Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15.1.12

Χαμένο ρεσιτάλ...

Πέρσι, τέτοια εποχή, είχα ενθουσιαστεί με μια άλλη ταινία-ρεσιτάλ ηθοποιίας, παρά το γεγονός οτι αγιογραφούσε, κατά κάποιο τρόπο, τον εκπρόσωπο ενός βρετανικού υπερ-συντηρητικού θεσμού, της βασιλείας. Η «Σιδηρά Κυρία» όμως, της Phyllida Lloyd, απέχει μακράν από το να μου δημιουργήσει τέτοια συναισθήματα.


Δεν είναι ότι η ταινία δεν καταγράφει το «αμφιλεγόμενο» (για να το πούμε κομψά - ή το μισητό για πολλούς) της μακρόχρονης θητείας της Margaret Thatcher στην πρωθυπουργία της Βρετανίας. Είναι ότι η σκηνοθέτις του "Mamma Mia" (ποτέ μου δεν κατάφερα να το δω ολόκληρο, παρά το καλό καστ και το ιδιαίτερο «ελληνικό» ενδιαφέρον) ρίχνει μια αφελή ματιά σε ένα βαθύτατα πολιτικό θέμα. Όπως επισημαίνουν σχεδόν οι περισσότερες κριτικές, με την επιλογή των διαρκών φλας-μπακ, επικεντρώνει (και χαλάει πολύτιμο χρόνο) στην ηλικιωμένη Thatcher και τα «φαντάσματα» της σχέσης της με τον άντρα της, Denis, που τη στήριξε, αλλά υπέστη και τις συνέπειες του αυταρχικού χαρακτήρα της και των ισχυρογνωμόνων επιλογών μιας ζωής στο πολιτικό προσκήνιο - πράγματι «τολμηρής» (και από αυτή την πλευρά θαυμαστής) ζωής, δεδομένου ότι η Thatcher αναδείχθηκε πολιτικά και ηγήθηκε ενός απόλυτα ανδροκρατούμενου και φαλλοκρατικού περιβάλλοντος, κάτι που μπορεί να εξηγεί εν μέρει και τη σκληρότητα της, στην προσπάθεια να επιβληθεί.

Η καταγραφή όμως αυτής της ζωής και των επιλογών της είναι ελλιπής. Ακολουθώντας χολιγουντιανά/συντηρητικά κλισέ και υιοθετώντας μια «επιπόλαια» ουδετερότητα, αναδεικνύει το ηγετικό του χαρακτήρα, το εθνικοπατριωτικό των επιλογών και τη σταθερότητα των αποφάσεων, ως αποκλειστικά και μόνο προτερήματα. Φυσικά, για τους θαυμαστές της Thatcher, έτσι είναι. Η ταινία δεν αποκρύπτει το εύρος των κοινωνικών αντιδράσεων στις επιλογές της, αλλά δεν στέκεται κριτικά απέναντι της. Ούτε προσπαθεί να απαλείψει τα χαρακτηριστικά που θα οδηγούσαν κάποιον να τη χαρακτηρίσει ως μια εμμονική, κατίνα, άκαμπτη και υπερσυντηρητική νοικοκυρά, που επιχείρησε (άτσαλα και «ταλιμπανικά») να βάλει «σε τάξη τα του οίκου», αλλά στην ουσία ακύρωσε και εγκατέστησε δομές, που για τους υποστηρικτές «έσωσαν τη Βρετανία από την κατηφόρα», πλην όμως, για σχεδόν όλο τον υπόλοιπο κόσμο, εγκαθίδρυσαν την έναρξη μιας εποχής, που χαρακτηρίστηκε «νεοφιλελεύθερη» και αποτελεί την αιτία για την κρίση που ζούμε παγκοσμίως σήμερα (το timing του έργου το καθιστά ακόμα πιο δύσκολο να γίνει αποδεκτό).

