Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σινεμά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σινεμά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28.3.13

Δεν κρατιέμαι...

Ήταν ένας μήνας (και πλέον) κινηματογραφικής πανδαισίας. Μετά την οσκαρική “κορύφωση”, η αναγκαστική αποχή από τη δουλειά μου επέτρεψε να δω ένα σωρό ταινίες, παλιές και καινούργιες, κακές και καλές - λιγότερο στον κινηματογράφο (λόγω δυσκολίας μετακίνησης και “βολέματος” του γύψου στα καθίσματα) και περισσότερο στη Νova.

Στο fade-out της κινηματογραφικής σεζόν, η κωμωδία που ξεχωρίζει με την επιτηδευμένη της ελαφρότητα, αλλά και την αλληγορική της αναφορά στην κρίση που μαστίζει την Ισπανία και όλη τη (νότια) Ευρώπη, είναι η “Los Amantes Pasajeros” του Pedro Almodovar - που όμως πλασάρεται διεθνώς με τον τίτλο “I ‘m So Excited”, με βάση την απολαυστική σκηνή, στην οποία οι τρεις gay (μα τόσο gay) φροντιστές μιας πτήσης που κάνει κύκλους πάνω από το Τολέδο λόγω μηχανικής βλάβης, χορεύουν το εμβληματικό disco hit των Pointer Sisters, προς τέρψιν των τρομοκρατημένων επιβατών της πρώτης θέσης. Στην ελληνική διανομή προκρίθηκε ο (όχι άστοχος) τίτλος “Δεν κρατιέμαι”, καθώς και οι δύο άλλες εκδοχές προφανώς δεν θα πετύχαιναν στη μετάφραση στα ελληνικά.

Εδώ και λίγες ημέρες, ο τίτλος εκφράζει, για άλλους λόγους, απολύτως και εμένα. Αν και ακόμα οι καθημερινές δραστηριότητες και η μετακίνηση με κουράζουν, δεν βλέπω την ώρα να επιστρέψω (σταδιακά, καθώς δεν μπορώ να κάτσω ακόμα πολλές ώρες σε γραφείο με το πόδι κάτω) στη δουλειά μου, με πρώτο στόχο το καθημερινό μας ραντεβού 8 με 10πμ στον Kosmos 93,6. Κάθε πρωί ξυπνάω ξανά νωρίς (θέλω δεν θέλω), ακούω μουσικές - και ετοιμάζω με τη χαρά μικρού παιδιού την επιστροφή μου, μετά από 2 μήνες (είχε προηγηθεί και μια σχεδόν 15θήμερη απεργία), όσο μπορώ καλύτερα.

Δεν πέρασε μέρα όλο αυτό το διάστημα, που κάποιος να μη μου έστειλε μήνυμα ή αργότερα να μη με σταμάτησε στο δρόμο - και να μη με ρώτησε για την εκπομπή, λέγοντας ταυτόχρονα καλά λόγια. Η προσωπική επαφή μου επέτρεψε να δω άλλη μια φορά ανθρώπους με φωτεινά χαμόγελα, με φινέτσα στην έκφραση και εμφανή καλλιέργεια - κι αυτό με τιμά και με ευχαριστεί, όσο δεν φαντάζεστε.

Σας ευχαριστώ όλους για τη θερμή συμπαράσταση - και κυρίως για την προσμονή που εκφράσατε να ξανακούσετε την εκπομπή, είναι κάτι που δεν μου έχει συμβεί, σε αυτή την έκταση, ποτέ στην 25χρονη καριέρα μου στο ραδιόφωνο και αργότερα στην τηλεόραση. Πάντοτε πίστευα οτι σημαντικότερη από την ευρεία απήχηση είναι η εκτίμηση, αλλά τον τελευταίο καιρό μου κλονίζετε την πεποίθηση αυτή, εκφράζοντας μαζικά μια “δίψα” για τον λόγο και την αισθητική, που έχετε ανάγκη για να ξεκινήσει η καθημερινή σας “περιπέτεια”.

Με τη συνήθη γκροτέσκα υπερβολή του, χαριτωμένα (αλλά μάταια πιστεύω), ο Almodovar προσπαθεί, όπως πάντα, να μας πείσει οτι όλοι είμαστε gay (κι οτι αν δεν είμαστε ακόμα, είμαστε εν δυνάμει και δεν το ξέρουμε) - και δεν εγκαταλείπει την εμμονή του, είναι άλλωστε ένα από τα “κολλήματα” που τον κάνει έναν τόσο μοναδικό σκηνοθέτη. Αν και η παραγωγή θυμίζει λίγο ελληνική ταινία της δεκαετίας του ’60 (με την ιδιαίτερη όμως χρωματική αισθητική), τα καταφέρνει μια χαρά να προκαλέσει όχι μόνο το χαμόγελο, αλλά και την ευφορία που προκαλεί η γνήσια καλλιτεχνική δημιουργία. Εκτός από το ομότιτλο κομμάτι, τo soundtrack περιλαμβάνει και πάλι την original μουσική του Alberto Iglesias, ένα σκωπτικό "Für Elise" σε λάτιν διασκευή και ένα ακόμη από τα ποπ κομμάτια, που συνθέτουν το μουσικό σύμπαν του Ισπανού σκηνοθέτη.

Στην καθημερινότητα της (ανοιξιάτικης πια) Αθήνας, λίγο μετά τα πρώτα γενέθλια αυτής της εκπομπής, που πέρασαν δυστυχώς σιωπηλά, στις 12 Μαρτίου, η δική μου εμμονή και φιλοδοξία είναι να σας κάνω να αρχίζετε τη μέρα με αισιοδοξία και ενεργοποίηση της σκέψης, με δύναμη να αντιμετωπίσετε τις δυσκολίες και τη χαρά της αισθητικής που προσφέρει η τόσο σημαντική αυτή τέχνη, η μουσική.

Από τη Δευτέρα το πρωί, μαζί με τα ψέμματα, θα είμαστε και πάλι σε επικοινωνία, αγαπητοί "συνεπιβάτες" (για να παραφράσω λίγο τον αρχικό τίτλο), μέσω της συχνότητας του Kosmos 93,6 & 107. Δεν κρατιέμαι...














Η φωτό είναι από το www.es.paperblog.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

Το post συνοδεύεται από το original video του "I 'm So Excited" των Αμερικανών Pointer Sisters
.

buzz it!

25.2.13

Οι εχθροί της δημοκρατίας...

Το χιλιανό “Νο” πραγματεύεται πώς το “όχι” είναι πιο αποτελεσματικό, όταν συμπεριλαμβάνει τη ματιά αυτών που λένε “ίσως”, πιθανώς και “ναι”. Ακόμα κι όταν έχουμε να κάνουμε με ένα αιμοσταγές δικτατορικό καθεστώς, όπως αυτό του Πινοσέτ, που υποχρεώθηκε από τον διεθνή παράγοντα να κάνει δημοψήφισμα το 1988 για να “νομιμοποιήσει” την αμερικανοκίνητη ύπαρξη του. Ακόμα κι όταν η ανυποχώρητη και άκαμπτη κραυγή του “όχι” είναι απολύτως δικαιολογημένη, μετά τις χιλιάδες εκτελέσεις, τους βασανισμούς και τους desaparecidos, που πολλές φορές το φρικτό αυτό καθεστώς “έχτιζε” μέσα σε θεμέλια και τοίχους, ώστε να μην τους βρει ποτέ κανείς.

Ακόμα και τότε, η φανατισμένη και φορτισμένη από τη φρίκη φωνή είναι λιγότερο αποτελεσματική, από την επίμονη και αποφασιστική μετριοπάθεια. Αυτή που δεν την κινεί το μίσος, αλλά οι αταλάντευτες αρχές. Αυτή που δεν είναι εμφυλιοπολεμική, αλλά μπορεί να είναι ακόμα και “διαφημιστικά χαζοχαρούμενη”, όπως σαρκαστικά επιμένει η ταινία, σε όλη τη διάρκεια, αλλά και κυρίως στο φινάλε της. Έτσι, ο “καλοζωισμένος” διαφημιστής που θέλει να επιβάλει τη διαφημιστική γλώσσα, τα εμπορικά πρότυπα και το θετικό, αισιόδοξο μήνυμα στην καμπάνια του “Όχι” απέναντι στον Πινοσέτ, τελικά κερδίζει τη μάχη. Και επιβάλλει το χιούμορ και τη θετική προοπτική, σε μια εκστρατεία που συμβάλλει αποφασιστικά στην εκδίωξη των χουντικών καθαρμάτων, έστω και με “βελούδινο” τρόπο. Η Χιλή δεν θα ξαναέχει ποτέ πια φασιστικό καθεστώς.

(Κι εμείς εδώ, 25 χρόνια μετά, βυθισμένοι στη βαλκανική μας εμπάθεια και υστέρηση, κάνουμε δημόσιο διάλογο για το αν η χωλαίνουσα δημοκρατία μας πρέπει να λέγεται “χούντα”, δυσπιστούμε γιατί πρέπει να αποφύγουμε πάση θυσία το εμφυλιοπολεμικο κλίμα που μόνο τους ακραίους και τους εχθρούς της δημοκρατίας ευνοεί ή σαρκάζουμε τους Atenistas, γιατί δεν ταιριάζουν με το “επαναστατικό” μας πρότυπο...)

Η ταινία είναι μια κοροϊδευτική ματιά, που σε ζαλίζει, γυρισμένη σε Umatic χαμηλής ανάλυσης, για να ταιριάζει με τα πλάνα και το άφθονο υλικό από τις καμπάνιες της εποχής. Υποψήφια για Όσκαρ ξενόγλωσης ταινίας, δεν ξεπέρασε βέβαια το αριστούργημα του Χάνεκε, με σοβαρό μειονέκτημα την ποιότητα της εικόνας που ταιριάζει απόλυτα με την ξεπερασμένη πλευρά της αισθητικής της δεκαετίας του ’80. Ωστόσο, συνέβαλε ιδιαίτερα θετικά στον φετινό “πολιτικό” χαρακτήρα των Όσκαρ. Η υπέροχη αίθουσα του Gazarte είναι γεμάτη, από κοινό που φαίνεται οτι έχει απαιτήσεις.

Ακριβώς πίσω από τη διπλανή πόρτα, στον πιο αισθητικό συναυλιακό χώρο που έχουμε, ένας από τους κορυφαίους τρομπετίστες της λάτιν τζαζ, ο Arturo Sandoval παίζει με την “καλύτερη μπάντα της ζωής του”. Εντυπωσιακός στο πιάνο, πάντα λατρευτικός για τον μέντορα του Dizzie Gillespie, o συνιδρυτής των Irakere αναγκάστηκε να ζητήσει πολιτικό άσυλο από τις ΗΠΑ, σε μια από τις ευρωπαϊκές περιοδείες του - και μάλιστα στην αμερικανική πρεσβεία της Αθήνας, σύμφωνα με την ταινία που καταγράφει την περιπετειώδη ζωή του και στην οποία τον ενσαρκώνει ο πατριώτης του Andy Garcia.

