Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25.2.13

Οι εχθροί της δημοκρατίας...

Το χιλιανό “Νο” πραγματεύεται πώς το “όχι” είναι πιο αποτελεσματικό, όταν συμπεριλαμβάνει τη ματιά αυτών που λένε “ίσως”, πιθανώς και “ναι”. Ακόμα κι όταν έχουμε να κάνουμε με ένα αιμοσταγές δικτατορικό καθεστώς, όπως αυτό του Πινοσέτ, που υποχρεώθηκε από τον διεθνή παράγοντα να κάνει δημοψήφισμα το 1988 για να “νομιμοποιήσει” την αμερικανοκίνητη ύπαρξη του. Ακόμα κι όταν η ανυποχώρητη και άκαμπτη κραυγή του “όχι” είναι απολύτως δικαιολογημένη, μετά τις χιλιάδες εκτελέσεις, τους βασανισμούς και τους desaparecidos, που πολλές φορές το φρικτό αυτό καθεστώς “έχτιζε” μέσα σε θεμέλια και τοίχους, ώστε να μην τους βρει ποτέ κανείς.

Ακόμα και τότε, η φανατισμένη και φορτισμένη από τη φρίκη φωνή είναι λιγότερο αποτελεσματική, από την επίμονη και αποφασιστική μετριοπάθεια. Αυτή που δεν την κινεί το μίσος, αλλά οι αταλάντευτες αρχές. Αυτή που δεν είναι εμφυλιοπολεμική, αλλά μπορεί να είναι ακόμα και “διαφημιστικά χαζοχαρούμενη”, όπως σαρκαστικά επιμένει η ταινία, σε όλη τη διάρκεια, αλλά και κυρίως στο φινάλε της. Έτσι, ο “καλοζωισμένος” διαφημιστής που θέλει να επιβάλει τη διαφημιστική γλώσσα, τα εμπορικά πρότυπα και το θετικό, αισιόδοξο μήνυμα στην καμπάνια του “Όχι” απέναντι στον Πινοσέτ, τελικά κερδίζει τη μάχη. Και επιβάλλει το χιούμορ και τη θετική προοπτική, σε μια εκστρατεία που συμβάλλει αποφασιστικά στην εκδίωξη των χουντικών καθαρμάτων, έστω και με “βελούδινο” τρόπο. Η Χιλή δεν θα ξαναέχει ποτέ πια φασιστικό καθεστώς.

(Κι εμείς εδώ, 25 χρόνια μετά, βυθισμένοι στη βαλκανική μας εμπάθεια και υστέρηση, κάνουμε δημόσιο διάλογο για το αν η χωλαίνουσα δημοκρατία μας πρέπει να λέγεται “χούντα”, δυσπιστούμε γιατί πρέπει να αποφύγουμε πάση θυσία το εμφυλιοπολεμικο κλίμα που μόνο τους ακραίους και τους εχθρούς της δημοκρατίας ευνοεί ή σαρκάζουμε τους Atenistas, γιατί δεν ταιριάζουν με το “επαναστατικό” μας πρότυπο...)

Η ταινία είναι μια κοροϊδευτική ματιά, που σε ζαλίζει, γυρισμένη σε Umatic χαμηλής ανάλυσης, για να ταιριάζει με τα πλάνα και το άφθονο υλικό από τις καμπάνιες της εποχής. Υποψήφια για Όσκαρ ξενόγλωσης ταινίας, δεν ξεπέρασε βέβαια το αριστούργημα του Χάνεκε, με σοβαρό μειονέκτημα την ποιότητα της εικόνας που ταιριάζει απόλυτα με την ξεπερασμένη πλευρά της αισθητικής της δεκαετίας του ’80. Ωστόσο, συνέβαλε ιδιαίτερα θετικά στον φετινό “πολιτικό” χαρακτήρα των Όσκαρ. Η υπέροχη αίθουσα του Gazarte είναι γεμάτη, από κοινό που φαίνεται οτι έχει απαιτήσεις.

Ακριβώς πίσω από τη διπλανή πόρτα, στον πιο αισθητικό συναυλιακό χώρο που έχουμε, ένας από τους κορυφαίους τρομπετίστες της λάτιν τζαζ, ο Arturo Sandoval παίζει με την “καλύτερη μπάντα της ζωής του”. Εντυπωσιακός στο πιάνο, πάντα λατρευτικός για τον μέντορα του Dizzie Gillespie, o συνιδρυτής των Irakere αναγκάστηκε να ζητήσει πολιτικό άσυλο από τις ΗΠΑ, σε μια από τις ευρωπαϊκές περιοδείες του - και μάλιστα στην αμερικανική πρεσβεία της Αθήνας, σύμφωνα με την ταινία που καταγράφει την περιπετειώδη ζωή του και στην οποία τον ενσαρκώνει ο πατριώτης του Andy Garcia.

Βλέποντας προφανώς οτι το κουβανικό καθεστώς δεν κατέρρευσε μαζί με το σοβιετικό, το 1990, ο Sandoval απελπισμένος αναγκάστηκε να αποχωριστεί (προσωρινά ευτυχώς) την οικογένεια του, καθώς η καλλιτεχνική καταπίεση από το ολοκληρωτικό καθεστώς της Αβάνας ήταν ασφυκτική: Δεν του επιτρεπόταν να παίζει παρά μόνο την παραδοσιακή κουβανέζικη μουσική κι όχι τη jazz υψηλού επιπέδου που αυτός ήθελε (και μπορούσε), γιατί ήταν “αντεπαναστατική” - ήταν η “μουσική του εχθρού”. Δεν θα έπρεπε να μας κάνει εντύπωση, στο πλαίσιο του ψυχροπολεμικού κλίματος που ακόμα καλά κρατούσε. Εδώ υπήρξε στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’80 περιορισμός του Γιάννη Πετρίδη, γιατί έπαιζε πολλά “αμερικάνικα”. Προφανώς έτσι είχε αποφανθεί το στενό μυαλό καποιου πρασινοφρουρού της εποχής.

Πϊσω στο σπίτι, ένα βιβλίο του Δημήτρη Φύσσα σαρκάζει με τη ματιά του, όχι μόνο τη σύγχρονη νεοελληνική ιστορία, αλλά κυρίως τη διαστροφή της σταλινικής σκέψης και σκοπιμότητας, αυτής που είναι διατεθειμένη να πουλήσει ακόμα και τη στοιχειώδη αλήθεια στο διάβολο, φτάνει να προσαρμόζεται στο κομματικό συμφέρον. Το “Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος”, με ευθείες αναφορές στην Άνοιξη της Πράγας (που κλόνισε σοβαρά τη συνείδηση πολλών κομμουνιστών και προκάλεσε τη διάσπαση του ΚΚΕ), κάνει την ιστορική υπόθεση οτι η Ελλάδα δεν βρέθηκε στη αμερικανική επιρροή μετά το τέλος του εμφυλίου, αλλά στη σοβιετική. Και αντιστρέφει την ιστορία, με κορύφωση την εξέγερση του Πολυτεχνείου, που καταπνίγεται από τα σοβιετικά τανκς.

Με εμφανή την αγάπη του συγγραφέα για τα ρεμπέτικα και το κέντρο της Αθήνας (που μας γνωρίζει βήμα-βήμα), αλλά και βασισμένο πάνω στη μελέτη πραγματικών απολογιών για “κομματική προδοσία”, το μυθιστόρημα γίνεται ολοένα και πιο συναρπαστικό, καθώς περιγράφει με μελανά χρώματα την “άλλη πλευρά” στο ψυχροπολεμικό δίπολο και συζητά το ιστορικό αυτονόητο: Κανένα σύστημα, όσο καλές κι είναι οι προθέσεις κάποιων, δεν μπορεί να υπηρετήσει το κοινό συμφέρον, αν δεν υπάρχει ελευθερία της άποψης και γνήσια πολυκομματική εκπροσώπηση, δηλαδή στοιχειώδεις δημοκρατικές λειτουργίες. Και δεν παραλείπει να επισημάνει την σύνδεση αξιοπρέπειας και μετριοπάθειας, μακριά από τον φανατισμό και την εμφυλιοπολεμική δίνη, χτυπώντας το καμπανάκι σε όσους ξεχνούν πόσο μοναδικά πολύτιμη είναι η δημοκρατία, ακόμα κι αν δεν λειτουργεί καλά.

Στο Νova, παρακολουθώ μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ταινία για την προεκλογική εκστρατεία του ΜακΚέιν, απέναντι στον Ομπάμα - και την επιλογή της Σάρας Πέιλιν ως υποψήφιας αντιπροέδρου, γιατί έχει τον αέρα της “επιτυχημένης” κυβερνήτη της Αλάσκας και της φρέσκιας “σταρ”, που ελπίζεται οτι θα ελκύσει τις γυναίκες ψηφοφόρους και θα έχει τη γενική αποδοχή του κόμματος. Η νεοφερμένη στην κεντρική πολιτική σκηνή “σκανάρεται” για τις απόψεις σε κρίσιμα ηθικο-θρησκευτικά θέματα, όπως τα βλαστοκύτταρα και η άμβλωση (γύρω από τα οποία αρέσκεται να “ταμπουρώνεται” η αμαθής, φανατική αμερικανική ακροδεξιά) - και οι διαφορές με τον μετριοπαθέστερο ΜακΚέιν καταγράφονται ως “αποδεκτές”.

Λόγω της βιασύνης όμως, αμελείται ο στοιχειώδης έλεγχος για τις γνώσεις της και τις θέσεις στα μεγάλα πολιτικά, εγχώρια και διεθνή ζητήματα. Στην πορεία λοιπόν, μια απολαυστικά “όμοια” στην ενσάρκωση Τζουλιάν Μουρ (δίπλα στους εξαιρετικούς Έντ Χάρις και Γούντυ Χάρελσον) ξεδιπλώνει την προσωπικότητα μιας ξεροκέφαλης και στενόμυαλης επαρχιώτισας, που μπορεί μεν να ξεσηκώνει με τη δημαγωγία της τα πλήθη που συγκινούνται από το γεγονός οτι έχει ένα καθυστερημένο παιδί (σύμβολο στην αντίληψη κατά των αμβλώσεων), αλλά δεν ξέρει οτι η βασίλισα της Αγγλίας δεν κυβερνά όπως ο Αμερικανός πρόεδρος και νομίζει οτι “Fed” είναι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση κι όχι η κεντρική ομοσπονδιακή τράπεζα - και που απαντά σε ερωτήσεις για τις αμερικανο-ρωσικές σχέσεις, λέγοντας οτι η Αλάσκα γειτονεύει με τη Ρωσία και οτι “μπορεί να τη δεί από το σπίτι της”...

Ενσαρκώνοντας ότι πιο εφιαλτικό από το στρατόπεδο “Babies-Guns-Jesus”, η Πέιλιν αποδεικνύεται η χειρότερη έκφραση μιας σύγχρονης απολίτικης και εσωστρεφούς μισαλλοδοξίας, που αγνοεί τις βασικές πληροφορίες για τον κόσμο και τη διεθνή πολιτική, υιοθετεί φιλοπόλεμες θέσεις με θεολογική “νομιμοποίηση” και ερμηνεύει τη ζωή, με βάση τις πιο χοντροκομμένες και αφελείς ιδεοληψίες. Η ταινία αρχίζει και τελειώνει με τον βασικό σύμβουλο της εκστρατείας (Χάρελσον) να παραδέχεται έμμεσα, σε αντίθεση με τον ΜακΚέιν, οτι η Πέιλιν μπορεί να τους βοηθούσε να νικήσουν, αλλά η πιθανή ανάδειξη της στο αξίωμα της αντιπροέδρου θα ήταν καταστροφική για τη χώρα, πιθανότατα και για τον πλανήτη.

Στις ειδήσεις, μια χώρα με πλούσια πολιτική παράδοση μοιάζει πιο διχασμένη από ποτέ: Ένας πολιτικός καραγκιόζης, άρρηκτα συνδεδεμένος με την υποστήριξη της ακροδεξιάς και της μαφίας, ο άνθρωπος που έδωσε το όνομα του στον μπερλουσκονισμό κατηγορεί τη δικαστική εξουσία της χώρας του, ως “μαφιόζικη”. Κι ένας σκέτος καραγκιόζης του λαϊκισμού, ο Μπέπε Γκρίλο, ξεσηκώνει τον καφενόβιο Ιταλό και απειλεί να στερήσει τη δεύτερη θέση από τον Μπερλουσκόνι, σπρώχνοντας στην τέταρτη τον Μάριο Μόντι, τον άνθρωπο που αποκατέστησε την αξιοπιστία της Ιταλίας, στα μάτια του κόσμου.

Αν δεν μπορούμε να διακρίνουμε τους απροκάλυπτους εχθρούς της δημοκρατίας, ας μην ασχολούμαστε με αυτούς για τους οποίους έχουμε υποψίες οτι είναι υποκριτές ή ανεπαρκείς. Είναι σίγουρα μια άλλη κατηγορία, ότι κι αν έκαναν.