Όμως, δεν αναδεικνύει επαρκώς άλλα χαρακτηριστικά, σύμφυτα με τέτοιες ακραίες επιλογές, όπως για παράδειγμα η σκληρότητα της με τις απώλειες ζωών, η αδυναμία της να εκτονώσει τις συγκρούσεις με την τρομοκρατία ή η δημαγωγία και ο πολιτικός υπολογισμός ενός πολέμου, όπως αυτός των Falklands, που εκτόξευσε τη δημοτικότητα της και της εξασφάλισε τη δεύτερη από τις τρεις εκλογικές της νίκες - αλλιώς θα είχε μείνει πιθανότατα στην πρώτη και μοναδική. (Η μόνη πτυχή αυτού του πολέμου που θα μπορούσε να τη δικαιολογήσει στην ιστορία, είναι οτι, παρά το αποικιοκρατικό παρελθόν της υπόθεσης, η κατάληψη των νησιών ήταν μια απρόκλητη επιθετική πράξη της στρατιωτικής χούντας της Αργεντινής, που όπως κάθε επιθετικός εθνικισμός - ειδικά από ολοκληρωτικό καθεστώς - δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτός).

Η Thatcher παρέλαβε μια Βρετανία απισχνασμένη, με τη βαριά βιομηχανία να καταρρέει, αλλά τον εργατικό συνδικαλισμό ακμαίο (θυμηθείτε την αποδυνάμωση της άλλοτε κραταιάς βιομηχανίας των βρετανικών αυτοκινήτων, στη δεκαετία του '70) - και τσάκισε τον δεύτερο, χωρίς να υπολογίσει το κοινωνικό κόστος. Δεν είναι βέβαιο όμως ότι προσέφερε σε αντάλλαγμα καλές υπηρεσίες για την ανόρθωση της πρώτης, που μάλλον έχασε οριστικά το παιχνίδι, από τον γερμανικό (και άλλον) ανταγωνισμό. Βέβαια, ακόμα και σύγχρονοι αντίπαλοι της, από το Εργατικό κόμμα, παραδέχονται ότι κάποιες από τις τομές της ήταν σωτήριες, για μια χώρα που υπέφερε από την «κατάχρηση» του κοινωνικού κράτους, χωρίς να αιμοδοτείται επαρκώς από την ιδιωτική πρωτοβουλία. Το (αναπόφευκτα) περίπλοκο όμως της πολιτικής ιδιαιτερότητας της Thatcher δεν αποτυπώνεται στην ταινία. Η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων και της απορρύθμισης των χρηματαγορών, οι σκληροπυρηνικές αντιλήψεις της για τον ψυχρό πόλεμο, ο αντιευρωπαϊσμός της και η πολιτεία της ως αυταρχικής ηγέτιδος περιγράφονται μόνο επιφανειακά, με όχημα την καρικατούρα της προσβλητικής και της (ωσάν να ήταν «απολιτίκ») επίμονης νοικοκυράς.

Το επιδερμικό του σεναρίου έρχεται βεβαίως να αντισταθμίσει η εξαιρετική (καλλι)τεχνική επάρκεια. Όχι η σκηνοθετική, αλλά αυτή του μακιγιάζ (είναι εντυπωσιακή η μεταμόρφωση της Meryl Streep, στις δύο ηλικίες που ενσαρκώνει, ιδιαίτερα στη μεγαλύτερη), αλλά κυρίως της ίδιας της Αμερικανίδας ηθοποιού, που πείθει απόλυτα, θυμίζει τον εαυτό της μόνο από αναπόφευκτα χαρακτηριστικά και καθιστά "συμπαθή" την ηρωίδα της - είναι θαυμαστό πως μεταμορφώνει το βλέμμα της, για να αποδώσει τον χαρακτήρα που υποδύεται. Η στάση και οι κινήσεις του σώματος, το βάδισμα, η ομιλία, οι μορφασμοί είναι υπεράνω πάσης κριτικής - και η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου θα πρέπει (χωρίς να ξέρω τον ανταγωνισμό), να απονείμει σίγουρα ένα τρίτο όσκαρ (και δεύτερο πρώτου ρόλου) στην κορυφαία, εδώ και χρόνια, εκπρόσωπο της παγκόσμιας βιομηχανίας της 7ης τέχνης. Το δροσερό κορίτσι που γνωρίσαμε, πριν από 33 χρόνια, στον "Ελαφοκυνηγό" φτάνει εδώ στον κολοφώνα της δόξας της και δίνει ρεσιτάλ - δυστυχώς - σε λάθος ταινία, με την έννοια ότι πάει χαμένο σε μια μέτρια προσπάθεια, που δεν άρεσε ούτε στους Συντηρητικούς, ίσως γιατί δεν "θριαμβολογεί" επαρκώς για την προσωπικότητα της γυναίκας-συμβόλου γι αυτούς.