Βλέποντας προφανώς οτι το κουβανικό καθεστώς δεν κατέρρευσε μαζί με το σοβιετικό, το 1990, ο Sandoval απελπισμένος αναγκάστηκε να αποχωριστεί (προσωρινά ευτυχώς) την οικογένεια του, καθώς η καλλιτεχνική καταπίεση από το ολοκληρωτικό καθεστώς της Αβάνας ήταν ασφυκτική: Δεν του επιτρεπόταν να παίζει παρά μόνο την παραδοσιακή κουβανέζικη μουσική κι όχι τη jazz υψηλού επιπέδου που αυτός ήθελε (και μπορούσε), γιατί ήταν “αντεπαναστατική” - ήταν η “μουσική του εχθρού”. Δεν θα έπρεπε να μας κάνει εντύπωση, στο πλαίσιο του ψυχροπολεμικού κλίματος που ακόμα καλά κρατούσε. Εδώ υπήρξε στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’80 περιορισμός του Γιάννη Πετρίδη, γιατί έπαιζε πολλά “αμερικάνικα”. Προφανώς έτσι είχε αποφανθεί το στενό μυαλό καποιου πρασινοφρουρού της εποχής.

Πϊσω στο σπίτι, ένα βιβλίο του Δημήτρη Φύσσα σαρκάζει με τη ματιά του, όχι μόνο τη σύγχρονη νεοελληνική ιστορία, αλλά κυρίως τη διαστροφή της σταλινικής σκέψης και σκοπιμότητας, αυτής που είναι διατεθειμένη να πουλήσει ακόμα και τη στοιχειώδη αλήθεια στο διάβολο, φτάνει να προσαρμόζεται στο κομματικό συμφέρον. Το “Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος”, με ευθείες αναφορές στην Άνοιξη της Πράγας (που κλόνισε σοβαρά τη συνείδηση πολλών κομμουνιστών και προκάλεσε τη διάσπαση του ΚΚΕ), κάνει την ιστορική υπόθεση οτι η Ελλάδα δεν βρέθηκε στη αμερικανική επιρροή μετά το τέλος του εμφυλίου, αλλά στη σοβιετική. Και αντιστρέφει την ιστορία, με κορύφωση την εξέγερση του Πολυτεχνείου, που καταπνίγεται από τα σοβιετικά τανκς.

Με εμφανή την αγάπη του συγγραφέα για τα ρεμπέτικα και το κέντρο της Αθήνας (που μας γνωρίζει βήμα-βήμα), αλλά και βασισμένο πάνω στη μελέτη πραγματικών απολογιών για “κομματική προδοσία”, το μυθιστόρημα γίνεται ολοένα και πιο συναρπαστικό, καθώς περιγράφει με μελανά χρώματα την “άλλη πλευρά” στο ψυχροπολεμικό δίπολο και συζητά το ιστορικό αυτονόητο: Κανένα σύστημα, όσο καλές κι είναι οι προθέσεις κάποιων, δεν μπορεί να υπηρετήσει το κοινό συμφέρον, αν δεν υπάρχει ελευθερία της άποψης και γνήσια πολυκομματική εκπροσώπηση, δηλαδή στοιχειώδεις δημοκρατικές λειτουργίες. Και δεν παραλείπει να επισημάνει την σύνδεση αξιοπρέπειας και μετριοπάθειας, μακριά από τον φανατισμό και την εμφυλιοπολεμική δίνη, χτυπώντας το καμπανάκι σε όσους ξεχνούν πόσο μοναδικά πολύτιμη είναι η δημοκρατία, ακόμα κι αν δεν λειτουργεί καλά.

Στο Νova, παρακολουθώ μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ταινία για την προεκλογική εκστρατεία του ΜακΚέιν, απέναντι στον Ομπάμα - και την επιλογή της Σάρας Πέιλιν ως υποψήφιας αντιπροέδρου, γιατί έχει τον αέρα της “επιτυχημένης” κυβερνήτη της Αλάσκας και της φρέσκιας “σταρ”, που ελπίζεται οτι θα ελκύσει τις γυναίκες ψηφοφόρους και θα έχει τη γενική αποδοχή του κόμματος. Η νεοφερμένη στην κεντρική πολιτική σκηνή “σκανάρεται” για τις απόψεις σε κρίσιμα ηθικο-θρησκευτικά θέματα, όπως τα βλαστοκύτταρα και η άμβλωση (γύρω από τα οποία αρέσκεται να “ταμπουρώνεται” η αμαθής, φανατική αμερικανική ακροδεξιά) - και οι διαφορές με τον μετριοπαθέστερο ΜακΚέιν καταγράφονται ως “αποδεκτές”.

Λόγω της βιασύνης όμως, αμελείται ο στοιχειώδης έλεγχος για τις γνώσεις της και τις θέσεις στα μεγάλα πολιτικά, εγχώρια και διεθνή ζητήματα. Στην πορεία λοιπόν, μια απολαυστικά “όμοια” στην ενσάρκωση Τζουλιάν Μουρ (δίπλα στους εξαιρετικούς Έντ Χάρις και Γούντυ Χάρελσον) ξεδιπλώνει την προσωπικότητα μιας ξεροκέφαλης και στενόμυαλης επαρχιώτισας, που μπορεί μεν να ξεσηκώνει με τη δημαγωγία της τα πλήθη που συγκινούνται από το γεγονός οτι έχει ένα καθυστερημένο παιδί (σύμβολο στην αντίληψη κατά των αμβλώσεων), αλλά δεν ξέρει οτι η βασίλισα της Αγγλίας δεν κυβερνά όπως ο Αμερικανός πρόεδρος και νομίζει οτι “Fed” είναι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση κι όχι η κεντρική ομοσπονδιακή τράπεζα - και που απαντά σε ερωτήσεις για τις αμερικανο-ρωσικές σχέσεις, λέγοντας οτι η Αλάσκα γειτονεύει με τη Ρωσία και οτι “μπορεί να τη δεί από το σπίτι της”...

Ενσαρκώνοντας ότι πιο εφιαλτικό από το στρατόπεδο “Babies-Guns-Jesus”, η Πέιλιν αποδεικνύεται η χειρότερη έκφραση μιας σύγχρονης απολίτικης και εσωστρεφούς μισαλλοδοξίας, που αγνοεί τις βασικές πληροφορίες για τον κόσμο και τη διεθνή πολιτική, υιοθετεί φιλοπόλεμες θέσεις με θεολογική “νομιμοποίηση” και ερμηνεύει τη ζωή, με βάση τις πιο χοντροκομμένες και αφελείς ιδεοληψίες. Η ταινία αρχίζει και τελειώνει με τον βασικό σύμβουλο της εκστρατείας (Χάρελσον) να παραδέχεται έμμεσα, σε αντίθεση με τον ΜακΚέιν, οτι η Πέιλιν μπορεί να τους βοηθούσε να νικήσουν, αλλά η πιθανή ανάδειξη της στο αξίωμα της αντιπροέδρου θα ήταν καταστροφική για τη χώρα, πιθανότατα και για τον πλανήτη.

Στις ειδήσεις, μια χώρα με πλούσια πολιτική παράδοση μοιάζει πιο διχασμένη από ποτέ: Ένας πολιτικός καραγκιόζης, άρρηκτα συνδεδεμένος με την υποστήριξη της ακροδεξιάς και της μαφίας, ο άνθρωπος που έδωσε το όνομα του στον μπερλουσκονισμό κατηγορεί τη δικαστική εξουσία της χώρας του, ως “μαφιόζικη”. Κι ένας σκέτος καραγκιόζης του λαϊκισμού, ο Μπέπε Γκρίλο, ξεσηκώνει τον καφενόβιο Ιταλό και απειλεί να στερήσει τη δεύτερη θέση από τον Μπερλουσκόνι, σπρώχνοντας στην τέταρτη τον Μάριο Μόντι, τον άνθρωπο που αποκατέστησε την αξιοπιστία της Ιταλίας, στα μάτια του κόσμου.

Αν δεν μπορούμε να διακρίνουμε τους απροκάλυπτους εχθρούς της δημοκρατίας, ας μην ασχολούμαστε με αυτούς για τους οποίους έχουμε υποψίες οτι είναι υποκριτές ή ανεπαρκείς. Είναι σίγουρα μια άλλη κατηγορία, ότι κι αν έκαναν.

Γιατί αν από την ισοπέδωση δεν μπορούμε να διακρίνουμε, τότε καθιστούμε τους πάντες εχθρούς της δημοκρατίας. Και εμάς τους ίδιους, τελικά...













Οι φωτό είναι από τα www.dohafilminstitute.com, www.lamajabarata. blogspot.com, www.aworldtowin.net, www.blog. northjersey.com, www.bbc.co.uk

To post συνοδεύεται από δύο τραγούδια: To "They Dance Alone" του Βρετανού Sting, αφιερωμένο στους "desaparecidos" και το "'Round Midnight", στη διασκευή του Κουβανού Arturo Sandoval.

buzz it!

7.2.13

Τα πολιτικά Όσκαρ...

Με την εξαίρεση της (γαλλόφωνης) αριστουργηματικής “Αγάπης” του Michael Haneke, τα φετινά Όσκαρ δείχνουν να σώζονται από το πολιτικό ενδιαφέρον των ταινιών, περισσότερο από το ίδιο το κινηματογραφικό, που στην περίπτωση των “Αθλίων”, της “Ζωής του Πι” και του “Λίνκολν” περιορίζονται σημαντικά σε μακροσκελείς (τι μόδα κι αυτή, να υπερβαίνει τις διόμιση ώρες ένα έργο!) ασκήσεις ανεκπλήρωτης μαγείας.

Το πολιτικό-ιστορικό ενδιαφέρον πάντως της εποποιίας του Spielberg είναι τεράστιο: Μας αποκαλύπτει μια πτυχή της αμερικανικής ιστορίας, που εμείς στην Ευρώπη γνωρίζουμε ελάχιστα, πέρα από τις γενικές, αδρές γραμμές. Ο θαυμαστός (εκ του αποτελέσματος) αυτός ηγέτης από το Ιllinois (ένας ακόμη λόγος να αποτελεί ίνδαλμα του καταγόμενου από το Σικάγο Ομπάμα) δεν δίστασε να μετέλθει και διεφθαρμένων μεθόδων (δωροδοκία, πλην της πολιτικής ίντριγκας και των πιέσεων) ώστε να εξασφαλίσει τις πολυπόθητες ψήφους για την ψήφιση από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της περίφημης τροποποίησης 13 του Αμερικανικού Συντάγματος, που καταργούσε δια παντός το καθεστώς της δουλείας των μαύρων.

