ακόμα περισσότερο, με τον πυκνό πολιτικό χρόνο του τελευταίου έτους, πολλοί αντέδρασαν ακόμα και στην ιδέα της συναίνεσης με την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Αν και γενικά μετριοπαθής, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έπαιξε έξυπνα το παιχνίδι του ασυμβίβαστου. Σε μια χώρα που μερίδα της αριστεράς αλλά και της δεξιάς θεωρεί με άγνοια και αφέλεια οτιδήποτε προέρχεται από τη δύση, ως “νεοφιλελεύθερο” (ακόμα κι αν συνοδεύεται από καταιγισμό φόρων), ήταν τελικά εύκολη δουλειά για το νέο αρχηγό να αντιτάξει το νέο και σύγχρονο, απέναντι στο λαϊκίστικο.

Μία ακόμα κατηγορία, που θα μπορούσε να απωθήσει τους προοδευτικότερους από τους υποστηρικτές του, οτι δηλαδή συνεργάστηκε με τους προερχόμενους από την ακροδεξιά Γεωργιάδη και Βορίδη ή τον Τζιτζικώστα, έπεσε στο κενό. Είχε φροντίσει να την ακυρώσει η δις μετεκλογική συνεργασία του ΣΥΡΙΖΑ με ένα κόμμα, στην άλλη άκρη του πολιτικού φάσματος, που αφήνει παρασάγγας πίσω του τη ΝΔ στον ακροδεξιό λαϊκισμό. Άλλωστε, και ο Μειμαράκης να έβγαινε, με τους ψήφους των δύο άλλων υποψηφίων θα τα κατάφερνε. Ακόμα και ο Αντώνης Σαμαράς, που στήριξε στον β’ γύρο τον Μητσοτάκη, συγκαταλέγεται στους χαμένους της αναμέτρησης: Στην αρχή μοίρασε τις δυνάμεις του μεταξύ Τζιτζικώστα και Γεωργιάδη - και στη συνέχεια δεν πιστώθηκε τίποτα, αποτυγχάνοντας με μαεστρία, ακόμη μια φορά.

Η συντηρητική παράταξη, βρέθηκε σε μια καμπή της ιστορίας της, σε παρόμοια θέση με αυτήν του ΠΑΣΟΚ, όταν έπρεπε να διαλέξει μεταξύ του εκσυγχρονιστή και “αντάρτη” Σημίτη και του πανίσχυρου κομματικά και “νομιμόφρονα” Τσοχατζόπουλου (που εθεωρείτο από όλους, πλην ολίγων διορατικών, το ακλόνητο φαβορί). Και κατ’ αναλογία, λειτούργησε το ένστικτο της αυτοσυντήρησης της. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδειξε οτι μπορεί να διεισδύσει στον κεντροαριστερό χώρο και να κινητοποιήσει μερίδα του κόσμου του. Και αυτός ο φόβος, είναι που λειτουργεί στο απέναντι στρατόπεδο, ενθουσιάζοντας τους οπαδούς της ΝΔ: οτι στις επόμενες εκλογές, προκειμένου να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι πολύ πιθανό να ψηφίσουν για πρωθυπουργό τον Μητσοτάκη, ακόμα και ψηφοφόροι που δεν έχουν ποτέ στη ζωή τους διανοηθεί να μετακινηθούν προς τη συντηρητική παράταξη.

Το “crossover” αυτό οφείλεται σε βαθύτερες διεργασίες στην ελληνική κοινωνία - και στην ουσία στον διχασμό, που μας ταλανίζει τα τελευταία χρόνια: Μεταξύ ενός απομονωτικού και αντιευρωπαϊκού λαϊκισμού και της αγωνίας να παραμείνουμε μια χώρα με δυτικό τρόπο ζωής, εμβαθύνοντας το ευρωπαϊκό κεκτημένο, αντί να το αποδομήσουμε - όσο και αποπροσανατολισμένη να είναι η Ευρώπη, τον τελευταίο καιρό.

Η κουτοπόνηρη προσπάθεια να περιοριστεί το εκλογικό σώμα στους ακραιφνείς νεοδημοκράτες, με την υπογραφή ενός κειμένου περί ακλόνητων αρχών της Νέας Δημοκρατίας - ποιές είναι αυτές άραγε, ο “Καραμανλισμός” που εξέπεσε; - ήταν ένα ακόμα εμπόδιο, γι αυτόν που πρέσβευε ένα σύγχρονο, ανοιχτό, ουσιαστικά φιλοευρωπαϊκό κόμμα, το οποίο δεν περιχαρακώνεται στα μέλη του. Οι εποχές όμως προχωρούν και η κληρονομιά της ανοιχτής ψηφοφορίας για τον ΓΑΠ έκανε πολλούς που δεν ήταν οπαδοί, να σπεύσουν να συμμετάσχουν.

Το κομμάτι της κοινωνίας που δεν διαπραγματεύεται τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, όπως εκφράστηκε και με το “Ναι” στο δημοψήφισμα του Ιουλίου, δεν έχασε την ευκαιρία να στηρίξει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τον υποψήφιο που θεωρεί οτι μπορεί να διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο για τη χώρα. Τα τραύματα άλλωστε μιας περιπετειώδους χρονιάς που έπαιξε στα ζάρια την ευρωπαϊκή μας υπόσταση, ο φόβος για ένα γεωπολιτικό περιβάλλον όλο και πιο επικίνδυνο και η ανάγκη να μην επαναληφθούν ή επιδεινωθούν φαινόμενα όπως το κλείσιμο των τραπεζών και οι περιορισμοί κεφαλαίων, οδήγησαν χιλιάδες νέους ψηφοφόρους στην κάλπη, αλλά και πολλούς παλαιότερους να σκεφθούν πιο τολμηρά.

Κι εδώ είναι ο ακόμα πιο σημαντικός συμβολισμός: Απέναντι σε έναν πρωθυπουργό που με δυσκολία κινείται σε διεθνές περιβάλλον, τόσο από πολιτική κουλτούρα όσο και από εργαλεία κατανόησης του πώς λειτουργεί ο πλανήτης, οι ψηφοφόροι του Κυριάκου Μητσοτάκη έδειξαν να κατανοούν την ανάγκη να υπερβούν τις αδυναμίες των πατεράδων τους (ή και των ίδιων τους των εαυτών) και να επιλέξουν όχι έναν πολιτικό που είναι (κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν) μέτριος ή “χαρισματικός”, αλλά την αξιοκρατία ενός λαμπερού βιογραφικού. Ακόμα κι αν αυτό δεν αρκεί από μόνο του για να κυβερνήσεις σωστά, έχει γίνει πια αντιληπτό οτι μια χώρα σε βαθειά κρίση δύσκολα θα βγει από το τέλμα, όταν είναι είδηση για τα διεθνή μέσα οτι ο νέος αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ξέρει καλά πολλές ξένες γλώσσες κι έχει πλούσιες διεθνείς σπουδές και επαγγελματική εμπειρία, αντί κομματικών και “αγωνιστικών” περγαμηνών.

Υπό μία έννοια, αυτοί που πρέπει κυρίως να φοβούνται, μετά την επικράτηση Μητσοτάκη, είναι τα όμορα κόμματα, όπως το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ, που κινδυνεύουν να απωλέσουν μέρος των ψηφοφόρων τους, στον επερχόμενο διπολισμό. Πρώτη αντέδρασε, με μια αμυντική δήλωση περί “νεοφιλελευθερισμού”, η Φώφη Γεννηματά - κάνοντας το χειρότερο που θα μπορούσε.

Γιατί όταν έχεις απουσιάσει από την ιστορικά καθυστερημένη ψηφοφορία στη Βουλή και ο νέος αρχηγός της συντηρητικής παράταξης έχει δηλώσει εξ αρχής τολμηρά οτι θα ψηφίσει υπέρ του Συμφώνου Συμβίωσης των ομοφύλων ζευγαριών, δύσκολα μπορείς να πείσεις οτι είσαι προοδευτικότερη του αντιπάλου σου. Αντιθέτως, αν διατυπώσεις με σαφήνεια μεταρρυθμιστικό λόγο και δημιουργήσεις την απαραίτητη ανανέωση και δυναμική, όπως έκανε στο χώρο του ο Κυριάκος Μητσοτάκης, δεν έχεις να φοβηθείς, ούτε την ώσμωση των ιδεών, ούτε την απορρόφηση των ψηφοφόρων σου.

Άν όμως δεν έχεις σαφές πολιτικό στίγμα ή φλερτάρεις με τον βαθύ λαϊκισμό μιας βαλκανικής κοινωνίας που δεν θέλει να απωλέσει τα ευρωπαϊκά της προνόμια, τότε δύσκολα θα αποφύγεις τη συρρίκνωση ή την εξαφάνιση. Κάτι που πρέπει να σκεφτούν πολύ καλά και στο Μέγαρο Μαξίμου, μελετώντας το πώς διογκώθηκαν από το 4% στο 36%. Και επιπλέον, αν η κληρονομιά της ρητορικής τους (που ακόμα συνεχίζεται) επιτρέπει την επί μακρόν την κατάληψη του χώρου, που η σύγχρονη κεντροδεξιά του Κυριάκου Μητσοτάκη μας ξαναθύμισε οτι υπάρχει (ακόμα και με ελάχιστη κομματική έκφραση), αριστερότερα του κέντρου.










Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

O πίνακας είναι από τη wikipedia, το σκίτσο από την www.kathimerini.gr και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

Το post συνοδεύεται από το κορυφαίο πολιτικό κομμάτι του μεγάλου απόντα, Thin White Duke: "Young Americans"

buzz it!

28.1.15

Όλα λάθος...

Φυσικά, πάντα υπάρχουν και χειρότερα. Αλλά το εκλογικό σώμα, πιστό σε μια γραμμική καθοδική πορεία, από τότε που ξέσπασε η κρίση, φροντίζει για την παραμονή στο τέλμα, παρά την κρισιμότητα του ελληνικού προβλήματος. Έτσι, ψηφίσαμε και πάλι εγκλωβισμένοι, χωρίς να έχουμε φροντίσει να αντιτάξουμε τις απαραίτητες νέες προτάσεις, στην εκληματική ολιγωρία του πολιτικού προσωπικού και το παραμύθιασμα μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Ας δούμε λοιπόν πόσο “λάθος” ήταν αυτό παρήγαγε η κάλπη (θυμίζω οτι ούτε η ετυμηγορία ενός λαού είναι υπεράνω κριτικής στη δημοκρατία):

Αντί να δώσει μια λελογισμένη πλειοψηφία στην άλλη πλευρά του συστήματος καθυστέρησης, στον ΣΥΡΙΖΑ και να τον υποχρεώσει έτσι σε συμμαχίες με μετριοπαθέστερα κόμματα, επέλεξε να του δώσει (ακόμα και με την ψήφο πολλών που δεν ενέκριναν τίποτα στο ύφος και την ιδεολογία του) έναν θρίαμβο “πάνω στο κύμα”, που φορτώνει την ευθύνη σε μια ηγετική ομάδα ενός κόμματος προβληματικά ανομοιογενούς και υποκριτικής σύνθεσης, με την εσωτερική σκληροπυρηνική αντιπολίτευση, να εγγυάται με την αφόρητη δογματική μετριότητα της, τις δύσκολες μέρες μικροπολιτικών συγκρούσεων, που θα έρθουν.