Γιατί αν από την ισοπέδωση δεν μπορούμε να διακρίνουμε, τότε καθιστούμε τους πάντες εχθρούς της δημοκρατίας. Και εμάς τους ίδιους, τελικά...













Οι φωτό είναι από τα www.dohafilminstitute.com, www.lamajabarata. blogspot.com, www.aworldtowin.net, www.blog. northjersey.com, www.bbc.co.uk

To post συνοδεύεται από δύο τραγούδια: To "They Dance Alone" του Βρετανού Sting, αφιερωμένο στους "desaparecidos" και το "'Round Midnight", στη διασκευή του Κουβανού Arturo Sandoval.

buzz it!

15.2.13

Το αριστερό μου πόδι...

Πάνω στα πιο σημαντικά γενέθλια της ζωής μου, βρήκε η περόνη του αριστερού μου ποδιού να πάρει το δικό της δρόμο και να σπάσει, αφού γλίστρησε σε μια λεία επιφάνεια, στην αυλή του σπιτιού μου. Ίσως γιατί δεν χώνευε ποτέ του Αγίου Βαλεντίνου.


Έτσι, ότι είχε κανονιστεί για το επόμενο διάστημα, αναπόφευκτα ακυρώνεται. Συναντήσεις, ταξίδια και dj set αναβάλλονται. Κι ακόμα περισσότερο, η δουλειά μου: Οι θεματικές βραδιές, τα δελτία ειδήσεων, ένα διάδοχο talk-show στα σκαριά, η πρωινή εκπομπή στον Kosmos, που είναι ο μεγάλος μου καημός.

Ίσως το παράκανα με τόση πίεση, ίσως η περόνη μου ήθελε κάτι να μου πεί. Ευτυχώς, που από ένα επεισόδιο με λουμπάνγκο πριν από χρόνια, έχω εμπειρία του τι σημαίνει να μην μπορείς να κινηθείς ανεξάρτητα και άνετα. Σας ευχαριστώ όλους για τα μηνύματα του τελευταίου καιρού, στη διάρκεια μιας απεργίας δυό εβδομάδων που δείχνει να τελειώνει, αλλά δεν είναι πια το εμπόδιο. Σας ευχαριστώ προκαταβολικά και για τις ευχές σας.

Το αισιόδοξο είναι οτι όταν θα ξαναβρεθούμε ραδιοτηλεοπτικά, θα είναι πια άνοιξη...










To artwork είναι από το www.cinedb.avcesar.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Que Sera, Sera", στη διασκευή των Αμερικανών Sly and the Family Stone.

buzz it!

6.1.13

Το κύτταρο και το σώμα...

Μερικά χρόνια μικρότερη μου, μια φίλη μου άνοιξε την κουβέντα για το πόσο έχει ανάγκη να φλερτάρει. Οκ, της είπα, το φλερτ είναι “οξυγόνο ζωής” και δεν είναι, κατά την ταπεινή μου άποψη, με κανένα τρόπο “εχθρός” του γάμου ή του παιδιού σου. Αντιθέτως, είναι πηγή ανανέωσης για την ίδια τη σχέση σου - και θα έπρεπε να είναι σχεδόν καθημερινό και “άσκοπο” (με την έννοια οτι δεν πρέπει να οδηγεί, σε μια παραπάνω ερωτική επαφή), γιατί μόνο και μόνο ωφελιμιστικά να το δει(ς) εσύ και ο σύντροφος σου, γεμίζει τις μπαταρίες σου. Αλλά αν το δει(ς) και πιο μεταφυσικά και “υπαρξιακά”, είναι πλούτος το να μπορείς να προσφέρεις στον άγνωστο το “αφιλοκερδές” συναίσθημα, την παραπανίσια απόδοση εκτίμησης, το aknowledgement οτι είναι ελκυστικός κι οτι είναι ωραίο αυτό που και οι δύο εκπέμπετε. Κι αυτός ο πλούτος πάντοτε επιστρέφει, γιατί αναβαθμίζει και σένα.

Ναι, μου λέει, αλλά εγώ σε λίγα χρόνια, δεν θα μπορώ να φλερτάρω, γιατί δεν θα με φλερτάρει κανείς. Είναι δίκαιο αυτό; Όχι, η φαλλοκρατική κοινωνία δεν είναι δίκαιη. Αλλά ούτε και η φύση. Δεν είναι όμως μονόπλευρα τα πράγματα. Να σου διηγηθώ την πρώτη ήττα, που υπέστην ως (φρέσκο ακόμα) μέλος του ανδρικού πληθυσμού;

Όταν λοιπόν ήμουν 17 χρονών, επειδή ουδέποτε μου άρεσαν οι “λολίτες”, η μεγάλη μου επιθυμία για το γυναικείο φύλο στρεφόταν στις συνομήλικες ή (ακόμα πιο δυσπρόσιτα) στις ελαφρώς μεγαλύτερες. Πολλές από αυτές ήταν ολοκληρωμένες γυναίκες, στα μάτια μου τουλάχιστον, αλλά αυτή ακριβώς η ωριμότητα τους, τις έκανε “άπιαστες”. Ποια 17άρα θα κοίταζε τον συνομήλικο, που ακόμα ήταν εμφανώς έφηβος, όταν είχε τη δυνατότητα να τα φτιάξει ακόμα και με έναν 25άρη;

(Η δεύτερη ήττα ήρθε μετά από αρκετά χρόνια, όταν σε κάποια φάση της ζωής μου επισκέφθηκα πολύ λίγες φορές σκυλάδικα και συνειδητοποίησα πόσα ωραία κορίτσια ξόδευαν την αισθητική τους σε αυτούς τους χώρους. Αλλά το αδιέξοδο ήταν πλήρες για μένα, δεν θα μπορούσα ποτέ να “μερακλώσω” με ένα κορίτσι που θα ήθελε στη βόλτα μας με το αυτοκίνητο ή στη βραδυνή μας διασκέδαση - πόσο μάλλον πριν ή μετά την ερωτική επαφή - να ακούσει τέτοια μουσική. Εκεί συνειδοτοποίησα επίσης πόσα παιδιά των Βορείων Προαστείων, τουλάχιστον μετά τη δεκαετία του ’80, παρά τα καλά σχολεία και τις σπουδές, με ελάχιστες εξαιρέσεις “παλαιόπλουτων”, στερούνται μεγαλώνοντας ουσιαστικής παιδείας και καλλιέργειας και βεβαίως αισθητικής...)

Για χρόνια λοιπόν, για τα ωραιότερα κορίτσια, είχαμε και τον “αθέμιτο” ανταγωνισμό από τους μεγαλύτερους μας, που ήταν πιο “άντρες”, είχαν αυτοκίνητο, λεφτά και know how να κινηθούν, πολύ πιο “γοητευτικά” από εμάς. Και η αλήθεια ήταν οτι οι γυναίκες (ως γενικά πιο ώριμο είδος) ωριμάζουν από τη φύση πολύ πιο νωρίς - και σίγουρα δικαιούνταν περισσότερα από ότι μπορούσαμε εμείς να τους προσφέρουμε, όταν κάποιοι από εμάς έπρεπε ακόμα να ξεπεράσουμε τη φάση “βρωμάει η κάλτσα από το πολύ ποδόσφαιρο”.

Η ζωή λοιπόν έχει μια δικαιοσύνη: Αρχίζεις νωρίτερα, τελειώνεις νωρίτερα. Είναι αναλογικά όμως τα πράγματα; Μήπως η φύση και η φαλλοκρατική κοινωνία επιτρέπουν στον άντρα, ακόμα κι αν είναι 50 ή 60 (ακόμα κι αν δεν είναι στοιχειωδώς καλοδιατηρημένος), να έχει πρόσβαση στην πολύ νεώτερη γυναίκα, ενώ είναι αρκετά πιο αυστηρή με αντίστοιχες δυνατότητες που έχουν οι γυναίκες; Και ναι και όχι.

Εκεί που τα πράγματα μοιάζουν πολύ άδικα για τις γυναίκες, είναι στην αναλογία προσφοράς και ζήτησης, καθώς οι διαθέσιμοι straight άνδρες, στη μέση ηλικία, μοιάζουν να είναι πολύ λιγότεροι, θέλεις γιατί οι gay άνδρες μοιάζουν τα τελευταία χρόνια να είναι περισσότεροι από τις gay γυναίκες, θέλεις γιατι η υγεία τους καθίσταται πιο ευάλωτη, θέλεις γιατί “εγκαταλείπουν” το παιχνίδι του σεξ, εκεί λίγο πριν τα 50, γιατί συνήθως δεν προσέχουν τον εαυτό τους (όχι πάντως γιατί γενιούνται περισσότερες γυναίκες).

Στο φαλλοκρατικό, όμως, συμβάλλουν πάρα πολύ και οι ίδιες οι γυναίκες: Στην ανατολίτικη κοινωνία μας, πολλές από αυτές είναι που συνδιαμορφώνουν το “βλέμμα των γυναικών” προς τις πιο πάνω ηλικίες, είναι διατεθειμένες να γοητευθούν από λεφτά, εξουσία και “νοητική ωριμότητα”, παραγνωρίζοντας φυσικά χαρακτηριστικά, όπως η αισθητική του σώματος, ενδεχομένως γιατί ο νεαρός εραστής δεν το πάει καλά το γράμμα, είναι πολλές φορές "άτσαλος" και "ρηχός". Έτσι δεν είναι σπάνιο να βλέπεις μια γυναίκα να γουστάρει έναν άνδρα, που πλησιάζει τα διπλά της χρόνια ή θα μπορούσε να είναι πατέρας της. Θα μπορούσε ενδεχομένως να πει κανείς (αν υπήρχαν στοιχεία) οτι η τάση αυτή ανακόπτεται, όσο περνάνε τα χρόνια ή ίσως “εξισορροπείται” από μια αντίστοιχη με τη γυναίκα να έχει πολύ νεώτερους της εραστές.

Το τοπίο αυτό δημιουργεί έναν αθέμιτο ανταγωνισμό, για τη γυναίκα που βρίσκεται στη μέση ηλικία, ειδικά αν δεν έχει φροντίσει τον εαυτό της ή έχει παραιτηθεί από το “παιχνίδι”. Και σε αυτή τη φράση νομίζω, κρίνεται η ουσία του όλου προβλήματος. Τα πράγματα είναι όντως πιο δύσκολα και αυστηρά για τις γυναίκες, που είναι άλλωστε το φύλο που αντιμετωπίζει τις μεγαλύτερες προκλήσεις. Στο ζήτημα του πόσο θελκτικές είναι, μόνο και μόνο η επιβάρυνση του σώματος από τη γέννα και τον θηλασμό, γέρνει τη ζυγαριά ανεπίτρεπτα εναντίον τους. Θέλει πολύ κόπο και επιμονή, από νωρίς...

Ωστόσο, η σύγχρονη γυναίκα έχει τη δυνατότητα να μαχηθεί αυτό το “αρχίζεις νωρίτερα, τελειώνεις νωρίτερα”. Πολλές φορές μπορεί να παρατείνει τη σεξουαλική της ζωή, πολύ παραπάνω από τον “παραιτημένο” άνδρα. Είναι άλλωστε πιο “επιρρεπής” στο να προσέξει τη φυσική της κατάσταση και την κοκεταρία της. Φτάνει να μην καταφύγει σε τεχνητές μεθόδους.

Πρόσφατα μου ζήτησαν την άποψη μου για το πώς καθορίζουν τα ΜΜΕ την εικόνα που έχουμε για το σώμα μας. Απάντησα τα παρακάτω:

Τα media καθορίζουν πώς βλέπουμε το σώμα μας, στη σημερινή εποχή; Ή μήπως οι “άγνωστοι” αυτοί μηχανισμοί που διαμορφώνουν τις εκάστοτε “μόδες” - και στις οποίες τα ΜΜΕ υπακούουν; Το αυγό ή η κότα έγινε πρώτα;

Το σίγουρο είναι πως, ειδικά για τις γυναίκες, η φαλλοκρατική κοινωνία της κατανάλωσης επιβάλλει ένα δυσβάστακτο βάρος: Να είναι ταυτόχρονα δυναμικές, ελκυστικές, καταναλωτικά θηλυκές και αιωνίως νεανικές, με τρόπους που είναι συχνά απολύτως απωθητικές στον (αρσενικό) δέκτη, όπως είναι τα μπότοξ και οι διάφορες πλαστικές. Δυστυχώς, τα ίδια τα “θύματα” δεν το αντιλαμβάνονται, ενώ η ιατρική βιομηχανία της ανασφάλειας το αποσιωπά.