Η Thatcher (που ζει ακόμα, αλλά μάλλον δεν θα απολαύσει την αγιογραφία της, καθώς πάσχει από άνοια), ενσαρκώνεται πολύ πετυχημένα και σε νεαρή ηλικία, από άλλη ηθοποιό, ενώ τα γεγονότα της εποχής καταγράφονται μέσα από πλάνα αρχείου, σημαντικά από μόνα τους για την ιστορική μνήμη. Όποιος έχει ζήσει τη δεκαετία του '80 πάντως, έχει - έστω και από απόσταση - άλλη αφήγηση από αυτή της ταινίας. Όταν η ιστορία ασχοληθεί, μετά από δεκαετίες, θα καταδείξει ποια είναι η πιο πιστή.


Η σύγκριση με την πραγματική...









Η φωτό είναι από το www.anglotopia.net και το εξώφυλλο από το www.lyricsdog.eu

Το post συνοδεύεται από ένα εμβληματικό "αντιθατσερικό" τραγούδι, το "Shout to the Top", από τους Βρετανούς Style Council, του Paul Weller, που ηγήθηκε της καμπάνιας καλλιτεχνών κατά του "θατσερισμού".

buzz it!

14.10.11

"Χθες γνώρισα τον Γκαγκάριν..."

Το προχθεσινό έργο με οδήγησε σε μια βουτιά στο παρελθόν, μια και άρχιζε με αναφορά στην πρώτη "βόλτα" ανθρώπου στο διάστημα, του Yuri Gagarin με το Βοστόκ. Μια κάρτα του πατέρα μου προς την αδελφή του, με ημερομηνία (που δεν φαίνεται καλά) το 1961 - φουλ πάντως μέσα στην κορύφωση του ψυχρού πολέμου - που ανακάλυψα πρόσφατα, γράφει:




"Αγαπημένη μου Λιλή,

Είμαι από προχθες στην Πράγα, με έναν πολύ καλό καιρό - και θα μείνω ακόμη μερικές μέρες. Χθες γνώρισα εδώ τον Γκαγκάριν σε μια δεξίωση. Φιλιά στο Γιώργο και στο Κώστα - και χαιρετισμούς στους γνωστούς.

Σε φιλώ πολύ

Νίκος"








To εξώφυλλο είναι από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Like a Star" της Βρετανίδας Corinne Bailey Rae.

buzz it!

2.2.10

Η γενιά που γεννήθηκε στα sixties...

Δεν ξέρω τι θέλω να γράψω για τη γενιά μου. Την παρατηρούσα προχθές, στο πάρτυ. Αν είμαστε αυτοί που γεννήθηκαν τη δεκαετία του ΄60 - κάποιοι είναι σήμερα στο κατώφλι των 50. Και κάποιοι ίσως μόλις σαραντάρισαν και ζουν αυτό το τρελλό σοκ του παλιμπαιδισμού, που σε πιάνει μόλις κλείσεις αυτήν την τόσο σημαδιακή και “βαριά” (για τα μέχρι τώρα δεδομένα) ηλικία...


Νομίζω οτι τα πράγματα είναι πιο “χρυσά” στη δεκαετία των 30 - τουλάχιστον για μένα ήταν. Είσαι ακόμα πολύ νέος, αλλά αρχίσεις και διαμορφώνεσαι ως αυτόνομος επαγγελματίας - κι αυτό έχει μεγάλη βαρύτητα στην αυτονομία της προσωπικότητας. Καλώς ή κακώς, η οικονομική εξάρτηση (εφόσον σπουδάζεις, πας φαντάρος κλπ) στη δεκαετία των 20 χαλάει την κατά τα άλλα ειδυλιακή εικόνα. Και τα πράγματα, με τη γενιά των 700 ευρώ, όλο και χειροτερεύουν, αντί να καλυτερεύουν. Για να μη μιήσω για την Ιταλία...