Εμπιστεύεται έτσι τις τύχες της χώρας σε έναν 40χρονο πρωθυπουργό, που δεν έχει να επιδείξει τίποτε ιδιαίτερο στην καριέρα του και βεβαιωμένα δεν έχει κανενός είδους διοικητική εμπειρία, παρά σε ένα κόμμα που μέχρι πρότινος ήταν περιθωριακό. Επιπλέον, τα προβεβλημένα στελέχη, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν διακρίθηκαν μέχρι τώρα, παρά για την ακατάσχετη υποσχεσιολογία και μπαρουφολογία.

Αντί να εξασφαλίσει τουλάχιστον μια συντριπτική ήττα για τον Αντώνη Σαμαρά, που έπρεπε να τιμωρηθεί για την δραματικά πλημμελή του πορεία, κατάφερε να του δίνει το δικαίωμα να υπερασπίζεται ακόμα την καρέκλα του, με ασχημίες σαν την άρνηση παράδοσης-παραλαβής του Μαξίμου και να δηλώνει ταυτόχρονα οτι “ε, δεν χάσαμε και πολλές ψήφους”. Κάπως ανάλογα είναι τα πράγματα και για το ΠΑΣΟΚ (αν και εδώ η ήττα είναι συντριπτική), ενώ άγνωστο παραμένει αν θα δει την έξοδο από την ηγεσία του κόμματος ο Ευάγγελος Βενιζέλος, που το μόνο που βρήκε, αντί αυτοκριτικής, για να εξηγήσει τη συρρίκνωση του κόμματος του στο 1/3 της δύναμης του 2012, ήταν το ΚΙΔΗΣΟ του 2,5%.

Αντί να φέρει καθαρά το Ποτάμι στην τρίτη θέση, που πέρα από όποια κριτική για τα λάθη του αποτελεί μια ρηξικέλευθη δύναμη στην υγιή πλευρά του πολιτικού φάσματος, επέτρεψε να καταλάβει τη θέση αυτή η Χρυσή Αυγή, παρά την ελαφρά μείωση των δυνάμεων της - εντελώς δυσανάλογη όμως με τις αποκαλύψεις για τη δράση της ως εγκληματικής οργάνωσης. Η ντροπή για τη ναζιστική παρουσία δεν φαίνεται να αγγίζει όσους πεισματικά την ανέχονται ή εξακολουθούν να κλείνουν το μάτι στο ακροατήριο της.

Αντί να επιτρέψει στο κόμμα του Γιώργου Παπανδρέου, που αν μη τι άλλο αποτελούσε μια σοσιαλδημοκρατική πρόταση, να συμμετάσχει στη νέα Βουλή, προτίμησε να δώσει άνετη είσοδο στους Ανεξάρτητους Έλληνες, το κόμμα που κινείται στις παρυφές της ακροδεξιάς και επικρίνεται από το διεθνή τύπο για τις “ρατσιστικές, εθνικιστικές και συνωμοσιολογικές” του αντιλήψεις. Αντί να αποδοκιμάσει κι άλλο τη σταλινική μονολιθικότητα του ΚΚΕ, επέλεξε να το δυναμώσει λίγο, σε σχέση με το 2012. Και τέλος, επιφύλαξε τον απόλυτο διασυρμό στη ΔΗΜΑΡ, που όσο και άν είχε πράγματι μια (αυτο)καταστροφική πορεία, δεν άξιζε να βρίσκεται τόσο κάτω από τα κόμματα που προτίμησαν οι χαβαλέδες, όπως αυτό του Λεβέντη ή του Γκλέτσου.

Θα μπορούσε κανείς να αναθαρρήσει τουλάχιστον από το γεγονός οτι ένας αριστερός πρωθυπουργός θα θέσει την ατζέντα των πραγματικά προοδευτικών αντιλήψεων και θεμάτων. Αλλά πώς να χαρεί κανείς για τον πολιτικό όρκο του Τσίπρα, όταν σπεύδει από τις πρώτες ώρες της νίκης του, χωρίς καν διαπραγματεύσεις με άλλα κόμματα, να αποδείξει τον χειρότερο εαυτό του και να κλείσει συμφωνία με τους “ψεκασμένους”;

Τι θα πει ο θρήσκος και υπερπατριώτης κυβερνητικός εταίρος για την όποια πρωτοβουλία στις σχέσεις με την εκκλησία, την καύση των νεκρών, τον γάμο των ομοφύλων, την πολιτική για τα ναρκωτικά, τα δικαιώματα των μειονοτήτων και των μεταναστών στα κρατητήρια-κολαστήρια; Θα απαντήσει με το “Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια” που αρέσει στο ακροατήριο του; Και πώς θα είναι μια αριστερή κυβέρνηση με υπουργούς τους Καμμένο και Κουίκ;

Πόσο υποκριτικό είναι να καταθέτεις τριαντάφυλλα για τα θύματα του ναζισμού στην Καισαριανή και να συνεργάζεσαι με ανθρώπους που έχουν κοινά ιδεολογικά χαρακτηριστικά με τους Μπαλτάκους και μιλούν για τα “που@@ριά της Ευρώπης”; Και τι απαντάς στην ιερή οργή των υποστηρικτών σου, που επέκριναν (και δικαίως) τα φληναφήματα περί “σοβαρής Χρυσής Αυγής”, όταν εξαρτάσαι από μια ιλουστρασιόν εκδοχή που διατείνεται οτι “οι Εβραίοι στην Ελλάδα πληρώνουν λιγότερους φόρους”;

(Ας μην πει κανείς οτι και η ΔΗΜΑΡ είχε συμμετάσχει σε κυβέρνηση με μέλη ακροδεξιούς. Είναι τελείως διαφορετικό να καλείσαι να συμπληρώσεις όλο το πολιτικό φάσμα από τις παρυφές της ακροδεξιάς ως την ανανεωτική αριστερά, σε μια κυβέρνηση ευρείας συνεργασίας και άλλο να σπεύδεις να επιλέξεις τον πιο καφενειακό εταίρο στην άκρα δεξιά, ακριβώς γιατί θέλεις να αποφύγεις πάση θυσία οποιονδήποτε άλλον ενδιάμεσο, με το πρόσχημα του δημαγωγικού διαχωρισμού “μνημονιακός/αντιμνημονιακός”.)

Αν δε επιβεβαιωθούν και οι πληροφορίες οτι θα προταθεί ο Δημήτρης Αβραμόπουλος (ή ακόμα χειρότερα ο Κώστας Καραμανλής) για την Προεδρία της Δημοκρατίας, τότε το φουλ του λαϊκισμού συμπληρώνεται. Το απόλυτο “τίποτα” της αδράνειας, της καταστροφής και της χρεοκοπίας θα θριαμβεύσει. Αλλά βέβαια, το αντι-εκσυγχρονιστικό μένος είναι ισχυρότερο από οτιδήποτε άλλο και τα ετερόκλητα συναντώνται σε μια οριζόντια ταύτιση, που κοιτάει μόνο προς τα πίσω.

Θα το αντέξουμε και αυτό, πιθανότατα με ισχυρούς κραδασμούς τον Μάρτιο, οπότε και τελειώνει η δίμηνη παράταση του προγράμματος δανειοδότησης. Η ευχή όλων είναι να τη σκαπουλάρουμε και πάλι, πιθανότατα “σύριζα” και με τις μικρότερες δυνατές απώλειες. Ας μην αναρωτηθεί κανείς όμως, τα επόμενα πέντε χρόνια, γιατί η Ελλάδα είναι ακόμα σε κρίση…



Update: Το κείμενο αυτό γράφτηκε πριν τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης. Βεβαίως και υπάρχουν θετικά, όπως κάποια πρόσωπα και κάποιες από τις πρώτες δηλώσεις και κινήσεις για πολιτικό όρκο, ιθαγένεια, ΕΡΤ, πολιτισμό. Όπως φυσικά υπάρχει και πλεόνασμα λαϊκισμού και οπισθοδρόμησης. Το χειρότερο όμως παραμένει η συνεργασία με τουες ΑΝΕΛ, από ένα κόμμα που είχε ως κύρια επιδίωξη "να απομακρύνει την ακροδεξιά".











Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Η φωτό Σαμαρά-Καμμένου από συγκέντρωση του Ευάγγελου Αβέρωφ στην Καλαμάτα είναι από το gkdata.gr και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το πολύγλωσσο "Tongue Tied" του Βρετανού Charlie Winston

buzz it!

22.1.15

Έρχεται η ...λεπίδα

“Πέρνα τη Δευτέρα από τη ΔΕΚΟ που θα διοικώ, για να κλείσουμε συμφωνίες”. Αυτά είναι τα λόγια κομματικού στελέχους, πρώην Πασοκτζή, προς επαγγελματία του χώρου του. Φυσικά, τα “ντιλ” δεν θα υπογραφούν τη Δευτέρα, αλλά η φράση είναι ενδεικτική της νοοτροπίας για την κατάληψη της εξουσίας.

Μπροστά στην κάλπη, η αντιμετώπιση της κατάστασης έχει τον ενθουσιασμό του φανατικού ή στην καλύτερη περίπτωση του νεοφώτιστου. Πολλοί Έλληνες είναι έτοιμοι να ξαναψηφίσουν τους χειρότερους, σε όλο το κομματικό φάσμα. Κανενός δεν ιδρώνει το αυτί που οι τράπεζες στραγγίζουν, ενώ τα δις φεύγουν στο εξωτερικό, με ρυθμούς πολυβόλου, από την επιπολαιότητα και των δύο πρωταγωνιστών της πολιτικής μας ζωής. Κανείς δεν ανησυχεί που τα πάντα έχουν ανασταλεί στην οικονομία και ο δανεισμός των ελληνικών επιχειρήσεων από το εξωτερικό έχει κοπεί μαχαίρι.

Αμεριμνησία για όλους; Όχι, ένα κομμάτι του εκλογικού σώματος δείχνει και πάλι να ασφυκτιά. Είναι αυτό που εκφράζεται από το ερώτημα: “Αυτοί πρέπει να φύγουν και οι επόμενοι δεν πρέπει να έρθουν. Τι στο καλό κάνουμε;” Ωστόσο, το αδιέξοδο του πολωτικού, δικομματικού ανταγωνισμού έχει κάποιες λύσεις, μη βεβαρημένες από την πρόσφατη διακυβέρνηση.