Ωστόσο, για να μην είμαστε αφοριστικοί, δεν πρέπει επ’ ουδενί να εκμηδενίζουμε τη χρησιμότητα της κοκεταρίας, σε άνδρες και γυναίκες. Η διατήρηση της καλής φυσικής κατάστασης με την κάθε είδους άθληση, η εντεινόμενη προσοχή στη διατροφή, η έκλυση ενδορφινών από την ομορφιά του φλερτ και της αναγνώρισης είναι πολύ σημαντικά πράγματα για την ποιότητα ζωής και τη μακροζωία του ανθρώπου. Φτάνει να μην ξεχνάει κανείς οτι η ουσιαστική εκπλήρωση του στόχου έρχεται όχι με εξαντλητικές δίαιτες, αλλά με τη ζωντάνια και την εκπομπή της σεξουαλικότητας, από καθε κύτταρο του σώματος μας...















H φωτό είναι από το www.tumblr.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από τη διασκευή του "I Don't Wanna Be With Nobody But You", από τη Βρετανίδα Joss Stone.

buzz it!

5.5.12

Οδηγίες για να δεις μέσα από την κάλπη

Σκέψου. Πρώτα με τα σωθικά και μετά με το μυαλό. Τα πρώτα είναι ο εγκέφαλος του σώματος. Το δεύτερο είναι το φίλτρο του ενστίκτου σου.

Άκου τη μουσική που εκπέμπει ο καθένας. Είναι η αισθητική που μεταδίδει στο χώρο, στο σύμπαν. Όχι την εικόνα, την ουσία. Η φινέτσα αντιστοιχεί σε λιγότερες ρυτίδες στο μυαλό. Η κίνηση είναι ο χορός των κυτάρων. Και τελικά, αυτού που λέμε ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Ψάξε το EQ πίσω από το IQ. Όταν υπάρχει βεβαίως...

Στις δύσκολες ώρες, στρέψου στον πολιτισμό. Τα γράμματα και η τέχνη είναι το καταφύγιο για την κρίση. Και για την οικονομική και για την πολιτική. Άκου αυτόν που έχει καλλιέργεια, έχεις ένα προβάδισμα - όχι εγγύηση - εμπιστοσύνης.

Διάβασε τη γλώσσα του σώματος. Την απληστία ή τη σεμνότητα. Το ψώνιο ή τη σοβαρότητα. Προσπάθησε να διακρίνεις το αυτοκαταστροφικό - είναι πάντα κακός σύμβουλος, όπως και τα συμπλέγματα. Άνθρωπος με προφανή και ανυπέρβλητα συμπλέγματα, όπως ο Σαρκοζί, αποκλείεται να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο.

Γύρνα την πλάτη σε όποιον εκπέμπει μαγκιά ή κουτσαβακισμό. Η λαϊκότητα δεν είναι υποχρεωτικό να είναι συνυφασμένη με το αντιαισθητικό - αντιθέτως, πριν μεταλλαχθεί, το λαϊκό ήταν πάντοτε αισθητικό. Η βαρβατίλα προβάλλεται για να κρύβει το κενό περιεχομένου - και την ήσσονα προσπάθεια στον διαρκή αγώνα της ζωής, που λέγεται αυτοβελτίωση. Απόρριψε τη μυρωδιά της.

Κοίταξε το στόμα. Εκεί φαίνεται η χυδαιότητα ή η βλακεία. Πολλές φορές οι κάμερες το κρύβουν, χρειάζεται κοντινή επαφή. Το χαμόγελο δείχνει το κρυμμένο μίσος ή την επιπολαιότητα. Πάει παρέα με την υποκρισία. Συναντιέται πολύ στα άκρα του πολιτικού φάσματος, αλλά και στους καλυμένους φασίστες.

Σκέψου τη διαπλοκή της οικογένειας. Αποκλείεται να οδηγήσει σε τίποτα λιγότερο από μια μαφιόζικη νοοτροπία. Κοίτα αν τα μάτια χαμογελάνε μαζί με το “ζωγραφισμένο χαμόγελο” ή παραμένουν ανέκφραστα.

Πρόσεξε το βλέμμα. Δείχνει περισσότερο από όλα την κουτοπονηριά ή την ιδιοτέλεια. Αν είναι ευθύ, μπορεί να είναι και από θράσος. Προσπέρασε αυτόν που μιλάει “εξ ονόματος του λαού”. Βρες αυτόν που πραγματικά ενδιαφέρεται για το δημόσιο συμφέρον.

Κοίταξε την/τον καλά, λίγο πριν αρχίσει να μιλάει. Κοίτα να δεις αν το βλέμμα είναι της απόγνωσης, γιατί έχει συμβιβαστεί θυμόσοφα με την ιδέα οτι θα επικρατήσουν οι πιο λαϊκιστές ή γιατί φοβάται οτι δεν θα ξαναβγεί, χάνοντας τη δόξα και τα προνόμια.

Άκου. Όσο πιο πολλά κλισέ ακούς, τόσο κλείνε τα αυτιά σου. Δυό γενιές πολιτικών γαλουχήθηκαν με την ιδέα οτι πολιτική είναι η δημαγωγία και οι λαϊκισμοί στο μπαλκόνι ή οι ατάκες στην τηλεόραση. Αρνήσου αυτόν που πάει να σε κολακέψει - ή οποιαδήποτε άλλη κοινωνική ομάδα.

Αν δεν χαιδεύει αυτιά, δώσε σημασία σε αυτόν που μιλάει με ευθύτητα και λίγο. Χωρίς να απλουστεύει μανιχαϊστικά. Και χωρίς να αισθάνεται οτι περπατάει, μόνος αυτός, το μονοπάτι της αλήθειας.

Ψάξε τον ανιδιοτελή. Τον εκσυγχρονιστή. Αυτόν που είναι διατεθειμένος να συγκρουστεί, να σπάσει αυγά. Αυτόν που έχει καθαρή ματιά και μυαλό που αερίζεται. Ο άνθρωπος που απωθείται από τις νέες τεχνολογίες δεν αγαπά τη διαφάνεια - και δεν πρόκειται ποτέ να εκσυγχρονίσει τη χώρα. Ξέχνα όποια διαβολή σέρνεται ως ανυπόστατη φήμη - έχω ακούσει τα χειρότερα για τους πιο απίθανα έντιμους ανθρώπους.

Θυμήσου οτι οι μέτριοι είναι πάντα περισσότεροι. Το ίδιο και οι εκπρόσωποι τους. Αλλά η αντίληψη οτι ο βουλευτής πρέπει να αντικατοπτρίζει το ακατέργαστο, είναι λάθος. Ανάδειξε αυτόν που ξεχώρισε από την κοινωνική σου ομάδα, αυτόν που εβαλε το λιθαράκι του σε κάτι παραπάνω.

Σκέψου πόσοι από τους ηγέτες που αναδείξαμε αισθάνονται άνετα στο διεθνές περιβάλλον. Φαντάσου πώς θα δεχόσουν εσύ τον επαρχιώτη υπουργό της τριτοκοσμικής χώρας. Οι σπουδές και τα πτυχία δεν εγγυώνται, αλλά ο κοσμοπολίτης σίγουρα θα είναι πιο χρήσιμος για τη χώρα του, από τον εσωστρεφή “που ξέρει τα προβλήματα του λαού”.

Θυμήσου την επόμενη μέρα της καθημερινότητας. Ξέχνα τη μαγική εικόνα των δημαγωγικών ελπίδων και των επαναστατικών λύσεων. Η διαδικασία θα είναι επίπονη. Άσε την αφέλεια της αποφυγής των ευθυνών και διατήρησε την “αφέλεια” της αισιοδοξίας, που προσδίδει ο κόπος και η επιμονή.

Αναζήτησε ποιός θα ωφεληθεί, αν ακολουθήσεις την αποχή, το λευκό το άκυρο, όπως και την ψήφο σε κόμμα που δεν θα εκπροσωπηθεί τελικά στη βουλή (ο πρώτος). Δες τις ισορροπίες που μπορεί να προκύψουν, ποιοί θα συγκυβερνήσουν. Σκέψου ποιός θέλεις να τιμωρηθεί, αλλά κυρίως ποιός πρέπει να ενισχυθεί σε κάθε χώρο. Μόνο με τη θετική δράση, αντικαθίσταται το φαύλο. Όχι με την τιμωρία.

Αναζήτησε την ευαισθησία και τη μετριοπάθεια. Την πραγματική, όχι την πλαστή των λαοπλάνων, των συνωμοσιολόγων και των πατριδοκάπηλων. Διώξε όσους πιο πολλούς μπορείς από το σκηνικό. Ανέβασε όσους πιο πολλούς μπορείς καινούργιους. Δώσε την ευκαιρία, αλλά μόνο αν υπάρχει σοβαρότητα. Μαύρισε τους ευτελείς και τα “talking heads” της σκυλοπόπ τηλεοπτικής αισθητικής.

Μην αδιαφορήσεις. Οι “ανευθυνίστας” είναι πάρα πολλοί. Και θα πληρώσεις, όσα δεν πληρώνουν αυτοί.












Οι φωτό είναι από το www.people.com και www.tumblr.com

To post συνοδεύεται από το "Everybody 's Free (to wear sunscreen) του Αυστραλού σκηνοθέτη Baz Luhrmann.



buzz it!

6.4.12

Η γλώσσα του σώματος

Η άνοιξη είναι πάντα μια σκληρή εποχή - σαν τη γέννηση. Το “εγώ” κάνει την εμφάνιση του δυναμικά - κάτι όχι απαραίτητα κακό, αν πρόκειται για την πρωτοβουλία και όχι για την απληστία.


Το ίδιο δυναμικά κάνει την εμφάνιση του και το σώμα. Είναι σα να ξυπνάει κάθε κύτταρο, σα να διεκδικεί τη θέση του στον ήλιο, είτε είναι καλοήθες, είτε όχι - και να αντανακλά την εσωτερική ομορφιά ή χυδαιότητα. Τα κορίτσια ανακαλύπτουν πάλι την κίνηση, το δέρμα εκτίθεται πάλι στον ήλιο, τα ντεκολτέ ελευθερώνονται. Δειλά, αβέβαια ή προκλητικά, η άνοιξη ανοίγει τα μάτια στη ζωή.

Με τον ίδιο τρόπο όμως, αποκαλύπτει και τις καλά κρυμμένες παθογένειες. Το ελαφρύ ντύσιμο αποκαλύπτει όσα ο χειμώνας έκρυβε, τα βαθιά και εσωτερικά. Βλέπει κανείς πολιτικά στελέχη να βγαίνουν από επίσκεψη στο Μέγαρο Μαξίμου - και αναρωτιέσαι πόσο σύμπλεγμα μπορεί να κρύβει ένα τόσο ωραιοπαθές περπάτημα.

Πίσω από τη δημόσια παρουσία κρύβεται πολλές η ψωνάρα. Αλλά και πίσω από την ιδιωτική ωραιοπάθεια, η αδυναμία να σταθμίσει κανείς τα μέτρα του - και να αποφύγει τη μεγαλύτερη ίσως “ασθένεια” του ανθρώπου, το υπέρμετρο παραμύθιασμα.

Όσο ωραία είναι η ιδιαιτερότητα του κάθε ανθρώπου, άλλο τόσο συγκλονιστική είναι η ανάγκη για προσωπική καλλιέργεια της συναισθηματικής ισορροπίας. Στο οτι οι άνθρωποι είμαστε αφόρητα τεμπέληδες στην αυτοβελτίωση, μπορούμε ίσως να βρούμε την απάντηση σε πολλά προσωπικά και συλλογικά δεινά.

Η ομορφιά της ζωής πάντως είναι αδιαμφισβήτητη. Όποιος μπορέσει να ζήσει την προσφορά της άνοιξης, μπορεί ενδεχομένως να δρέψει τους καρπούς του θερισμού.









H φωτό είναι από το www.games.sina.com.cn και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Feel Like Making Love" της Αμερικανίδας Marlena Shaw.

buzz it!

5.1.12

Τρεις ταινίες από την Ευρώπη

Δεν ξέρω γιατί μπορεί να με αφορά μια ιστορία, σαν κι αυτή του “Παιδιού με το Ποδήλατο”. Δεν μπορώ επ’ ουδενί να ταυτιστώ με τον άκρατο ατομικισμό ενός νεαρού πατέρα που εγκαταλείπει το παιδί του σε ορφανοτροφείο, λες και έχει οτιδήποτε καλύτερο να κάνει - που εμποδίζεται από το αγόρι. Σχεδόν δεν μπορώ να ταυτιστώ με το επίμονο και “αντιπαθές” του αγοριού, που έχει όλα τα δίκια βέβαια να αισθάνεται πληγωμένο και να είναι ατίθασο. Ούτε με τον κινηματογραφικο ρεαλισμό των Βέλγων αδελφών Dardenne μπορώ να ταυτιστώ, με την σκληράδα και τον “αυτοματισμό” του (λευκού, γιατί οι μετανάστες είναι διαφορετικοί) περίγυρου μιας μικρής επαρχιακής πόλης. Μόνο με τον ανθρωπισμό και την υπομονετική γλύκα της Cecile de France, γνώριμης μας και από τη συμμετοχή της στο Hereafter του Clint Eastwood, μπορώ να ταυτιστώ - και φυσικά να αναγνωρίσω το κοινωνικό πρόβλημα, από το οποίο παίρνει αφορμή η (με πολύ καλές κριτικές ταινία.