(Στις Ηνωμένες Πολιτείες είχα την ευκαιρία να δω πόσο φτηνό και εύκολο (με τη βοήθεια και λίγων garage sales) να φτιάξεις ένα σπιτικό στα γρήγορα. Οικοσκευή, στοιχειώδη έπιπλα και αυτοκίνητο - όλα ήταν προσιτά, με την προϋπόθεση φυσικά ενός καλού μισθού, που για ένα νέο επιστήμονα δεν ήταν δύσκολο να κινείται γύρω στα 3 χιλιάδες δολάρια, για αρχή. Not bad... Εδώ πάλι, όταν ήμουν φοιτητής στην Πάτρα, είχα αφεντικά στο μπαρ που δούλευα, τριαντάρηδες που έμεναν ακόμα με τη μαμά: Βόλευε το σιδέρωμα και το σπιτικό φαγητό...)

Στα 40 λοιπόν, τα πράγματα σοβαρεύουν: Πέρα από τον παράγοντα οικογένεια και παιδιά, γίνεται όλο και πιεστικότερο να εκφραστείς. Να “πετύχεις” θα το έλεγε κάποιος άλλος - εγώ όμως θα πω να εκφραστείς, να κάνεις αυτό το δημιουργικό που επιθυμείς, ακόμα κι αν αφορά μόνο τον τρόπο ζωής σου. Κι όχι μόνο σε επίπεδο δουλειάς - αλλά σε επίπεδο “επιτεύγματος ζωής”.

Κοιτούσα λοιπόν τους θαμώνες του πάρτυ: Το ροκ το είχαν στα χείλη, ειδικά τα γνωστά κομμάτια. Σα να το έλεγαν όμως με μια πίκρα - της χαμένης νιότης; Του επιτεύγματος που δεν ήρθε; Της αισθητικής παραίτησης;

Οι άνθρωποι που γεννήθηκαν στη δεκαετία του ’60, λέει ένας μύθος επηρεάστηκαν από το επαναστατικό της κλίμα, τη δολοφονία του Κένεντι το ’63, τη χρονιά των “πύρινων αλόγων” το ’66, τις φοιτητικές συγκρούσεις και τις εξεγέρσεις του ’68 στο Σικάγο, στο Παρίσι ή στην Πράγα. Πώς όμως είμαστε τόσο ήσυχοι; Σα να θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο, με τάξη...

Ίσως γιατί μεγαλώσαμε στα eighties - τη δεκαετία της ψυχρής επιστροφής του στυλ, μαζί με αυτό που ονομάστηκε “γιαπισμός”. Με τη Sade να σκάει μύτη, σαν θηλυκό ηφαίστειο σιωπής, με τον Paul Weller να διαμαρτύρεται στυλίστικα για τις πολιτικές της Thatcher, με τον Bryan Ferry να αποθεώνει τον απόλυτο δανδή...

Μεγαλώσαμε με το Hotel California (ως κλύσμα σχεδόν) και τους (αληθινούς ή μη) ροκάδες, αλλά δεν είναι αυτοί που πραγματικά μας εκφράζουν. Η μουσική της δεκαετίας του ΄70, είτε rock, είτε disco, είτε ακόμα και punk μας έπασε οριακά, ενεγράφη στο DNA μας, αλλά δεν είμαστε εμείς. Όπως δεν είμαστε κι η γενιά των Stones ή του Πολυτεχνείου, που εκφράστηκαν (και τα μπουρδούκλωσαν) επαρκώς...