Όλα δείχνουν οτι η Νέα Δημοκρατία δεν έχει καμία ελπίδα πια να κατακτήσει την πρώτη θέση. Ο Αντώνης Σαμαράς, που διαχειρίστηκε τις τύχες μας όσο πιο παλαιοκομματικά και μικροπολιτικά μπορούσε, επιδιώκει μια διαχειρίσιμη ήττα, με σχετικά ανεκτή διαφορά, ώστε να μπορέσει να κρατηθεί στην καρέκλα του Προέδρου της ΝΔ - και ίσως και να επανακάμψει, όπως ελπίζει, μετά από μια κατάρρευση του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ. Μόνο που αυτή η κατάρρευση, αν συντελεστεί, δεν θα αφορά μόνο το νικητή των εκλογών.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι το ποσοστό που θα φέρει ο ΣΥΡΙΖΑ, σε συνάρτηση με τη διαφορά των δύο πρώτων, αλλά και τον πήχυ της αυτοδυναμίας, όπως θα διαμορφωθεί και από τις ψήφους που δεν θα βρούν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Εάν η αυτοδυναμία επιτευχθεί, τα πράγματα θα είναι πολύ σκούρα και για το ίδιο το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που δεν θα έχει δικαιολογίες για να μην εφαρμόσει τις μαξιμαλιστικές του εξαγγελίες.

Η πολιτική υποκρισία όμως θα λάμψει και στην περίπτωση της απλής πρωτιάς. Εντός του ΣΥΡΙΖΑ, η φυσιολογική, για οποιαδήποτε δυτική κοινωνία και πολιτική ζωή, εκδοχή να συνεργαστούν με τα γειτονικά τους κόμματα αντιμετωπίζεται περίπου ως λέπρα, με τη δικαιολογία των ”διαφορετικών κατευθύνσεων”. Το ένα τρίτο του εκλογικού σώματος θέλει να επιβάλει τη δική του οπτική - κι αν αυτή δεν ταιριάζει με τους άλλους, προτιμά το περιθώριο και στις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος.

Μερικοί μάλιστα το πηγαίνουν ακόμα πιο πέρα, ελπίζοντας οτι το ΚΚΕ θα συμπιεστεί και θα παράσχει - με βαριά καρδιά - ψήφο ανοχής. Λες και δεν είναι πάγιο αίτημα των αριστερών κομμάτων η απλή αναλογική, άρα και οι μετεκλογικές συνεργασίες. Αλλά στην παθογένεια της αντιμνημονιακής ρητορικής, η αριστερά πάει περίπατο, αναζητείται αρραβώνας στις παρυφές της ακροδεξιάς και η συνεργασία με τα κόμματα του κεντροαριστερού χώρου ισοδυναμεί με προδοσία…

Αν λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μερικές έδρες μακριά από την αυτοδυναμία, η πίεση των αρτηριοσκληρωτικών από το εσωτερικό, αλλά και ο πειρασμός των αλαζόνων, θα είναι να πάει σε δεύτερες εκλογές, ώστε να κατακτήσει την αυτοδυναμία, με όπλο την πόλωση. Πιθανότατα θα το καταφέρει, έχοντας αδειάσει την κλεψύδρα για τη χώρα, σε βαθμό άκρως επικίνδυνο, μέχρι τη λήξη της δίμηνης παράτασης του μνημονίου. Το “ατύχημα” μπορεί να συμβεί χωρίς να το θέλει κανείς - και δεν είναι ανάγκη να είναι δραματική έξοδος από το ευρώ. Μπορεί ανέτως να είναι κάτι ανάλογο αυτού που έγινε στην Κύπρο - κάτι που να πάει ακόμα πιο πίσω την εύθραυστη προσπάθεια ανάκαμψης.

Εδώ παρουσιάζεται ένα ακόμα ακραίο σενάριο: Εάν το σκοινί φτάσει μέχρι τα άκρα, όσοι δεν ψηφίζουν αριστερά κόμματα, θα συνασπιστούν για να ανακόψουν την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ, επιλέγοντας Νέα Δημοκρατία, παρά τις έντονες πολιτικές και αισθητικές αντιρρήσεις τους. Η ζημιά, σε τέτοια περίπτωση, θα είναι διπλή: Και η πόλωση θα θριαμβεύσει και ο Σαμαράς θα διασωθεί ανέλπιστα για τα επόμενα χρόνια, αντί να πάει σπίτι του, δίνοντας την ελπίδα μιας αλλαγής φρουράς χωρίς ακροδεξιά στοιχεία και την εξέλιξη του συντηρητικού κόμματος σε μια (πιο) σοβαρή κεντροδεξιά παράταξη.

Σε κάθε περίπτωση, ο εγκλωβισμός σε δηλώσεις μεταξύ εικόνων και εμφυλιοπολεμικού τσαμπουκά από τη μία και στην απίστευτη αδυναμία να αρθρωθούν οι στοιχειώδεις εξηγήσεις για την οικονομία από την άλλη, οδηγεί τη χώρα σε συμπληγάδες, με τον έναν λαϊκισμό να τρέφει τον άλλον. Η διαρκής υποχώρηση δε στα πραγματικά προοδευτικά αιτήματα προκαλεί μόνο θλίψη.

Η μόνη λύση που διαφαίνεται, για να μην έρθει η …λεπίδα (για να παραφράσουμε το σύνθημα μιας πράγματι πετυχημένης καμπάνιας), είναι να μην υπάρχει μεγάλη ισχύς σε καμμία άκρη του νέου δικομματικού διπόλου. Η πολιτική μας ζωή πρέπει επιτέλους να αποκτήσει κουλτούρα συνεργασιών και να μην κυνηγάει δημαγωγικές και πολωτικές αυτοδυναμίες. Έτσι ώστε να υπάρχει το χαλινάρι, που θα κάνει να επικρατήσει η μετριοπάθεια, η ανανέωση και η απλή λογική, που τόσοι εύχονται, αλλά μικροπολιτικά ή με επιπολαιότητα ξεχνούν…











Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

H αφίσα είναι ...αγνώστου πατρός και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To spot συνοδεύεται από το "Je Suis Une Go-Go Girl" των Γάλλων The Limiñanas.

buzz it!

29.12.14

Τη μπουκιά από το στόμα...

Όπως όλα δείχνουν, η τρίτη ψηφοφορία για εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας θα αποβεί και αυτή άκαρπη (παρά το ότι ο Σταύρος Δήμας ήταν ό,τι αξιοπρεπέστερο έχει να επιδείξει η σημερινή δεξιά) - και οδεύουμε προς τις πρόωρες κάλπες, πιθανώς την Κυριακή 1η Φεβρουαρίου (την 25η Ιανουαρίου προανήγγειλε τελικά ο πρωθυπουργός). Το παράδειγμα της Σουηδίας ουδόλως μας πτόησε - κι ας κινδυνεύουμε, εκτός από την οικονομική “ανακοπή”, να αποκτήσουμε στη Βουλή και τρίτο κόμμα τη Χρυσή Αυγή, αφού δεν έχει γίνει ακόμα η δίκη για την εγκληματική οργάνωση. Και το πιθανότερο είναι οτι μαζί με την προκήρυξη εκλογών, θα έχουμε και την ανακοίνωση ενός νέου κόμματος, υπό τον Γιώργο Παπανδρέου, 10 και πλέον χρόνια μετά την ανάληψη της προεδρίας του ΠΑΣΟΚ, από τον ίδιο.

Το πολιτικό σκηνικό είναι, ούτως ή άλλως, σουρεαλιστικό. Ένας πρωθυπουργός που εγκαταλείπει ανεύθυνα (όπως ο προκάτοχος του στην προεδρία της ΝΔ Καραμανλής) στα δύσκολα, αφού δεν έκανε παρά ελάχιστες και ελλιπείς μεταρρυθμίσεις, πνιγμένος μέσα στον λαϊκισμό, που πάντοτε υπηρετούσε με ακροδεξιό και εθνικιστικό πρόσημο - και μονίμως αποδίδει στον ΣΥΡΙΖΑ. Το πιθανότερο είναι οτι, εγκλωβισμένος στις ανεπαρκείς επιδόσεις του, δεν επιθυμούσε πραγματικά την εκλογή ΠτΔ, αφού ελπίζει σε μια αξιοπρεπή ήττα και στο περίφημο σενάριο της “αριστερής παρένθεσης”. Στην ουσία, προσπαθεί με κάθε τρόπο και απεγνωσμένα να μην εγκαταλείψει τον θώκο, για να μη σημάνει το αιφνίδιο και τελεσίδικο πολιτικό του τέλος.

Από την άλλη πλευρά, τα πράγματα είναι ακόμα πιο παράλογα: Παρά τις μεγαλοστομίες για την αδήριτη ανάγκη πολιτικής αλλαγής μέσω εκλογών, ένα απολύτως ανέτοιμο και αιθεροβάμον επιτελείο παραμένει τρομοκρατημένο για την “καυτή πατάτα” που τους πέταξε ο Σαμαράς. Αμέσως μετά την εκλογή της, η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να υπογράψει ένα νέο μνημόνιο, για να εξασφαλίσει χρηματοδότηση - και θα πρέπει να το ονομάσει κάτι άλλο, πιθανώς το εντελώς ανάποδο από αυτό είναι. Έτσι, η χώρα αντιμετωπίζει και επισήμως το πλήρες φάσμα της πολιτικής υποκρισίας, με την αξιωματική αντιπολίτευση να ζητάει επιτακτικά εκλογές, που μάλλον δεν επιθυμεί. Τουλάχιστον, όχι με αυτούς τους όρους.

Τώρα, μέσα σε όλα αυτά, προστίθεται κι ένας νέος “πονοκέφαλος”, αφού η πολιτική (όπως και η ίδια η ζωή) απεχθάνεται το κενό: Όπως η “τρύπα” της μεταρρυθμιστικής κεντροαριστεράς που άφησαν το βενιζελικό ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ πιθανότατα θα γεμίσει από την πρωτοβουλία του Σταύρου Θεοδωράκη (με ολίγον από Λυκούδη), έτσι και το κενό του παραδοσιακού (ή μη εκσυγχρονιστικού) ΠΑΣΟΚ, που δεν μπόρεσε να καλύψει πραγματικά ο ΣΥΡΙΖΑ, απειλείται να καλυφθεί από την πρωτοβουλία Παπανδρέου - αν τελικά αποτολμήσει το εγχείρημα.