Δεν ξέρω επίσης (αλλά κατά βάθος ξέρω, γιατί είναι οι αναμνήσεις μιας Ελλάδας της παιδικής μου ηλικίας), γιατί μπορεί να με αφορά μια ιστορία σε ένα στρατόπεδο του Έβρου, μεταξύ μιας ανικανοποίητης γυναίκας που έχει (μικρο)παντρευτεί έναν μεγαλύτερο της αντισυνταγματάρχη κι ενός νέου αξιωματικού, στη διάρκεια της χούντας. Γιατί μπορεί να με αφορά η ανάμνηση της "Φλορέτα", οι μικροαστικές αντιλήψεις και η μιζέρια ενός άθλιου, λασπωμένου στρατοπέδου στον Έβρο (ακόμα και μετά την κατάλυση του εμφυλιακού κράτους, ένα από τα χειρότερα δημιουργήματα της ελληνικής δημόσιας ζωής).

Κι όμως, αυτό το “Τανγκό των Χριστουγέννων”, με τις χονδροειδείς αδυναμίες στο σεναριακή προσαρμογή (του μυθιστορήματος του Γιάννη Ξανθούλη) και στο μακιγιάζ, αλλά με την πετυχημένη αναπαράσταση της εποχής και την “υβριδική” σκηνοθετική ματιά, μεταξύ εμπορικού κινηματογράφου και Αγγελόπουλου, σε αποζημιώνει, όχι μόνο για το εξαιρετικό του καστ. Η Βίκυ Παπαδοπούλου κι ο Γιάννης Στάνκογλου, ερωτεύσιμοι και οι δυό, παίζουν κυριολεκτικά με τα μάτια - και ο Αντίνοος Αλμπάνης δίνει ρεσιτάλ στο ρόλο του καταπιεσμένου gay φαντάρου, που μαθαίνει τανγκό στον υπολοχαγό του, ώστε να μπορέσει να απολαύσει έστω και τρία λεπτά, ρισκάροντας τα πάντα, με τον απαγορευμένο έρωτα του. Όλη η ταινία είναι τα βλέμματα του Στάνκογλου και της Παπαδοπούλου, μετά τον χορό, η εικόνα του απόλυτου έρωτα...

Αυτό που ξέρω σίγουρα, είναι γιατί με αφορά στο ξεκίνημα αυτού του νέου χρόνου, η ταινία “The Artist” - κι ας είναι ένα σχεδόν φετιχιστικό παιχνίδι ενός Γάλλου για το Χόλιγουντ, υπερτιμημένο ίσως, όπως διάβασα, αλλά υποψήφιο για πολλά βραβεία, παρά τον χαμηλό προϋπολογισμό (ο Jean Dujardin και η σύζυγος του σκηνοθέτη Berenice Bejo κερδίζουν το χειροκρότημα στην ευρηματική αυτή βωβή ταινία, με κορυφαία σκηνή, όταν η δεύτερη παίζει με το χέρι της στο σακάκι του πρώτου, χαιδεύοντας τον εαυτό της).

Δεν είναι μόνο η γοητεία του swing (ειδικά στο φινάλε), τα αστραφτερά χαμόγελα των δύο εξαιρετικών πρωταγωνιστών, δεν είναι το παιχνίδι με τους ήχους (κορυφαία επίσης σκηνή ο εφιάλτης στον οποίο ακούγονται όλοι οι ήχοι, εκτός από τις φωνές των ανθρώπων): Με την απλοϊκή ιστορία της πτώσης των ειδώλων του βωβού κινηματογράφου και της ανόδου των νέων “ομιλούντων” προσώπων, ο Hazanavicious κάνει ένα πικρό σχόλιο για το πόσο η ζωή δεν αφήνει κενά, για το πόσο σκληρή είναι η ανάγκη της διαρκούς αλλαγής και ανανέωσης, για το τι επιφυλάσσει σε όσους άκαμπτα επιμένουν να μην προσαρμόζονται και να αυτοκαταστρέφονται στις εμμονές τους. Και για να μην εκληφθεί αυτό ως “ταλιμπανικό” κούνημα του δαχτύλου προς τους αδύναμους ή όσους επιμένουν να προτάσσουν ηθικές αξίες πάνω από τη σκληρότητα της εξέλιξης, δίνει ταυτόχρονα μαθήματα ταπεινότητας, υπογραμμίζοντας πόσο σημασία έχει η ανθρωπιά και το πραγματικό συναίσθημα της προσφοράς και της αγάπης. Και θυμίζει συνεχώς οτι ότι ανεβαίνει, κατεβαίνει...











Οι φωτό είναι από τα www.lifo.gr, www.mag24.gr, www.kathimerino.com.cy, www.filmbuffonline.com, www.metropoliscinema.net και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από τη live εκτέλεση του "Spinning Wheel" ("What Goes Up Must Come Down") των Αμερικανών Blood, Sweat & Tears.

buzz it!

11.12.11

Η διαρκής παρουσία του έρωτα

Στην παρουσίαση της “Απουσίας του Έρωτα”, τόλμησα να αναφερθώ στη συζήτηση με έναν υπεραντλατικό φίλο, που ασχολείται με τις ανατολικές φιλοσοφίες.


“΄Ενα από τα λάθη που κάνει ο πολιτισμός μας, ο δυτικός πολιτισμός, είναι οτι εξιδανικεύει και μυθοποιεί τον έρωτα, σε συνδυασμό με την ούτως ή άλλως έντονη τάση του ανθρώπινου είδους προς τη μυθοποίηση, το “αυτοπαραμύθιασμα”. Έτσι, δεν έχουμε μελετήσει επαρκώς και δεν κάνουμε διάκριση, όπως οι ανατολίτες, στους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους σχετιζόμαστε ερωτικά ή αλλιώς “ως ζευγάρια”.

Άλλο λοιπόν η συνεννόηση και η συντροφικότητα, η δυνατότητα δηλαδή του ζευγαριού να αλληλοκατανοείται, να συμπορεύεται και τελικά να είναι “συνέταιρος” και “φίλος”. Άλλο το “romance” και το φλερτ, το να είσαι δηλαδή ερωτευμένος και να χτυπάει η καρδιά σου μόλις βλέπεις τον άλλο να στρίβει από τη γωνία - “to be in love”, όπως λένε οι Αγγλοσάξωνες, κάτι που σπάνια κρατάει πολύ καιρό. Και άλλο (και τελείως διαφορετικό) το να έχεις καλή και βαθιά σεξουαλική επαφή, να μπορείς να κάνεις την υπέρβαση του “να γίνεσαι ένα με τον άλλον”, να βιώνεις την πιο μεταφυσική εκδήλωση που διαθέτει ο μέσος άνθρωπος, μαζί με την τέχνη βεβαίως. Άμα πετύχεις δύο στα τρία, είσαι πολύ τυχερός.”

Εδώ πολλές από τις παριστάμενες κυρίες είχαν αντιρρήσεις. Και αν και η γυναικεία ψυχολογία είναι για μένα γενικώς θαυμαστή, καθώς θεωρώ τη γυναίκα (στατιστικά και σχηματικά μιλώντας) πιο ανεπτυγμένη από πλευράς ψυχικής ολοκλήρωσης και συναισθηματικής νοημοσύνης, ομολογώ οτι πάντα δυσκολευόμουν να ταυτιστώ με αυτή τη συγκεκριμένη “ένσταση”: Πώς μπορούμε (ή τολμάμε) να διαχωρίζουμε το “ερωτευμένος” από την καλή σεξουαλική επαφή, είναι η μόνιμη απορία (κάτι που οι άντρες κάνουν με περισσότερη ευκολία). Και η απάντηση μάλλον έρχεται, αν σκεφτεί κανείς πόσες φορές στη ζωή του έκανε καλό σεξ χωρίς να είναι ερωτευμένος ή και πόσες - παρότι ερωτευμένος - δεν είχε και το καλύτερο σεξουαλικό ταίριασμα...

Η αλήθεια είναι η η σύγχρονη ζωή δεν είναι εύκολη στο ερωτικό πεδίο. Ένα ολόκληρο “μοντέλο σχετισμού”, που βασιζόταν πάνω στις συμβάσεις και τις παραδοχές της απροσχημάτιστα φαλοκρατικής κοινωνίας, έχει καταρρεύσει - καινούργιο ακόμα δεν έχουμε βρει, και θα το ψάχνουμε μάλλον για πολύ καιρό. Μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες (και στον μη αναπτυγμένο κόσμο ακόμα), ο γάμος υπαγορευόταν αποκλειστικά από κοινωνικές και οικονομικές επιθυμίες και επιταγές, η σεξουαλική ζωή πριν από αυτόν ήταν ανύπαρκτη για τους περισσότερους, η γυναίκα αντάλασσε την προστασία της με αιώνια πίστη και υποταγή.

Με τη σεξουαλική απελευθέρωση, από τη δεκαετία του ’60 και μετά, η γυναίκα χειραφετήθηκε, οι σεξουαλικές σχέσεις απενοχοποιήθηκαν - και τα πράγματα έγιναν (ραγδαία) πιο περίπλοκα, ειδικά για τη γυναίκα, που καλείται να υπηρετήσει πολλαπλούς ρόλους. Η κοινωνία παρέμεινε φαλλοκρατική, η γυναίκα καλείται να είναι αυτόνομη στη ζωή (όπως πρέπει), αλλά και να παραμένει αντικείμενο του πόθου - μόνο η διαφορά ανάμεσα στην κοκεταρία ενός άντρα και μιας γυναίκας στο σεξουαλικό παιχνίδι δείχνει πόσο ακόμα τα πράγματα είναι (και ίσως θα παραμείνουν) “άνισα”. Σήμερα πάντως, ολοένα και περισσότερο διαπιστώνουμε πόσο ταυτόχρονα η ανθρώπινη φύση έχει ανάγκη και από ελευθερία και από την ασφάλεια της δέσμευσης - και από την τόνωση του καινούργιου φλερτ και από την τρυφεράδα της “αγκαλίτσας”.

Αν λοιπόν το “παραμύθι με τον πρίγκηπα (ή την πριγκήπισσα)” είχε κάποτε ένα συγκεκριμένο σενάριο ζωής, σήμερα που οι σχέσεις είναι (ευτυχώς) πιο ελεύθερες, η αίσθηση του ανικανοποίητου μπορεί να διατρέχει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας. Κι όπως καταγράφει η “Απουσία του Έρωτα”, η μοναξιά, η αδυναμία επικοινωνίας, οι μεγάλες προσδοκίες, η εσαεί αναμονή του ιδανικού συντρόφου έρχονται να “τυραννήσουν” τους περισσότερους - ή τέλος πάντων αυτούς που δεν έχουν την τύχη να βρουν ένα ταίριασμα πολύ αρμονικό και να ευτηχήσουν μαζί του, στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους.

Πολλές φορές, ο σύγχρονος άνθρωπος (με μια τάση αυτό να είναι πιο συχνό στις γυναίκες), δεν μπορεί ακόμα να δει την ερωτική επαφή ως αυτοσκοπό, να την απολαύσει στο μέτρο του δυνατού (ταιριάσματος) κάθε σχέσης και να μην προσδοκά “τον καβαλάρη με το άσπρο άλογο”, ώστε να απολαύσει το ερωτικό πάθος (άλλωστε, να μην ξεχνάμε και την αρχική έννοια της λέξης, που σημαίνει “πάθημα”). Και κυρίως, είναι δύσκολο και απογοητευτικό, να φοράμε κάθε τόσο (λες και μπορούμε να ερωτευτούμε δεκάδες φορές στη ζωή μας), το “κοστουμάκι” των δικών μας προσδοκιών και προδιαγραφών στον άλλο, παραμυθιάζοντας στην ουσία τον εαυτό μας και απαιτώντας αυτό που εμείς “προδιαγράψαμε”, αντί να εκτιμάμε κάθε μοναδική σχέση ξεχωριστά.

Αν λοιπόν, με τη βοήθεια της λογοτεχνίας και της τέχνης γενικότερα, νοερά καταφεύγουμε μονίμως στο εξιδανικευμένο, η “απουσία του έρωτα” από τη σύγχρονη ζωή καλεί σε μια διαφορετική ίσως και πιο ισορροπημένη αντιμετώπιση - αυτή της αποστασιοποίησης (που ίσως δεν αρέσει σε πολλούς ως έννοια). Ή καλύτερα, αυτή της “διαρκούς παρουσίας του έρωτα” στη ζωή μας.