Καταγράφω μερικά θετικά του μεγαλώματος μας, παρά το οτι ζήσαμε τη χούντα: Μεγαλώσαμε με λίγο ή καθόλου (ασπρόμαυρη) τηλεόραση. Είχαμε καλύτερη αίσθηση της σημασίας της παιδείας. Η μουσική μας παιδεία απείχε παρασάγγας από τη σημερινή. Ακούσαμε πολύ καλό ραδιόφωνο, είτε στα κρατικά, είτε αργότερα με την έκρηξη της ελεύθερης ραδιοφωνίας και των μουσικών σταθμών. Διαβάσαμε πιο πολύ - και προλάβαμε τα ελληνικά νησιά, όπως θα έπρεπε να είναι...

Τον κόσμο όμως δεν τον έχουμε αλλάξει ακόμα. Αργούμε να ξεπεταχτούμε μπροστά, ίσως γιατί παραείμαστε “late bloomers”. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η γενιά που γεννήθηκε τα sixties βγήκε μπροστά με τον Ομπάμα.

Στην Ελλάδα, μόλις την τελευταία δεκαετία μας κυβερνούν οι νεώτεροι της γενιάς του Πολυτεχνείου - τώρα εμφανίστηκε ένας αριθμός σαραντάρηδων υπουργών, όπως ο Παπακωνσταντίνου, ο Ραγκούσης ή ο Γερουλάνος. Στα γράμματα, στη τέχνη και στη διαφήμιση, που είναι στα δυνατά σημεία της γενιάς, κάτι έχει γίνει - αλλά όχι πραγματικά ξεσηκωτικό, ας με φωτίσουν οι αρμοδιότεροι. Στα media, η γενιά μου έχει βγει μπροστά εδώ και καιρό, αλλά με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα - με απογοητεύει πώς ένας άνθρωπος 45 χρονών μπορεί να εκπέμπει τόσο μεγαλύτερη από την ηλικία του “αύρα”...

O απολογισμός δεν με ικανοποιεί. Μήπως αυτή η δύσκολη καμπή για την Ελλάδα είναι η ευκαιρία για να βγεί αυτή η επόμενη “ώριμη” γενιά μπροστά; Ή μήπως απλώς θα περάσουμε απαρατήρητοι, σα μια σιωπηλή χαμένη περίπτωση της ιστορίας;






Η φωτό από το Blow Up του Antonioni είναι από το www.lacasapark.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

Το post συνοδεύεται από το αριστoυργηματικό κομμάτι του Γάλλου Dj Cam, που παραπέμπει στον τίτλο-τοτέμ για τη jazz των sixties, "Birth Of The Cool...

buzz it!

19.4.09

“Οι αλήθειες των άλλων”

Σπάνια θέλω να μιλήσω με τόσο ενθουσιασμό για ένα βιβλίο που διάβασα. Όχι μόνο γιατί ο Νίκος Θέμελης έχει εξελιχθεί σε έναν από τους αγαπημένους μου συγγραφείς – έχω διαβάσει και τα έξι του βιβλία, με προτίμηση στην αρχική “τριλογία” και σε τούτο εδώ, το τελευταίο. Όχι μόνο γιατί “Οι αλήθειες των άλλων” έφυγαν μονορούφι, μέσα σε μιάμιση μέρα διακοπών. Αλλά κυρίως γιατί τα έργα του Θέμελη – με κυρίαρχο και πάλι αυτό - με ενθουσιάζουν για την ψύχραιμη ιδεολογική τους ματιά.

Η μεγάλη αξία του Θέμελη δεν είναι, κατά την ταπεινή μου άποψη, η λογοτεχνική - αν και έχει έναν εντυπωσιακά απλό, στρωτό και κατανοητό λόγο μαζί με το ταλέντο της συναρπαστικής αφήγησης ενός παλιού παραμυθά. Είναι η “πολιτική” διάσταση των έργων του – το πόσο καταφέρνει να διηγείται την ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, χωρίς να καταφεύγει σε κανένα “φόβο και πάθος” και χωρίς να χάνει τίποτα από την “ελληνικότητα” του. Να αφηγείται πειστικά, χωρίς να δικαιολογεί καμία αγριότητα – αλλά καταγγέλλοντας κάθε μισαλλοδοξία. Είναι παροιμιώδης η ικανότητα του να βλέπει την ιστορία από όλες τις πλευρές, να μπαίνει – σαν ιδανικός διπλωμάτης με άποψη- “στα παπούτσια του άλλου”.