Ένα άλλο στοιχείο έκπληξης για τους μη γνωρίζοντες είναι οτι την εποχή εκείνη, στο τέλος του τετραετούς εμφυλίου πολέμου Βορείων και Νοτίων, οι Δημοκρατικοί ήταν πιο δυνατοί στο Νότο, άρα και πιο συντηρητικοί από τους Ρεπουμπλικανούς, στο θέμα της δουλείας. Ωστόσο διχάστηκαν - και με τα χρόνια έφτασαν στις “φιλελεύθερες” (liberal) θέσεις που τους κατέτασσαν με σαφήνεια αριστερά των Ρεπουμπλικανών.

Η ταινία παρακολουθεί με τη βοήθεια της εξαιρετικής ηθοποιίας (κυρίως του Daniel Day-Lewis και του Tommy Lee Jones) και της μεγαλειώδους παραγωγής, που όμως προδίδεται από την πλαδαρή αίσθηση του ρυθμού και την (περιέργως γι αυτόν, ίσως με την επιδίωξη της “ποιότητας” έναντι της εμπορικότητας) εσωστρεφή αφήγηση του Spielberg, τους χειρισμούς και τα διλήμματα του Αμερικανού Προέδρου, ώστε να μη χάσει την ιστορική στιγμή για την ψήφιση, πριν τελειώσει ο πόλεμος. Παραλλήλως, παρακολουθεί τις σχέσεις μέσα στην ίδια του την οικογένεια - και τα ηθικά διλήμματα για έναν ηγέτη, που επίσης και εκεί προκύπτουν. Η αδρεναλίνη ανεβαίνει μόνο στην κορύφωση της ψηφοφορίας και παρά το γεγονός οτι γνωρίζουμε το αποτέλεσμα, είναι αντάξια του “βάρους” της ταινίας.

Tο ίδιο το τεράστιο ζήτημα της δουλείας όμως καταγράφεται πολύ πιο παραστατικά και σοκαριστικά, στην ταινία του Quentin Tarantino, “Django Unchained”. Παρά το γεγονός οτι πρόκειται για ένα ακατάσχετο splatter, ο ταινία (και κατ’ επέκτασιν ο σκηνοθέτης) ξεπερνά τον χαρακτήρα του spaghetti-western και φέρνει στη γνώση του μεγάλου κοινού τις φρικτές συνθήκες διαβίωσης, τον απόλυτο εξευτελισμό και τα μεσαιωνικά βασανιστήρια που υφίσταντο οι μαύροι, ώσπου να καταργηθεί η δουλεία: Φίμωτρα με λόγχες που πληγώνουν, αλυσίδες και βασανιστήρια σε “κουτιά” απομόνωσης, θάνατος από άγρια σκυλιά που κατασπαράζουν το θύμα τους είναι μερικά μόνο από τα διεστραμμένα εγκλήματα των φεουδαρχών του Νότου, που φυσικά συντηρούσαν τις “μονοπωλιακές” φυτείες τους, με δωρεάν εργατικό δυναμικό.

Επενδεδυμένη με μια μια ψευδο-επιστημονική θεωρία οτι οι μαύροι έχουν διαφορετικές κοιλότητες στον εγκέφαλο, που “επισύρουν” μεταχείριση χειρότερη και από τα ζώα, η τόσο βάναυση αντίληψη της εποχής είναι εν πολλοίς άγνωστη σε μας - και πάντως ιδιαιτέρως χρήσιμη για όσους προσπερνούν τον ρατσισμό ως μια “άκακη” ή αδιάφορη αντίληψη για τα πράγματα.

Όπως φαίνεται, η προβολή της ταινίας προκάλεσε αμήχανες αντιδράσεις στο λευκό κοινό των Ηνωμένων Πολιτειών, που σε πολλές περιπτώσεις αρνείται να αποδεχθεί οτι μαζικά αρκετοί πρόγονοι του υπήρξαν “καθάρματα ολκής”, στο θέμα της μεταχείρισης των μαύρων, ένα θέμα-ταμπού άλλωστε. Με αυτή την έννοια, η ταινία του Tarantinο αποδεικνύεται ιδιαίτερα χρήσιμη για το αμερικανικό και παγκόσμιο κοινό, πέρα από το συναρπαστικό της αφήγησης της, τη σφιχτοδεμένη σκηνοθεσία, τις σινεφίλ αναφορές (ποιός θα περίμενε να ξαναδεί στην οθόνη τον Ιταλό πρωταγωνιστή τέτοιων ταινιών Franco Nero) και την απολαυστική υποκριτική των πρωταγωνιστών. Και τι περίεργο, εδώ οι διόμιση ώρες κυλούν σα νεράκι...

Βασισμένο πάνω στην πραγματική ιστορία της διάσωσης έξι διπλωματών που ξέφυγαν από την Αμερικανική Πρεσβεία της Τεχεράνης, με τη βοήθεια μιας "πλαστής" χολιγουντιανής παραγωγής που στήθηκε γι αυτό τον σκοπό, κατά την εξέγερση των Αγιατολάχ (και γλύτωσαν την επί ενάμιση χρόνο ομηρεία των υπολοίπων), το έργο του “δεν μας γεμίζει το μάτι” ολίγον άχαρου ηθοποιού, αποδεικνύει οτι τελικά πρόκειται για έναν πολύ πετυχημένο σκηνοθέτη, παραγωγό και πρωταγωνιστή, ταυτοχρόνως. H αφήγηση ρέει, η αγωνία κορυφώνεται (παρότι κι εδώ ξέρουμε την έκβαση) και το αποτέλεσμα είναι ένα καλογυρισμένο και ρεαλιστικό θρίλερ (κανονικής διάρκειας).

Η ταινία περιγράφεται ή κατηγορείται ως “υπερπατριωτική” και προπαγανδιστική, αλλά η αντίληψη μου είναι διαφορετική: Από τις πρώτες σκηνές ξακαθαρίζεται οτι για την ανατροπή του δημοκρατικά εκλεγμένου Μοσαντέκ και την πραξικοπηματική εγκαθίδρυση του Σάχη Παχλεβί η εγκληματική ευθύνη είναι των ΗΠΑ, ενώ και οι ευθύνες τους που τον περιέθαλψαν, προσφέροντας άσυλο στον βασανιστή δικτάτορα, μετά την εξέγερση, επαναλαμβάνεται διαρκώς, χωρίς καμία διάθεση αθώωσης της αμερικανικής παρέμβασης στη χώρα. Από την άλλη, η (πραγματική) ιστορία από μόνη της, αποτελεί έναν θρίαμβο της ελεύθερης δυτικής σκέψης απέναντι στον μικρονοϊκό φανατισμό των μουτζαχεντίν της επανάστασης, που επιθυμούσαν να τιμωρήσουν λυσσαλέα σε αντίποινα, οποιονδήποτε Αμερικανό πολίτη ή διπλωμάτη μπορούσε να πέσει στα χέρια τους. Σε συνδυασμό δε με την υποκρισία της θρησκοληψίας που διέπει όλα αυτά τα καθεστώτα, είναι προφανές οτι το πρόσωπο της ισλαμικής επανάστασης είναι αναπόφευκτα αποκρουστικό. Δεν ξέρω ποιός σκεπτόμενος θεατής, άλλωστε, θα ήθελε κάτι διαφορετικό...














Οι φωτό είναι από τα www.chicagoreader.com, www.guardian.co.uk, www.awardscircuit.com, ενώ το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Who Did That To You" του Αμερικανού John Legend, και πάλι από το soundtrack της ταινίας "Django Unchained".

buzz it!

1.7.12

Η νίκη του ευρωπαϊκού νότου...

Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι αυτό που με ενθουσιάζει σε ταινίες σαν τις «Γυναίκες του 6ου Ορόφου». Είναι το χιούμορ και αυτή η “feelgood” διάθεση που σου μεταδίδουν; Είναι ο σαρκασμός της παρισινής "bourgeoisie" των αρχών της δεκαετίας του '60 και η υποδόρια πολιτική ματιά, μιας κατά τα άλλα ευδιάθετης κομεντί; Είναι η γοητευτική παρουσία της νεαρής υπηρέτριας, που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα του άχαρου, αλλά καλοπροαίρετου καλοζωισμένου εραστή-αφεντικού.

Χωρίς να είναι αριστούργημα, η ταινία επιβεβαιώνει, ακόμη μια φορά, την άνθηση του γαλλικού σινεμά τα τελευταία χρόνια, που διαπιστώσαμε πριν από λίγο καιρό με τους "Intouchables" και άλλες προσπάθειες. Με φόντο την κοινωνική πραγματικότητα της Γαλλίας (αλλά και όλης της Ευρώπης), στο φουλ της μεταπολεμικής ανάπτυξης και αρκετά χρόνια πριν τελειώσει η εποχή των δικτατοριών και του ψυχρού πολέμου, η κομεντί του Philippe Le Guay καταγράφει την πάλη των τάξεων, με τον τρόπο που μόνο οι ακομπλεξάριστοι αφηγητές μπορούν: Με την καλώς εννοούμενη ελαφρότητα και τον αυτοσαρκασμό, χωρίς βεβαίως να αποφεύγει και την εξιδανίκευση, προς χάριν του μύθου.

Όποιος είχε επισκεφθεί το Παρίσι τις δεκαετίες του '60 και του '70 (αλλά και αργότερα), θα είχε διαπιστώσει ότι πάρα πολλές θυρωροί και υπηρέτριες έρχονταν από την Ιβηρική χερσόνησο. Ευρωπαίες "δεύτερης κατηγορίας", προερχόμενες από τη φτώχεια του νότου και τα δικτατορικά καθεστώτα του Φράνκο και του Σαλαζάρ, που στραγγάλιζαν τις χώρες τους επί δεκαετίες, οι Ισπανίδες και οι Πορτογαλέζες πάλευαν για την επιβίωση και την ενίσχυση των οικογενειακών προϋπολογισμών πίσω στην πατρίδα. Οι «γυναίκες του 6ου ορόφου» είναι αυτές οι υπηρέτριες, που σιγά-σιγά αντικαθιστούσαν τις φτωχές Γαλλίδες από την επαρχία - και καταλάμβαναν τα άθλια δωματιάκια στη σοφίτα, που αντίθετα από τις φαντασιώσεις της σύγχρονης κατοικίας, δεν ήταν διόλου προνομιούχες, αλλά εξαιρετικά περιορισμένες σε χώρο, με κοινή (μονίμως βουλωμένη) τουαλέτα και μια και μοναδική βρύση για πλύσιμο.

Το νέο αφεντικό της πρωταγωνίστριας μας, ο χρηματιστής Ζουμπέρ που ζει στο πολυτελές για την εποχή (αλλά αφόρητα καταπιεστικό και ουσιαστικά μίζερο) διαμέρισμα, μαζί με τη γυναίκα του, αλλά και τη μητέρα του, βλέπει τη ζωή του να ανατρέπεται από την επαφή με τις (αλμοδοβαρικού ταμπεραμέντου) Ισπανίδες, που έχουν τη ζωντάνια και την αξιοπρέπεια που λείπει από τη ζωή του. Καλοήθης περίπτωση, όχι μόνο γοητεύεται από τη νέα του υπηρέτρια, αλλά και από τα απλά συναισθήματα της επαφής με την απλότητα και τη χαρά της ζωής, που διώχνουν την προσποίηση και τις συμβάσεις του δικού του κοινωνικού του περιβάλλοντος.