Παρά τη διαπίστωση οτι μεγάλη μερίδα του εκλογικού σώματος θα χαρακτηρίσει την επάνοδο Παπανδρέου εκδικητική, θρασεία ή και “διαπλεκόμενη” (αν και η διαπλοκή τον πολέμησε λυσσαλέα), η λατρεία που του επιφύλασσαν πολλοί στον πολιτικό του χώρο, δεν ήταν διόλου αμελητέα. Με απήχηση και σε ένα κομμάτι των ανένταχτων μεταρρυθμιστικών δυνάμεων, η παρουσία Παπανδρέου μπορεί να βλάψει όλα τα όμορα κόμματα: Αρκετά το Ποτάμι, ενδεχομένως ακόμα περισσότερο το ΠΑΣΟΚ, αλλά και τον ΣΥΡΙΖΑ, που οφείλει ένα τεράστιο μέρος της εκλογικής του δύναμης, στο ανέστιο “παπανδρεϊκό” και “βαθύ” ΠΑΣΟΚ, που στράφηκε στην Κουμουνδούρου, μπας και έρθουν “καλύτερες μέρες” επιστροφής στα εισοδήματα και προνόμια του 2008. Εκεί είναι κυρίως το προσωπικό εκλογικό του ακροατήριο.

Είναι ζήτημα αν ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αναγνωρίσει ως πραγματικά “αριστερή ψήφο”, το ένα τρίτο των δυνάμεων του, γι αυτό και η εκλογική του βάση είναι ασταθής. Βέβαια, η προοπτική της ανόδου στην εξουσία είναι εξαιρετικά ισχυρός συγκολλητικός παράγων. Μένει να δούμε αν το νέο κόμμα Παπανδρέου, δεδομένης και της πόλωσης, θα μπορέσει να τoν κλονίσει. Mπορεί να κάνει πίσω κατόπιν συμφωνίας ή και να αποτύχει πλήρως, τo τοπίο όμως της κεντροαριστεράς, είναι πια ανεπιστρεπτί κατακερματισμένο, μέχρι την προσεχή εκλογική αναμέτρηση.

Καθώς η μάχη γίνεται πολυμέτωπη, ο Ευάγγελος Βενιζέλος θα μπορούσε να έχει δύο όπλα: Από τη μιά να συνάψει συμφωνία με τον ΣΥΡΙΖΑ, με την ελπίδα να συγκυβερνήσει μαζί του (αν και θα υπήρχε μεγάλο πρόβλημα στην αποδοχή του “αντιπροέδρου”) ή από την άλλη να ρίξει στο τραπέζι το τελευταίο του χαρτί, την απλή αναλογική, που θα έκοβε απολύτως τα φτερά του ΣΥΡΙΖΑ για μια δεύτερη εκλογική αναμέτρηση, που με όπλο την πόλωση, θα τον έβγαζε αυτοδύναμο. Τα σενάρια όμως αυτά τώρα μοιάζουν λιγότερο πιθανά, καθώς το μεν ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει ακόμα και να μείνει εκτός Βουλής, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να συνηθίσει την ιδέα οτι θα συγκυβερνήσει ψαλιδισμένος, με τουλάχιστον δύο από τους τρεις παραπάνω εταίρους (και με οποιονδήποτε μεταξύ τους συνδυασμό), προκειμένου να εξασφαλίσει τη “δεδηλωμένη”.

Και για μεν το σημερινό ΠΑΣΟΚ δεν υπάρχει καμία κοινωνική συμπάθεια, καθώς του χρέωνεται (αδίκως) όχι μόνο το σύνολο της ευθύνης για το ξέσπασμα της κρίσης, αλλά και η συμπεριφορά του νυν αρχηγού προς τον προκάτοχο του, κάτι που χιλιάδες οπαδοί και φίλοι δεν του συγχώρεσαν ποτέ. Άλλωστε, το να γίνεις ο πιο αντιπαθής αρχηγός κόμματος, μαζί με τον χρυσαυγίτη Μιχαλολιάκο, θέλει προσπάθεια. Και τα χαρακτηριστικά της πολιτείας του Ευάγγελου Βενιζέλου συνέβαλαν τα μέγιστα σε αυτό.

Αλλά για τον ΣΥΡΙΖΑ, που αποτελεί “ελπίδα” για υπολογίσμο κομμάτι της κοινωνίας, ο απολογισμός των τελευταίων δύο χρόνων είναι αναπόφευκτα πικρός: Όταν παραμένεις εγκλωβισμένος στις αντιφάσεις σου, με τη ρητορική της παραδοσιακής αριστεράς να μην μπορεί να αποκηρύξει την απλή αναλογική, ενώ ταυτοχρόνως αρνείσαι την (εύλογη) συνεργασία με τους γειτονικούς σχηματισμούς (που η ίδια η απλή αναλογική επιτάσσει) και την αναζητάς στους “ψεκασμένους” στις παρυφές της ακροδεξιάς, με μόνο γνώμονα την αντιμνημονιακή υστερία, αδυνατείς να υπερβείς τα όρια σου και να πείσεις.

Όταν επιδιώκεις τον ρόλο ενός μετριοπαθούς (αναπόφευκτα κεντροαριστερού) κόμματος εξουσίας, χωρίς να το εννοείς και χωρίς να εγκατελείπεις την αφελή και εμπρηστική ρητορική που προσπαθεί να ικανοποιήσει ένα συνονθύλευμα πρώην οπαδών του ΚΚΕ και του χειρότερου “βαθέος” ΠΑΣΟΚ, με άρωμα αριστερισμού, τότε οι “τραβεστί” εκλογικές επιδόσεις σου δεν είναι άξιες εμπιστοσύνης.

Όταν εξακολουθείς να μιλάς για “νταούλια που θα χορέψουν τις αγορές”, ενώ ο βασικός σου αντίπαλος επιδεικνύει την εξωφρενική ανευθυνότητα να “σκίζει τα μνημόνια” και να επιζητά τον δανεισμό χωρίς καμία προετοιμασία και δουλειά σε βάθος, τότε έχεις τη σοβαρή πιθανότητα να τον αφήσεις αλώβητο εκλογικά να σε πλησιάζει (έχοντας “καθαρίσει” το χώρο γύρω του), αντί να τον στείλεις σπίτι του - επιβεβαιώνοντας οτι αποτελείς απλώς την άλλη πλευρά ενός νομίσματος άκρατου βαλκανικού λαϊκισμού, με υπερφίαλη ελαφρότητα.

Όταν σε ένα τόσο ρευστό πολιτικό σκηνικό, ενθαρρύνεις ή ανέχεσαι να αλωνίζει η ακραία και φανατική ρητορική κι ένας ιντερνετικός όχλος που δεν επιδιώκει τίποτε άλλο παρά να λιντσάρει την αντίθετη άποψη, δεν θα καταλάβεις ποτέ γιατί το μεγαλύτερο τμήμα του εκλογικού σώματος σε φοβάται: Όχι μόνο γιατί θέλει να διατηρήσει τις καταθέσεις του αλώβητες, αλλά γιατί αρνείται να του υποβιβάσεις το (όποιο) επίπεδο του δημοσίου διαλόγου και του πολιτισμού, που έχει καταφέρει να επιτύχει.

Κι όταν καταφεύγεις μονίμως στον μανιχαϊσμό των εμφυλιοπολεμικών απλουστεύσεων “ή εμείς ή αυτοί”, αποκαλώντας όσους έχουν διαφορετικές αντιλήψεις από εσένα “συστημικούς” και “μνημονιακούς” εχθρούς, κινδυνεύεις να μην αντιληφθείς τι ήταν αυτό που σε εκτόξευσε ξαφνικά από το περιθωριακό 4% στο 30%. Και τελικά, να σου πάρουν τη μπουκιά από το στόμα…


ΥΓ. Κάποιοι θα εκτιμήσουν οτι η κατάσταση που διαμορφώνεται, ευνοεί τον ΣΥΡΙΖΑ με την έννοια της ευκολότερης “κολοτούμπας”, που διακαώς επιθυμεί, προκειμένου να αντιμετωπίσει το οξύ πρόβλημα του δανεισμού της χώρας και να δικαιολογηθεί ταυτοχρόνως στους οπαδούς του. Τόσο η Σκύλλα όμως, όσο και η Χάρυβδη του πολιτικού μας σκηνικού, θα αντιμετωπίσουν αναπόφευκτα τις συνέπεις της ρητορικής τους. Μαντέψτε ποιός σχηματισμός θα απογοητεύσει πιο γρήγορα, όταν διαψευστούν οι προσδοκίες…












Το κείμενο γράφτηκε την Κυριακή το βράδυ, για την Athens Voice

Η φωτό είναι από το beta.thesun.co.uk και το εξώφυλλο από το www.amazon.fr

To post συνοδεύεται από το "Tall Ground" των πολυεθνικών Deluxe

buzz it!

7.5.14

Εκλογές με ενδιαφέρον

Όσο κι αν το πολιτικό σύστημα προσπαθεί λυσσαλέα να διατηρήσει την παλαιοκομματική του κυριαρχία, οι εποχές έχουν αλλάξει. Κι αυτές οι εκλογές αναδεικνύονται σε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες και σημαντικές.

Πρώτον, κανένα από τα παλαιά κόμματα δεν φαίνεται να θριαμβεύει, παρά τα εκβιαστικά διλήμματα, που επιχειρούν. Σύμφωνα τουλάχιστον με τα δημοσκοπικά δεδομένα, ο δικομματισμός δεν δείχνει να ξεπερνάει το 60%. Πιο πιθανό είναι ένα ποσοστό, συνολικά, λίγο πάνω από το 50% - και μάλιστα με διαφαινόμενη μικρή διαφορά, όποιος κι αν είναι μπροστά. Το λογικότερο είναι να κερδίσει το παιχνίδι ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αντιπολίτευση, αλλά όχι έτσι ώστε να μπορεί να θριαμβολογεί και να απαιτεί την πτώση της κυβέρνησης, όπως δημαγωγικά προαναγγέλλει με το συνθήμα “25 Μαίου ψηφίζουμε και φεύγουν”, μάλλον έχοντας ξεχάσει οτι η δεδηλωμένη δεν εξαρτάται από το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών. Αν μάλιστα επιβεβαιωθούν οι δημοσκοπήσεις που δίνουν προβάδισμα στη Νέα Δημοκρατία, η καμπάνια γίνεται τελείως ρεζίλι.