Είναι σαφές οτι οι μεγάλοι “εχθροί” του Θέμελη είναι ο εθνικισμός, ο φανατισμός, οι διακρίσεις, ο συντηρητισμός, η υποκρισία, η στενομυαλιά, η καθυστέρηση, η υπανάπτυξη, ο πόλεμος, η βία – και πάνω απ' όλα το “εθνικό παραμύθιασμα”. Στις “αλήθειες των άλλων”, αποδομεί με μαεστρία όλα τα σύμβολα της εθνικής μπουρδολογίας και απληστίας, που “φούσκωσαν” τη “Μεγάλη Ιδέα”, προκάλεσαν την πιο “ιμπεριαλιστική” ελληνική εκστρατεία στα βάθη της Τουρκίας και οδήγησαν στη Μικρασιατική καταστροφή και στην εγκατάλειψη των Ελλήνων που κατοικούσαν εκεί. Τα “σκάγια” του – εκτός φυσικά από τις συντηρητικές δυνάμεις της εποχής, ελληνικές και ξένες – παίρνουν και το Βενιζέλο (για τα λάθη του), τους Ελλαδίτες και τη συμπεριφορά τους προς τους πρόσφυγες. Όμως κανένας “εθνικοπατριώτης” δεν θα μπορούσε να τον κατηγορήσει για “ανθελληνισμό”: Ο Θέμελης εκφράζει συνεχώς τον θαυμασμό για τον ελληνισμό, όταν προκόβει και συμπεριφέρεται έντιμα. Ούτε διακατέχεται από κανένα σύμπλεγμα - θαυμάζει τις γνήσιες αξίες της ανατολής, όσο και αυτές της Ευρώπης του Διαφωτισμού.

Στο συναρπαστικό αυτό μυθιστόρημα, ο ήρωας του “σοκάρει” το σύστημα, υιοθετώντας μια πολύ διαφορετική εκδοχή για τη στάση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, κατά την άλωση της Πόλης. Το ίδιο όμως “σοκάρεται” και ο ίδιος, όταν ο (επίσης ιστορικός) γιός του ακολουθεί την ίδια “επιμονή στην αλήθεια” σ' ένα άλλο “καυτό” ζήτημα, αυτό της διαμάχης για τη συνέχιση της ελληνικότητας από την αρχαιότητα ως σήμερα. Ο (τόσο επιζήμιος) ρόλος του “ελληνονορθόδοξου” κατεστημένου υπονοείται σε κάθε βήμα. Το ζήτημα των μειονοτήτων στη Θράκη (που ακόμα δεν έχει επιλυθεί πλήρως, παρά τα τεράστια βήματα που έχουν γίνει τα τελευταία 15 χρόνια) θίγεται με τον πιο έξυπνο και “σύγχρονο” τρόπο – παρά το “προπολεμικόν” της αφήγησης. Ακόμα και το θέμα της ομοφυλοφιλίας (έκπληξη για τη μέχρι τώρα θεματολογία του συγγραφέα) θίγεται με εξαιρετικό τρόπο - με τη ματιά του ετεροφυλόφιλου, που σέβεται τις προτιμήσεις του άλλου.

Ο Θέμελης υποδεικνύει οτι ο πραγματικός πατριώτης δεν είναι αυτός που διαλαλεί υποκριτικά (ή μη) το “πατρίς-θρησκεία-οικογένεια”, αλλά ο προοδευτικός άνθρωπος, που σέβεται τους άλλους και επιδιώκει την αλήθεια πέρα από μύθους – τη συνεννόηση πέρα από αντιθέσεις. Η “εκτέλεση” της γυναίκας του ήρωα από τους κομμουνιστές, γιατί είχε “χαφιεδίσει” στην Ασφάλεια έναν οικογενειακό φίλο, έρχεται σαν φυσική λύτρωση. Ούτε όμως και με αυτό ο συγγραφέας πανηγυρίζει – μην υποστηρίζοντας καμία βία. Ο ίδιος ο ήρωας έχει τη συμπεριφορά που περιμένεις από έναν καλλιεργημένο άνθρωπο, που γεννήθηκε σε αυτή τη γωνιά της γης. Συνδιαλέγεται με άνεση με τον Αμερικανό ή τον Άγγλο – αλλά ταυτόχρονα αναγνωρίζει οτι είναι τυχερός που ζει μια πολιτισμένη, αστική ζωή και δεν αρκείται στις “ίσες αποστάσεις”, στο ζήτημα του εμφυλίου: Καταδικάζει τους νικητές, όχι μόνο γιατί είχαν στις τάξεις τους τους ταγματασφαλίτες και τους φασίστες, αλλά και γιατί “πάτησαν σαν σκουλήκια” τους ηττημένους, αφήνοντας έναν τόπο στην καθυστέρηση επί δεκαετίες.