Η γοητεία της Natalia Verbeke (με τα δεκάδες πρόσωπα), που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αργεντινή, από Ισπανούς γονείς, δεν θα αφήσει ασυγκίνητους τους θεατές που τους αρέσουν οι γυναίκες. Η κομψότητα και το θετικό πρόσωπο που βγάζει σε αυτή την ταινία συμπλέκονται αρμονικά με το (έντιμο) νάζι που προϋποθέτει ο ρόλος του μεσογειακού θηλυκού, που ενσαρκώνει.

Το φινάλε της ταινίας, με τον πρωταγωνιστή στο σπορ καμπριολέ του να ζει την πλήρη, αλλά και ολίγον μοναχική και θλιμμένη απελεύθερωση του, είναι η αποθέωση του σαρκασμού, σε μια ταινία που τελικά δεν παίρνει το μέρος ούτε των αφεντικών, ούτε της εργατικής τάξης. Και που όπως επιτάσσει η ζωή (ίσως λίγο πιο ρομαντικά), προτείνει τη συμβίωση και τη σύνθεση.












Η φωτό είναι από το www.cinediario.blogspot.com και το εξώφυλλο από το www.allobo.com

To post συνοδεύεται από τη μουσική του Χιλιανού συνθέτη Jorge Arriagada για την ταινία.

buzz it!

14.6.12

Τα αιώνια χιόνια του ανθρώπινου μυαλού...

Στην πολύ συμπαθητική γαλλική ταινία “Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο”, μια σπουδή στις αγκυλώσεις του ανθρώπινου μυαλού, ο πρωταγωνιστής είναι ένας εξόχως έντιμος (όχι σαν το είδος που γνωρίζουμε) συνδικαλιστής στη Μασαλία του 2011, θαυμαστής του σοσιαλιστή Jean Jaurès, στη δύση της καριέρας του. Είναι τόσο έντιμος, που βάζει τον εαυτό του στην κληρωτίδα, όταν πρέπει να απολυθούν κάποιοι εργαζόμενοι, για να σωθεί το εργοστάσιο, ενώ έχει το δικαίωμα να εξαιρέσει τον εαυτό του. Και όντως, απολύεται.


Στη συνέχεια, τα πράγματα θυμίζουν όλο και περισσότερο, φαινόμενα της εποχής, μερικά από τα οποία συναντάμε και στη χώρα μας. Ο πρωταγωνιστής μας πέφτει θύμα ληστείας, με λεία μερικές χιλιάδες ευρώ, που έχουν συγκεντρώσει σε έρανο οι συνάδελφοι και οι συγγενείς, ώστε να του προσφέρουν μαζί με τη γυναίκα του, για την επέτειο του γάμου τους, ένα εξωτικό ταξίδι στην Αφρική, στο Κιλιμάντζαρο.

Ο πρώτος άξονας των συμπλεγμάτων του ζεύγους (εκτός από την υγιή αναρώτηση αν οι συνδικαλιστικές διεκδικήσεις που υπηρέτησε ήταν προς όφελος του κοινωνικού συνόλου) έχει να κανει με το φόβο μήπως “ζουν ως bourgeois”, έχοντας “προδώσει την τάξη” τους, ενώ είναι σαφές οτι κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Στον αντίποδα λοιπόν του νεοπλουτισμού και της αποθράσυνσης, έχουμε εδώ μια ενοχή οτι η εργατική τάξη δεν δικαιούται αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, ακόμα κι αν εμφανώς δεν εγκαταλείπει την αισθητική της. Το μέτρο που διαπερνά όλο τους το lifestyle, είναι οριακά ικανό, να τους επιτρέψει να χαρούν κάποια πράγματα που δικαιούνται από την σκληρή δουλειά, σε όλη τους τη ζωή.

Η δεύτερη αγκύλωση έρχεται με το αναπάντεχο και βίαιο γεγονός της ληστείας. Ο πρωταγωνιστής μας ανακαλύπτει οτι εγκέφαλος είναι εικοσάχρονος πρώην συνάδελφος του, που έμεινε επίσης άνεργος. Ο δράστης εντοπίζεται τυχαία, από ένα συμβολικό αντικείμενο που έκλεψε - και αποδεικνύεται οτι είναι παρατημένο παιδί, που αναγκάστηκε να ανθρέψει τα δύο μικρά αδέλφια του, χωρίς την (ανεκδιήγητη) μητέρα του, που δίνει ρεσιτάλ ανευθυνότητας στη σκηνή στο λιμάνι.

Όταν οι δύο άντρες έρχονται αντιμέτωποι πρόσωπο με πρόσωπο, ο νεαρότερος, αντί να ζητήσει συγνώμη και επιείκια για μια πράξη του κοινού ποινικού δικαίου, προσπαθεί να την επενδύσει με το “δίκιο μιας γενιάς”, που αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει όλες τις δυσκολίες της οικονομικής κρίσης, ενώ οι προηγούμενοι είχαν την ευκαιρία να ζήσουν καλά (σε κάθε περίπτωση όμως όχι εύκολα). Η αυθάδεια του οδηγεί αρχικά στη σύγκρουση, αλλά στη συνέχεια ο πρωταγωνιστής μας έχει τύψεις και θέλει να αποτρέψει την πολυετή φυλάκιση του συνάδελφου-εισβολέα.

Ο ανθρωπισμός του συνδικαλιστή φέρνει στην επιφάνεια το τρίτο επίπεδο των ανθρώπινων αγκυλώσεων, που πραγματεύεται η ταινία. Προσπαθώντας να βοηθήσει τουλάχιστον τα εγκαταλελειμένα αδέλφια του δράστη, αντιμετωπίζει τη σθεναρή κριτική φίλων και συγγενών, που αδυνατούν να διαχωρίσουν την ανθρωπιστική διάσταση της προσφοράς, από την ανάγκη για κάθαρση και τιμωρία.

Η ταινία κλείνει με την αισιόδοξη και γλυκειά ματιά μιας - εξιδανικευμένης ίσως - απόδοσης της ανθρώπινης φύσης, που εξακολουθεί όμως να έχει έρμα, όραμα και ικανότητα για προσφορά. Και με την κατά κράτος ήττα ανθρώπινων χαρακτηριστικών όπως ο φθόνος και η αμετροέπεια, η κουτοπόνηρη δικαιολόγηση και η προσαρμογή της πραγματικότητας “στα μέτρα του καθενός”, η έλλειψη αυτοκριτικής και κοινωνικής συνείδησης.












H φωτό είναι από το www.facebook.com και το εξώφυλλο από το www.viethak.com

To post συνοδεύεται από το "Tender Fools" της Γαλλίδας Constance
.

buzz it!

31.3.12

Η "άπιαστη" χαρά της ζωής

Το αφήγημα του αταίριαστου ζευγαριού δεν είναι πρωτότυπο εύρημα στη λογοτεχνία ή στη μικρή οθόνη. Ωστόσο, “Οι άπιαστοι” (όπως πιστεύω θα έπρεπε να είναι η πιο σωστή μετάφραση του “Les Intouchables”) έχουν ορισμένα συγκινητικά στοιχεία, που εξηγούν γιατί η ταινία έσπασε ταμεία - κι έγινε η δεύτερη πιο ευπώλητη στην ιστορία του γαλλικού σινεμά.


Χαρτογραφώντας, έστω απλοϊκά, την σύγχρονη γαλλική κοινωνία, η ταινία καταγράφει την πραγματική ιστορία* ενός πάμπλουτου Γάλλου μεγαλοαστού, πρώην διευθυντή οίκου σαμπάνιας, που είναι τετραπληγικός, μετά από ένα δυστύχημα με παραπέντε, αλλά και μόνος, μετά το θάνατο της γυναίκας του από ανίατη αρρώστεια. Τη βασανιστική ζωή του έρχεται να ταράξει, αλλά και να “γεμίσει”, ένας "άξεστος" μαυρούκος των παρισινών γκέτο, με ποινικό μητρώο, αλλά με δίψα για ζωή και την ικανότητα για άδολη προσφορά.

Τα δίπολα ανάπηρος/αρτιμελής (με τον κωμικό Omar Sy να είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακός με το κορμί και το χαμόγελο του), καλλιεργημένος/άξεστος, σκεπτόμενος αλλά ξενέρωτος/γεμάτος ζωή αλλά ανυποψίαστος πνευματικά, οδηγούν ως άξονες το ξεδίπλωμα των χαρακτήρων.

Ωστόσο, εδώ η αντίθεση “μεγαλοαστικού” και “λαϊκού” δεν γίνεται με το άκομψο αποτέλεσμα του “Μon Pire Cauchemar”, καθώς τον επιφανειακό κυνισμό και των δύο πρωταγωνιστικών ρόλων συνοδεύει μια άπλετη ευαισθησία, προσαρμοστικότητα και κυρίως αναγνώριση της προσφοράς εκατέρωθεν. Ο πλούσιος εργοδότης δηλώνει οτι χρειάζεται τον βοηθό του γιατί “δεν έχει ακριβώς κανένα έλεος, καμία ψεύτικη λύπηση”, αλλά στην ουσία γιατί αναγνωρίζει στην συμπληρωματική προσωπικότητα απέναντι του, τον άνθρωπο που θέλει να του προσφέρει την “άπιαστη” χαρά της ζωής, χωρίς υποχωρήσεις και υποκρισία. Και τελικά, τα πλαστά διλήμματα δεν υπάρχουν, η σύνθεση γίνεται: Μπορείς ταυτόχρονα να είσαι φινετσάτος χωρίς να είσαι άκαμπτος και ψηλομύτης, όπως μπορείς να ακούς τους κλασικούς μαζί με τους Earth, Wind & Fire.

Η κακομαθημένη υιοθετημένη κόρη του “Γάλλου Dustin Hoffman” (η ομοιότητα του "αέρα" είναι μερικές φορές είναι εντυπωσιακή), ο μικρός αδελφός του Sy που είναι βαποράκι στην παρισινή banlieue, η εκπληκτική φιγούρα της Σεναγαλέζας μητέρας, μαζί με διάφορους άλλους χαρακτήρες του λιγότερο ή περισσότερο υποκριτικού bourgeois περίγυρου, συνθέτουν ένα περιβάλλον αρκετά ενδεικτικό της σημερινής γαλλικής πραγματικότητας. Οι σκηνές όμως που κερδίζουν είναι αυτές, στις οποίες ο ένας από τους δύο πρωταγωνιστές ωθεί τον άλλον να ξεπεράσει τα όρια του - και να ανοίξει την ψυχή του στην αισιοδοξία της ζωής, με έναν τρόπο που θυμίζει πολλές φορές το “Bucket List”...