Ούτε όμως η Νέα Δημοκρατία μπορεί να είναι ευχαριστημένη. Αδυνατώντας να μετεξελιχθεί σε μια σοβαρή κεντροδεξιά, δείχνει να παρακαλάει για τις ψήφους όσων επιθυμούν την ευρωπαϊκή σταθερότητα, ελπίζοντας οτι θα επαναληφθεί το φαινόμενο του 2012, ακόμα και αριστεροί να την ψηφίσουν με βαριά καρδιά, για να μην επικρατήσει η “ριζοσπαστική” ελαφρότητα του ΣΥΡΙΖΑ και του αρχηγού του. Έχοντας μια ηγετική ομάδα που εξακολουθεί να φλερτάρει με την ακροδεξιά ψήφο (όπως απέδειξε όχι μόνο η υπόθεση Μπαλτάκου, αλλά και η συμπεριφορά υποψηφίων όπως ο Άρης Σπηλιωτόπουλος), οι προαναγγελίες για κεντροδεξιά μετεξέλιξη, ως “Νέα Ελλάδα” μοιάζουν από κούφιες, έως φαιδρές. Η δεξιά παράταξη δεν θα γίνει ποτέ ξανά μεγάλη, αν δεν κινηθεί προς το κέντρο και δεν αποποιηθεί (ή δεν φιμώσει εντός της) τα ακροδεξιά της σταγονίδια.

Το ΠΑΣΟΚ και η ηγεσία του αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη πρόκληση στην ιστορία τους. Αν επιβεβαιωθούν οι απογοητευτικές επιδόσεις, που δείχνει δημοσκοπικά να έχει η Ελιά, καταδεικνύεται πόσο οι χειρισμοί Βενιζέλου οδήγησαν “αριστοτεχνικά” και αυτοκαταστροφικά στο πνίξιμο της πρωτοβουλίας για την ανανέωση της κεντροαριστεράς, κάτι που ξεχνούν όσοι υπερασπίζονται ακόμα την στήριξη του νεοπαγούς σχηματισμού. Ένας ή δύο το πολύ ευρωβουλευτές, πιθανότατα από τους πιο κομματικούς, με τη βοήθεια των (όποιων) μηχανισμών, οδηγούν σε μια εικόνα συρρίκνωσης και παρακμής. Ο ίδιος ο Ευάγγελος Βενιζέλος προσπαθεί να πείσει για το απαραίτητο της παραμονής του στην εξουσία, ενώ απειλεί οτι δεν θα παραιτηθεί, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, παραβιάζοντας έτσι κάθε αρχή της πολιτικής. Και φυσικά, ο Γιώργος Παπανδρέου απολαμβάνει την εκδίκηση, που είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο...

Αν όλοι οι πρώην υπουργοί και πρωταγωνιστές της αμεριμνησίας δεν αντιληφθούν οτι η κεντροαριστερά δεν αναγεννάται με Βενιζέλους, Λοβέρδους και Καστανίδηδες, τότε το αμέσως επόμενο βήμα είναι η δημοσκοπική ανυπαρξία, όπως αυτή της ΔΗΜΑΡ. Όσο για το κόμμα της ανανεωτικής αριστεράς, αν δεν αντιληφθεί οτι η περιθωριοποίηση του οφείλεται στην πεισματική άρνηση να αναλάβει ρόλο στις εξελίξεις και στην (σχεδόν αυτιστική) απομόνωση του σε αριστερά συμπλέγματα, τότε ένα κάποτε αισιόδοξο εγχείρημα για την ελληνική αριστερά θα έχει άδοξο τέλος. Δυστυχώς, προς όφελος και της παλαιολιθικής σταθερότητας του σταλινισμού.

Δεύτερον, η κοινωνία (και όχι τα συμφέροντα και οι εκδότες, όπως αφελώς αρέσκεται να βαυκαλίζεται, προς ίδιον όφελος, ο συνωμοσιολογικός αριστερός και δεξιός λαϊκισμός) δείχνει να αντιδρά υγιώς, όχι μόνο στην αδυναμία αναγέννησης της κεντροαριστεράς, αλλά και στην αποθράσυνση της ακροδεξιάς συμμορίας, μετά την υπόθεση Μπαλτάκου. Το Ποτάμι, αρέσει δεν αρέσει ο ιδρυτής του, δείχνει να κερδίζει την (συμβολικά πολύ σημαντική) τρίτη θέση, εκτοπίζοντας την Χρυσή Αυγή - και τους θρασύδειλους πανηγυρισμούς της, που θα ακολουθούσαν μια τέτοια εκδοχή. Δεν είναι όμως και σίγουρο οτι η Ελλάδα θα αποφύγει αυτή τη ντροπιαστική, για ευρωπαϊκή χώρα, εξέλιξη - και γι αυτό χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Στην Ουγγαρία, το νεοναζιστικό κόμμα ξεπέρασε το 20%, δείχνοντας (χωρίς να γίνονται αταίριαστες συγκρίσεις), οτι δεν πρέπει ποτέ να υποτιμούμε το φαινόμενο.

Το νεοσύστατο κόμμα, με το (ουσιαστικά) λαμπερό ευρωψηφοδέλτιο θα έχει πιθανώς και ρόλο ρυθμιστή στην εκλογή του Προέδρου της Κομισιόν, που για πρώτη φορά θα εξαρτηθεί απο τη σύνθεση του Ευρωκοινοβουλίου και τη μάχη στήθος με στήθος των δύο μεγάλων ομάδων, του Ευρωπαϊκού Λαϊκού κόμματος και της ομάδας των Σοσιαλιστών & Δημοκρατών. Αναλόγως αν συνταχθεί με τους Σοσιαλδημοκράτες ή τους Φιλελεύθερους, με την πλάστιγγα να γέρνει λογικά προς τον ένα από τους δύο μονομάχους, τον σοσιαλδημοκράτη Σουλτς, είναι πιθανό να συμβάλει καθοριστικά στην ανάδειξη του νικητή. Ωστόσο, η καθυστέρηση της αποσαφήνισης και η παλαιοκομματική αποστασιοποίηση από τις απόψεις του Νίκου Δήμου δείχνουν απουσία τόλμης και αφαίρεσαν πόντους.

Τρίτον, η αναμέτρηση αυτή, στην αυτοδιοικητική της πτυχή, δείχνει οτι θα αποτελέσει μια κατά κράτος ήττα του (δι)κομματισμού. Αν επαληθευθούν οι δημοσκοπήσεις, τα δύο “μεγάλα” κόμματα κινδυνεύουν να μην αναδείξουν ούτε έναν από τους υποψηφίους τους στους μεγάλους δήμους και περιφέρειες. Αν εκλεγούν Καμίνης, Μπουτάρης, Μώραλης, Σγουρός και Τζιτζικώστας, η Νέα Δημοκρατία και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα έχουν ούτε ένα νικητή σε Αθήνα, Πειραιά, Αττική και Θεσσαλονίκη. Χωρίς να σημαίνει οτι όλες αυτές οι υποψηφιότητες υπηρετούν την ανάγκη υγιούς αιμοδοσίας του πολιτικού προσωπικού, όπως οι δύο πρώτες, η παταγώδης αποτυχία των παλαιοκομματικών προτάσεων, αν συμβεί, θα δείξει πόσο οι ψηφοφόροι γυρίζουν πλέον την πλάτη στις κατευθυνόμενες επιλογές για την αυτοδιοίκηση.

Τέλος, το μεγάλο στοίχημα είναι το ποσοστό της αποχής, που λειτουργεί πάντα προς όφελος των κομμάτων που θα υπερβούν το εκλογικό μέτρο. Το κυβερνητικό “κολπάκι” για ευρωεκλογές μαζί με το β’ γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών κινδυνεύει να αποβεί μοιραίο, καθώς αυτοί που θα ταξιδέψουν στους τόπους καταγωγής τους αναγκαστικά (λόγω κόστους) μόνο την πρώτη Κυριακή ή θα “πάνε για μπάνιο” τη δεύτερη, θα ενισχύσουν ουσιαστικά τους “συνήθεις υπόπτους” της πολιτικής μας ζωής. Οι περισσότεροι εκ των οποίων, όπως δείχνουν και τα γεμάτα “μαϊντανούς” και φανατικούς ψηφοδέλτια, είναι παράγοντες καθυστέρησης - και όχι εξόδου απο την κρίση.












Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Η φωτό είναι από το www.tumblr.com και το εξώφυλλο από το www.suchac-martinsuchy. blogspot.com

To post συνοδεύεται από το "A Little Bit of Feel Good" του Βρετανού Jamie Lidell

buzz it!

8.4.14

Ο Μπαλτάκος και η λάθος ατζέντα

Είναι προφανές οτι οι (ενδεικτικές της ακροδεξιάς υποκρισίας) κουτοπόνηρες δικαιολογίες Μπαλτάκου δεν πείθουν κανέναν. Ο διάλογος του με τον υποκλοπέα Κασιδιάρη είναι σοκαριστικός, όχι μόνο γι αυτά που λέγονται, αλλά και για το ύφος του: Ο πρώην ισχυρός άντρας του Μαξίμου μιλάει με τρυφεράδα, με σχεδόν πατρική στοργή στο πρωτοπαλλήκαρο του μίσους και της αυθάδειας. Η οικειότητα που αναδύεται δείχνει τους δύο συνομιλητές να βρίσκονται στην ίδια όχθη - κι όχι να παίζουν ένα επιφυλακτικό παιχνίδι αμοιβαίας βολιδοσκόπησης. Ο “π... ο Σαμαράς”, όπως λέει ο Μπαλτάκος, απλώς τους έχει χαλάσει το παιχνίδι, γιατί η μικροπολιτική ανάγκη και η διεθνής κοινότητα εχθρεύονται τον πυρήνα της ακροδεξιάς ιδεολογίας και δεν επιτρέπουν την ανοχή του ναζιστικού μορφώματος.