Γιατί ο έρωτας δεν είναι μόνο μια δυαδική υπόθεση, είναι υπό μια έννοια μια κατάσταση προσωπική, μια κατάσταση υψηλής ενέργειας και αγάπης για τη ζωή. Αν φυσικά έχει και “αντικείμενο του πόθου”, ακόμα καλύτερα. Ακόμα όμως και το πιο ανεπαίσθητο φλερτ ή το μικρότερο κοπλιμέντο, που δεν έχει σκοπό, παρά μόνο να τονώσει την αυτοπεποίθηση κάποιου που μας αρέσει ή να αποτελέσει μια προσφορά καλού συναισθήματος προς τον άλλον, είναι σημαντικό. Κι ακόμα πιο σημαντικό είναι να μπορούμε να εκτιμήσουμε και να προάγουμε τον ερωτισμό μας, να βιώσουμε κάθε προσφερόμενη σχέση ως αυτόνομη και ταυτόχρονα έντιμη πρόταση επιλογής πλευρών ταιριάσματος, χωρίς να ζούμε με τη μαξιμαλιστική προσδοκία ενός ρομαντικού και ισόβιου “coup de foudre” - που ίσως δεν έρθει ποτέ, ακόμα περισσότερο αν δεν είμαστε εμείς στην υψηλή ετοιμότητα να το βιώσουμε.

Κι αυτή η “υψηλή ετοιμότητα” υπάρχει μόνο αν είμαστε ερωτευμένοι με τη ζωή. Επιζητώντας πάντα την αυτοβελτίωση και αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους με τρυφερότητα και διάθεση προσφοράς, που άλλωστε είναι η λέξη-κλειδί για την ερωτική επαφή. Τότε η ζωή μπορεί να μας κάνει τη χάρη, να μας το ανταποδώσει...









Η φωτό είναι από το www.board. ogame.org και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

Το post συνοδεύεται από την εξαιρετική διασκευή ενός από τα πιο ερωτικά τραγούδια των Cure, του Lovesong, από τη Βρετανίδα Adele. Προσέξτε την παραγωγή, με τα keyoboards σε ήχο οργάνου, την unplugged κιθάρα, τα βιολιά και τα drums να παίζονται στο rim, που φτιάχνουν την "τέλεια" ακουστική ποπ...

buzz it!

24.11.11

Welcome to my life

Πάει καιρός πια που δεν ξέρω αν μια γυναίκα με κοιτάει ερωτικά ή αναγνωρίζει κάτι άλλο επάνω μου, θέλει να μου πει κάτι: Είναι, δεν είναι - α, ναι τον ξέρω, κάτι μου θυμίζει, για να τον κοιτάξω καλύτερα. Μόνο σε κάτι ταξίδια στο εξωτερικό τα πράγματα είναι πεντακάθαρα.
 

Ή μάλλον ξέρω. Πάντα ο άνθρωπος ξέρει. Εδώ ξέρει το σκυλί τις προθέσεις σου, από πενήντα μέτρα μακριά, δεν τις ξέρει ο άνθρωπος; Ξέρει, αλλά δεν θέλει να τις επεξεργαστεί. Να παραδεχτεί ίσως, αυτό που το ένστικτο, τα σωθικά του, του λένε. Γι αυτό πρέπει να τα 'χουμε καλά με τα σωθικά μας.
 
Καθαρά ή όχι, τα μηνύματα είναι πάντα ευπρόσδεκτα. Κι ας είναι ερωτικά κι ας μην είναι. Κι ας είναι φιλικά, χαμογελαστά, εκτίμησης - ακόμα και περιέργειας. Εγώ θέλω πάντα να εκπέμπω κι ας εισπράξω ότι μου αναλογεί. Να λέω αυτό που μου φαίνεται ευγενικό, όμορφο, αξιόλογο. Να το αναγνωρίζω, να το επιβραβεύω, που υπάρχει. Φωναχτά. Και για να μην παρεξηγηθώ, φεύγω αμέσως από το χώρο. Το «καμάκι» μου ήταν πάντα άγνωστη έννοια.
 
Το φλερτ από την άλλη, είναι ουσία ζωής. Είναι αυθύπαρκτο, είναι αυτοσκοπός. Όπως κι έρωτας. Και δεν είναι ανάγκη να οδηγεί στον έρωτα (το "in love", που λένε κι οι Αγγλοσάξωνες), που δεν μπορεί άλλωστε να εμφανίζεται καθημερινά.
 
Στην απουσία του έρωτα όμως, έχω να αντιτάξω τη (μόνιμη) παρουσία του μέσα μας. Γιατί ο έρωτας είναι μια κατάσταση - δεν είναι μόνο μια δυαδική σύναψη. Στην ουσία, είναι η πρόθεση μας για υψηλά επίπεδα ευφορίας με τη ζωή. Είτε έχει, είτε δεν έχει παραλήπτη, «αντικείμενο». Πόσο μάλλον, αν έχει.
 
Αυτή η αγάπη για τη ζωή, απ' όπου κι αν τροφοδοτείται, είναι που μας δίνει το επίπεδο της ύπαρξης. Μαζί με την εξωτερική (και κυρίως την εσωτερική) ομορφιά του «αντικειμένου», βεβαίως.
 
Πριν από πολλά χρόνια, τέτοια μέρα, άνοιξε ένα κεφάλαιο. Ακόμα το κοιτάζω με τη λαίμαργη ματιά του νεοφώτιστου, με την περιέργεια του πεπειραμένου «αμαθούς». Καλωσήλθες στη ζωή μου.










H φωτό είναι από το www.tumblr.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το εξαιρετικό "Bienvenue Dans Ma Vie" της Καναδέζας Nikki Yanofski.

buzz it!

20.4.11

Η μέρα μου στο πιάτο

Η σχέση μου με τη διατροφή είναι μια σχέση αγάπης και μίσους. Θεωρητικού μίσους, δηλαδή. Όταν ο άνθρωπος κόβει την παρέα με κάθε άλλη “ντόπα”, η διατροφή είναι η μόνη που του μένει. Και είναι και η πιο ωραία κοινωνική δραστηριότητα (μετά το χορό, ίσως).


Εγώ έκοψα τη ζάχαρη στον καφέ το 1994. Τον ίδιο τον καφέ, το 2001. Και το τσιγάρο το 2008. Μου πήρε 28 χρόνια - τα τελευταία 5 με στριφτό και χαρτάκια hemp. Πούρα ευχαριστήθηκα μόνο στο περιβάλλον της Αβάνας, ίσως γιατί εκεί μόνο είναι απαλλαγμένα από το νεοπλουτίστικο πρόσημο που τα συνοδεύει - και η υγρασία κάνει τη μυρωδιά τους φυσική.

Αναπόφευκτα, η διακοπή μου πρόσθεσε κάτι κιλά, που τα παλεύω συνέχεια. Από τη μια μου λείπουν κάποιες ελάχιστες στιγμές, από την άλλη, είμαι πολύ ευτυχής που είμαι απαλλαγμένος από την εξάρτηση. Έναν ντεκαφεινέ εσπρέσο, παρά τη χημεία που κουβαλάει, τον πίνω συχνά-πυκνά. Σκέτο. Με συνοδεία ενός (άγλυκου) γλυκού, που τα λατρεύω. Τα τελευταία πολλά χρόνια η κρέμα κερδίζει σχεδόν πάντα τη σοκολάτα. Όχι οτι την αρνούμαι, όπως και τα σπιτικά γλυκά ταψιού ή κουταλιού.

Η άλλη παρασπονδία είναι τα πολλά ψωμιά ή ψωμοειδή. Όταν ανεβαίνει η αναλογία τους με κουράζουν, το νοιώθω. Αυτά που δεν με κουράζουν ποτέ, είναι οι σαλάτες, τα τυριά, οι ξηροί καρποί. Σε μια πιο ταβερνιάρικη εκδοχή, μπορώ να ζήσω με χόρτα, πατάτες και φέτα λαδορίγανη. Σε μια πιο σπιτική, με τυρί και αμύγδαλα, καρύδια ή κάσιους. Και κανένα αχλάδι να τα συνοδεύει.

Σε μια πιο γαλλική, τρελλαίνομαι για ένα καλό κρασί με ωραία πολύσπορα και τυριά. Δεν έμαθα όμως ποτέ πολύ καλά να ψάχνω το καλό κρασί. Στο Sideways, θα ήμουν ο αποσυνάγωγος, σε αυτή τη “μπανάλ” κατηγορία, που λατρεύει το merlot. Η Βίβλια Χώρα και το Chateau Julia είναι από τα σταθερά, αν και μου άρεσαν πάρα πολύ κάποια χιλιανά που είχα πιει παλιότερα. Επίσης κάποια του κυρ-Γιάννη (Μπουτάρη), που μου πρόσφεραν πρόσφατα (αναπόφευκτα επηρεασμένος θετικά και από την πολιτική του πρόταση - αλλά αυτές οι αξίες πάνε έτσι κι αλλιώς μαζί). Το πιο ωραίο ίσως κρασί που θυμάμαι να έχω πιεί στη ζωή μου είναι ένα ιταλικό Brunello di Montalcino, από την ποικιλία Sangiovese, φερμένο από την Τοσκάνη.

Εκτιμώ επίσης και μια καλή ξανθιά και πικρή μπύρα, καθώς η σχέση μου με το αλκοόλ μπορεί να είναι μόνο ελαφρή, πια. Από τα υπόλοιπα, μόνο κανένα Campari με σόδα και lime, πίνω ευχαρίστως.

Τρώω επίσης, μετά από μια μακρά περίοδο αποχής, αρκετό κρέας. Προσπαθώ να καταναλώνω τακτικά λίγα όσπρια και μαγειρεμένα λαχανικά. Φαβορί και η σπανακόπιτα. Το κύριο γεύμα είναι το μεσημέρι - και περιλαμβάνει συνήθως ένα ψητό ψάρι, κοτόπουλο ή μοσχάρι. Σχεδόν πάντα σπίτι. Έξω τρώω πια σπάνια, συνήθως σε μπαρ που μαγειρεύουν συμπαθητικά, όπως το Pairidaeza ή το Transistor. Για περίπου 20 χρόνια τρώω και στο Κουτί, στην Αδριανού.

Αρνούμαι πια να πληρώσω οτιδήποτε ξεφεύγει από τα 25 (για να μην πω 15) ευρώ το άτομο. Θεωρώ οτι ένας από τους λόγους που φτάσαμε εδώ που φτάσαμε, είναι και η προσποίηση μας γύρω από την εστίαση. Για χρόνια παρατηρούσαμε την απίστευτη φούσκα, να μπορεί το τελευταίο καφενείο στο απομακρυσμένο νησί να χρεώνει 4 ευρώ τον (δήθεν ευρωπαϊκό) καφέ και να μας σερβίρουν σαλάτα με κατίκι Δομοκού, που η κατσίκα είχε το πρωί ακούσει ένα ποίημα του Βάρναλη, πριν τη σφάξουν. Και δεν ουρλιάζαμε.

Μου αρέσουν τα gourmet, καλομαγειρεμένα φαγητά και τα καλά προιόντα, αλλά δεν μπορώ άλλο το δήθεν. Πιστεύω οτι πρέπει να εξοβελιστεί αυτή η νοοτροπία - και να επιστρέψουμε στις απλές γεύσεις, άντε με λίγη μεσογειακή “ευρηματικότητα”.

Η Ελλάδα θα πρέπει να διδαχθεί από την Κρήτη, το καλύτερο value for money, που έχω συναντήσει ποτέ. Με 10 ευρώ τρως λουκούλεια, σχεδόν παντού, πλην των τουριστικών. Βέβαια, αυτό σημαίνει και προσεγμένη και αγνή παραγωγή.

Τεράστια σημασία δίνω και στο καλό λάδι, τη βάση της διατροφής μας. Όταν έζησα φοιτητής στις Ηνωμένες Πολιτείες, είδα τη διαφορά στα μαλλιά μου, από τη στέρηση του. Το βράδυ, ένα μπολ σαλάτα, με μαρούλι, καρότο και λίγες σταφίδες ή αποξηραμένα cranberry είναι η καλύτερη ιδέα. Κάνω πολλών ειδών σαλάτες, με προτίμηση στο αβοκάντο, στις γλυκόξινες γεύσεις και στη χρήση του balsamico.

Στις διακοπές, το πιο ωραίο γεύμα είναι το πρωινό. Στην καθημερινότητα δεν είναι τόσο πλούσιο, αλλά έχει πάντα φρούτα, τσάι και καμιά φορά τυρί ή μέλι. Το καλύτερο απ’ όλα είναι το μανταρίνι ή το πορτοκάλι, φρεσκοκομμένο από το δικό μου δέντρο - χωρίς συντηρητικά και φάρμακα. Και βέβαια, ένα πραγματικά βιολογικό φρούτο, τώρα στο τέλος της άνοιξης.