Κομβικός είναι ο ρόλος του soundtrack, που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τα "September", "The Ghetto" στη διασκευή του George Benson και "Feeling Good" της Nina Simone, στην original εκδοχή.

Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που βλέπεται από όλους, ακόμα και από αυτούς που θέλουν μόνο να γελάσουν. Και ταυτοχρόνως είναι, με απλά υλικά, μια συγκινητική ωδή στη ζωή, που δικαίως κερδίζει την καθολική αποδοχή...



* Philippe Pozzo di Borgo, né le 14 février 1951, est un homme d'affaires français, devenu tétraplégique à 42 ans en 1993 suite à un accident de parapente.
Il est l'ancien dirigeant de la maison de champagne Pommery. La mort de sa femme le 3 mai 1996, 3 ans après son accident de parapente survenu au Col des saisies le 27 juin 1993, le plonge dans une dépression, dont l'aide à sortir son auxiliaire de vie Abdel Sellou.
Son histoire a inspiré le film Intouchables sorti en 2011, dans lequel François Cluzet tient son rôle. Il a fait l'objet de cette émission sur France 2 diffusée le 22 novembre 2011. Il a raconté son histoire dans "Le Second souffle" (Bayard éditions - 2001).













H φωτό είναι από το www.blogs. indiewire.com και το εξώφυλλο από το www. hyperfencer. blogspot.com

Το post συνοδεύεται από το "Βoogie Wonderland", από τους Αμερικανούς Earth, Wind & Fire.

buzz it!

26.2.12

Οσκαρικά και μη...

Λίγες ώρες πριν από την απονομή των Όσκαρ, σκέφτομαι οτι το “Hugo” του Martin Scorsese είναι μια σπουδαία ταινία, από πλευράς παραγωγής, εξαιρετικό θέαμα για παιδιά (ειδικά σε 3D), αλλά τελικά μια άνιση ταινία. Το πρώτο μέρος λειτουργεί ως (μάλλον κουραστικό) παραμύθι - και μόνο το δεύτερο, όταν αρχίζει να αφηγείται την πορεία του Γάλλου πρωτοπόρου του βωβού κινηματογράφου Georges Méliès (ενσαρκωμένο από τον “ανεπανάληπτο Ghandi” Ben Kingsley), αποκτά ένα ενήλικο και τρυφερό ενδιαφέρον. Οι ταινίες του Méliès έχουν έναν πρωτόγνωρο σουρεαλισμό για όποιον δεν πρόλαβε την εποχή ή δεν έχει σπουδάσει κινηματογράφο, τα μέλη της Ακαδημίας λατρεύουν τις αυτοαναφορικές ταινίες και η ταινία κονταροχτυπιέται στις υποψηφιότητες με το πιο απείρως πιο συνεκτικό και χαριτωμένο “Artist”. Πάντως δεν πρόκειται για τον Scorsese που ξέρουμε, του “Ταξιτζή” και του “Raging Bull” - ούτε καν όμως και του “Shutter Island”. Ευτυχώς δεν υπάρχει ρόλος για τον Leonardo Di Caprio.

Οι “Απόγονοι” του Alexander Payne πάλι, είναι μια παρολίγον καταστροφή, που όμως σε αφήνει με μια τρυφερή γεύση, όπως και το προηγούμενο (και εξαιρετικό) “Sideways” του ιδίου. Ο George Clooney στην αρχή κάπως δεν πείθει (στο τέλος είναι όμως συγκινητικός - δεν ξέρω όλο τον ανταγωνισμό κι αν αξίζει να πάρει το Όσκαρ), η ιστoρία είναι ένα μελόδραμα που βρίσκει (κωμική;) διέξοδο στην επιμονή του πρωταγωνιστή να ανακαλύψει τον εραστή της κλινικά νεκρής γυναίκας του, το ηθικό δίδαγμα γύρω από την εκμετάλλευση της παρθένας γης είναι λίγο γλυκερό. Μοιάζει σαν ο Payne να μπορεί να μιλήσει μόνο στο κοινωνικό περιβάλλον εξαιρετικά προηγμένων (εως και ξενέρωτων) κοινωνιών, όπως η Καλιφόρνια ή η Χαβάη, όπου εκτυλίσσονται οι δύο τελευταίες ταινίες του - ή μήπως η αφέλεια του "καλοζωισμένου" είναι το όχημα για τις ανθρώπινα προσγειωμένες ιστορίες του; Από την άλλη, ο πολιτισμός και η ανθρωπιά που εκπέμπει ο χαρακτήρας που ενσαρκώνει ο Clooney είναι “υποδειγματικός”. Δίπλα του, κλέβει την παράσταση, ως έφηβη επαναστάτρια κόρη του, η Shailene Woodley, που κέρδισε και το Independent Spirit Award β’ γυναικείου ρόλου.

Έξω από το οσκαρικό προσκήνιο, το “Shame” του Steve MacQueen είναι ένα σαφώς μια “εικαστική” δημιουργία, που απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικους. Ο νεουορκέζος εργένης, που αδυνατεί να σχετιστεί και ψάχνει διέξοδο μόνο στη λαγνεία (πληρωμένη ή μη), μην καταφέρνοντας όμως να γεμίσει το κενό, ενσαρκώνεται εξαιρετικά από τον Michael Fassbender. H σχέση του με την αδερφή του έρχεται να συμπληρώσει έναν γρίφο γύρω από την παιδική τους ηλικία και την ανεπιβεβαίωτη nuance αιμομιξίας, ενώ η διάθεση για ανοιχτό μυαλό και πειραματισμό (και με τα δύο φύλα) παρουσιάζεται ως ένα υπαρξιακό δράμα, μοναδικά δοσμένο στη σκηνή του ερωτικού τρίο, όπου η ηδονή γίνεται πια αγωνία. Η σκηνή επίσης που ο Fassbender προκαλεί αυτοκαταστροφικά τον εξευτελισμό του, τρώγοντας ξύλο από έναν απολίτιστο ζηλιάρη, είναι αποκαλυπτική. Πολύ ενδιαφέρον, αλλά έξω από τον οσκαρικό ανταγωνισμό, ίσως λόγω της σύνθεσης της Ακαδημίας και του συντηρητισμού των μελών της. Η Carey Mulligan εκπλήττει ευχάριστα, ως αδελφή/τραγουδίστρια, με μια πρωτότυπα αργή ερμηνεία (σε σούπερ κοντινό πλάνο) του “New York, New York”.



Update: Γενικά δίκαια τα φετινά Όσκαρ (όσο μπορώ να ξέρω όλο τον ανταγωνισμό), με τον γαλλικό θρίαμβο του "Artist", που σάρωσε τα "ουσιαστικά" βραβεία, ενώ το "Hugo" όλα τα (καλλι)τεχνικά. Χάρηκα για τη Meryl Streep, το άξιζε, μετά από 17 υποψηφιότητες και μόνο ένα Α' και ένα Β' γυναικείου ρόλου. Το Όσκαρ σεναρίου στον Woody Allen, είναι ίσως υπερβολικό για το παραμυθάκι που έστησε, αλλά ας πούμε οτι δικαιολογείται από την (αμίμητη) ατάκα της χρονιάς, που λέει, αν θυμάμαι καλά, η Gertrude Stein προς τον Picasso: "Ε, δεν είσαι και Miro"...










Οι φωτό είναι από τα www.fhm.com.ph, www.usatoday.com, www.movieroomreviews.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "New York, New York" στην εκτέλεση της Βρετανίδας Carey Mulligan, ολόκληρο το κομμάτι εδώ.

buzz it!

26.1.12

Το κορίτσι με το τατουάζ (και το χάρισμα)

Πήρε το ρόλο, λένε, αφήνοντας πίσω μεγάλα ονόματα του Χόλιγουντ. Και το κοριτσάκι “καλής οικογενείας”, που ελάχιστοι είχαν προσέξει στο Social Network, μας χάρισε τη μεταμόρφωση της χρονιάς, στη mainstream κινηματογραφική παραγωγή, τουλάχιστον. Και τηρουμένων των αναλογιών, και την ερμηνεία της χρονιάς, δίπλα (και λίγο πιο κάτω) από την πολύπειρη Meryl Streep.


Ίσως είναι ο χαρακτήρας και η αισθητική της ηρωίδας, για χάρη της οποίας αναγκάστηκε να μετακομίσει στη Σουηδία, να μάθει να καβαλάει μοτοσυκλέτα και skateboard, να τρυπηθεί και να κακοποιήσει το δέρμα της, να καπνίσει και να ζήσει σε αυτό το σύμπαν της καταπιεσμένης τρυφερότητας και της απίστευτης ανασφάλειας, μεταξύ punk και goth.

Η άχαρη και ασεξουαλική “μονομπλόκ” κίνηση σαν το ρομπότ, το ψυχωτικό και φοβισμένο βλέμμα που σχεδόν πάντοτε κοιτάει πλάγια, η αδικία που σε πνίγει και είναι χαραγμένη στο δέρμα σαν το τατουάζ, το piercing και η λαγνεία του πόνου, η αυτοκαταστροφή και η εσωστρέφεια από τη βία που έχεις υποστεί - όλα αυτά συνθέτουν έναν πρωταγωνιστικό ρόλο-αποκάλυψη (εμπνευσμένο από την εμπειρία μιας πραγματικής Lisbeth Salander), που κλέβει την παράσταση, μέχρις υποψηφιότητας για όσκαρ.

Όλα αυτά δίπλα σε έναν πολύ καλό Daniel Craig, μεταμορφωμένο στον κουλτουριάρη αλλά ασυμβίβαστο δημοσιογράφο, που ασκεί πραγματικά ερευνητική δημοσιογραφία, σε μια χώρα που αυτή προστατεύεται (όπως και η υπόληψη των θιγομένων, όταν οι καταγγελίες είναι αστήρικτες) - και που μετά από ένα σοβαρό στραβοπάτημα, αναλαμβάνει μια περίεργη έρευνα και καταλήγει να συνεργάζεται, αλλά και να κοιμάται μαζί με την (κατά πολύ νεώτερη του) απείθαρχη ερευνήτρια-τσακάλι.

Δεν θα είχαν όλα αυτά τόσο σημασία, εάν δεν επρόκειτο για μια καλοδεμένη ταινία. Ο David Fincher του αριστουργηματικού, όσο και ανατριχιαστικού “Seven” (αλλά και του πρωτότυπου “Benjamin Button”) φτιάχνει πάλι τη νοσηρή ατμόσφαιρα, που τόσο του αρέσει, με βάση το πρώτο μυθιστόρημα μιας τριλογίας, που έγινε best seller στον σκανδιναβικό αρχικά - και μετά στον υπόλοιπο κόσμο.