Αλλά και το εκ των υστέρων (απροκάλυπτα επικοινωνιακό) αφήγημα Σαμαρά επίσης δεν πείθει κανέναν. Από πότε ακριβώς πολεμούσε σταθερά τη Χρυσή Αυγή; Από τότε που οι 32 δικογραφίες μούχλιαζαν σε κάποια συρτάρια; Από τότε που αδιαφορούσε για τα ρατσιστικά εγκλήματα και την ταχεία διάδοση των φασιστικών αντιλήψεων στους αγαπημένους του ενστόλους; Από τότε που κώφευε στην παρουσία “αγανακτισμένων χρυσαυγιτών”, δίπλα στους αστυνομικούς, στις διαδηλώσεις; Από τότε που επέτρεπε την ανοχή της αστυνομίας στο κλίμα τρομοκρατίας που ασκούσε η ΧΑ μέσα και έξω από τα δικαστήρια; Από τότε που δίσταζε (και ακόμα διστάζει!) να καταθέσει στη Βουλή αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, κατά παράβαση όλων των υποχρεώσεων και υποσχέσεων προς την Ευρωπαϊκή Ένωση; Από τότε που ανεχόταν να λέει ο (και νομικός!) Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου “αδιαφορώ για τα ανθρώπινα δικαιώματα”;

Η ουσία είναι οτι ο Μπαλτάκος μπορεί να ήταν η αιχμή του δόρατος ενός έρποντος (και φαιδρού ως συνήθως) φασισμού μέσα στην κυβέρνηση, δεν ήταν όμως “ξεκρέμαστος και μόνος”, ούτε “αυτονομήθηκε”, γιατί απασφάλισε ξαφνικά. Φάνηκε από τις δηλώσεις συμπάθειας που έσπευσαν να εκφράσουν οι “ομοϊδεάτες” Βορίδης και Γεωργιάδης. Είχε φανεί εδώ και πολλά χρόνια από τη διείσδυση του “Δικτύου 21” στην ηγετική ομάδα του κυβερνώντος κόμματος. Φαινόταν διαρκώς από την επένδυση που έκανε στο πιο σκληρό εθνικιστικό και θρησκόληπτο ακροατήριο, ο ίδιος ο αρχιτέκτονας της πανωλεθρίας του “Μακεδονικού”. Η ακροδεξιά δεν ήταν έξω από τη ΝΔ, ήταν μέσα σε αυτήν - και μάλιστα σε πρωτεύοντα ρόλο, σε αντίθεση με παρελθούσες ηγεσίες. Και το τραγελαφικό ήταν οτι αυτή η ακραία ηγεσία εφηύρε τη θεωρία των δύο άκρων, χωρίς να περιλαμβάνει τον εαυτό της στο δίπολο...

Τώρα βέβαια, η νοσηρότητα πληρώνεται - και μάλιστα ακριβά. Η αντιμνημονιακή υστερία που καλλιέργησε ως μη όφειλε η ηγεσία του συντηρητικού, φιλοευρωπαϊκού κόμματος στην Ελλάδα συνεισέφερε τα μάλα στη “φούσκα” των δήθεν αντισυστημικών κομμάτων του ψεκασμένου καφενείου (εντυπωσιακό το ξέσπασμα της Ραχήλ Μακρή, που υπερασπίστηκε τους “αθώους ανθρώπους” χρυσαυγίτες από τη “χούντα”). Νομίζοντας οτι θα επαναπατρίσει τις ανοιχτά ακροδεξιές ψήφους “με το μαλακό”, η ηγεσία της ΝΔ επέτρεψε να αναπτυχθεί στους κόλπους της η ανοχή και το γλείψιμο των χαμηλοτέρων ενστίκτων του εκλογικού σώματος (“κανένας ψηφοφόρος της ΧΑ δεν είναι ναζί”, επιμένει αμετανόητος ο Μπαλτάκος, την επομένη της αποπομπής του). Αδιαφορώντας πλήρως για τις επιταγές της κρίσης και των καιρών, έπαιξε επί δύο χρόνια το κατενάτσιο του λαϊκισμού και της προστασίας του πελατειακού παρασιτισμού, διανθισμένο με εξάρσεις επαρχιακού γκαφατζήδικου αυταρχισμού, όπως με το κλείσιμο της ΕΡΤ, του οποίου, όπως φαίνεται, ένθερμος θιασώτης, αν όχι εμπνευστής, ήταν ο Μπαλτάκος.

Και τώρα, το όποιο δημοσκοπικό πλεονέκτημα από την αιματηρή προσπάθεια να “τακτοποιηθεί” η οικονομία και να γίνει αποδεκτό το πρωτογενές πλεόνασμα, εξανεμίστηκε εν μια νυκτί. Από αντανακλαστικά και μόνο (και όχι από εμπιστοσύνη προφανώς), ένα κρίσιμο κομμάτι του εκλογικού σώματος είπε “θα ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ, για να φύγει αυτή η κυβέρνηση”. Σε συνδυασμό με την πτωτική πορεία του ΠΑΣΟΚ, μετά και τους χειρισμούς Βενιζέλου, που “στραγγάλισε” τους 58, η διαρκώς φθίνουσα κυβερνητική πλειοψηφία μοιάζει να κινδυνεύει με πλήρη αποσταθεροποίηση.

Μόνο που το πρόβλημα της χώρας δεν είναι να κινείται αενάως μεταξύ των συμπληγάδων του σύγχρονου δικομματισμού, που αγωνίζονται να ξεπεράσουν το 20%, με λίγες μονάδες. Αν καλούμαστε να διαλέξουμε μεταξύ μιας παλαιοκομματικής, εθνικιστικής σκληρής δεξιάς και μιας αντιευρωπαϊκής αριστεράς που διολισθαίνει στο ακραίο και προστατεύει (και αυτή) τον παρασιτισμό και τις συντεχνίες, δεν θα φύγουμε ποτέ από το τέλμα. Κανείς δεν πρέπει να είναι “καβάλα στο άλογο”, την επομένη των ευρωεκλογών. Αντιθέτως, η Ελλάδα πρέπει να κινηθεί με τελείως άλλη ατζέντα, για την έξοδο από την κρίση.

Πρώτον, πρέπει με κάθε τρόπο να αποφύγει να επιτρέψει σε ποινικούς κατηγορούμενους για εγκληματική οργάνωση να “χτυπάνε το ρυθμό” στις πολιτικές εξελίξεις. Οι εκβιασμοί, οι απειλές και γενικώς οι μέθοδοι του υποκόσμου δεν πρέπει να γίνουν δεκτοί με κανέναν τρόπο, όπως με περισσή μικροπολιτική ανευθυνότητα έγινε μέχρι τώρα. Και η δικαιοσύνη (που ολιγώρησε αρχικά, αποδεχόμενη τη νομιμότητα του ακροδεξιού κόμματος) θα πρέπει να εντείνει τις προσπάθειες της και να αφεθεί ελεύθερη να οδηγήσει στις φυλακές όσους ευθύνονται για τα άθλια ρατσιστικά εγκλήματα - όχι για τις απεχθείς ιδέες τους, αλλά γιατί τις έκαναν πράξη, όπως ο ναζισμός επιτάσσει.

Δεύτερον, η χώρα πρέπει να αποκτήσει μια σοβαρή κεντροδεξιά - και γι αυτό η συντηρητική παράταξη καλείται να αποκαθαρθεί πλήρως από τα “σταγονίδια” και να κινηθεί και πάλι στον πραγματικά ευρωπαϊκό δρόμο, που δεν περιλαμβάνει κανενός είδους χουντικούς ταλιμπάν και αγιατολάχ. Ως πρώτο βήμα, αν η αλλαγή ηγεσίας δεν είναι άμεσα εφικτή, η πρωθυπουργία σε μια επόμενη (μετεκλογική) κυβέρνηση συνεργασίας μπορεί ωραιότατα να ανατεθεί σε άλλο μετριοπαθές (κοινής αποδοχής) πρόσωπο της συντηρητικής παράταξης, ώστε να δοθεί άλλη πνοή στην κυβερνητική λειτουργία, τουλάχιστον. Αυτό άλλωστε, θα έπρεπε να είχε συμβεί από τον περσινό Ιούνιο, μετά το φιάσκο του κλεισίματος της ΕΡΤ, αν δεν είχε σπεύσει ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ να προσφέρει τη στήριξη του στον ίδιο άνθρωπο, με αντάλλαγμα την αντιπροεδρία.

Τρίτον, η Ελλάδα πρέπει να αποκτήσει μια σοβαρή και ισχυρή κεντροαριστερά. Εφόσον ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει εμφανώς οτι εξακολουθεί να αδυνατεί να προσφέρει τέτοια δυνατότητα, αφού δεν αφίσταται της αριστερίστικης, λαϊκίστικης και βαθειά συντηρητικής ρητορικής, στην οποία αρέσκεται μεγάλο μέρος των στελεχών και του ακροατηρίου του, θα πρέπει να επανέλθει σε φυσιολογικότερα ποσοστά, πιο κοντά σε αυτά που είχε πριν τη “φούσκα”. Δεν θα έβλαπτε μάλιστα το πολιτικό σκηνικό και τη χώρα, αν κατάφερνε να κρατήσει στην αντιπολίτευση όλες τις υποκριτικές και διαφθαρμένες φωνές, “βαθυπασοκικής” προελεύσεως, που κατάφερε να συγκεντρώσει γύρω του.

Για να εκπληρωθεί ο στόχος αυτός, η κεντροαριστερά θα πρέπει να απαλλαγεί και αυτή από όλα τα δικά της “βαρίδια”, τους φθαρμένους (κυρίως ΠΑΣΟΚογενείς) πολιτικούς που εμποδίζουν την είσοδο του τόσο απαραίτητου υγιούς και νέου αίματος στην πολιτική σκηνή. Το αξιολογότερο κομμάτι ενεργών πολιτών και στελεχών της κοινωνίας περιμένει να συμμετάσχει σε μια νέα προσπάθεια αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού της χώρας. Η ενίσχυση του ψηφοδελτίου του Γιώργου Καμίνη για το Δήμο της Αθήνας και το ευρωψηφοδέλτιο του “Ποταμιού” που ανακοινώθηκε μερικώς χθες δείχνουν, με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο, την ποιοτική διαφορά και το χάσμα μεταξύ του καινούργιου και του κομματικά παλιού.

Όσοι αξιόλογοι βρίσκονται ενεργά στις τάξεις της “Ελιάς” και της ΔΗΜΑΡ δείχνουν να ασφυκτιούν, λόγω της αδυναμίας να διασωθούν οι σχηματισμοί αυτοί και στη συνέχεια να καταστούν ρυθμιστές. Αν δεν υπάρξει καταλυτική αλλαγή ηγετικής κατεύθυνσης (με όλους να κάνουν πίσω), δεν θα μπορέσει να γεννηθεί και να ενδυναμωθεί το καινούργιο - και τα παραδοσιακά αυτά σχήματα θα μαραζώσουν οριστικά. Οι 58 πρέπει να ενισχυθούν και να αξιοποιηθούν - και να αποτελέσουν και αυτοί τη συγκολλητική ουσία μιας αναγεννημένης παράταξης. Σε κάθε περίπτωση, η ζωή θα συμπληρώσει το κενό, όπως έδειξε αδιαμφισβήτητα το “Ποτάμι”. Και η πρόκληση για μια πορεία που θα εγγυάται την ουσιαστική πρόοδο της χώρας είναι αδήριτη.












Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Η γελοιογραφία είναι του Ανδρέα Πετρουλάκη από το www.protagon.gr και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από την εξαιρετική διασκευή του "Waters of March", με την Αμερικανίδα Cassandra Wilson, που έδωσε δύο συναυλίες στο Gazarte.

buzz it!