Με αυτό το βιβλίο, ο Θέμελης εκφράζει αυτό που θα επιθυμούσαμε να υπάρχει ως “πεφωτισμένη (κεντρο)αριστερά”. Και που μόνο ως μονάδες το έχουμε συναντήσει μέχρι τώρα...




Υ.Γ. Δεν ξέρω αν υπάρχουν “πολλές αλήθειες”. Υπάρχουν σίγουρα πολλές οπτικές, πολλές ερμηνείες και ειδικά στην πολιτική και στις πάσης φύσεως σχέσεις θα πρέπει να μπορούμε να τις “αγκαλιάσουμε όλες”, ώστε να βρούμε έναν “ελάχιστο παρονομαστή συνεννόησης” - όχι για να βολέψουμε κανενός τις επιδιώξεις, αλλά για να κάνουμε παραγωγικό διάλογο και να αμβλύνουμε τα πάθη.

Αμπελοφιλοσοφώντας, θα έλεγα οτι υπάρχουν πολλά “επίπεδα”, πολλές “διαστάσεις” της αλήθειας. Σε κάθε ένα από αυτά η αλήθεια είναι όμως “μια και αντικειμενική”. Είναι αυτό που “πραγματικά συνέβη” - που μπορεί κανείς μας να μην το ξέρει ακριβώς. Αυτό τουλάχιστον πρεσβεύει το τραγούδι του post, από τους Handsome Boys Modelling School: “You can't hide from the truth, because the truth is all there is”...

Τις περισσότερες φορές (αν όχι όλες), οι άνθρωποι ξέρουμε την αλήθεια για τον εαυτό μας – αλλά αρνούμαστε να την παραδεχτούμε. Γενικά, μια από τις πιο συχνές (και επικίνδυνες) “ασθένειες” - τόσο σε προσωπικό, όσο και σε “εθνικό” επίπεδο – είναι οτι αρνούμαστε να συνειδητοποιήσουμε πόσο “αυτοπαραμυθιαζόμαστε” και το πόσο τελικά “ψωνάρες” είμαστε...

buzz it!

17.2.09

Το φως μιας ερμηνείας...

Τελευταία φορά την είχα δει σε μια χολυγουντιανή κωμωδιούλα, “The Holiday” – καλοφτιαγμένη πρέπει να πω. Ήταν το 2006, και ήδη, το κοριτσάκι του “Τιτανικού” έσβηνε την (πολύ πιο “γκόμενα”, αλλά κενή) Cameron Diaz.

Ομολογώ όμως οτι δεν μπορούσα να φανταστώ την εξέλιξη που είδα φέτος. Αρχικά με το “Revolutionary Road” – και τώρα με το “Reader”. Αν δεν πάρει τρία Όσκαρ μαζί (που λέει ο λόγος), θα είναι άδικο- κι όμως φαίνεται οτι μπορεί να μην τα καταφέρει.


Η Kate Winslet παίζει αριστουργηματικά με τη γλώσσα του σώματος (και όχι με τη “γερμανίζουσα” προφορά της) την πρώην δεσμοφύλακα των SS, που παίρνει όλη την τιμωρία επάνω της, για ένα φρικτό έγκλημα, στο οποίο συμμετείχε. Τα “Σφραγισμένα Χείλη” ήδη επικρίθηκαν από επιφανείς Εβραίους – και ίσως αυτό της στερήσει το Όσκαρ.