Κόντεψα να ξεχάσω το μεγάλο μου πάθος: Το παγωτό. Βανίλια κατά προτίμηση, σπιτικό ακόμα καλύτερα. Το ωραιότερο, το έχω φάει στη Φλωρεντία. Εκεί άλλωστε γεννήθηκε...










Το κείμενο αυτό γράφτηκε για το www.fnl-guide.com

H φωτό είναι από το http://blog.itechtalk.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Laidback" του αγαπημένου μου Βρετανού κιθαρίστα Ronny Jordan.

buzz it!

9.12.10

Θάνατος στον εμποράκο...

“Γιατί παίζετε κάθε βράδυ ειδήσεις για την Τιεν Αν Μεν; Κόβουν ψήφους, που να πάρει...”

Αυτό είχε πει ανερυθρίαστα το 1989, προς διευθυντή ειδήσεων της ΕΡΤ, ένα στέλεχος της αριστεράς με ενεργή (οπισθοδρομική) παρουσία και σήμερα. Ενδεικτικό μιας νοοτροπίας που διαπερνά όλο το πολιτικό φάσμα, αλλά συναντιέται κυρίως εκεί που ο βαλκανικός “ταλιμπανισμός” έχει την τιμητική του.


Σκέφτομαι πού βρισκόμαστε, λίγο πριν τα πιο μουδιασμένα (με την εξαίρεση του 2008, αλλά για άλλο λόγο) Χριστούγεννα της μικρής μας ζωής. Οι εκπρόσωποι της τρόικας αντιμετωπίζονται, από μια μερίδα του (πολιτικού και μη) κόσμου, ως “αποικιοκράτες”, που τόλμησαν να μας κουνήσουν το δάχτυλο στη Βουλή - μόνο που ξεχνάμε οτι εμείς ζητήσαμε τα λεφτά τους και τη βοήθεια τους, χωρίς τα οποία δεν θα μπορούσαμε να πληρώσουμε, ούτε μισθούς, ούτε συντάξεις...

Την άλλη εβδομάδα τα ΜΜΕ έχουν τρεις ημέρες απεργία - Τετάρτη, Παρασκευή και Σάββατο - με την επιλογή των ημερών να υποδεικνύει τον προφανή στόχο να πληγούν οι κυριακάτικες εφημερίδες, εκεί που πονάει δηλαδή. Δεν ξέρω τι θα καταφέρουν οι δημοσιογράφοι (που συνδικαλιστικά κοίταζαν επί χρόνια, ιδίως τα τελευταία, το δάχτυλο) με την κίνηση αυτή, εκτός από το να φέρουν περισσότερες απολύσεις πιο κοντά. Το τέλος μοιάζει προδιαγεγραμμένο για πολλά μέσα - και η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη για άλλα. Η φούσκα των δεκάδων εφημερίδων, ραδιοφώνων, τηλεοράσεων ήταν πάντοτε προβληματική σε αυτή τη χώρα - και ήταν θέμα χρόνου να σκάσει, με την πρώτη σοβαρή κρίση. Ο θάνατος μιας δημαγωγικής πραγματικότητας θα μπορέσει να εξυγιάνει το τοπίο ή απλώς θα βρεθούν άνθρωποι στην ανεργία;

Στο κέντρο της Αθήνας καθημερινά γίνεται και μια πορεία. Μαζί με την υποβάθμιση, το παρεμπόριο και την οικονομική κρίση, οι καταστηματάρχες έχουν να αντιμετωπίσουν και τη δυσκολία πρόσβασης από τις απεργίες. “Τα μαγαζιά δεν έχουν ούτως ή άλλως δουλειά, επειδή ο κόσμος δεν έχει λεφτά” είναι η προφανής αντίρρηση. Ωστόσο, κάθε ευρώ που χάνεται, μπορεί να κάνει τη διαφορά μεταξύ της ανάσας ζωής που έχει απόλυτη ανάγκη μια επιχείρηση, με πτώση 50% στο τζίρο της - ή του λουκέτου. To κέντρο της Αθήνας δεν είναι μόνο κατανάλωση, αλλά και "βιτρίνα" του τουρισμού. Μέχρι και καυγάς έγινε για τις δύο Κυριακές, που θα δουλέψουν - και μετά οι ίδιοι θα διαμαρτύρονται οτι "κατακλυστήκαμε από πολυεθνικές και πολυκαταστήματα". Άσε που εκεί που θα έπρεπε η πόλη να πάρει την πιο γιορτινή της όψη (μόνο και μόνο για λόγους οικονομικούς), είναι πνιγμένη στα σκουπίδια και στα κουτοπόνηρα παιχνίδια πολιτικάντηδων και άθλιων συντεχνιών του ρουσφετιού...

“Μα αν δεν διεκδικήσουν τώρα οι εργαζόμενοι, που χάνουν τα πάντα, πότε θα το κάνουν”; “Δεν έχω δει καμία βαρβάτη απεργία”, μου λέει ένας ακροατής, τις προάλλες. Ποιός αντέχει να χάνει τα μεροκάματα; Και τι μπορούν να καταφέρουν οι κινητοποιήσεις, όταν το περιθώριο διαπραγμάτευσης είναι τόσο περιορισμένο; Ναι, το δικαίωμα του εργαζόμενου είναι πάντα ζωντανό. Εκτός αν (το) έχεις “χρεωκοπήσει” εδώ και χρόνια...

Στις ΔΕΚΟ θα περικοπούν οι μισθοί και το ερώτημα είναι μονίμως το ίδιο: Γιατί υπήρχαν μισθοί πάνω από 1800 ευρώ, για το 89% των εργαζομένων - σε αυτόν τον παράλογο "σοσιαλισμό της μη παραγωγικότητας"; Μόνο πολύ υψηλό επίπεδο γνώσεων και ικανοτήτων δικαιολογεί απολαβές που φτάνουν (με διάφορους τρόπους) ή και ξεπερνούν τα 4 χιλιάρικα. Κι όμως, φοβάμαι οτι αυτοί που πρέπει να τα πάρουν, δεν θα τα παίρνουν πια. Ακριβώς (όπως έγινε και στην ΕΡΤ), γιατί επί χρόνια τα έπαιρναν αυτοί που δεν έπρεπε να τα πάρουν, οι απαράδεκτοι και οι άχρηστοι...

Είναι ώρες που χάνω τη συνήθη αισιοδοξία μου. Οι πολιτικές δυνάμεις και ο συνδικαλισμός έχουν, στις περισσότερες των περιπτώσεων, ταπεινά κίνητρα: Τη διατήρηση της ύπαρξης τους. Την πνοή που χρειάζεται αυτή η υπεπροσπάθεια να βγούμε από την κρίση (χωρίς τις ίδιες αγκυλώσεις και πρακτικές), κανείς δεν δείχνει ικανός να τη δώσει.

Λένε οτι ο ελληνικός λαός δεν αντιδρά όσο θα έπρεπε. Νομίζω οτι εμφανώς θυμώνει, αλλά σιωπηρά περιμένει να δει. Κι αν δεν εξεγείρεται, είναι γιατί αντιλαμβάνεται οτι αυτό θα είναι απλώς αυτοκαταστροφικό, δεν θα οδηγήσει πουθενά. Το μεγάλο ερώτημα είναι αν αντιλαμβάνεται οτι ο θυμός του πρέπει να κατευθύνεται και προς τον καθρέφτη - και να μετατραπεί σε αυτοβελτίωση...









H αφίσα είναι από το www.chicagostagereview.com και το εξώφυλλο από το www.altnet.com

Το post συνοδεύεταια από το περίφημο "Adagietto", της 5ης Συμφωνίας του Αυστριακού Gustav Mahler (διάσημο και από το "Θάνατο στη Βενετία" του Βισκόντι), που ακούστηκε την Τετάρτη το βράδυ στο Μέγαρο Μουσικής, σε μια εξαιρετική παράσταση. Διαβάστε την παρουσίαση του Γιώργου Σαρηγιάννη εδώ.

buzz it!

31.8.10

Conception

Ποτέ άλλοτε η άσφαλτος της Αθήνας δεν μου είχε κάνει τόσο “αλγεινή” εντύπωση. Όπως μετά από δύο εβδομάδες ελεύθερου κάμπινγκ, το πάτωμα σου φαίνεται ξένο και ανυπόφορο, έτσι (αυτή τη φορά) μου φάνηκε απίστευτα εχθρική, σε όλους τους δρόμους, μεγάλους και μικρούς, με όλα αυτά τα αλλεπάλληλα μπαλώματα και τις σιδερένιες πλάκες-λακούβες - αλήθεια πόσα δίκτυα μπορεί να υπάρχουν στη μέση μιας λεωφόρου, όπως η Πειραιώς; Παρά το οτι βρισκόμουν σχεδόν ένα μήνα στο Αιγαίο, με τους κατά τεκμήριο πιο αφρόντιστους δρόμους...



Όταν είναι άδεια, η πόλη μπορεί να είναι και πιο φιλική, αλλά και πιο εχθρική. Το κλίμα πάντως αυτού του άφταστης ομορφιάς λεκανοπεδίου που καταστρέψαμε αποτελεί βάλσαμο, με την ξηρότητα του. Το συνεχές ταξίδι στο Νότιο Αιγαίο έκρυβε πολλές παγίδες υγρασίας, για το άμαθο σώμα ενός “πρωτευουσιάνου” - όσο και να πρόκειται για την τριακοστή (ακριβώς) φορά. Και τρομερές σκηνές γοητείας φυσικά: Τα κρυστάλλινα νερά του Λιβυκού στην Κρήτη, η άγρια ομορφιά του βράχου της Ανάφης και η διάφανη παραλία του Ρούκουνα, η ανεπανάληπτη “μεξικάνικη” αυθεντικότητα της Φοινικιάς στη Σαντορίνη, τα χρώματα και το φως στα ορεινά της Τήνου.

Οι διακοπές είναι ένα conception (κι όχι “inception”) της σύγχρονης δυτικής ζωής. Σε κάποιους λείπει, ενώ κάποιοι άλλοι προσπαθούν να ξεφύγουν από αυτό. Για μένα, μετά τις 20 Αυγούστου, αρχίζει η διαδικασία της επιστροφής. Οι συσωρευμένες σκέψεις, το ξεκαθάρισμα και η ξεκούραση του μυαλού (όπως στα όνειρα), οι εναλλακτικές δίοδοι που προσφέρουν οι νέες συνάψεις, η αποχή (συνειδητή ή όχι) προετοιμάζουν για ένα νέο ξεκίνημα.

Αυτό το καλοκαίρι δεν ήταν ανέμελο και ήσυχο. Οι ναρκισσισμοί και οι μικρότητες της ματαιοδοξίας που μας περιβάλλει, η λογοτεχνία που παίρνει ερεθίσματα από το σήμερα (αλλά όλο κάτι της λείπει), οι αδεξιότητες και οι υποκρισίες της πολιτικής, οι προσδοκίες για μια ουσιαστική ανάταση κι όχι μια τυφλή εξέγερση, τα αισθητικά άλματα στο κενό, η καθημερινότητα κι η ανθρωπιά μας - οι όχι πάντα γοητευτικές ελλείψεις μας τελικά, είναι τα εφαλτήρια για να ξανασυναντηθούμε διστακτικά, σαν τα σινεμά που δεν ξέρουν αν πρέπει να ανοίξουν ακόμα. Το τέλος μια εποχής είναι πάντα μια διάψευση - εκτός αν έχουμε μάθει να επενδύουμε στην αποστασιοποίηση. Δύσκολο, ακόμα και για αυτούς που το κηρύσσουν...

Έλειψα πολύ από αυτό το χώρο - ελπίζω για καλό. Με χαρά σας ξαναβρίσκω. Με το αεράκι, την αλμυρή γεύση και τους ήχους μιας θάλασσας που θα έπρεπε να καθορίζει τη ζωή μας πολύ περισσότερο. Ξέρω οτι σύντομα θα κάνουν fade out - ελπίζω όχι στο γκρί...







Η φωτό τραβηγμένη από την Οία της Σαντορίνης είναι δική μου (και "βελτιωμένη" με την ευγενή καλοσύνη του Γιώργου Βαρβάκη) και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Mackin'" του Βρετανού Ronny Jordan.

buzz it!

2.2.10

Η γενιά που γεννήθηκε στα sixties...

Δεν ξέρω τι θέλω να γράψω για τη γενιά μου. Την παρατηρούσα προχθές, στο πάρτυ. Αν είμαστε αυτοί που γεννήθηκαν τη δεκαετία του ΄60 - κάποιοι είναι σήμερα στο κατώφλι των 50. Και κάποιοι ίσως μόλις σαραντάρισαν και ζουν αυτό το τρελλό σοκ του παλιμπαιδισμού, που σε πιάνει μόλις κλείσεις αυτήν την τόσο σημαδιακή και “βαριά” (για τα μέχρι τώρα δεδομένα) ηλικία...