11.3.14

Εξωκοινοβουλευτική κεντροαριστερά

Πολλά μπορεί να προσάψει κανείς στον Σταύρο Θεοδωράκη και στο εγχείρημα του: Ναρκισσισμό, προχειρότητα, θολό προγραμματικό στίγμα (μέχρι στιγμής τουλάχιστον). Ωστόσο, υπήρξαν τόσο υπερβολικές και κομπλεξικές αντιδράσεις, με τη συνήθη απόπειρα διαστροφής που χαρακτηρίζουν τις δυνάμεις του λαϊκισμού (κυρίως της αριστεράς), που φρόντισαν σχεδόν να δικαιώσουν το τόλμημα, πριν ακόμα κριθεί. Στο κάτω-κάτω, μακράν αγνότερος και ικανότερος είναι ο Θεοδωράκης από τουλάχιστον το 95% του πολιτικού μας προσωπικού. Η πανικόβλητη προσπάθεια a priori αποδόμησης είναι τόσο αστεία, όσο αστεία είναι η απόπειρα να “χρεωθεί” ο Καμίνης από τους ανθυποψηφίους του στο “μνημόνιο” και αποκλειστικά στο ΠΑΣΟΚ (ενώ είναι τοις πάσι γνωστό ότι προτάθηκε από τη ΔΗΜΑΡ και υποστηρίχθηκε από όλες τις δυνάμεις του χώρου, μέχρι τη Δράση).

Ο Θεοδωράκης δεν είναι φυσικά ο Μπέπε Γκρίλο της Ελλάδας, αυτός ο τίτλος μάλλον θα άρμοζε στον Λάκη Λαζόπουλο. Ούτε είναι το “μακρύ χέρι του συστήματος”, όπως συνωμοσιολογικά αρέσκεται στο να διαπιστώνει η πέραν της ΔΗΜΑΡ αριστερά, όταν δεν μπορεί να ερμηνεύσει τα φαινόμενα ή δεν βολεύεται με την προφανή ερμηνεία τους. Ακόμα περισσότερο δεν είναι ένας “Τζήμερος” ή θαυμαστής της Χρυσής Αυγής, καθώς δεν έχει καμία σχέση με ακραίες ή φασιστικές ιδεολογίες. Ο Θεοδωράκης μπορεί να καταφεύγει σε ένα λόγο που μπορεί να επικριθεί ως απλουστευτικός, αλλά έχει σαφές πολιτικό παρελθόν, που δεν ξεφεύγει από το πολιτικά όρια της ευρύτερης κεντροαριστεράς - και συνεπώς το ίδιο έχει - μέχρι στιγμής τουλάχιστον - και το εγχείρημα του.

Η προσπάθεια συγκερασμού φιλελευθερισμού και αριστεράς άλλωστε, δεν είναι καινοφανής. Πολλοί, όπως ο Μάνος Ματσαγγάνης έχουν δώσει εξαιρετικά δείγματα γραφής ως “φιλελεύθεροι αριστεροί”, χωρίς να σημαίνει οτι η σύγκριση προσώπων είναι δόκιμη. Άλλωστε, και το ίδιο το στοίχημα των 58 αυτόν τον προσανατολισμό είχε. Και ας μην προσπαθούμε να κρυφτούμε πίσω από το δάχτυλο μας, υπάρχει ένα τεράστιο κομμάτι των υγιώς πολιτικά σκεπτόμενων σε αυτή τη χώρα, που ασφυκτιά και ακριβώς αναζητά την ένωση όλων των δυνάμεων από τις παρυφές των φιλελευθέρων ως τις παρυφές της αριστεράς (συμπεριλαμβανομένης και της ΔΗΜΑΡ), ώστε να εκφραστούν και πολιτικά, αλλά και κυβερνητικά, με στόχο μια μετριοπαθή και ταυτοχρόνως δυναμική διέξοδο, ανάμεσα στις συμπληγάδες της πόλωσης, που ονομάζονται ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ. Άλλωστε, αυτό απέδειξαν με την επίτευξη καθολικής αποδοχής στο χώρο, τόσο ο Γιώργος Καμίνης, όσο και ο Γιάννης Μπουτάρης - μια αιμοδοσία του πολιτικού συστήματος που έδειχνε να αρχίζει, εδώ και 4 περίπου χρόνια, αλλά δυστυχώς δεν συνεχίστηκε.

Επιδεικνύοντας μια εξαιρετική αίσθηση πολιτικού timing, ο Σταύρος Θεοδωράκης (που συζητούσε την προοπτική αυτή εδώ και ενάμιση χρόνο), εμφανίστηκε ακριβώς τη στιγμή που το ακροατήριο του χώρου του ήταν απογοητευμένο από το κεφαλοκλείδωμα Βενιζέλου στην πρωτοβουλία των “58”. (Παρεπιμπτόντως, παρά τις περί του αντιθέτου απόψεις, θεωρώ οτι πολύ καλά έκαναν οι “58” και αρνήθηκαν να εκτεθούν στον σταυρό. Στις συγκεκριμένες συνθήκες, οι εναπομείνασες ορδές ενός θνησιγενούς πασοκικού λαϊκισμού, που δεν έχουν πάει στο ΣΥΡΙΖΑ, θα τους κατέτρωγαν, με μεγάλη άνεση, κερδίζοντας το σωσίβιο που τόσο έχουν ανάγκη. Άλλωστε, δεν ήταν απαραίτητα αυτός ο ρόλος τους).

Ο Θεοδωράκης απέδειξε, με μια πολύ απλή κίνηση, τα εξής: Πρώτον, οτι υπάρχει τεράστια ανάγκη για τη συμμετοχή “κανονικών” ανθρώπων στην πολιτική - και όχι “talking heads”, που κινούνται μεταξύ της φιγούρας του καραγκιόζη και της ξύλινης γλώσσας του ψηφοθηρικού λαϊκισμού. Δεύτερον, οτι η υπόθεση της ενωμένης κεντροαριστεράς θα είχε πολύ καλύτερη τύχη, αν δεν υιοθετούσε ένα (θεωρητικά σωστό) αξίωμα περί “μη αποκλεισμού κανενός”, που όμως στην πράξη χώλαινε: Είναι σαφές οτι μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του χώρου αρνείται να ενισχύσει μια “Ελιά” που θα ηγεμονεύεται από φθαρμένους πρώην υπουργούς του ΠΑΣΟΚ. Εν ολίγοις, αρνείται να ψηφίσει το σουρεαλιστικό τοπίο ΠΑΣΟΚ+Λοβέρδος από τη μία και ΔΗΜΑΡ+Καστανίδης από την άλλη, καθώς έχει την άποψη οτι όλες αυτές οι ανταγωνιστικές προσθήκες και “ενισχύσεις” δεν αντιπροσωπεύουν πια κανέναν - και τίποτα θετικό.

Τις πρώτες ημέρες μετά την ανακοίνωση του “Ποταμιού”, κάποιοι δημοσκόποι έλεγαν οτι “δεν τολμούν να πουν αυτά που βλέπουν τα μάτια τους”. Η πρώτη έρευνα, με το 5,7%, δικαίωσε τις υποψίες. Βεβαίως, τα ποσοστά αυτά μπορούν άνετα να “ξεφουσκώσουν”, μέχρι τις εκλογές. Μπορούν όμως και να αυξηθούν θεαματικά, αν αρθρωθεί πολιτικός λόγος και εμφανιστούν αξιόλογα πρόσωπα, όχι πλέον ως “φίλοι”, αλλά ως υποψήφιοι για την Ευρωβουλή.

Στη δεύτερη περίπτωση, ακόμα κι αν η αύξηση δεν είναι θεαματική, η εμφάνιση του “Ποταμιού” θα έχει τις εξής (δυσάρεστες για όλο το πολιτικό σύστημα) επιπτώσεις: Πρώτον, λόγω της πολιτικής απήχησης ενός πολιτικού χωρίς γραβάτα, με το σακίδιο και το μπλουζάκι, στις νεαρές ηλικίες (αλλά και στις μαμάδες τους), θα κόψει έναν αέρα (έστω και του 1%) από τον ΣΥΡΙΖΑ, που ελπίζει να θριαμβολογεί την επομένη των ευρωεκλογών, ζητώντας την παραίτηση της κυβέρνησης (λόγω “αναντιστοιχίας με τη λαϊκή βούληση”). Ο Αλέξης Τσίπρας ήταν μέχρι τώρα η μόνη λύση κοντά στην αισθητική τους, αλλά δύσκολα θα μπορέσει να τους πείσει όλους οτι είναι εμφανώς ο ικανότερος, καθώς δεν έχει να επιδείξει παρά μόνο τα νιάτα του και την “εμπειρία” του από τον κομματικό σωλήνα. Ο Θεοδωράκης, αν και πενηντάρης, μοιάζει και πιο “τυπάς” - και πιο πολλά πράγματα έχει κάνει με επιτυχία στη ζωή του. Κάποιος που “τα λέει καλά” έχει κάποιες πιθανότητες να “τα κάνει και καλά”, σε αντίθεση με αυτόν που εκτοξεύει διαρκώς φληναφήματα.

Δεύτερον, θα στριμώξει ασφυκτικά τις πιθανότητες των υπόλοιπων κομματιών της κεντροαριστεράς να εκλέξουν ευρωβουλευτή: Το μέτρο είναι στο 4,75 αν όλα τα κόμματα το υπερβαίνουν, αλλά στην πράξη θα κινηθεί (μετά την αφαίρεση των “μικρών” κομμάτων και τη διαίρεση του εναπομείναντος ποσοστού με τις 21 εδρες) στο 3% ή λίγο παραπάνω. Έτσι, η ΔΗΜΑΡ, που οδεύει με μαθηματική ακρίβεια στην απομόνωση της στον (κατά Σημίτη) “αριστερό κομφορμισμό”, αλλά και το ΠΑΣΟΚ της κουτοπόνηρης μικροπολιτικής, κινδυνεύουν να μην εκλέξουν ευρωβουλευτή (παρά έναν ή δύο, στην καλύτερη περίπτωση) - και ενδεχομένως στις επόμενες εθνικές εκλογές να αποτελέσουν πια την “εξωκοινοβουλευτική κεντροαριστερά”. Κι όλα αυτά, γιατί δεν μπόρεσαν να κάνουν την υπέρβαση και να ενωθούν σε μια πραγματική “Ελιά” με άλλη ηγεσία και χωρίς βαρίδια, με στόχο τα διψήφια ποσοστά.