Η φρίκη και η διαστροφή μιας ναζιστικής οικογένειας μεγαλοβιομηχάνων, οι φόνοι και τα βασανιστήρια κάτω από το πέπλο της σιωπής, ο (εκ)βιασμός από τον σαδιστή της κοινωνικής πρόνοιας που έχει εξουσία πάνω στην “ψυχοπαθή” - όλα είναι πλευρές της ίδιας νοσηρής, υφέρπουσας, καλά κρυμμένης βίας, που συχνά-πυκνά ξεπετάγεται στη σκανδιναβική λογοτεχνία και κινηματογραφία, όπως και στο βραβευμένο με όσκαρ ξένης ταινίας περσινό “In A Better World” (μας τη θύμισε άλλωστε, με τον πιο ακραίο τρόπο, το καλοκαιρινό μακελειό από το Νορβηγό ναζί).

Το πολιτικό πλαίσιο είναι άκρως ενδιαφέρον, η ταινία πραγματεύεται τη δημοσιογραφία απόλυτα (όπως θα την ήθελε και ο δημοσιογράφος-συγγραφέας του βιβλίου, που πέθανε πριν δει την απίστευτη επιτυχία της τριλογίας του), το σχόλιο στο τέλος για τις ανθρώπινες σχέσεις είναι πικρό. Οι τίτλοι της αρχής είναι ξανά μια γροθιά στο στομάχι, με υπόκρουση τη διασκευή του “Immigrant Song” των Led Zeppelin (αν και όχι στο αισθητικό ύψος του “Seven”). Η μόνη (πιθανή;) αντίρρηση είναι οτι όταν παίζεις με την αισθητική, που πλησιάζει τα γούστα κάποιων διεστραμμένων, ενδεχομένως “ρίχνεις και λίγο νερό στο μύλο” του ανείπωτου σκοτεινού δρόμου, που μπορεί να πάρει η ανθρώπινη ψυχή.

Δεν έχω δει τη σουηδική, τριπλή μεταφορά της τριλογίας στον κινηματογράφο. Μπορεί να είναι καλύτερη, όπως συνέβη και με το remake της γαλλικής ταινίας “Pour Elle”, το “The Next Three Days”, με τον Russel Crowe, που δεν πρόσφερε κάτι παραπάνω. Εδώ όμως, η λάμψη σκηνοθέτη και πρωταγωνιστών δεν είναι αμελητέα. Σπάνια μια ταινία μένει διαρκώς στο μυαλό, 48 ώρες μετά. Άκρως χορταστική - και όχι μόνο λόγο της διάρκειας των δυόμιση ωρών. Χαίρομαι που το βιβλίο περιμένει στο ράφι να διαβαστεί μετά, για να μη μειώσει την ευχαρίστηση της ταινίας, από μια πιθανή κακή μεταφορά.


Και χαίρομαι που “γνώρισα” έτσι τη Rooney Mara - κι ας την προτιμώ στη φυσική της σεξουαλικότητα. Μια υποψηφιότητα για Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου, μετά από σχετικά λίγες (και μάλλον όχι σπουδαίες) εμφανίσεις, δεν είναι και λίγο...



Υ.Γ. 1: Στη σκανδιναβική εκδοχή της τριλογίας, πρωταγωνιστεί μια Σουηδή ηθοποιός, που προσωπικά πρωτοείδα στο sequel του Sherlock Holmes. Παρεπιμπτόντως, εντυπωσιακά καλή ταινία δράσης, με την ευφυή σύλληψη μιας ταινίας “James Bond” να εκτυλίσσεται στο τέλος του 19ου αιώνα...

Υ.Γ. 2: Το post αυτό έρχεται μια μέρα μετά ένα τραγικό γεγονός για την 7η τέχνη. Δεν θέλω να προσθέσω πάρα μόνο οτι ένας μοναδικός άνθρωπος έφυγε από το παιχνίδι της μοίρας (φαίνεται οτι δεν υπήρχε σωτηρία, ακόμα και αν το ασθενοφόρο ήταν δίπλα ακριβώς) και το υψηλό, απερίσκεπτο ρίσκο του πάθους για τη δουλειά του, με πολύ πόνο - όρθιος όμως και μάχιμος, κάνοντας αυτό που τον έκανε να ξεχωρίσει στον κόσμο όλο. Rest In Peace.











Οι φωτό είναι από τα www.uk.movies.yahoo.com, www.onlinemovieshut.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το τραγούδι των τίλων, "The Immigrant Song" των Led Zeppelin, όπως το διασκεύασαν οι Karen O with Trent Reznor & Atticus Ross.

buzz it!

15.1.12

Χαμένο ρεσιτάλ...

Πέρσι, τέτοια εποχή, είχα ενθουσιαστεί με μια άλλη ταινία-ρεσιτάλ ηθοποιίας, παρά το γεγονός οτι αγιογραφούσε, κατά κάποιο τρόπο, τον εκπρόσωπο ενός βρετανικού υπερ-συντηρητικού θεσμού, της βασιλείας. Η «Σιδηρά Κυρία» όμως, της Phyllida Lloyd, απέχει μακράν από το να μου δημιουργήσει τέτοια συναισθήματα.


Δεν είναι ότι η ταινία δεν καταγράφει το «αμφιλεγόμενο» (για να το πούμε κομψά - ή το μισητό για πολλούς) της μακρόχρονης θητείας της Margaret Thatcher στην πρωθυπουργία της Βρετανίας. Είναι ότι η σκηνοθέτις του "Mamma Mia" (ποτέ μου δεν κατάφερα να το δω ολόκληρο, παρά το καλό καστ και το ιδιαίτερο «ελληνικό» ενδιαφέρον) ρίχνει μια αφελή ματιά σε ένα βαθύτατα πολιτικό θέμα. Όπως επισημαίνουν σχεδόν οι περισσότερες κριτικές, με την επιλογή των διαρκών φλας-μπακ, επικεντρώνει (και χαλάει πολύτιμο χρόνο) στην ηλικιωμένη Thatcher και τα «φαντάσματα» της σχέσης της με τον άντρα της, Denis, που τη στήριξε, αλλά υπέστη και τις συνέπειες του αυταρχικού χαρακτήρα της και των ισχυρογνωμόνων επιλογών μιας ζωής στο πολιτικό προσκήνιο - πράγματι «τολμηρής» (και από αυτή την πλευρά θαυμαστής) ζωής, δεδομένου ότι η Thatcher αναδείχθηκε πολιτικά και ηγήθηκε ενός απόλυτα ανδροκρατούμενου και φαλλοκρατικού περιβάλλοντος, κάτι που μπορεί να εξηγεί εν μέρει και τη σκληρότητα της, στην προσπάθεια να επιβληθεί.

Η καταγραφή όμως αυτής της ζωής και των επιλογών της είναι ελλιπής. Ακολουθώντας χολιγουντιανά/συντηρητικά κλισέ και υιοθετώντας μια «επιπόλαια» ουδετερότητα, αναδεικνύει το ηγετικό του χαρακτήρα, το εθνικοπατριωτικό των επιλογών και τη σταθερότητα των αποφάσεων, ως αποκλειστικά και μόνο προτερήματα. Φυσικά, για τους θαυμαστές της Thatcher, έτσι είναι. Η ταινία δεν αποκρύπτει το εύρος των κοινωνικών αντιδράσεων στις επιλογές της, αλλά δεν στέκεται κριτικά απέναντι της. Ούτε προσπαθεί να απαλείψει τα χαρακτηριστικά που θα οδηγούσαν κάποιον να τη χαρακτηρίσει ως μια εμμονική, κατίνα, άκαμπτη και υπερσυντηρητική νοικοκυρά, που επιχείρησε (άτσαλα και «ταλιμπανικά») να βάλει «σε τάξη τα του οίκου», αλλά στην ουσία ακύρωσε και εγκατέστησε δομές, που για τους υποστηρικτές «έσωσαν τη Βρετανία από την κατηφόρα», πλην όμως, για σχεδόν όλο τον υπόλοιπο κόσμο, εγκαθίδρυσαν την έναρξη μιας εποχής, που χαρακτηρίστηκε «νεοφιλελεύθερη» και αποτελεί την αιτία για την κρίση που ζούμε παγκοσμίως σήμερα (το timing του έργου το καθιστά ακόμα πιο δύσκολο να γίνει αποδεκτό).

Όμως, δεν αναδεικνύει επαρκώς άλλα χαρακτηριστικά, σύμφυτα με τέτοιες ακραίες επιλογές, όπως για παράδειγμα η σκληρότητα της με τις απώλειες ζωών, η αδυναμία της να εκτονώσει τις συγκρούσεις με την τρομοκρατία ή η δημαγωγία και ο πολιτικός υπολογισμός ενός πολέμου, όπως αυτός των Falklands, που εκτόξευσε τη δημοτικότητα της και της εξασφάλισε τη δεύτερη από τις τρεις εκλογικές της νίκες - αλλιώς θα είχε μείνει πιθανότατα στην πρώτη και μοναδική. (Η μόνη πτυχή αυτού του πολέμου που θα μπορούσε να τη δικαιολογήσει στην ιστορία, είναι οτι, παρά το αποικιοκρατικό παρελθόν της υπόθεσης, η κατάληψη των νησιών ήταν μια απρόκλητη επιθετική πράξη της στρατιωτικής χούντας της Αργεντινής, που όπως κάθε επιθετικός εθνικισμός - ειδικά από ολοκληρωτικό καθεστώς - δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτός).

Η Thatcher παρέλαβε μια Βρετανία απισχνασμένη, με τη βαριά βιομηχανία να καταρρέει, αλλά τον εργατικό συνδικαλισμό ακμαίο (θυμηθείτε την αποδυνάμωση της άλλοτε κραταιάς βιομηχανίας των βρετανικών αυτοκινήτων, στη δεκαετία του '70) - και τσάκισε τον δεύτερο, χωρίς να υπολογίσει το κοινωνικό κόστος. Δεν είναι βέβαιο όμως ότι προσέφερε σε αντάλλαγμα καλές υπηρεσίες για την ανόρθωση της πρώτης, που μάλλον έχασε οριστικά το παιχνίδι, από τον γερμανικό (και άλλον) ανταγωνισμό. Βέβαια, ακόμα και σύγχρονοι αντίπαλοι της, από το Εργατικό κόμμα, παραδέχονται ότι κάποιες από τις τομές της ήταν σωτήριες, για μια χώρα που υπέφερε από την «κατάχρηση» του κοινωνικού κράτους, χωρίς να αιμοδοτείται επαρκώς από την ιδιωτική πρωτοβουλία. Το (αναπόφευκτα) περίπλοκο όμως της πολιτικής ιδιαιτερότητας της Thatcher δεν αποτυπώνεται στην ταινία. Η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων και της απορρύθμισης των χρηματαγορών, οι σκληροπυρηνικές αντιλήψεις της για τον ψυχρό πόλεμο, ο αντιευρωπαϊσμός της και η πολιτεία της ως αυταρχικής ηγέτιδος περιγράφονται μόνο επιφανειακά, με όχημα την καρικατούρα της προσβλητικής και της (ωσάν να ήταν «απολιτίκ») επίμονης νοικοκυράς.