Νομίζω οτι τα πράγματα είναι πιο “χρυσά” στη δεκαετία των 30 - τουλάχιστον για μένα ήταν. Είσαι ακόμα πολύ νέος, αλλά αρχίσεις και διαμορφώνεσαι ως αυτόνομος επαγγελματίας - κι αυτό έχει μεγάλη βαρύτητα στην αυτονομία της προσωπικότητας. Καλώς ή κακώς, η οικονομική εξάρτηση (εφόσον σπουδάζεις, πας φαντάρος κλπ) στη δεκαετία των 20 χαλάει την κατά τα άλλα ειδυλιακή εικόνα. Και τα πράγματα, με τη γενιά των 700 ευρώ, όλο και χειροτερεύουν, αντί να καλυτερεύουν. Για να μη μιήσω για την Ιταλία...

(Στις Ηνωμένες Πολιτείες είχα την ευκαιρία να δω πόσο φτηνό και εύκολο (με τη βοήθεια και λίγων garage sales) να φτιάξεις ένα σπιτικό στα γρήγορα. Οικοσκευή, στοιχειώδη έπιπλα και αυτοκίνητο - όλα ήταν προσιτά, με την προϋπόθεση φυσικά ενός καλού μισθού, που για ένα νέο επιστήμονα δεν ήταν δύσκολο να κινείται γύρω στα 3 χιλιάδες δολάρια, για αρχή. Not bad... Εδώ πάλι, όταν ήμουν φοιτητής στην Πάτρα, είχα αφεντικά στο μπαρ που δούλευα, τριαντάρηδες που έμεναν ακόμα με τη μαμά: Βόλευε το σιδέρωμα και το σπιτικό φαγητό...)

Στα 40 λοιπόν, τα πράγματα σοβαρεύουν: Πέρα από τον παράγοντα οικογένεια και παιδιά, γίνεται όλο και πιεστικότερο να εκφραστείς. Να “πετύχεις” θα το έλεγε κάποιος άλλος - εγώ όμως θα πω να εκφραστείς, να κάνεις αυτό το δημιουργικό που επιθυμείς, ακόμα κι αν αφορά μόνο τον τρόπο ζωής σου. Κι όχι μόνο σε επίπεδο δουλειάς - αλλά σε επίπεδο “επιτεύγματος ζωής”.

Κοιτούσα λοιπόν τους θαμώνες του πάρτυ: Το ροκ το είχαν στα χείλη, ειδικά τα γνωστά κομμάτια. Σα να το έλεγαν όμως με μια πίκρα - της χαμένης νιότης; Του επιτεύγματος που δεν ήρθε; Της αισθητικής παραίτησης;

Οι άνθρωποι που γεννήθηκαν στη δεκαετία του ’60, λέει ένας μύθος επηρεάστηκαν από το επαναστατικό της κλίμα, τη δολοφονία του Κένεντι το ’63, τη χρονιά των “πύρινων αλόγων” το ’66, τις φοιτητικές συγκρούσεις και τις εξεγέρσεις του ’68 στο Σικάγο, στο Παρίσι ή στην Πράγα. Πώς όμως είμαστε τόσο ήσυχοι; Σα να θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο, με τάξη...

Ίσως γιατί μεγαλώσαμε στα eighties - τη δεκαετία της ψυχρής επιστροφής του στυλ, μαζί με αυτό που ονομάστηκε “γιαπισμός”. Με τη Sade να σκάει μύτη, σαν θηλυκό ηφαίστειο σιωπής, με τον Paul Weller να διαμαρτύρεται στυλίστικα για τις πολιτικές της Thatcher, με τον Bryan Ferry να αποθεώνει τον απόλυτο δανδή...

Μεγαλώσαμε με το Hotel California (ως κλύσμα σχεδόν) και τους (αληθινούς ή μη) ροκάδες, αλλά δεν είναι αυτοί που πραγματικά μας εκφράζουν. Η μουσική της δεκαετίας του ΄70, είτε rock, είτε disco, είτε ακόμα και punk μας έπασε οριακά, ενεγράφη στο DNA μας, αλλά δεν είμαστε εμείς. Όπως δεν είμαστε κι η γενιά των Stones ή του Πολυτεχνείου, που εκφράστηκαν (και τα μπουρδούκλωσαν) επαρκώς...

Καταγράφω μερικά θετικά του μεγαλώματος μας, παρά το οτι ζήσαμε τη χούντα: Μεγαλώσαμε με λίγο ή καθόλου (ασπρόμαυρη) τηλεόραση. Είχαμε καλύτερη αίσθηση της σημασίας της παιδείας. Η μουσική μας παιδεία απείχε παρασάγγας από τη σημερινή. Ακούσαμε πολύ καλό ραδιόφωνο, είτε στα κρατικά, είτε αργότερα με την έκρηξη της ελεύθερης ραδιοφωνίας και των μουσικών σταθμών. Διαβάσαμε πιο πολύ - και προλάβαμε τα ελληνικά νησιά, όπως θα έπρεπε να είναι...

Τον κόσμο όμως δεν τον έχουμε αλλάξει ακόμα. Αργούμε να ξεπεταχτούμε μπροστά, ίσως γιατί παραείμαστε “late bloomers”. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η γενιά που γεννήθηκε τα sixties βγήκε μπροστά με τον Ομπάμα.

Στην Ελλάδα, μόλις την τελευταία δεκαετία μας κυβερνούν οι νεώτεροι της γενιάς του Πολυτεχνείου - τώρα εμφανίστηκε ένας αριθμός σαραντάρηδων υπουργών, όπως ο Παπακωνσταντίνου, ο Ραγκούσης ή ο Γερουλάνος. Στα γράμματα, στη τέχνη και στη διαφήμιση, που είναι στα δυνατά σημεία της γενιάς, κάτι έχει γίνει - αλλά όχι πραγματικά ξεσηκωτικό, ας με φωτίσουν οι αρμοδιότεροι. Στα media, η γενιά μου έχει βγει μπροστά εδώ και καιρό, αλλά με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα - με απογοητεύει πώς ένας άνθρωπος 45 χρονών μπορεί να εκπέμπει τόσο μεγαλύτερη από την ηλικία του “αύρα”...

O απολογισμός δεν με ικανοποιεί. Μήπως αυτή η δύσκολη καμπή για την Ελλάδα είναι η ευκαιρία για να βγεί αυτή η επόμενη “ώριμη” γενιά μπροστά; Ή μήπως απλώς θα περάσουμε απαρατήρητοι, σα μια σιωπηλή χαμένη περίπτωση της ιστορίας;






Η φωτό από το Blow Up του Antonioni είναι από το www.lacasapark.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

Το post συνοδεύεται από το αριστoυργηματικό κομμάτι του Γάλλου Dj Cam, που παραπέμπει στον τίτλο-τοτέμ για τη jazz των sixties, "Birth Of The Cool...

buzz it!

31.1.10

Δεν σε χρειάζομαι, κύριε dj...

“Πέστε μου ποιό κομμάτι θέλετε, δεν μπορεί να μην το έχω. Μέσα σε αυτό το laptop υπάρχουν 11 χιλιάδες κομμάτια”. Ο “επαγγελματίας” dj/ενοικιαστής μηχανημάτων προσπαθούσε να με πείσει οτι δεν υπάρχει κανένας λόγος να με προμηθεύσει με cd player - αφού “τα έχει όλα στο computer”. Δηλαδή το “δικό μου”, το ιδιαίτερο, αυτό που έχω αντιγράψει από το βινύλιο, αυτό που έχω “ανακαλύψει”, αναδείξει και συνδυάσει εγώ, δεν μετράει; Όλα στο σωρό, “κόπτεται κιμάς παρουσία του πελάτου”;


Αυτές οι δηλώσεις μου δείχνουν πάντα πόσο φτωχό είναι το επαγγελματικό μας επίπεδο παντού. Τη δήλωση “τα έχω όλα” δεν μπορεί να την κάνει ούτε ο Γιάννης Πετρίδης - και ούτε θα την έκανε ποτέ βεβαίως, γιατί (είναι και ο αρμοδιότερος στην Ελλάδα να) έχει επίγνωση του ωκεανού κομματιών, που αποτελούν τη σύγχρονη μουσική. Τέτοιες δηλώσεις “αμετροέπειας” έχω ακούσει βέβαια και από το κοινό - πριν από λίγα χρόνια στο Guru έπαιζα ένα από τα ωραιότερα κομμάτια της Dianna Ross, της εποχής της disco, το “Love Hangover”. Έρχεται λοιπόν ένας άχαρος 25χρονος φλώρος και με ρωτάει “τι είναι αυτό;”. Του λέω (πάντα λέω) και μου απαντά με περισσό θράσος “Περίεργο, γιατί εγώ τα ξέρω όλα τα disco”!!! Τι ξέρεις βρε κακομοίρη, που δεν είχες γεννηθεί καν - άσε που “όλα” δεν τα ξέρουν ούτε οι αμερικανοί dj της εποχής...

Το επίπεδο του μέσου “επαγγελματία” dj, που κάνει “πάρτυ, γάμους και βαφτίσεις” στην Ελλάδα, το παρατηρώ χρόνια. Χωρίς καμία χάρη, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο “πρόσωπο”, χωρίς κανένα χαρακτήρα: Λίγο hits, λίγο disco, λίγο rock, λίγο hip-hop, λίγο latin - καμιά Βανδή, κανένα κλαρίνο, όλα τα πιο άχρωμα και πολυφορεμένα, η αποθέωση του κοινού τόπου. Μα είναι και το κοινό έτσι, θα μου πείτε - “ότι νάναι”. Κι όμως (με την εξαίρεση ίσως κάποιων γάμων, όπου οι πιο “παραδοσιακές” ηλικίες ζητάνε τα αντίστοιχα), δεν έχω δει κοινό που να μην αντιδρά ευχάριστα σε ένα δημιουργικό πρόγραμμα - κι αν κάποιος, τέλος πάντων, αποζητά σαχλαμάρες, εύκολα μπορεί κανείς να τον αγνοήσει, εφόσον ο κόσμος χορεύει.

Η άγνοια, η προχειρότητα, η έλλειψη μουσικής παιδείας και γούστου επεκτείνεται και στο επίπεδο των επαγγελματιών dj, στα διάφορα μαγαζιά της μέρας και της νύχτας, αλλά και στο ραδιόφωνο. Όπως γίνεται σε όλες τις “λαμπερές” ενασχολήσεις, που προσφέρουν (πολλές φορές) εύκολο χρήμα, προβολή και εξουσία, άνθρωποι (ακόμα και) με 200 cd δισκοθήκη επιχειρούν να “παίξουν”. Χωρίς καμία γνώση της ιστορίας της μουσικής που “πραγματεύονται”, με ελάχιστο ψάξιμο και κόπο, με λιγοστά “πριόνια” της μόδας ανά χείρας (το house και γενικά ο club ήχος έχει κάνει πολύ μεγάλη ζημιά) - “κουτσοί, στραβοί στον Αη-Παντελεήμονα” προσπαθούν...

Μια μεγάλη κατηγορία είναι οι επαγγελματίες που αντικαθιστούν την ουσία των κομματιών που παίζουν, με την “άρτια μίξη”. Από την εποχή που ήμουν έφηβος, στη δεκαετία του ’70 (στην Αθήνα “βασίλευε” τότε το Studio 4, με έναν Ιταλό dj, το Nicola, που μίλαγε με το μικρόφωνο πάνω στις αλλαγές - τί μόδα κι αυτή!), θυμάμαι αυτή τη συνομοταξία, που σύχναζε κυρίως στα δισκάδικα (=παράνομα κασετάδικα) του Κολωνακίου και δέσποζε (ή λυμαινόταν, ανάλογα πώς το βλέπετε) στα “κυριλέ” club των Βορείων Προαστείων και της παραλίας. Η disco αντικαταστάθηκε από αυτά τα κουραστικά beat, με τη συνεχόμενη μπότα - λες και δεν μπορείς να χορέψεις με πιο ουσιαστική μουσική και χρειάζεσαι την “υποβοήθηση”. Μάλλον ο ρηχός dj τη χρειάζεται...

Δεν θα επεκταθώ στο πώς εξελίχθηκε η διασκέδαση με την trance ή όλα τα επόμενα είδη. Υπάρχουν στο παγκόσμιο σκηνικό αξιόλογοι dj - αν κι εγώ έχω ακούσει πολύ λίγους και ο μόνος που μου άρεσε ήταν ο Kid Loco, στο Ρόδον. Και δεν θα δογματίσω οτι οτιδήποτε εμπίπτει στους “καινούργιους κάθε φορά ήχους” είναι αδιάφορο - το αντίθετο μάλιστα. Απλώς στη μουσική (όπως και γενικώς στην τέχνη), πρέπει να έχουμε τα αυτιά μας (και το μυαλό μας) ανοιχτά, αλλά να πατάμε πάνω και σε κάποια βάση: Να έχουμε συναίσθηση οτι η προσωπικότητα ενός καλλιτέχνη που αφήνει το σημάδι του στην ιστορία, όπως π.χ. η Aretha Franklin, παράγει άλλης κλάσης έργα, από τον απρόσωπο παραγωγό ενός γοητευτικού ενδεχομένως, πλην όμως επίσης “απρόσωπου” κομματιού, που αύριο δεν θα το θυμάται ούτε η μαμά του. Τουλάχιστον, να την ξέρουμε την Aretha Franklin...