Τρίτον, το “Ποτάμι” θα συμπιέσει ενδεχομένως και άλλες δυνάμεις, από αυτές που παρήγαγε το κατακερματισμένο και εν ολίγοις “σουρεαλιστικό” πολιτικό μας σκηνικό. Κι αν από τη ΝΔ δείχνει να παίρνει πολύ λίγες δυνάμεις, από την όμορη παραφυάδα των ΑΝΕΛ δείχνει να αποσπά εντυπωσιακά ποσοστά, ενδεχομένως από μετανοημένους πασοκογενείς που έψαχναν να τιμωρήσουν το σύστημα “αντιμνημονιακά”. Θα ήταν λογικό να αποτρέψει και κάποιους νέους από το να θαυμάσουν ανεγκέφαλα τον Ηλία Κασιδιάρη, αλλά οι πρώτες μετρήσεις δείχνουν 0% διαρροές από τους λούμπεν μικρόνοες, που αποφάσισαν να τιμωρήσουν τους εαυτούς τους (και όλους μας), ψηφίζοντας τους νεοναζί. Ίσως είναι πια αβοήθητες περιπτώσεις, χωρίς επιστροφή, ακόμα κι αν όλοι οι βουλευτές της εγκληματικής οργάνωσης βρεθούν στη “μπουζού”, κατά τη δική τους έκφραση.

Σε κάθε περίπτωση, η κίνηση Θεοδωράκη ανοίγει έναν δρόμο, όπως άνοιξε και η πρωτοβουλία των “58”. Το αν θα ευδοκιμήσει, παραμένει άγνωστο. Αυτό που μοιάζει πια βέβαιο, είναι οτι ο χώρος της κεντροαριστεράς (ή της σοσιαλδημοκρατίας, αν προτιμάτε) διψάει για πολιτική έκφραση. Κι όποιος επειχειρεί να τον αλώσει χωρίς να κομίζει το ουσιαστικό και το καινούργιο, δεν θα τα καταφέρει ποτέ...














Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Η φωτό είναι από το www.tumblr.com και το εξώφυλλο από το www.lamusicadecadadia. blogspot.com

To post συνοδεύεται από το "Somewhere Down the Crazy River" του Καναδού Robbie Robertson

buzz it!

19.2.14

Ο χορός της μικροπολιτικής

Εν αρχή ην η ημερομηνία των εκλογών. Ο υπουργός Εσωτερικών Γιάννης Μιχελάκης αντιμετώπισε το θέμα όχι ως θεσμικός παράγοντας, αλλά ως πρώην διευθυντής ειδήσεων ιδιωτικού καναλιού, που κοιτάει πώς θα κερδίσει περισσότερα σε θεαματικότητα το κεντρικό του δελτίο. Δηλαδή, με κολπάκια.
 
Εμπνεύστηκε τον ορισμό της ημερομηνίας του α’ γύρου των δημοτικών εκλογών, μια Κυριακή πριν από τις Ευρωεκλογές. Το σκεπτικό απλό: Πολλοί δεν θα πάνε να ψηφίσουν τη δεύτερη Κυριακή, αφού γι αυτούς δεν θα υπάρχει β' γύρος - είτε θα έχουν ήδη εκλέξει δήμαρχο και περιφερειάρχη, είτε θα έχουν εκτονώσει στον πρώτο την οργή τους, είτε δεν θα έχουν να ξοδέψουν για τη μετακίνηση. Έτσι, παρά τις αντιδράσεις, η ΝΔ μπορεί να γλυτώσει μέρος της κατακραυγής για την κυβερνητική πολιτική, απαξιώνοντας το αποτέλεσμα. Και το ποσοστό της με την αποχή θα φανεί μεγαλύτερο - και με λίγη καλή τύχη, όχι πολύ μακριά από τον αντίπαλο.
 
Μετά, από κοινού Σαμαράς και Βενιζέλος αποφάσισαν να πλήξουν τον δικό τους «αντίπαλο» ο καθένας, αλλάζοντας τους κανόνες του παιχνιδιού, μόλις τρεις μήνες πριν τις εκλογές. Η ΝΔ «στριμώχνει» τον ΣΥΡΙΖΑ, που θα ήθελε μια πιο συντεταγμένη παρουσία υποψηφίων της ηγετικής ομάδας, παριστάνοντας ότι είναι κεντροαριστερή/σοσιαλδημοκρατική, ενώ τώρα θα πρέπει να τιθασεύσει το «σκορποχώρι» των διαφόρων υποψηφίων, που ενίοτε προκύπτουν και άκρως προβληματικοί. Και το ΠΑΣΟΚ ρίχνει a priori στο καναβάτσο τους 58, που ότι και να κάνουν, όσο και να γκρινιάξουν, όσο και να αποκλείσουν υποψηφίους με παραδοσιακή απήχηση στο εκλογικό σώμα, κινδυνεύουν να ψηφίζουν οι υποστηρικτές τους Βούλγαρη και Παγουλάτο - και να τους προκύπτει π.χ. Γεννηματά και Κουκουλόπουλος.
 
Σύμφωνα με το κουτοπόνηρο σκεπτικό, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την «περισσότερη» δημοκρατία της θεσμοθέτησης του σταυρού - κι ας γίνεται η χώρα μια τεράστια μιντιακή περιφέρεια. Και ως συνήθως, οι λύσεις που έχουν δώσει οι «κουτόφραγκοι», με το μεικτό σύστημα λίστας και σταυροδοσίας δεν λαμβάνονται υπ' όψιν. Οι χειρισμοί του ΠΑΣΟΚ δικαιώνουν εν μέρει τη ΔΗΜΑΡ, που δεν ήθελε επ' ουδενί να προσχωρήσει στην ανασύσταση της κεντροαριστεράς με “κυρίαρχο” τον Βενιζέλο - και τα δύο κόμματα όμως, αν δεν ενισχυθούν σε ένα ενιαίο σχήμα, από τους πολίτες που έχουν αποστασιοποιηθεί στον ευρύτερο κεντροαριστερό χώρο, κινδυνεύουν να μην εκλέξουν εκπροσώπους σε αυτές ή τις επόμενες (εθνικές) εκλογές.
 
Το τρίτο ολίσθημα ήρθε με την επιλογή των συνεργασιών στους δύο μεγαλύτερους δήμους της χώρας. Ο Καμίνης και ο Μπουτάρης, το πιο επιτυχημένο αυτοδιοικητικό πείραμα των τελευταίων δεκαετιών, «ξίνιζε» στα κομματικά επιτελεία και στα άντρα του λαϊκισμού, ακριβώς γιατί ήταν τόσο ξένο προς τις πρακτικές τους. Όχι μόνο η Νέα Δημοκρατία, αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ αρνήθηκαν να στοιχηθούν πίσω από την επιλογή της κοινωνίας των πολιτών - και επέλεξαν να τις κομματικές υποψηφιότητες, παρά την ένδεια στελεχών, που θα μπορούσαν να σηκώσουν αξιοπρεπώς το βάρος.
 
Κι έτσι ήρθαν οι δημοσκοπήσεις, να εκπλήξουν δυσάρεστα τους κομματικούς μανδαρίνους: Ο Γιώργος Καμίνης όχι μόνον δεν είναι «εξαφανισμένος» στον πάτο της λίστας, αλλά οδηγεί την κούρσα με 20%. Βεβαίως, είναι πολύ νωρίς ακόμα για προβλέψεις, αλλά είναι ενδεικτικό ότι αμέσως μετά τη δημοσίευση της πρώτης μέτρησης (και παρά την παλαιότερη και νέα επιχειρηματολογία υπέρ του έργου Καμίνη), οι συνήθεις ύποπτοι της «παραδοσιακής μαγκιάς» της ελληνικής πολιτικής σκηνής έσπευσαν να λοιδορήσουν τα αποτελέσματα ως «στημένα». Βλέπετε, δεν είναι δυνατόν ο «εκλεκτός» του εκλογικού σώματος να μην έχει τα χαρακτηριστικά ενός φανφαρόνου και εξωστρεφούς μικρο-πολιτικάντη. Ο Καμίνης, ως εκπρόσωπος της πραγματικής αξιοπρέπειας (και όχι της “αντιμνημονιακής”), ενοχλεί κατευθείαν στα σωθικά και αποκαλείται «ξενέρωτος» από το δεξιό και αριστερό λαϊκισμό. Λίγο-πολύ το ίδιο ισχύει και για τον Μπουτάρη. Ακριβώς γιατί ο αθόρυβος, αποτελεσματικός και εν τέλει ο «κανονικός», μετριοπαθής και αξιόλογος άνθρωπος είναι ξένος και αντιπαθής προς τον καφενειακό, τον αντιδραστικό και τον φανατικό, με τον ίδιο τρόπο που και η κεντροαριστερά και ο εκσυγχρονισμός θεωρούνται χώροι, όπου συνωθούνται οι «λογιστές» με τους «προσκυνημένους».
 
Αλλά κι οι επόμενες έρευνες, τα ίδια έδειξαν. Κι επειδή το να είναι όλες “πειραγμένες” με τον ίδιο τρόπο αποκλείεται, ένα ακόμα συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι υπάρχει ένα (αρκετά μεγάλο;) κομμάτι της υγιούς κοινωνίας, που αντιστέκεται στο μανιχαϊστικό διαχωρισμό της πολιτικής αντίληψης, σε «μνημονιακή» και «αντιμνημονιακή», σύμφωνα με την οποία δεν μπορείς να ψηφίσεις τον αξιόλογο δήμαρχο, αλλά οφείλεις να λάβεις αρνητική θέση απέναντι στην πολιτική της κυβέρνησης ή των δανειστών, λες και υπάρχει σώφρων άνθρωπος που επιθυμεί τα λάθη τους. Το μάθημα αυτό θα έπρεπε εντόνως να προβληματίσει την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, που αποφάσισε να στηρίξει ένα (ακόμα) παιδί του κομματικού σωλήνα, το ίδιο ”παλιό” στις αντιλήψεις, με πρώτα δημοσκοπικά αποτελέσματα γύρω στο 10% - στο ποσοστό δηλαδή που είχε επιτύχει ο Αλέξης Τσίπρας, πριν διογκωθεί η φούσκα του κόμματος του. Αλλά, μάλλον το ανάποδο συνέβη.

 
Ακόμα υπάρχει πολύς δρόμος για τις κάλπες - και οι εκπλήξεις μπορεί να είναι και ευχάριστες και δυσάρεστες. Όμως, όλοι αυτοί οι αλλεπάλληλοι γύροι της μικροπολιτικής επίδειξης δείχνουν οτι το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού συστήματος δεν έχει αντιληφθεί πόσο έχουν αλλάξει οι καιροί - ίσως γιατί δεν έχει αλλάξει και ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας, παρά την κρίση. Γι αυτό και το υπόλοιπο πρέπει να αποδοκιμάσει αυτές τις πρακτικές. Και με την ψήφο του να μην επιτρέψει, μια ακόμα φορά, το θρίαμβο της μικροπολιτικής...














Το κείμενο γράφτηκε για την Athens Voice

Η φωτό είναι από το weheartit.com και το εξώφυλλο από το www.factmag.com

To post συνοδεύεται από το υπέροχο "Last Dance", από τους Αμερικανούς Rhye

buzz it!

ShareThis