Είναι αλήθεια οτι μένει κανείς αποσβολωμένος από μια προσωπικότητα που άφησε 300 γυναίκες να καούν μέσα σε μια εκκλησία, απλώς γιατί το αντίθετο “θα κατέλυε την τάξη, θα ακύρωνε την εντολή φύλαξης των κρατουμένων, που θα είχαν τη δυνατότητα να αποδράσουν”- από μια προσωπικότητα που ντρέπεται πιο πολύ για το οτι ήταν αγράμματη, παρά για το δικό της, προσωπικό “Ολοκαύτωμα”. Το πλέγμα αναστολών και ενοχών, που συνθέτει το νομικό και ηθικό δίλημμα της μεταπολεμικής Γερμανίας είναι ίσως σοκαριστικό για τον “εξωτερικό” θεατή.

Ίσως αυτή η ταινία (που κατηγορείται οτι - έστω για δύο ώρες - κάνει συμπαθή μια ναζί) μπορεί να εξηγήσει και κάποια άλλα πιο σύγχρονα εγκλήματα – ιστορική συνέχεια αυτών που περιγράφει. Ίσως να μπορεί να εξηγήσει πώς ο θύτης σκέφτεται πάντα διαφορετικά από την Ιστορία. Ίσως αυτή να είναι και η γοητεία της – μόνο που ενδείκνυται για θεατές με σκέψη που αντιστέκεται στη γοητεία...




ΔΕΥΤΕΡΑ 23 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2009

Απο τις 17.00 έως τις 24.00 στην ΕΤ-1 και στην ERT World

Οι μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, οι τεράστιες καταστροφές σε σπίτια, νοσοκομεία και άλλα κτήρια στην περιοχή της Γάζας, καθώς και οι αυξημένες ανάγκες των κατοίκων σε είδη πρώτης ανάγκης, οδήγησαν 11 φορείς της χώρας μας στην απόφαση να διοργανώσουν με τη βοήθεια της Δημόσιας Τηλεόρασης, μεγάλο Τηλεμαραθώνιο Αγάπης.



Έτσι λοιπόν, η Γ.Σ.Ε.Ε, η ΑΔΕΔΥ, η UNICEF, η Υπερ-Νομαρχία Αθηνών – Πειραιώς, η ΕΝΑΕ, η ΚΕΔΚΕ, η ΓΕΣΕΒΕ, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθήνας, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, ο Ιατρικός Σύλλογος Αθήνας και ο Φαρμακευτικός Σύλλογος Αθηνών , φέρονται ως διοργανωτές αυτής της μεγάλης προσπάθειας σε συνεργασία πάντα με την ΕΡΤ Α.Ε.

Τα χρήματα του Τηλεμαραθωνίου θα διατεθούν στην αποκατάσταση του Χριστιανικού Νοσοκομείου στην περιοχή, το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς στους τελευταίους βομβαρδισμούς. Το Νοσοκομείο , που θα σχεδιαστεί από την αρχή από Μηχανικούς του Τεχνικού Επιμελητηρίου, θα παραδοθεί σε όλους τους κατοίκους και θα είναι σε θέση να περιθάλψει, ανεξαρτήτως θρησκεύματος,  όσους το έχουν ανάγκη.

Οι 11 φορείς, που διοργανώνουν αυτή την μεγάλη προσπάθεια, φιλοδοξούν να συγκεντρώσουν τόσα χρήματα, ώστε να γίνει δυνατή η υλοποίηση αυτού του στόχου για το καλό του πολύπαθου λαού της περιοχής της Γάζας.


Όλοι μαζί για να ξαναχτιστεί το Νοσοκομείο στη Γάζα!!!


Οι φωτό είναι από τα www.everythingoscarblogger.blogspot.com, http://z.about.com, http://www.mideastweb.org, http://www.smh.com.au

To post αυτό συνοδεύεται με τη φωνή της Ghida de Palma, εδώ με τους (άγνωστους κατά τα άλλα) G.E.M.

buzz it!

ShareThis