Να ξεκαθαρίσω κάτι: Δεν απαιτώ από τον dj τα “γνωστά και μη εξαιρετέα”. Δύο φορές έχω θαυμάσει dj (το έχω πει και δημόσια, κακοκαρδίζοντας ίσως και “συναδέλφους”): H μια ήταν σε πάρτυ που είχα κάνει για τα 40 μου κι έπαιζε ο Γιάννης ο Isnogood, στέλεχος μαγαζιών του στυλ του παλιού Follie - δεν ήξερα ούτε 10 κομμάτια, αλλά ήταν ένα αριστουργηματικό πρόγραμμα, όπου όλοι χόρευαν επί ώρες. Η άλλη ήταν σε μαγαζί, όπου είχα ακούσει τον Blend, να παίζει εκπληκτικά, με όλα να μου είναι παντελώς άγνωστα - απίστευτα δημιουργικό, σκέτη τέχνη.

Εγώ πάλι προσωπικά, παίζω πολλά γνωστά κομμάτια. Αλλά όχι τα προφανή, που τα έχουμε πια σιχαθεί - και κυρίως όχι χωρίς να βασανίσω και να επιλέξω το συνδυασμό, που θα είναι ταυτόχρονα οικείος, αλλά και έκπληξη. Πιστεύω οτι ο dj πρέπει να κουράζεται και να ιδρώνει, να έχει φαντασία, να μην παίζει αδιάφορα, να μην γίνεται έρμαιο των επιθυμιών κάποιων, αλλά ούτε και να αδιαφορεί για αυτές. Να φροντίζει για την ωραία αλλαγή (μια “κακοτεχνία” μπορεί να κόψει κατά πολύ το κέφι), αλλά και να μην αναλώνεται σαν bodybuilder, στην ακρίβεια του μετρήματος του. Ο dj πρέπει να ξέρει - και κυρίως να θέλει - να διασκεδάσει το κοινό του, αλλά και να το οδηγήσει λίγο πάρα πέρα, να του μάθει κάτι, να του δώσει τη διαφορετική εμπειρία...

Ο κακομαθημένος (και από γνώσεις και από χαρακτήρα - “θέλω να παίζω ότι γουστάρω εγώ και δε με νοιάζουν οι από κάτω”) dj είναι σε μεγάλο βαθμό ο λόγος που και το κοινό είναι “κακομαθημένο” σε αυτή τη χώρα. Από την άλλη, πρέπει να παραδεχτώ οτι το επίπεδο της διάχυσης καλής μουσικής στα μπαρ και στα διασκεδαστήρια γενικώς αυτής της χώρας, υπερβαίνει κατά πολύ τον παγκόσμιο μέσο όρο. Ίσως γιατί έχουμε δώσει μεγάλη σημασία στον τομέα “διασκέδαση”, ίσως γιατί είμαστε πιο συμπλεγματικά κοσμοπολίτες, ίσως γιατί κρατάμε (με καθυστέρηση) τη μουσική παλαιότερων δεκαετιών και την αναμιγνύουμε με καινούργια πράγματα - φτιάχνοντας ένα μοναδικό “mix”. Παραμένει όμως πρόβλημα: Σε πόσα μαγαζιά μπορείτε να πείτε οτι πάτε για να χορέψετε - και το κάνετε με επιτυχία;

Στα πάρτυ, το πράγμα είναι πάντα πιο ζεστό: Άλλωστε, ακόμα και οι εξηνταπεντάρηδες πια, έχουν μεγαλώσει με καλά ακούσματα - τουλάχιστον Doors και Stones έχουν εγγραφεί στο DNA τους. Και πολλές φορές, αυτό το κοινό είναι και το πιο μουσικά απαιτητικό, αν και ίσως ντρέπεται να το αρθρώσει. Ο κακός dj δεν έχει καμία δικαιολογία....


Υ.Γ. Και δεν υπάρχει πιο ηλίθιο, αυτάρεσκο και ενδεικτικό της χειρότερης πλευράς του dj τραγούδι, από το "Last Night A Dj Saved My Life"...




Το σκίτσο είναι από το http://cclteenzread. typepad.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από την επιτυχία της Βρετανής (;) Kylie Auldist.

buzz it!

20.1.10

Ο δρόμος

Άλλες φορές λέω οτι έχω ζήσει αρκετά - και με τις δύο έννοιες του επιρρήματος. Τι άλλο μπορεί να έρθει, που θα με εντυπωσιάσει, που θα με συναρπάσει; Από δω και πέρα, όλα είναι συντήρηση...

Κι άλλες φορές λέω, είσαι τρελλός, δεν έχεις ζήσει τίποτε ακόμα - όλα είναι στην αρχή. Και παρά τη φθορά, σε περιμένουν απίστευτες εκπλήξεις. Ύστερα, ποιό είναι το επίτευγμα σου, τι έχεις αφήσει πίσω σου, ποιά δομή έχεις αλλάξει, πόσους ανθρώπους παρέσυρες στην υπέρβαση, τι είναι το λιθαράκι που εσύ θα βάλεις στην εξέλιξη του δίπλα σου;


Κυριακή απόγευμα, μια μαγική στιγμή, μετά από ένα 48ωρο βουτηγμένο στους δίσκους μιας ζωής - και τη σκόνη: Η ζωή περνάει πολύ γρήγορα, είτε εκπληρώσεις τα όνειρα σου, είτε όχι. Στην πρώτη περίπτωση νομίζεις οτι το πάρτυ μόλις άρχισε και θα κρατήσει για πάντα - στη δεύτερη οτι δεν έχει αρχίσει ακόμα.

Στη yoga, σκοπός είναι να καταφέρεις να αδειάσεις τελείως το μυαλό από σκέψεις, για ένα διάστημα. Πριν από αυτό, πρέπει να μάθεις να παρατηρείς τις σκέψεις σου - αυτά τα άτακτα “παιδιά”, που ξεφυτρώνουν σαν ραπανάκια. Κι όταν ξεχνάς τις σκέψεις σου, τι γίνεται;

Οι άνθρωποι που είναι γενικώς ήρεμοι, μοιάζουν σα να φοβούνται λιγότερο το θάνατο.

“Η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή”, έλεγε κάποτε το σύνθημα αυτού που κακώς ονομάστηκε “lisfestyle”, ενώ δεν ήταν παρά το πρόπλασμα για το απόλυτο “λαϊκό κουτσομπολιστάν”. “Η ζωή είναι μικρή για να είναι τόσο κενή” έπρεπε να λέει...

Δευτέρα βράδυ, η Meryl Streep, μετά από μια ακόμα βράβευση (στις Χρυσές Σφαίρες, για το “Julie and Julia” και όχι για το απολαυστικό “It’s Complicated”) ξεστομίζει την απαράμιλης ισορροπίας, σεμνότητας και εξυπνάδας φράση: “Στη μακριά μου καριέρα έχω ενσαρκώσει τόσες πολλές εξαιρετικές γυναίκες, που κάποιοι με συγχέουν με αυτές”. Chapeau!

Τρίτη βράδυ, κατά τη διάρκεια του κεντρικού δελτίου της ΝΕΤ, που φιλοξενεί την υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, στην απευθείας σύνδεση με τον Προμαχώνα, οι αγρότες φωνάζουν το αμίμητο: “Γυναίκα υπουργός, αγρότης νηστικός”!

Και τότε συνειδητοποιείς πόση δουλειά έχει ακόμα το πράγμα...




Η φωτό είναι από το www.mediabistro.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από την πρόσφατη συνεργασία δύο "ιερών τεράτων" της κιθάρας, του Αμερικανού J.J. Cale και του Βρετανού Eric Clapton - προσέξτε τους στίχους...

buzz it!

1.5.09

Σκανδαλίζοντας το άγνωστο

Συμβαίνει μια στο τόσο – και το θεωρώ “θεϊκή” στιγμή. Ξαφνικά, ένα (ελαφρώς ξεχασμένο) τραγούδι στο ραδιόφωνο – παρότι τόσο γνωστό και οικείο (και ίσως ακριβώς γι αυτό) – έρχεται να ταρακουνήσει τα πάντα μέσα σου.

Να σου “μιλήσει” για τα 20 χρόνια που πέρασαν από τότε που το πρωτοάκουσες, να σου θυμίσει απίστευτα αδιόρατα συναισθήματα, να σε πιάσει “απροετοίμαστο” μ' ένα στίχο που δεν είχες ίσως ποτέ προσέξει.

Είμαι ο “άνθρωπος που κάποτε ήμουν”; Ποιά είναι αυτά που αλλάζουν κι όμως μένουν ίδια; Πόσο διαφορετικός είμαι το 2009 από το 1989; Ο κόσμος σίγουρα έχει αλλάξει δραματικά – το βλέπεις στις διεθνείς ισορροπίες, στην πολιτική, στα καινούργια προβλήματα, στη μόδα, στα τραγούδια.

Εγώ όμως – ο ίδιος; Μήπως θέλω να σταματήσω το χρόνο; Μήπως κάνω τα ίδια πράγματα, απλώς για την ψευδαίσθηση οτι παραμένω το ίδιο νέος; Μήπως αρνούμαι την εποχή; Μήπως γι αυτό μου αρέσουν τα παλιά αυτοκίνητα; Μήπως είμαι κολλημένος με τα nineties; Μήπως θέλω να αγνοήσω τη φθορά του χρόνου στο σώμα μου στην εμφάνιση μου, σ' αυτό που αποπνέω; Μήπως κυνηγώ την ουτοπία του “Forever Young” (για να θυμηθώ ένα ακόμα παλιότερο τραγούδι);

Ή μήπως ακριβώς έτσι πρέπει να κάνουμε οι άνθρωποι; Να αρνούμαστε - όχι την ηλικία μας, αλλά το “βάρος”, που κάνει το κεφάλι να σκύβει κάτω από τα χρόνια; Να αρνούμαστε οτι υπάρχει “σημείο καμπής”, πέρα από το οποίο τα πράγματα – εξ ορισμού - “δυσχεραίνουν”;

Μεγαλώνοντας, βλέπεις τα οφέλη μιας πορείας – είτε αυτή εκφράζεται με ηθικές είτε (με τις πολύ λιγότερο σημαντικές) υλικές ανταμοιβές. Κυρίως, το νιώθεις στην αυτοπεποίθηση οτι τα κομμάτια του παζλ (με πολύ κόπο) αρχίζουν και σχηματίζουν μια σχετικά κατανοητή εικόνα για τη ζωή και τον κόσμο.

Η μεγαλύτερη “μπανανόφλουδα” όμως είναι να σταματήσεις να ανακαλύπτεις το καινούργιο. Να μην αναπροσαρμόζεις πορεία. Να αποδέχεσαι ως “τετελεσμένο” το κοινωνικά, ηλικιακά ή “συντηρητικά” επιβαλλόμενο. Να μην έχεις πάντα την πόρτα ανοιχτή, για να τα τινάξεις όλα στον αέρα – ακόμα κι αν αυτό το κάνεις κάθε 10, 20 χρόνια ή ποτέ.

Δεν πίνω παρά ελάχιστα – κι εδώ κι ένα χρόνο σχεδόν, δεν καπνίζω πια. Άρα δεν μπορώ να ταυτιστώ με τον ήρωα του τραγουδιού μας – που μάλλον από ερωτική απογοήτευση το έχει πάθει. Όμως μπορώ να δηλώσω με περηφάνια οτι δεν είμαι πια ο “άνθρωπος που ήμουν”. Κι από την άλλη οτι είμαι απελπιστικά ίδιος...

Καλή άνοιξη!




Οι φίλοι μου με κοροϊδεύουν οτι δίνω σημασία στο “πίσω δεξιά ταμπούρλο, που κάνει την παραγωγή πιο ενδιαφέρουσα”. Αυτό το κομμάτι των Fine Young Cannibals (που ποτέ δεν ήταν από τα ιδιαίτερα αγαπημένα μου), από το πιο πετυχημένο τους άλμπουμ, έχει ένα εξαιρετικό "υπνωτικό" beat - "υβρίδιο" Motown και house - που βρίσκω συναρπαστικό, ακόμα και μετά από 20 χρόνια.
Δύο άλλα κομμάτια ήταν τα μεγάλα του "σουξέ", το "Good Thing" και το "She Drives Me Crazy".

Ευχαριστώ τον Γρηγόρη Σαμουρκάσογλου, κάθε απόγευμα 6-8 στον Εν Λευκώ 87.7, που μου το "θύμισε".

buzz it!

ShareThis