Το επιδερμικό του σεναρίου έρχεται βεβαίως να αντισταθμίσει η εξαιρετική (καλλι)τεχνική επάρκεια. Όχι η σκηνοθετική, αλλά αυτή του μακιγιάζ (είναι εντυπωσιακή η μεταμόρφωση της Meryl Streep, στις δύο ηλικίες που ενσαρκώνει, ιδιαίτερα στη μεγαλύτερη), αλλά κυρίως της ίδιας της Αμερικανίδας ηθοποιού, που πείθει απόλυτα, θυμίζει τον εαυτό της μόνο από αναπόφευκτα χαρακτηριστικά και καθιστά "συμπαθή" την ηρωίδα της - είναι θαυμαστό πως μεταμορφώνει το βλέμμα της, για να αποδώσει τον χαρακτήρα που υποδύεται. Η στάση και οι κινήσεις του σώματος, το βάδισμα, η ομιλία, οι μορφασμοί είναι υπεράνω πάσης κριτικής - και η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου θα πρέπει (χωρίς να ξέρω τον ανταγωνισμό), να απονείμει σίγουρα ένα τρίτο όσκαρ (και δεύτερο πρώτου ρόλου) στην κορυφαία, εδώ και χρόνια, εκπρόσωπο της παγκόσμιας βιομηχανίας της 7ης τέχνης. Το δροσερό κορίτσι που γνωρίσαμε, πριν από 33 χρόνια, στον "Ελαφοκυνηγό" φτάνει εδώ στον κολοφώνα της δόξας της και δίνει ρεσιτάλ - δυστυχώς - σε λάθος ταινία, με την έννοια ότι πάει χαμένο σε μια μέτρια προσπάθεια, που δεν άρεσε ούτε στους Συντηρητικούς, ίσως γιατί δεν "θριαμβολογεί" επαρκώς για την προσωπικότητα της γυναίκας-συμβόλου γι αυτούς.

Η Thatcher (που ζει ακόμα, αλλά μάλλον δεν θα απολαύσει την αγιογραφία της, καθώς πάσχει από άνοια), ενσαρκώνεται πολύ πετυχημένα και σε νεαρή ηλικία, από άλλη ηθοποιό, ενώ τα γεγονότα της εποχής καταγράφονται μέσα από πλάνα αρχείου, σημαντικά από μόνα τους για την ιστορική μνήμη. Όποιος έχει ζήσει τη δεκαετία του '80 πάντως, έχει - έστω και από απόσταση - άλλη αφήγηση από αυτή της ταινίας. Όταν η ιστορία ασχοληθεί, μετά από δεκαετίες, θα καταδείξει ποια είναι η πιο πιστή.


Η σύγκριση με την πραγματική...









Η φωτό είναι από το www.anglotopia.net και το εξώφυλλο από το www.lyricsdog.eu

Το post συνοδεύεται από ένα εμβληματικό "αντιθατσερικό" τραγούδι, το "Shout to the Top", από τους Βρετανούς Style Council, του Paul Weller, που ηγήθηκε της καμπάνιας καλλιτεχνών κατά του "θατσερισμού".

buzz it!

5.1.12

Τρεις ταινίες από την Ευρώπη

Δεν ξέρω γιατί μπορεί να με αφορά μια ιστορία, σαν κι αυτή του “Παιδιού με το Ποδήλατο”. Δεν μπορώ επ’ ουδενί να ταυτιστώ με τον άκρατο ατομικισμό ενός νεαρού πατέρα που εγκαταλείπει το παιδί του σε ορφανοτροφείο, λες και έχει οτιδήποτε καλύτερο να κάνει - που εμποδίζεται από το αγόρι. Σχεδόν δεν μπορώ να ταυτιστώ με το επίμονο και “αντιπαθές” του αγοριού, που έχει όλα τα δίκια βέβαια να αισθάνεται πληγωμένο και να είναι ατίθασο. Ούτε με τον κινηματογραφικο ρεαλισμό των Βέλγων αδελφών Dardenne μπορώ να ταυτιστώ, με την σκληράδα και τον “αυτοματισμό” του (λευκού, γιατί οι μετανάστες είναι διαφορετικοί) περίγυρου μιας μικρής επαρχιακής πόλης. Μόνο με τον ανθρωπισμό και την υπομονετική γλύκα της Cecile de France, γνώριμης μας και από τη συμμετοχή της στο Hereafter του Clint Eastwood, μπορώ να ταυτιστώ - και φυσικά να αναγνωρίσω το κοινωνικό πρόβλημα, από το οποίο παίρνει αφορμή η (με πολύ καλές κριτικές ταινία.


Δεν ξέρω επίσης (αλλά κατά βάθος ξέρω, γιατί είναι οι αναμνήσεις μιας Ελλάδας της παιδικής μου ηλικίας), γιατί μπορεί να με αφορά μια ιστορία σε ένα στρατόπεδο του Έβρου, μεταξύ μιας ανικανοποίητης γυναίκας που έχει (μικρο)παντρευτεί έναν μεγαλύτερο της αντισυνταγματάρχη κι ενός νέου αξιωματικού, στη διάρκεια της χούντας. Γιατί μπορεί να με αφορά η ανάμνηση της "Φλορέτα", οι μικροαστικές αντιλήψεις και η μιζέρια ενός άθλιου, λασπωμένου στρατοπέδου στον Έβρο (ακόμα και μετά την κατάλυση του εμφυλιακού κράτους, ένα από τα χειρότερα δημιουργήματα της ελληνικής δημόσιας ζωής).

Κι όμως, αυτό το “Τανγκό των Χριστουγέννων”, με τις χονδροειδείς αδυναμίες στο σεναριακή προσαρμογή (του μυθιστορήματος του Γιάννη Ξανθούλη) και στο μακιγιάζ, αλλά με την πετυχημένη αναπαράσταση της εποχής και την “υβριδική” σκηνοθετική ματιά, μεταξύ εμπορικού κινηματογράφου και Αγγελόπουλου, σε αποζημιώνει, όχι μόνο για το εξαιρετικό του καστ. Η Βίκυ Παπαδοπούλου κι ο Γιάννης Στάνκογλου, ερωτεύσιμοι και οι δυό, παίζουν κυριολεκτικά με τα μάτια - και ο Αντίνοος Αλμπάνης δίνει ρεσιτάλ στο ρόλο του καταπιεσμένου gay φαντάρου, που μαθαίνει τανγκό στον υπολοχαγό του, ώστε να μπορέσει να απολαύσει έστω και τρία λεπτά, ρισκάροντας τα πάντα, με τον απαγορευμένο έρωτα του. Όλη η ταινία είναι τα βλέμματα του Στάνκογλου και της Παπαδοπούλου, μετά τον χορό, η εικόνα του απόλυτου έρωτα...

Αυτό που ξέρω σίγουρα, είναι γιατί με αφορά στο ξεκίνημα αυτού του νέου χρόνου, η ταινία “The Artist” - κι ας είναι ένα σχεδόν φετιχιστικό παιχνίδι ενός Γάλλου για το Χόλιγουντ, υπερτιμημένο ίσως, όπως διάβασα, αλλά υποψήφιο για πολλά βραβεία, παρά τον χαμηλό προϋπολογισμό (ο Jean Dujardin και η σύζυγος του σκηνοθέτη Berenice Bejo κερδίζουν το χειροκρότημα στην ευρηματική αυτή βωβή ταινία, με κορυφαία σκηνή, όταν η δεύτερη παίζει με το χέρι της στο σακάκι του πρώτου, χαιδεύοντας τον εαυτό της).

Δεν είναι μόνο η γοητεία του swing (ειδικά στο φινάλε), τα αστραφτερά χαμόγελα των δύο εξαιρετικών πρωταγωνιστών, δεν είναι το παιχνίδι με τους ήχους (κορυφαία επίσης σκηνή ο εφιάλτης στον οποίο ακούγονται όλοι οι ήχοι, εκτός από τις φωνές των ανθρώπων): Με την απλοϊκή ιστορία της πτώσης των ειδώλων του βωβού κινηματογράφου και της ανόδου των νέων “ομιλούντων” προσώπων, ο Hazanavicious κάνει ένα πικρό σχόλιο για το πόσο η ζωή δεν αφήνει κενά, για το πόσο σκληρή είναι η ανάγκη της διαρκούς αλλαγής και ανανέωσης, για το τι επιφυλάσσει σε όσους άκαμπτα επιμένουν να μην προσαρμόζονται και να αυτοκαταστρέφονται στις εμμονές τους. Και για να μην εκληφθεί αυτό ως “ταλιμπανικό” κούνημα του δαχτύλου προς τους αδύναμους ή όσους επιμένουν να προτάσσουν ηθικές αξίες πάνω από τη σκληρότητα της εξέλιξης, δίνει ταυτόχρονα μαθήματα ταπεινότητας, υπογραμμίζοντας πόσο σημασία έχει η ανθρωπιά και το πραγματικό συναίσθημα της προσφοράς και της αγάπης. Και θυμίζει συνεχώς οτι ότι ανεβαίνει, κατεβαίνει...











Οι φωτό είναι από τα www.lifo.gr, www.mag24.gr, www.kathimerino.com.cy, www.filmbuffonline.com, www.metropoliscinema.net και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από τη live εκτέλεση του "Spinning Wheel" ("What Goes Up Must Come Down") των Αμερικανών Blood, Sweat & Tears.

buzz it!

23.10.11

Το μουσικό σύμπαν του Almodovar

Aυτό που προέκυψε από το “στρογγυλό τραπέζι”, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, τη Δευτέρα που μας πέρασε (ως πληροφόρηση και ως κοινή διαπίστωση), είναι οτι ο Pedro Almodovar έχει εξαιρετικά στενή σχέση με τη μουσική - είτε ως μέλος συγκροτήματος, είτε ως dj, είτε ως “μουσικός επιμελητής” των ίδιων του των ταινιών. Είναι ένας πολυσχιδής καλλιτέχνης - κι αυτό φαίνεται και μέσω της σκηνοθετικής του καρριέρας. Ενδιαφέρεται προσωπικά για το μουσικό του στίγμα, το οποίο επιμελείται ο ίδιος - και μέσω αυτού υπογραμμίζει τη “μελοδραματική” του αισθητική, καταφεύγοντας όμως σχεδόν πάντα σε ποιοτικές επιλογές.


Στις πρώτες του ταινίες, φλερτάρει πιο έντονα με το kitsch και την gay αισθητική, αποφεύγοντας όμως να επιλέξει δυτικότροπα gay στερεότυπα (όπως π.χ. η Maria Callas, οι Queen ή η disco αισθητική τύπου Jimmy Sommerville). Ως μέλος της “Movida Madrilena”, του καλλιτεχνικού κινήματος που άνθισε στη Μαδρίτη, με την ισπανική μεταπολίτευση, συμμετέχει στην καλλιτεχνική σκηνή, με το συγκρότημα “Almodovar y Macnamara” - και καταγράφει την “τρέλλα” του κινήματος αυτού, στις δύο πρώτες του ταινίες. Στη δεύτερη μάλιστα (“Ο Λαβύρινθος του Πάθους”) και στην έκτη (“Ο Νόμος του Πόθου”), συμμετέχει με το (ολίγον kitsch, ολίγον punk, ολίγον σατιρικό) συγκρότημα αυτό στο soundtrack της ταινίας.

Με το πέρασμα των χρόνων και την επαγγελματική του καθιέρωση, οι επιλογές του στρέφονται ολοένα και περισσότερο προς την τεράστια δεξαμενή της λατινόφωνης παράδοσης. Σε πολλές από τις πρώτες του ταινίες χρησιμοποιεί ως συνθέτη πρωτότυπης ορχηστρικής μουσικής τον Bernardo Bonezzi, ενώ τρία χρόνια μετά την πρώτη μεγάλη του εμπορική επιτυχία, “Γυναίκες στα Πρόθυρα Νευρικής Κρίσης” (1988), κάνει ένα μεγάλο βήμα.

Στα “Ψηλά Τακούνια” (1991) συνεργάζεται με τον εξαιρετικό Ιάπωνα συνθέτη Ryuichi Sakamoto - με ένα θέμα που μένει αξέχαστο. Και όχι μόνο αυτό, διασκευάζει ο ίδιος στα ισπανικά τους στίχους και παράγει, μαζί με την αγαπημένη του τότε Luz Casal, το “Un Ano de Amor” - μαζί με μια νέα εκτέλεση του μεξικάνικου classic “Piensa en Mi”. To σύνολο αποτελεί την καλύτερη, κατά τη γνώμη μου, μουσική του πρόταση, ως soundtrack ταινίας.

Έκτοτε, αρχίζει τη συνεργασία του με τον Alberto Iglesias, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, ενώ εξακολουθεί, ως “πρεσβευτής” της λατίνικης κουλτούρας, να μας παρουσιάζει κομμάτια από μεγάλους καλλιτέχνες της Ισπανίας, του Μεξικού, της Αργεντινής, της Βραζιλίας, της Κούβας, της Κόστα Ρίκα, της Χιλής ή και της Ιταλίας (όπως η Mina). Πολλά από τα ονόματα είναι ευρέως γνωστά και στον υπόλοιπο κόσμο, όπως ο Caetano Veloso ή ο Xavier Cugat, άλλα όμως είναι λιγότερο, γιατί κάνει “βουτιά” στο παρελθόν, με καλλιτέχνες που γεννήθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα - που τον βοηθούν να αποδώσει τη ρομαντική και μελαγχολική ατμόσφαιρα που επιθυμεί.

Μεταχειρίζεται με τρυφερότητα (και “ανασύρει” ή αποτίει φόρο τιμής σε) “ξεχασμένους” καλλιτέχνες, όπως η Sara Montiel και ειδικά σε gay καλλιτέχνες όπως ο Κουβανός Bola de Nieve ή η Μεξικανή Chavella Vargas, την οποία βοηθά να επανεκκινήσει την καριέρα της σε μεγάλη ηλικία, με συμμετοχή και σε ταινίες του. Δίνει την ευκαιρία επίσης και στο νέο αίμα του ισπανόφωνου τραγουδιού, όπως η Estrella Morente ή η Buika (στο “Δέρμα που Κατοικώ”), αλλά χρησιμοποιεί και κομμάτια-εκπλήξεις από ποπ καλλιτέχνες όπως οι Saint-Etienne και η Cat Power ή καλλιτέχνες της world music, όπως ο Σενεγαλέζος Ismael Lo.

Σε κάθε περίπτωση, o Ισπανός σκηνοθέτης έχει τον δικό του, ιδιαίτερο τρόπο να φτιάχνει soundtrack - και μέσω αυτού να ολοκληρώνει το “αλμοδοβαρικό του σύμπαν”...









H φωτό είναι από το www.listal.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από το "Werewolf" της Αμερικανίδας Cat Power, από το soundtrack της ταινίας "Ραγισμένες Αγκαλιές".

buzz it!

18.10.11

Τρεις ταινίες στο "παρά πέντε"...

Μια πολύ ωραία πόλη, μια πολύ ωραία καταγραφή εικόνων, μια πολύ ωραία ιδέα, μια ταινία που δεν μπορεί να την προχωρήσει

ικανοποιητικά. Γιατί πράγματι έχει πλάκα να βλέπεις τον Woody Allen (δηλαδή έναν ακόμα μέτριο ηθοποιό μέτριων κωμωδιών να τον παριστάνει, όπως πολύ συχνά συμβαίνει) να ανακαλύπτει “Μεσάνυχτα στο Παρίσι” έκπληκτος τα είδωλα του από τη χρυσή εποχή των twenties, αλλά μια ταινία δεν προχωράει μόνο με το εύρημα της “αναβίωσης” του F. Scott Fitzgerald και του Cole Porter. Πάντα γοητευτική η Marion Cotillard, ως ερωμένη του Pablo Picasso και του Ernest Hemingway - ατάκα της ταινίας (προς τον Picasso): “E, δεν είσαι και Miro!” Το “Match Point” και το “Vicky, Christina, Barcelona” παραμένουν μακράν τα καλύτερα και πιο σύγχρονα της τελευταίας περιόδου του...



Μια ακόμα ταινία, με τον βασικό του καμβά (όπως και πέρσυ το “Τι απέγινε η Έλλη;” του ιδίου σκηνοθέτη) να καταδεικνύει το πόσο καταπιεστική και υποκριτική είναι μια θρησκόληπτη ισλαμική κοινωνία, η κοινωνία της μαντήλας. Ως εκ τούτου, μια χρήσιμη για την αφύπνιση στο εξωτερικό του Ιράν και την πίεση που μπορεί να φέρει για την πτώση του ολοκληρωτικού αυτού καθεστώτος, της δήθεν “επανάστασης”. “Ένας χωρισμός” αγχωτικός, ψυχοβγάλτης - από τη μια τόσο σύγχρονος, αλλά και τόσο πολύ πνιγμένος στην εικαστική αισθητική της τριτοκοσμικής κοινωνίας. Σπάνια μια ιστορία (μοιάζει να) δίνει τόσο πολύ δίκιο (και άδικο ταυτοχρόνως) σε όλες τις πλευρές. Χρήσιμη (αλλά όχι ευχάριστη) και για έναν ακόμα (πολιτικό) λόγο αυτή η ταινία: Καταδεικνύει πόσο εύκολη είναι η απόπειρα εκμετάλλευσης του δυνατότερου από τον αδύναμο, με όχημα έναν (δήθεν προοδευτικό) λαϊκισμό, που υποστηρίζει οτι μόνον ο αδύναμος μπορεί να καταστεί θύμα...


Πιο εξωφρενικός από ποτέ, ο Pedro Almodovar διασκευάζει βιβλίο σε ένα ακόμα σενάριο γύρω από τις εμμονές του: Ναι όλοι είμαστε κατά βάθος γυναίκες, ναι όλοι μπορούμε να γίνουμε γυναίκες, ναι η ομοφυλοφιλία μοιάζει ο κανόνας των προτιμήσεων μας. Όμως πια φιλμάρει με απαράμιλλο στυλ, απίστευτα κάδρα και impeccable φωτογραφία, στυλιζαρισμένες πόζες και αισθητική, εντελώς μακριά από το αγαπημένο του κitch. Ο Antonio Banderas, ως αδίστακτος και πονεμένος πλαστικός χειρουργός, οδηγεί το πολύ καλό καστ, σε ένα “Δέρμα που κατοικώ” με εκπλήξεις και ανατροπές. To μελόδραμα και το τραγελαφικό, που γίνεται συμπαθητικό (και τρυφερό προς όλα τα ανθρώπινα πλάσματα) μόνο στα χέρια του Almodovar, φτάνει εδώ στα όρια της “επιστημονικής θυμηδίας”. Για να γελάσετε, να θαυμάσετε, να σοκαριστείτε, αλλά ίσως όχι για να συγκινηθείτε...


(Από πλευράς μου, η υποδοχή της νέας ταινίας του Almodovar θα ολοκληρωθεί με μια ραδιοφωνική εκπομπή με μουσικές από τα soundtrack του, στην οποία είμαι προσκεκλημένος, την Πέμπτη, στις 13.00, στον Pepper 96,6.)










Οι φωτό είναι από τα www.thevoguevibes.com, www.aiff.gr, www.filmlinc.com και το εξώφυλλο από το www.amazon.com

To post συνοδεύεται από ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του Cole Porter, "I've Got Yοu Under My Skin", στην ιδιαίτερη εκτέλεση της Αμερικανίδας Julie London

buzz it!

15.10.11

Το "αλμοδοβαρικό σύμπαν"...

Την Τρίτη που μας έρχεται, διοργανώνεται στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, avant-premiere της νέας ταινίας του Pedro Almodovar “Le piel que habito” ("To δέρμα που κατοικώ”) - εκδήλωση στην οποία δεν έχω αρμοδιότητα να σας καλέσω.


Ωστόσο, την προηγούμενη, τη Δευτέρα 17 Οκτωβρίου, στις 18.30, στον ίδιο χώρο, διοργανώνεται ένα “στρογγυλό τραπέζι”, με συμμετοχή (ερωτήσεις) του κοινού, για τις διάφορες πλευρές του “αλμοδοβαρικού σύμπαντος” - την κινηματογραφική, τη μουσική, την “ψυχιατρική”, τη σεναριακή, την πλευρά των χαρακτήρων και των ηθοποιών.

Δεν είμαι ειδικός στον Ισπανό σκηνοθέτη, νομίζω όμως οτι μπορώ να πω δυό λόγια για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί τη μουσική, τον τρόπο με τον οποίο αυτή γίνεται όχημα της “κουλτούρας” του και στηρίζει το κινηματογραφικό του κατασκεύασμα.

Είστε όλοι ευπρόσδεκτοι, ελπίζω οτι θα γίνει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.




* (Από πλευράς μου, η υποδοχή της νέας ταινίας του Almodovar θα ολοκληρωθεί με μια ραδιοφωνική εκπομπή με μουσικές από τα soundtrack του, στην οποία είμαι προσκεκλημένος, την Πέμπτη, στις 13.00, στον Pepper 96,6.)









H αφίσα είναι από τους διοργανωτές της avant-premiere και το εξώφυλλο από το www.thesoundtrack toyourlife.co.uk

To post συνοδεύεται από το βασικό θέμα της ταινίας "High Heels" (Tacones Lojanos), του Ιάπωνα Ryuichi Sakamoto.

buzz it!

ShareThis